Αφροδίτη της Μήλου

*

Ανέβηκα τα σκαλοπάτια ως την περιστρεφόμενη είσοδο του ξενοδοχείου
με κόπο, θέλει κόπο να σηκώνεις μια βαλίτσα με ροδάκια για δεκατέσσερα σκαλοπάτια
ενώ κρέμεται απ’ τον άλλο σου ώμο η τσάντα
τα γυαλιά ηλίου είχαν γλιστρήσει ως κάτω στη μύτη
αλλά δεν είχα χέρια να τ’ ανεβάσω
Δίπλα μου ένα σωρό άντρες μ’ άδεια χέρια ανέβαιναν και κατέβαιναν
βιαστικοί, χασομέρηδες, μιλώντας στο κινητό, χωρίς κινητό, αγνοώντας με, ρίχνοντάς μου ματιές

Στο δωμάτιο πήρα τηλέφωνο αμέσως την κόρη μου
ήταν καλά, μου μίλησε κοφτά ήταν με την κοπέλα της και το αδερφό της τελευταίας
μου μίλησε κοφτά γιατί είμαι η Μαρία Αντουανέττα που τα πλησιάζω πάντα γλυκερά μ’ έναν δίσκο γεμάτο παντεσπάνι
ενώ τούτες τις μέρες αυτά υπογράφουν μεταξύ τους συναινέσεις για σεξουαλική συνεύρεση
πίνοντας νερό, τρώγοντας βιολογικά τοματάκια κι αλείφοντας τις παλάμες τους κόλλα

Άνοιξα τη βαλίτσα κι έβγαλα πρώτο πράγμα το εισιτήριο του μουσείου
καθρέφτη κρατούσε ή ασπίδα ή τίποτα απλώς – και ποιον κοιτούσε;

Δεν μπόρεσα να μπω
Κάτι νεαρά είχαν κολληθεί στην είσοδο γιατί οι αρχαίοι ήταν δουλοκτήτες
Ένας ομήλικος είχε αναψοκοκκινίσει
Είναι καλύτεροί μας, έλεγε,
και βγήκε απ’ την ουρά
Τα κολλημένα στο δάπεδο παιδιά
Οι υπογραμμένες συναινέσεις
Τα βιολογικά τοματάκια

Ήθελα μόνο να τη δω
Δε μ’ ένοιαζε αν κρατούσε καθρέφτη ή ασπίδα ή τίποτα
Η ελαφριά καμπύλη της θηλυκής γυναικείας κοιλιάς της προς τα μέσα λίγο πάνω απ’ τον αφαλό
Μα – ποιον κοιτούσε;

Κατέβηκα κοπανώντας τη βαλίτσα μου στα σκαλιά ως το ταξί που περίμενε στο δρόμο
Δεν τηλεφώνησα πρώτα στην κόρη μου
Ούτε που πρόσεχα τους άντρες με τ’ άδεια χέρια που με προσπερνούσαν
Μισούσα μόνο
Την κόλλα στις τρομακτικές, νεανικές, ανέραστες παλάμες

Ποιον κοιτούσε;

ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

 

*

 

 

Θεσσαλονίκη: Ρωμαϊκὸ καὶ παλαιοχριστιανικὸ παρελθόν

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια:  Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Οἱ πολλοὶ ἔρχονται στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ δοῦνε τὴν Ἔκθεση.[1] Οἱ λίγοι γιὰ νὰ δοῦνε τὰ μνημεῖα.[2]

