Ηλίας Λάγιος, Ιούλιος Βερν


*

Το παρακάτω κείμενο του Ηλία Λάγιου, δημοσιεύτηκε στις «Επτά Ημέρες» της εφημερίδας Η Καθημερινή (Κυριακή, 12 Ιουνίου 2005) στο αφιέρωμα για τον Ιούλιο Βερν. Το αναδημοσιεύουμε εδώ για δύο λόγους. Ο απολύτως προφανής είναι για να τιμήσουμε την μνήμη του ποιητή († 5. 10. 2005), με ένα σχετικά άγνωστο-αδιάβαστο δοκιμιακό κείμενό του. Ο δεύτερος για να καταδείξουμε την άμεση ανάγκη για τη συγκέντρωση και έκδοση ―πέραν του σύνολου ποιητικού του έργου― του διασκορπισμένου δοκιμιακού του έργου. Ο Ηλίας Λάγιος δεν υπήρξε μόνον ένας δεινός αναγνώστης και ποιητής ξεχωριστός, μα, όπως φανερώνουν οι εισαγωγές του σε ποιητικά έργα (π. χ. Παλαμά, Γρυπάρη) ή έργα της παραλογοτεχνίας (Κόναν ο Βάρβαρος, Ταρζάν, Μικρός Ήρως, Ζορρό), οι βιβλιοκριτικές του, τα σκόρπια επικαιρικά ή μη γραπτά του, διέθετε ταυτόχρονα και τις σπάνιες αρετές ενός κοφτερού και πρωτότυπου κριτικού λόγου και στοχασμού.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 ~.~

Ένας πατέρας χωρίς απογόνους

Ο 19ος αιώνας είναι αυτός της κατ’ ουσίαν διαμόρφωσης του Φανταστικού (όπως ο 20ός υπάρχει ως ο αιώνας της αποθέωσής του και ―πολύ φοβούμαι― ο 21ος  προώρισται να καταστεί ο αντίστοιχος της εκπτώσεως, ου μην και της πτώσεώς του). Είναι η εκατονταετία του «Φραγκεστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ και των ιστορικών του Ναθαναήλ Χώθορν· των γοτθικών μικρογραφιών, αλλά και της μυστηριακής νουβέλας «Οι θαλασσινές περιπέτειες του Αρθούρου Γόρδονος Πιμ», του Εδγάρδου Άλαν Πόε· της «Παράξενης υποθέσεως του Δόκτορος Τζέκυλ και του κυρίου Χάϋντ» του Ροβέρτου Λουδοβίκου Στήβενσον και του «Δράκουλα» του Στόουκερ. Είναι ο καιρός των ρομαντικών ποιητών, οι οποίοι, από τον Πέρσιο Μπυς Σέλλεϋ έως τον Βίκτωρα Ουγκώ και από τον Γκαίτε έως τον Σολωμό περιδιαβαίνουν με οικειότητα την επικράτεια του Υπερφυσικού, του Τρόμου, του Εξώκοσμου· αλλά, παράλληλα, και ο καιρός όπου ο Αλέξανδρος Δουμάς πατήρ, ο Ονώριος ντε Μπαλζάκ, ο Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι και ο Γουλιέλμος ντε Μωπασάν θα περιπλανηθούν με θαυμασμό, έκπληξη, ελπίδα (ίσως και με απελπισία) τη χώρα του Φανταστικού. Είναι όμως, πρωτίστως, η εποχή κατά την οποία ο Ιούλιος Βερν (1828-1905) και ο, κατά πολύ νεώτερός του, Ε.(ρβέρτος) Γ.(εώργιος) Ουέλς (1866-19[4]6) θα διασταυρώσουν τα μυθιστορηματικά τους ξίφη σε μια μονομαχία, η οποία (με φυσικόν και αναγκαίο και αναμενόμενο νικητή τον δεύτερο) δια του αποτελέσματός της χάραξε οριστικό και αμετακλήτως τον ανάντη δρόμο του Φανταστικού. Όμως (να μην ξεχνιόμαστε) εδώ το θέμα μας είναι ο «Πατέρας της επιστημονικής Φαντασίας» κ. Ιούλιος. (περισσότερα…)