Χτισμένη στὰ 315 π.Χ. ἀπὸ τὸ βασιλιὰ τῆς Μακεδονίας τὸν Κάσσανδρο, ποὺ τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομα τῆς γυναίκας του κι ἀδερφῆς τοῦ Μεγαλέξαντρου, πέρασε στοὺς εἰκοσιτρεῖς αἰῶνες τῆς ζωῆς της ἡ «Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ» ὅλες τὶς περιπέτειες τοῦ Ἔθνους. Πόλη τοῦ ἑλληνιστικοῦ βασιλείου τῆς Μακεδονίας. Πρωτεύουσα τῆς ρωμαϊκῆς ὁμώνυμης ἐπαρχίας. «Εὐανδροῦσα»[3] μεγάπολη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Τότε εἶναι ποὺ βρίσκεται στὴ μεγαλύτερη ἀκμή της. Κέντρο πολιτικῆς, στρατιωτικῆς καὶ πολιτιστικῆς σημασίας δέχεται τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Ἀβαροσλάβων, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Σέρβων, κυριεύεται προσωρινὰ ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, τοὺς Νορμανδοὺς καὶ τοὺς λατίνους Σταυροφόρους,  γιὰ νὰ μπεῖ τὸ 1430, ἀκολουθώντας τὴ μοίρα ὁλάκερου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὴ μακρόχρονη τουρκικὴ σκλαβιά, ἀπ’ ὅπου δὲ θὰ λυτρωθεῖ παρὰ μόλις τὸ 1912.

Μιὰ τέτοια πολυκύμαντη ἱστορία εἶναι φυσικὸ νά ’χει ἀφήσει βαθιὰ τὰ χνάρια της στὴ Θεσσαλονίκη. Μνημεῖα, κατάλοιπα ὅλων τῶν ἱστορικῶν περιόδων της, εἶναι σκόρπια σ’ ὁλάκερη τὴν πολιτεία.

Κάτι παράξενο νιώθεις σὰν ἀφήνεις τὸν πολύχρωμο καὶ πολύβουο κόσμο τῆς σύγχρονης Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ἔκθεσης καὶ πλησιάζεις τὴ σιωπὴ τοῦ μνημείου.

Σὰ νὰ παθαίνεις σιγά-σιγὰ μιὰν ἀποτοξίνωση ἀπὸ τὴ ματαιότητα τῆς μπίζνες καὶ νὰ ὑψώνεσαι σὲ μιὰ σφαίρα ἀνώτερη. Ἀποχτᾶς μιὰ καινούργια ὅραση. Βλέπεις τὰ πάντα μέσ’ ἀπὸ τὰ κρύσταλλα τῆς Ἱστορίας. Ἡ σιωπὴ αἰώνων στάζει λίγη-λίγη μέσα σου καὶ σὲ μεταμορφώνει. (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Η Όλγα

*

1

Υπήρξαν γυναίκες που δεν άφησαν κανένα αποτύπωμα στη μνήμη μου και κατά πάσα πιθανότητα ούτε κι εγώ στη δική τους. Υπήρξαν και κάποιες που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου, γυναίκες που τις θυμάμαι με τρυφερότητα και νοσταλγία. Ανάμεσά τους η Όλγα, πρόσωπο αγαπημένο και αλησμόνητο.

Τη γνώρισα πριν από χρόνια, την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Ήταν χορεύτρια – έτσι δήλωνε η ίδια – στο στριπτιζάδικο της παραλιακής που εκείνα τα χρόνια ήταν στις δόξες του.

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνη με σταμάτησε την ώρα που γύριζα στο σπίτι από μια ακόμα δύσκολη βάρδια στο καρνάγιο. Ήμουν βρώμικος, σκονισμένος, με ρούχα διαλυμένα και με τη μέση μου σακατεμένη από τα βάρη και τις συνθήκες της δουλειάς. Ένοιωθα άσχημα με τον εαυτό μου, με την εικόνα μου, με τη ζωή μου γενικότερα. Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τον χωρισμό μου και το παιδί το έβλεπα μια φορά το μήνα. Οικονομικά ήμουν σε οριακή κατάσταση και με εννιακόσια ευρώ μηνιάτικο μόλις που τα έβγαζα πέρα. Είχα ξεχάσει τον έρωτα και το σεξ και το σενάριο μιας σχέσης σπάνια το σκεφτόμουν. Μοναδική πηγή ανακούφισης εκείνα τα χρόνια ήταν τα βιβλία, το διάβασμα και τα ημερολόγια που έγραφα – μια θεραπεία που με κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας από την τελική χειρονομία.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ που βρέθηκα με την Όλγα στο παραλιακό ταβερνάκι (εκείνη με προσκάλεσε) αναρωτιόμουν τι μπορούσε να θέλει μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα από μένα – έμοιαζε με μοντέλο στο πρόσωπο και στο σώμα. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να με γνωρίσει από καιρό. Μου είπε ότι ερχόταν τα απογεύματα στην παραλία δίπλα στο καρνάγιο πότε μόνη της και πότε με μια φίλη της. Με έβλεπε που τάιζα τα σκυλιά που ήταν φύλακες του χώρου. Μου είπε ότι της άρεσε πολύ ο τρόπος που τα φρόντιζα και τα χάιδευα. Μου είπε ακόμα ότι της άρεσε το πάνω μέρος του σώματός μου – λόγω της ζέστης έβγαζα το μπλουζάκι όταν έκανα τις βαριές δουλειές. (περισσότερα…)

Η σιωπή της Ταμάρ

*

Η σιωπή της Ταμάρ

— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;

— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…

— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.

Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,

του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα

κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!

Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~

Οὐαί, ἀδελφέ

Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά

το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι. (περισσότερα…)

Μαύρο όπως νουάρ

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Πρόσφατα προβλήθηκαν στις αθηναϊκές αίθουσες κάποιες ταινίες που χαρακτηρίζονται φιλμ νουάρ: ένας όρος που βοηθά την επικοινωνία, κυρίως αυτήν του κοινού με τους κριτικούς, όμως, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, αφήνει πολλά πράγματα απ’ έξω, πολλά πράγματα ασαφή. Πρόκειται, ενδεικτικά, για τη Διπλή ταυτότητα (Double Indemnity) του Μπίλυ Γουάιλντερ και την ταινία To χρήμα της οργής (Τhe Killing) του Στάνλεϋ Κούμπρικ: για δύο «κλασικές» ταινίες δηλαδή του εν λόγω είδους, που, παρότι αποκλειστικά σχεδόν αμερικανικό κατά την ακμή του και την «κυριολεκτική» του έννοια, είναι ένας γαλλικός όρος. Η «μαύρη ταινία» είναι, ουσιαστικά, ένας όρος που δόθηκε από τη γαλλική ιντελιγκέντσια (Mπαζέν, Ρομέρ, Σαρτρ…) λίγο μετά τον πόλεμο, προκειμένου να χαρακτηρίσει ταινίες στις οποίες, λόγω της λογοκρισίας στην κατεχόμενη Γαλλία, δεν είχε πρόσβαση το κοινό.

Θα ήταν δύσκολο να ορίσουμε ένα ακριβές περιεχόμενο του είδους, όπως όμως δηλώνει και ο τίτλος, υποβάλλουν μια μαύρη, πεσσιμιστική αντίληψη για τη ζωή στις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις βασικά, με κυρίαρχα στοιχείο τον κυνισμό, την έκπτωση των ηθικών αξιών, τους, πολλές φορές, αρνητικούς ήρωες και γενικά τη διάβρωση της κοινωνίας από το έγκλημα. Η ασπρόμαυρη γενικά φωτογραφία τους προτιμά τις νυχτερινές λήψεις, τις αδρές φωτοσκιάσεις, τις ομιχλώδεις ατμόσφαιρες, που συμβάλλουν στο στυλιστικό αντίστοιχο του περιεχομένου τους. (Ο Κριστιάν Μετς αναφέρει κάπου ως χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ακόμη και το σπίθισμα της λάμψης της κολόνας φωταερίου πάνω στο πλακόστρωτο του δρόμου). Και ταυτόχρονα, οι ήρωες και πρωταγωνιστές του βρίθουν από tough και cool guys, αδίστακτους, λιγομίλητους, αργασμένους από την έξη της παραβατικής τους βιοθεωρίας, και ερμηνευμένους από αντίστοιχης σωματικότητας άνδρες ηθοποιούς, με το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών (Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Έντουαρντ Ρόμπινσον κ.ά.) και από γυναίκες λιγότερο ή περισσότερο μοιραίες (Λωρήν Μπακώλ, Γκλόρια Γκρέιαμ, Άβα Γκάρντνερ κ.ά.). Σε τελική ανάλυση, το φιλμ νουάρ, αν θέλουμε να αποφύγουμε τις πολυδαίδαλες εννοιολογήσεις, είναι ένα ρίγος, ένα ρίγος που μεταδίδει μια ορισμένη εικόνα μιας κοινωνίας σε μια ορισμένη εποχή, ένα ρίγος του «κακού» που το νιώθουμε όλοι και το αναγνωρίζουμε από κοινού.