Γκωτιέ του Σατιγιόν, Καθώς φεύγει η χειμωνιά

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη Γαλλία του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και ανθίζει ένα απολύτως ευδιάκριτο είδος λυρικού ποιήματος, η pastourelle (παστορέλα). Τις πολυάριθμες pastourelles που έχουν διασωθεί τις συνδέει λιγότερο η μορφή και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο, αφού όλες αφηγούνται επί της ουσίας το ίδιο επεισόδιο. Έχουμε μπει στην άνοιξη και ένας άνδρας ευγενικής καταγωγής (συνήθως ένας ιππότης) περιπλανιέται στην εξοχή. Αργά τη νύχτα ή τη χαραυγή συναντά εκεί μια άγνωστή του βοσκοπούλα, νεαρή και πανέμορφη. Θαμπωμένος από την ομορφιά της, ο άνδρας βάζει σκοπό να την πείσει να του δοθεί. Οι προσπάθειές του έχουν άλλοτε αίσια και άλλοτε άδοξη κατάληξη.

Λίγες πρέπει να ήταν οι pastourelles που γράφτηκαν στα λατινικά και ελάχιστες έχουν διασωθεί. Ανάμεσα σε αυτές, όμως, οπωσδήποτε ξεχωρίζει η σύνθεση «Καθώς φεύγει η χειμωνιά» (Declinante frigore) του Γκωτιέ του Σατιγιόν (Gautier de Châtillon, περ. 1135-1200), ενός εκ των κορυφαίων ποιητών του 12ου αιώνα. Δεξιοτέχνης του μέτρου, ο Γκωτιέ συντάσσει το ποίημα σε 7 στροφές, 7 στίχων και 7 συλλαβών, με δισύλλαβη ομοιοκαταληξία (ΑΑΒΑΑΒΑ). Πρωτοτυπεί καθώς η pastourelle του συνομιλεί φανερά με μια κλασική πηγή: τους οβιδιανούς Amores. Στην ίδια την αφήγηση δε, ξεφεύγει πάλι από τον κανόνα, αφού περιγράφει τη νεαρή Γλυκερία (Glycerium / Γλυκέριον) ωσάν να τη γνωρίζει προτού τη συναντήσει και με λόγια που δεν θα ταίριαζαν σε βοσκοπούλα. Ως κληρικός-ποιητής, επίσης, ο Γκωτιέ δεν κυνηγά πιεστικά τη Γλυκερία. Τουναντίον, εκείνη φαίνεται να ανταποκρίνεται πρόθυμα στο κάλεσμά του. Και, αν και ο ίδιος εξέρχεται νικητής, αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί τελικά να ήταν εκείνος που έπαιξε εξαρχής το παιχνίδι της πονηρής Γλυκερίας.

(περισσότερα…)

Κλεμμένη υπερηφάνεια: Από την ντροπή στην οργή

*

Μια «βαθιά ιστορία» για την άνοδο της αμερικανικής δεξιάς

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Η Arlie Russell Hochschild, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, είναι διακεκριμένη Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, γνωστή για το ακαδημαϊκό έργο της στη κοινωνιολογία των συναισθημάτων, μελετήτρια του πώς τα συναισθήματα διαμορφώνονται και κατευθύνονται από κοινωνικούς κανόνες και πολιτισμικές επιρροές, καθώς επίσης της εμπορευματοποίησής τους.

Την τελευταία 12ετία, η Χοστσάιλντ έχει στραφεί στην κατανόηση του πώς τα συναισθήματα αλληλοεπιδρούν με τις κοινωνικές δομές και επηρεάζουν την πολιτική ζωή — έργο που εμπλουτίζει την πολιτική έρευνα, ανάλυση και θεωρία. Στο προηγούμενο βιβλίο της, Strangers in Their Own Land: Anger and Mourning on the American Right (2016), μελέτησε επί πέντε χρόνια κοινότητες με πολλούς υποστηρικτές του Tea Party, της πιο δεξιάς πτέρυγας τότε του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη Λουιζιάνα, τον Βαθύ Νότο. Ήταν περιοχές γύρω από τα πετροχημικά εργοστάσια της νότιας Λουιζιάνας. Εκεί επιχείρησε να κατανοήσει γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινότητες, που πλήττονται άμεσα από την περιβαλλοντική καταστροφή και τις οικονομικές δυσκολίες, υποστηρίζουν ένα πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, μέτρα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Εκεί ανακάλυψε ό,τι ονόμασε «βαθιά ιστορία» (deep story). Μια ιστορία που την αφηγούνται τα συναισθήματα – μια ιστορία που αφήνει έξω τα γεγονότα και τις επιμέρους αξιολογήσεις τους και μας αφηγείται πώς νιώθουν βαθύτερα οι άνθρωποι και πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική τους τοποθέτηση.