Δεν προήλθαν, σίγουρα, οι ταινίες αυτές από παρθενογένεση. Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός του μεσοπολέμου δεν είναι αμέτοχος ως πρόγονός τους, η επίδραση της αστυνομικής λογοτεχνίας η οποία, χάρη σε έναν «νόμο» της ιστορίας της αισθητικής, περνά από το pulp περιθώριο στο επίκεντρο της λογοτεχνικής διατίμησης, είναι πιστοποιημένη (πολλές από τις ιστορίες τους ανήκουν στους Ντάσιελ Χάμετ, Ραίημοντ Τσάντλερ, Τζέημς Κέιν κ.ά.). Το ίδιο ισχύει, ως προς την καταγωγή τους, και για τον γαλλικό κινηματογράφο του μεσοπολέμου (Pepe le Moko, Quai des brumes). Αυτή η αφύπνιση του ενδιαφέροντος για το είδος, καθώς και η βάφτισή του, οφείλεται, βέβαια, στην έντονη διανοητικοποίηση της φιλολογίας περί τον κινηματογράφο στη Γαλλία καθώς και στο ευρύ δίκτυο των σχετικών περιοδικών και λεσχών που αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά σε τούτη τη χώρα. (περισσότερα…)

Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024

*

Τιμώντας τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας εγκαινιάζει στη Σκιάθο το τετραήμερο 19-22 Σεπτεμβρίου έναν ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων αφιερωμένων στο έργο του. Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024 περιλαμβάνουν ένα πλούσιο πρόγραμμα ομιλιών, συζητήσεων, λογοτεχνικών αναγνώσεων, συναυλιών και ξεναγήσεων σε ιστορικούς τόπους της Σκιάθου και διοργανώνονται με την πολύτιμη αρωγή του Δήμου Σκιάθου.

Κορμός των Ημερών Παπαδιαμάντη κάθε χρονιά θα είναι το Συμπόσιο της Σκιάθου στο οποίο θα πάρουν μέρος εφέτος 35 διακεκριμένοι συγγραφείς, στοχαστές, επιστήμονες και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Στην Εναρκτήρια Τελετή της Πέμπτης (Μπούρτζι, Πολιτιστικό Κέντρο Σκιάθου, 18:30) ο περιφερειάρχης κ. Δημήτρης Κουρέτας θα απονείμει το Βραβείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον φιλόλογο κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, επιμελητή της ιστορικής Κριτικής Έκδοσης των παπαδιαμαντικών Απάντων (Δόμος, 1981-88). Το νέο Βραβείο θα απονέμεται κάθε χρόνο, εναλλάξ σε έναν εξέχοντα μελετητή και σε έναν ομότεχνο του κορυφαίου Σκιαθίτη, Έλληνα ή ξένο.

Η Εναρκτήρια Τελετή θα κλείσει με συναυλία του τραγουδοποιού Ορφέα Περίδη ελεύθερη για το κοινό (Μπούρτζι, Ανοιχτό Θέατρο, 20:30). Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη θα συνεχιστούν ώς το μεσημέρι της Κυριακής 22.9. οπότε και θα ολοκληρωθούν με την ξενάγηση των συνέδρων στο Κάστρο.

Η προσωπογραφία του Α. Παπαδιαμάντη που κοσμεί τα έντυπα της διοργάνωσης είναι έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου, φιλοτεχνημένο ειδικά για τις Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024. Την ευθύνη για την κατάρτιση και τον συντονισμό του προγράμματος έχει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα των εκδηλώσεων.

(περισσότερα…)

Ο Βλαδίμηρος αποκαλύπτει στον Εστραγκόν το τρικ

*

Το μυστήριο που φέρει κάθε τι
ήταν ανέκαθεν υπόθεση ενός κλείστρου
από την άδολη έκσταση ως την καχυποψία

Αν κοιτάξω προσεκτικά απ’ την κουπαστή
οι εξαίσιοι χρωματισμοί στον ουρανό
δεν είναι παρά έντεχνα διαρρυθμισμένα led
είναι τα κυκλοδίωκτα μάτια ενός αρθρόποδου
κλώθοντας στο σάλιο του τα μέλλοντα
κι είναι των μάντεων μάτια που αχρηστεύτηκαν
κι απ’ άλλη γη τον όλεθρο μ’ άβακες αριθμούν

το δε νερό
είναι κουστούμι ορειχάλκινο
δράκου κινεζικού
που η χορική του ανάδευση
από τους ένδον του Ιωνάδες
υποδύεται κυματισμούς
κι η όλη φαντασμαγορία εν γένει έγκειται
στο γεγονός πως δεν είχα αποχωριστεί
το δέντρο μου ποτέ έως τώρα
– παναπεί δεν ταξίδεψα
ουσιαστικά ποτέ

μας έταξαν μια θάλασσα ανεξάντλητη, Γκογκό
μα πόσο αφόρητα κατάκοπη στο βάθος
μια πλαδαρή, ταβανιασμένη αιωνιότητα
συνθηκολογημένη μες στους κύκλους της
– λύκος που απαρνήθηκε το αφροδίσιο
ρίσκο των δασών
για ένα γεμάτο πιάτο και την άδοξη
στέγη ενός σκυλόσπιτου –
τους ίδιους κι απαράλλακτους ανθίζοντας νεκρούς
μ’ έναν αλγόριθμο χαμάλη στα ηνία

(περισσότερα…)

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του Η χαμηλή φωνή. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και γήινοι γι’ αυτόν”».

~.~

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.
 
Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.
 
Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…
 
Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:
 
Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,
 
(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.
 
Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!
 
Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,
 
ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς* εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;
 
Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.
 
Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,
 
κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

*(Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

*

*

*

Ἐμίλ Σιοράν, Πορτραίτο τοῦ πολιτισμένου ἀνθρώπου  

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Ἡ μανιώδης προσπάθεια νά ἐξοβελιστεῖ ἀπό τό ἀνθρώπινο τοπίο τό σόλοικο, τό ἀδόκητο καί τό ἀνόμοιο ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ἀπρέπειας. Ἐκφράζουμε ἀσφαλῶς τή λύπη μας πού ὁρισμένες φυλές ἐξακολουθοῦν νά καταβροχθίζουν μέ εὐχαρίστηση τούς ἡλικιωμένους τους ὅταν αὐτοί ἔχουν γίνει πλέον βάρος· ὡστόσο, δέν θά δεχόμουν αὐτοί οἱ γραφικοί συβαρίτες νά ἐξοντωθοῦν· ἐξάλλου, ὁ κανιβαλισμός ἐκτός ἀπό ἕνα μοντέλο κλειστῆς οἰκονομίας εἶναι συνάμα καί μιά πρακτική πού θά μποροῦσε μιά μέρα νά δελεάσει ἕναν ἀσφυκτικά πεπληρωμένο πλανήτη. Δέν προτίθεμαι ὡστόσο νά οἰκτίρω τήν τύχη τῶν ἀνθρωποφάγων, μόλο πού διώκονται ἀνηλεῶς, ζοῦν μέσα στόν τρόμο καί εἶναι τή σήμερον οἱ μεγάλοι χαμένοι. Ἄς τό παραδεχτοῦμε: ἡ περίπτωσή τους δέν εἶναι ἀπαραίτητα ὅ,τι τό καλύτερο. Καί γίνονται ὅλο καί πιό σπάνιοι: μιά στριμωγμένη στή γωνία μειονότητα, χωρίς καμιά αὐτοπεποίθηση, ἀνίκανη νά ὑπερασπιστεῖ τήν ὑπόθεσή της. Ἐντελῶς διαφορετική εἶναι ἡ κατάσταση τῶν ἀναλφάβητων, μιᾶς σημαντικῆς ὁμάδας, προσκολλημένης στίς παραδόσεις καί στά προνόμιά της, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐξαπολύουμε ἀδικαιολόγητες ἐπιθέσεις. Καί γιατί δηλαδή εἶναι τόσο κακό νά μήν ξέρεις νά γράφεις καί νά διαβάζεις; Εἰλικρινά, δέν εἶμαι τῆς γνώμης αὐτῆς. Θά πήγαινα μάλιστα ἀκόμα πιό μακριά ἰσχυριζόμενος ὅτι ὅταν ἐξαφανιστεῖ καί ὁ τελευταῖος ἀναλφάβητος, θά ἔχει ἔρθει ὁ καιρός νά θρηνήσουμε τόν ἄνθρωπο.