Στο νέο βιβλίο της Stolen Pride: Loss, Shame, and the Rise of the Right, που κυκλοφόρησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, η Χοστσάιλντ μελετά τις συναισθηματικές βάσεις της πολιτικής πόλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από το δίπολο της υπερηφάνειας και της ντροπής. Στο επίκεντρο της μελέτης της είναι το «Κεντάκυ 5», η περιοχή Pike, πέμπτη εκλογική περιφέρεια του Πολιτείας του Κεντάκυ, που είναι συνάμα η πιο «λευκή» αλλά και η δεύτερη φτωχότερη εκλογική περιφέρεια στις ΗΠΑ ανάμεσα σε 435 εκλογικές περιφέρειες. Μια περιοχή στα ανατολικά της Πολιτείας που η οικονομική της ανάπτυξη στηρίχτηκε στη βιομηχανία της εξόρυξης άνθρακα και η σημερινή της οικονομική παρακμή έχει προξενήσει αισθήματα οργής στις τοπικές κοινότητες. Οι κοινότητες αυτές, που κάποτε άνθιζαν ως κέντρα της αμερικανικής βιομηχανίας και τα μέλη της ένιωθαν προσωπικά υπερήφανα που ζούσαν «στην ενεργειακή πρωτεύουσα του κόσμου», βιώνουν τώρα μια βαθιά αίσθηση εγκατάλειψης και απόγνωσης. Στην καρδιά των Αππαλαχίων, που μαστίζεται από την απώλεια των θέσεων εργασίας στα ανθρακωρυχεία αλλά και από την παρατεταμένη φτώχεια, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά.

Αν και το «Κεντάκυ 5» ψήφιζε στο παρελθόν υπέρ των Δημοκρατικών, υπέρ του Ρούσβελτ, του Κέννεντυ και του Μπιλ Κλίντον, μέσα σε μια γενιά άρχισε να αλλάζει ταχύτατα. Το 2016 και το 2020 το 80% του πληθυσμού ψήφισε τον Ντόναλντ Τραμπ και ήταν μία από τις πέντε περιφέρειες που μετατοπίστηκαν γρήγορα προς τους Ρεπουμπλικάνους. Στην πόλη Πάικβιλ του «Κεντάκυ 5» έγινε μάλιστα μια διαδήλωση ακροδεξιών τον Απρίλιο 2017, η οποία αποτέλεσε προπομπό της ακροδεξιάς διαδήλωσης «Unite the Right» στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνιας τον Αύγουστο του 2017. (περισσότερα…)

Σπόροι και κόκκοι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Μοίρα των κινηματογραφικών ειδών είναι να μεταβάλλονται, και συνήθως να σοβαρεύουν. Η ψυχαγωγική τους υπόσταση να μην είναι αρκετή ούτε για τους δημιουργούς ούτε για τους θεατές. Αυτό το βλέπουμε στο μελόδραμα, στο γουέστερν, στην πολεμική ταινία· το βλέπουμε και στο μιούζικαλ, και ένα τυπικό παράδειγμα σχετικά είναι η ταινία του Μπομπ Φόσσι Η παράσταση αρχίζει. (Ο τίτλος θα αποτελούσε μιαν ακόμη κοινοτοπία ελληνικής κοπής, αν δεν ήταν μια φράση που επαναλαμβάνεται σαν επωδός –«Show time, folks!»– μέσα στην ταινία, ενώ, βέβαια, ο πρωτότυπος τίτλος προτείνει μια εμφανέστερη αιχμή στον κόσμο του θεάματος, και όχι απλώς μια στερεότυπη εναρκτήρια επιτελεστική φράση: Αll that jazz, όλες αυτές οι αηδίες.)

Με την ταινία αυτή το μιούζικαλ σοβαρεύει επικίνδυνα, ακολουθώντας μια πορεία «σοβαροποίησης» που είχε διαφανεί ήδη από χρόνια. Εδώ όμως δεν είναι πλέον η Τζούλυ Άντριους με τις φούρλες που κάνει στους λειμώνες του αλπικού τοπίου στη Μελωδία της ευτυχίας ούτε καν η ερωτική αντιπαλότητα και το φυλετικό μίσος που θα οδηγήσει στον θάνατο όπως στο Γουέστ Σάιντ Στόρυ· θέμα εδώ είναι ο ίδιος ο θάνατος ως απόρροια του μιούζικαλ, ως κατάληξη της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της ίδιας της τέχνης ως αυτοκαταστροφής. Κι αυτό δεν είναι λίγο: η παθολογία του ανθρώπινου σώματος υπό μία ιατρική οπτική γίνεται θέμα της ταινίας: Στο τελευταίο χορευτικό νούμερο διαρκείας, και η διάρκεια αποτελεί έναν σοβαρό συντελεστή αλλαγής στο είδος, οι χορευτές φορούν εφαρμοστές χορευτικές φόρμες που έχουν πάνω τους ζωγραφισμένες τις αρτηρίες του κυκλοφοριακού συστήματος, ενώ ο εμπνευστής της χορογραφίας είναι έτοιμος να αποδημήσει στον άλλο κόσμο. Η εσωτερική παθολογία του σώματος γίνεται θέαμα, γίνεται δραματουργικό μοτίβο‒ για καλό ή για κακό. (περισσότερα…)

Τὸ πέλαγος τοῦ βίου

H επιτύμβια επιγραφή του μητροπολίτη Ηρακλείας Ιγνατίου, όπως τη φωτογράφησε o βυζαντινολόγος Ihor Ševčenko· είναι άγνωστο πού βρίσκεται σήμερα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #10
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Τὸ πέλαγος τοῦδε τοῦ βίου καλῶς διαπλεύσας

Η παρομοίωση του ανθρώπινου βίου με το θαλασσινό ταξίδι, αποτελεί παλαιότατο τόπο της λογοτεχνίας. Η ζωή μοιάζει με έναν πλου στο πέλαγος, που άλλοτε είναι γαλήνιος και ασφαλής, και άλλοτε ταραχώδης και θανατηφόρος· ο καιρός μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει και να ανατρέψει τα πάντα, με τον ίδιο τρόπο που μεταβάλλεται απρόσμενα το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου. Το μοτίβο αυτό χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένως κατά τους βυζαντινούς χρόνους, τόσο από επώνυμους ποιητές όσο και από ανώνυμους συντάκτες επιγραφών. Τη δεύτερη περίπτωση αντιπροσωπεύει το λιτό και περιεκτικό κείμενο που χαράχτηκε το έτος 854 για να τοποθετηθεί στο μνήμα του μητροπολίτη μιας σημαντικής πόλης της ανατολικής Θράκης, της Ηρακλείας, κτισμένης στις ακτές της Προποντίδας και γνωστής σήμερα ως Marmara Εreğlisi (σε αντιδιαστολή με την Karadeniz Εreğlisi, την Ηράκλεια της Μαύρης Θάλασσας). (περισσότερα…)

Το φως γητεύεται από το σκοτάδι

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Με μάζα 4.000.000 φορές μεγαλύτερη του Ήλιου, ο Τοξότης Α είναι η υπερμεγέθης μελανή οπή που καταλαμβάνει το κέντρο του Γαλαξία μας. Πάνω από 100 δισεκατομμύρια αστέρια περιστρέφονται γύρω του. Μια ακόμη ένδειξη, ίσως, ότι το φως πάντα γητεύεται από το σκοτάδι.

(Η φωτογραφία, πρόσφατη, απεικονίζει τις σπειροειδείς γραμμές του μαγνητικού του πεδίου.)

~.~

Η «στροφή» του Παπαδιαμάντη, η «στροφή» του Καβάφη, η «στροφή» του Παπαγιώργη… Για μια ορισμένη, ρομαντικών καταβολών θα έλεγα, αναγνωστική μερίδα, ο αναπροσανατολισμός ενός συγγραφέα είναι σημάδι ότι αναζήτησε και βρήκε επιτυχώς τον «πραγματικό» εαυτό του. Στην πράξη (αναφέρομαι και στην ωραία ομιλία του παπα-Βαγγέλη Γκανά στο Συμπόσιο της Σκιάθου), συγκυριακοί παράγοντες παίζουν ίσως τον μεγαλύτερο ρόλο.