Πρέπει νά εἴμαστε ἰδιαίτερα δύσπιστοι ἀπέναντι στό ἐνδιαφέρον πού δείχνει ὁ πολιτισμένος γιά τούς λεγόμενους καθυστερημένους λαούς. Ἀφοῦ ἀπέκαμε παλεύοντας μέ τόν ἑαυτό του, φορτώνει τώρα πάνω τους τά δεινά ἀπό τά ὁποία ὁ ἴδιος ὑποφέρει, τούς ζητά νά συμμεριστοῦν τήν αυτολύπησή του, τούς καθικετεύει νά ἀναμετρηθοῦν μέ μιά πεπρωμένη πορεία τήν ὁποία ὁ ἴδιος δέν ἔχει τή γενναιότητα νά ἐπωμιστεῖ. Παρατηρώντας πόσο τυχεροί στάθηκαν πού ἔμειναν ἀνεξέλικτοι, αἰσθάνεται ἀπέναντί τους τή μνησικακία τοῦ διαψευσμένου τολμητία. Μέ ποιό δικαίωμα στέκονται στήν ἄκρη, ἔξω ἀπό τή διαδικασία ὑποβάθμισης πού ὁ ἴδιος ἐδῶ καί τόσο καιρό ὑφίσταται χωρίς νά μπορεῖ νά ξεφύγει; Ὁ πολιτισμός, τό ἔργο του, ἡ τρέλα του, τοῦ φαίνονται σάν μιά τιμωρία πού ἐπέβαλε στόν ἑαυτό του καί πού θά ἤθελε μέ τή σειρά του νά τήν ἐπιβάλει σέ ὅσους ἴσαμε τώρα τή γλίτωσαν. «Ἐλᾶτε νά μοιραστοῦμε τίς συμφορές, σᾶς καλῶ νά ταχθεῖτε ἀλληλέγγυοι μέ τή ζωή μου στήν κόλαση», ἰδού τό νόημα πού ἔχει ἡ ἔγνοια του γι’ αὐτούς, ἡ βάση τῆς εὐμένειας καί τοῦ ζήλου του. Ἀπαυδισμένος μέ τά κουσούρια του, κυρίως ὅμως μέ τά «φῶτα» του, δέν θά ἡσυχάσει μέχρι νά τά ἐπιβάλει καί σέ ὅσους τύχῃ ἀγαθῇ ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτά. Τή στάση αὐτή τηροῦσε ἀκόμα καί σέ μιά ἐποχή πού πενιχρά διαφωτισμένος, ὄχι καί τόσο ἀποκαμωμένος μέ τήν ὑπόθεσή του, ἀποδύθηκε στήν ἀναζήτηση τῆς περιπέτειας, σέ ἕναν ἀγώνα ἀπληστίας καί ἀτιμίας. Οἱ Ἰσπανοί, στό ἀπόγειο τῆς σταδιοδρομίας τους, θά αἰσθάνονταν σίγουρα καταπιεσμένοι τόσο ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῆς πίστης τους ὅσο καί ἀπό τήν αὐστηρότητα τῆς Ἐκκλησίας. Πῆραν τήν ἐκδίκησή τους μέ τήν Κονκίστα. (περισσότερα…)