Η μεγάλη ζήτηση λ.χ. των παπαδιαμαντικών διηγημάτων από τον Τύπο της εποχής, έπαιξε αδιαφιλονίκητα τον κύριο ρόλο στη «στροφή» του Παπαδιαμάντη προς το διήγημα. Τι θα γινόταν αν τα μυθιστορήματά του είχαν παρόμοια ζήτηση και έμενε πιστός στο είδος, δεν το γνωρίζουμε. Θα τον έκανε όμως κάτι τέτοιο «λιγότερο» Παπαδιαμάντη; Προφανώς όχι, θα τον έκανε έναν «άλλο» Παπαδιαμάντη για τον απλό λόγο ότι εαυτός μονότροπος και ενικός δεν υπάρχει. Όπως το δείχνουν τα παραδείγματα των μέγιστων (από τον Σαίξπηρ ώς τον Γκαίτε κι από τον Μπαλζάκ ώς τον Πεσσόα), το εγώ είναι πολυστρώματο, είμαστε με «τα» εγώ μας όπως γράφει ο Παλαμάς.

Κάθε συγγραφέας (και κάθε άνθρωπος…) στέκεται κάθε στιγμή σε μια πολύκλαδη διασταύρωση, οι δυνατότητες που έχει εμπρός του είναι πολλές. Συνήθως παίρνει κανείς τον πιο πολύφερνο δρόμο, τον δρόμο της ειδίκευσης, αυτόν που του υπόσχεται την καλύτερη αποδοχή. Αν ο πολεμογράφος νεαρός Παπαγιώργης είχε παρόμοια επιτυχία με τους ομολόγους του στο εξωτερικό, αν είχε στήλη λ.χ. όχι στο Πλανόδιον αλλά στο Βήμα, δεν θα έμενε πιστός σ’ αυτό το είδος γραφής; Αν δεν είχε κλονιστεί η υγεία του, θα στρεφόταν προς το συναξάρι των προσωπικών παθών; Αν ο Καβάφης είχε αναγνωριστεί με τα ποιήματα που έγραφε ώς τα σαράντα του, θα τα αποκήρυσσε αργότερα; Θα βδελυσσόταν ποτέ τόσο πολύ τον «ρομαντισμό», που όμως, όπως όλα δείχνουν, τόσο πολύ στα νιάτα του αγάπησε;

~.~ (περισσότερα…)

Ελληνικό καλοκαίρι

*

ΤΑ ΞΥΛΑ

Θυμάμαι
μικροί που θυσιάζαμε τον χρόνο μας
στα δέντρα, αυτούς τους εύθραυστους θεούς
που ακόμα κι όταν θύμωναν
παρέμεναν στον τόπο μας γονείς ή φίλοι.

Μα τι συνέβη;
Θυμήσου το καλύβι που έχτισες
τον έρωτα που χάραξες στον σώμα ενός·
θαρρώ δεν ήταν άλλο
πλην τρόποι για να πεις πώς πέθανε ο θεός
με τούτες τις μικρές αυτοχειρίες.

///

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΟΥ

Δεσμεύομαι
θυσιάζομαι σαν άλλος Προμηθεύς.
Εκλέγομαι και γεύομαι,
μες στην πορφύρα, με το Κράτος και τη Βία,
θεόσταλτα εισαγόμενη αμβροσία·
γίνομαι τότε κύκνος, βιάζω τον εαυτό μου
–αισίως στη δεκάτη μου θητεία–
για ν’ αποδιώξω τη δυσβάσταχτή μου ανία
και ζήσω όπως προρρήθηκε: σεπτός Επιμηθεύς.

///

ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Αθήνα
εύμορφη νύμφη στα σκοτάδια
τα φώτα της μητρόπολης αχλάδια
που δρόσιζαν τον ουρανίσκο
στα τέλη του όγδοου μήνα.

Και μες στα διψασμένα φύλλα
στοιχειά και στίχοι του Ευριπίδη,
φωνή μιας σάρκας τετραπέρατης:
«Μην την κοιτάζεις μόνο· μίλα!»
Τιμή στη μαύρη πέτρα της
και στο μεταλλαγμένο μύδι.