Επί το μέγα ερείπιον η Ελευθερία ολόρθη

*

Διακόσια χρόνια από την έκδοση της «Λύρας»

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ποιος δεν ξέρει τον περίφημο σολωμικό στίχο για την Ελευθερία που προβάλλει «σαν και πρώτα ανδρειωμένη» από τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων, όπου εκατοικούσε για αιώνες πικραμένη κι εντροπαλή; Γραμμένοι το 1823 στη Ζάκυνθο αυτοί οι στίχοι, δεν μπορούσαν φυσικά να διαβαστούν αμέσως από το άλλο μέγα τέκνο της Ζακύνθου που βρισκόταν τότε στη Γενεύη. Μακριά από την θαυμασίαν νήσο που του έδωσε την πνοήν και του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα, ο Ανδρέας Κάλβος έγραφε, τον ίδιο καιρό, τις περίφημες Ωδές, οι δέκα πρώτες εκ των οποίων («Η Λύρα») δημοσιεύονταν πριν από διακόσια ακριβώς χρόνια στην πόλη όπου η ανεξερεύνητη τύχη των Ελλήνων θέλησε να ζει, την ίδια εποχή, και ο Ιωάννης Καποδίστριας, παραστάτης και βοηθός του Κάλβου σε μια ζωή που «έθρεψαν κι εθεράπευσαν οι ακτίνες της υπεργλυκυτάτης Ελευθερίας («Λύρα», 1, 10). Δέσποζε το 1824 στη φιλελληνική κίνηση της Γενεύης η μορφή του Καποδίστρια που ζούσε με αφάνταστες στερήσεις καθώς σχεδόν όλη του η αποζημίωση από το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας πήγαινε στις ανάγκες του Αγώνα. Αυτός, ο Καποδίστριας, είναι ο άνθρωπος που θα μεσολαβήσει στον καλό φίλο των Ελλήνων, τον Γαλλοελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο για να χρηματοδοτήσει και την έκδοση της «Λύρας».

Αν, όπως ο Σολωμός, είναι εύλογο να αφιερώνει και ο Κάλβος μια ωδή Εις Ελευθερίαν, ως τη μόνη δικαίωση (ή διέξοδο αν προτιμάτε) της υπάρξεως, για μας, τα «Δυστυχισμένα πλάσματα/ Της πλέον δυστυχισμένης/ Φύσεως, [που] τελειώνομεν/ Ένα θρήνον και εις άλλον/ Πέφτομεν πάλιν» αφού «κατεδικάσθημεν,/ Άθλιοι, κοπιασμένοι,/ Πάντα να κατατρέχωμεν,/ Αλλά ποτέ δεν φθάνομεν,/ Την ευτυχίαν (9, 1-2), η δική του Ελευθερία δεν γεννιέται μέσα από τα ιερά οστά των Ελλήνων, όπως η σολωμική, αλλά μέσα από τη θάλασσα, όπως περιγράφει στην περίφημη δέκατη ωδή· την ωδή που υπό τον τίτλο Ο Ωκεανός, αφηγείται τη γέννηση της Ελευθερίας, όταν μετά από μια νύκτα δουλείας αιώνων (τότε που η φύσις όλη έμοιαζε εις τα φρικτά βασίλεια του θανάτου απ’ όπου ήχος ποτέ δεν έρχεται ύμνων ή θρήνων– 10,5), φτάνει η στιγμή που οι Ώρες ανοίγουν τα ηώα Κάγκελα των μακαρίων Σταύλων και τα ακάμαντα άλογα του Ηλίου εκβαίνουν (10,6), για να φωτίσουν τους ουρανούς. (περισσότερα…)

Από την προφορική ιστορία στο δοκίμιο

*

του ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

Κωνσταντίνος Πουλής, Απ’ το αλέτρι στο smartphone:
Συζητήσεις με τον πατέρα μου, Μελάνι 2019, γ΄ έκδοση 2022

Με ρητή αναφορά στον Μάρσαλ Μακ Λούαν και προφανώς αναλογιζόμενος την εμβληματική του ρήση «το μέσον είναι το μήνυμα», ο Κωνσταντίνος Πουλής συνέγραψε ένα ενδιαφέρον κι ευανάγνωστο βιβλίο, συνδυασμό δοκιμίου με ερευνητικό υπόβαθρο και προφορικής ιστορίας. Αναφέρομαι στον Μακ Λούαν, καθώς τον ίδιο τον συγγραφέα μας δεν τον απασχολεί τόσο η μετάβαση από το τεχνολογικό μέσον «αλέτρι» στο τεχνολογικό μέσον «smartphone», όσο η μετάβαση σε διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό τρόπο ζωής, κουλτούρα και προτάγματα.

Το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές και το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Ποιο είναι το νέο που φέρνει το βιβλίο του Κ. Πουλή; Ότι έχοντας την ακαδημαϊκή σκευή και παραθέτοντας σχετική βιβλιογραφία όπου κρίνει ότι χρειάζεται, ο συγγραφέας, έχοντας και την εμπειρία της λογοτεχνικής συγγραφής και της θεατρικής πράξης –όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του– συνθέτει ένα είδος διαλόγου με τον πατέρα του και άλλους ανιόντες συγγενείς –όπου κρίνει ότι χρειάζεται ή υπάρχει η σχετική ευχέρεια– κατά την εξής μέθοδο: ξεκινά από τη διαπίστωση ότι κατά τον τελευταίο αιώνα η ανθρωπότητα έχει κάνει ένα άλμα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι την μέχρι τότε εποχή, από τη νεολιθική εποχή κιόλας, και η προηγούμενη από εκείνον γενιά βίωσε την μεταβατική εποχή στην οποία έλαβαν χώρα οι μεγάλες αλλαγές. Καταγράφει λοιπόν αφηγήσεις του πατέρα του (οι οποίες απαντούν σε δικά του ερωτήματα) που αναφέρονται σε αυτή τη μετάβαση, και καταθέτει στη συνέχεια τον δικό του σχετικό δοκιμιακό αναστοχασμό. Στις αφηγήσεις αποτυπώνεται τόσο ο παραδοσιακός τρόπος ζωής όσο και ο μετασχηματισμός του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αφομοίωσε ο παραδειγματικός άνθρωπος τον μετασχηματισμό, κάτι το οποίο ίσως δεν σκέφτεται ένας άνθρωπος που μεγάλωσε όταν είχαν συντελεστεί οι μεγάλες μεταβολές.

Οι τομείς στους οποίους εστιάζει ο συγγραφέας είναι η ζωή στην παιδική ηλικία, η καθημερινή ζωή στο αγροτικό σπίτι –τεχνικός πολιτισμός της καθημερινότητας, ανθρώπινες σχέσεις, διατροφή, λαϊκή ιατρική, αγροτική οικονομία, λαϊκός πολιτισμός– οι τεχνολογίες-δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και η μετασχηματιστική μεταβολή που επέφεραν στην καθημερινή ζωή, ο πολιτισμός της ψηφιακής κοινωνικής δικτύωσης. Η ενδεικτική τούτη καταγραφή μου αδυνατεί να αποτυπώσει το εύρος και το βάθος της παρουσίασης και της ανάλυσης, η οποία γίνεται με ένα οικείο ύφος, «κουβεντιαστό», χάρη στο οποίο το κείμενο κερδίζει αμεσότητα, χωρίς να μειωθεί η πειστικότητά του. (περισσότερα…)