Αθήνα, θίνα της θαλάσσης!
(άκαιρη καθαρεύουσα:
ο επίλογος της πλάσης.)

///

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΚΡΥΦΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Αγαπημένο βοριαδάκι
το βράδυ που την ξαναείδα
το σώμα μου ήταν υγιές.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

 

 

Αιώρηση

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.ix.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

 

ΑΙΩΡΗΣΗ

Αιωρούμενη σελήνη, χαμηλοβλεπούσα, χαμένη μέσα στα λιβάδια και τους αγρούς. Λες και δεν θέλει να σηκωθεί, λες και δεν θέλει να πάρει τον ανηφορικό της δρόμο. Μετεωρίζεται παράλληλα με την πεδιάδα και κάνει ανεπαίσθητα φτερουγίσματα, διαχέοντας ένα ήρεμο και λευκό φως. Της μιλώ κι αυτή θέλει να με πείσει ότι είναι εντελώς κωφάλαλη. Όμως εγώ την ακούω. Και μέσα στα συνδηλούμενα του φωτός της και ακόμα πιο μέσα στον υπερούσιο ψίθυρό της ακούω όλους τους πεθαμένους μου.

* (περισσότερα…)

Ο Χρήστος Γιανναράς ως στοχαστής της εποχής του

*

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΚΛΗΡΗ

Το ενδιαφέρον στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά είναι η μετάβαση από τη φιλοσοφία στη θεολογία και αντιστρόφως, αλλά και στην πολιτική θεωρία, την πολιτισμική κριτική, καθώς και στη φιλοσοφική θεματοποίηση του Νέου Ελληνισμού. Θα προσπαθήσουμε να τον εξετάσουμε ως έναν στοχαστή της εποχής του με τη διπλή έννοια, δηλαδή ως καθοριζόμενο από την εποχή του, αλλά και ως αναπτύσσοντα έναν στοχασμό ιδιάζοντα για την εποχή του, σε διάλογο με άλλους σημαντικούς φιλοσόφους και στοχαστές.

Ο Χρήστος Γιανναράς ως φαινομενολογικός θεολόγος «από τα κάτω»

Ως προς τη θεολογία μια μεγάλη δυναμική στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά έγκειται στο ότι κάνει θεολογία «από τα κάτω», αφορμώμενος από τη συγκεκριμένη εμπειρία. Βοήθησε σε αυτό η σπουδή του στη φαινομενολογική φιλοσοφική παράδοση, η οποία από τον Έντμουντ Χούσσερλ και μετά πρεσβεύει έναν τρόπο του φιλοσοφείν όπου η συνείδηση είναι «ριγμένη στα πράγματα». Είναι αξιοσημείωτο ότι η φαινομενολογία στον 19ο αιώνα ξεκίνησε από μία ανανεωμένη μελέτη του Αριστοτέλους από τον Φραντς Μπρεντάνο, η οποία οδήγησε τον Χούσσερλ στο να θέλει να υπερβεί το δίπολο ιδεαλισμού και υλισμού. Για τον λόγο αυτό η φαινομενολογική συνείδηση δεν είναι ούτε παμπεριεκτική και παντοδύναμη με κίνδυνο οντολογικής μοναξιάς, όπως στον ιδεαλισμό, ούτε προϊόν της ύλης, όπως στον υλισμό, αλλά είναι μία ρίψη μέσα στα πράγματα. Ο Γιανναράς θα πραγματοποιήσει με τη σειρά του μια συνάντηση της φαινομενολογίας με τον Αριστοτέλη, αλλά περισσότερο με τον Αριστοτέλη, όπως έχει ερμηνευθεί από τους χριστιανούς Πατέρες της Ανατολής. Η αφόρμηση της σκέψης στον Γιανναρά είναι πάντα η συγκεκριμένη εμπειρία, με ένα αριστοτελικό θάμβος να υπερκεράζει την υπαρξιστική ναυτία, ενώ η φαινομενολογική επ-οχή (δηλαδή θέση εντός παρενθέσεων κάθε πραγματολογικής πληροφορίας) τον κάνει να αναστέλλει τη γνώση εξ αποκαλύψεως που προσφέρουν τα χριστιανικά δόγματα «άχρις καιρού». Τη νιτσεϊκή έννοια της αυθυπερβάσεως τη συνέδεσε με τον έρωτα ως σχέση εκ των ένδον εκστατική, ως αγάπη μετ’ επιτάσεως ή ως «ἔφεσιν πλήρους ὀντότητος» κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δηλαδή ως επιθυμία για εύρεση μιας πληρέστερης εκδοχής της ύπαρξής μας στο μέλλον. Ο Γιανναράς ήταν έτσι ένας πολύ ιδιαίτερος θεολόγος, καθώς δεν προσπαθούσε να επιβάλει εξαρχής τη δογματική ή τη γνώση εξ αποκαλύψεως ή ακόμη κάποιο εσχατολογικό όραμα, αλλά άρχιζε πάντα εξ αποριών. Βέβαια οι απορίες αυτές μπορεί να πληρούνταν από μια χριστιανική αριστοτελίζουσα μεταφυσική ίσως πιο γρήγορα από ό,τι θα επιθυμούσε ένας δυτικός φαινομενολόγος της εποχής μας, αλλά το γεγονός παρέμενε ότι η γραφή του με το ιδιάζον λογοτεχνικό ύφος της ξεκινούσε από συναρπαστικές θέσεις αποριών και αδιεξόδων. (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [3/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Των εισηγήσεων της Ι. Τσιβάκου και του Κ. Ανδρουλιδάκη, που προηγήθηκαν, έπεται σήμερα η ανάρτηση της ομιλίας του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αρχίζω με ένα απόσπασμα του Σεφέρη από τον Πρόλογο στην Έρημη χώρα του Έλιοτ:

«Το δίλημμα είναι αμείλικτο: είτε θ’ αντικρύσουμε τον δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δεν βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση– είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντας τον να μας υπερφαλαγγίσει με κάποιο τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του».

Και σε σημείωση πρόσθετε: «Αυτού του είδους το υπερφαλάγγισμα έχει προχωρήσει απελπιστικά και ανεμπόδιστα».

Αυτός που ασχολήθηκε με την προτροπή του Σεφέρη ήταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Δύο κείμενα παραλληλίζει τον Σωκράτη με τον Πασκάλ. Ο Σωκράτης έλεγε πως όταν ήταν νέος, ασχολήθηκε με την «περί φύσεως ιστορίαν», αλλά όταν κατάλαβε ότι δεν ξέρει ποιος είναι, κατέφυγε στους λόγους για να μάθει την αλήθεια. Ο Πασκάλ από την άλλη, η μεγάλη αυτή διάνοια της φυσικομαθηματικής επιστήμης, δήλωσε ότι οι επιστήμες αυτές δεν είναι κατάλληλες για τον άνθρωπο και κλείστηκε σε ένα παλιό γυναικομονάστηρο όπου μελετούσε και έγραφε για τις χριστιανικές αλήθειες. Ο Πασκάλ προέβη και στην παρακάτω διατύπωση: «Υπάρχει μια λογική της καρδιάς που η άλλη λογική δεν την γνωρίζει». (περισσότερα…)

Νυχτερινή βάρδια


*

Ακούραστοι θεοί σμιλεύουν τη Νύχτα
Ως πάνω θαμμένοι απ’ την μαύρη της φύρα
θυμούνται το φως απ’ του Ήλιου τα δίχτυα
κι ανάβουν τσιγάρο με BIC αναπτήρα

Ως πάνω θαμμένοι απ’ την μαύρη της φύρα
γελούν και τρομάζουν κι ελπίζουν και ψάχνουν
Ανάβουν τσιγάρο με BIC αναπτήρα
και πάλι σκοτάδι στα πρόσωπα θα ’χουν

Γελούν και τρομάζουν κι ελπίζουν και ψάχνουν
Ρωτούν αν στο μέρος που φως θ’ ανατείλει
αν πάλι σκοτάδι στα πρόσωπα θα ’χουν
ή πρέπει επιτέλους να βρούνε φυτίλι

Ρωτούν αν στο μέρος που φως θ’ ανατείλει
τα όνειρα λάμπουν απλώς σαν κροτίδες
ή πρέπει επιτέλους να βρούνε φυτίλι
Η βάρδια σου λήγει, την ώρα την είδες;

Τα όνειρα λάμπουν απλώς σαν κροτίδες
στα χέρια σκαρπέλα και μια καληνύχτα
Η βάρδια σου λήγει, την ώρα την είδες;
Ακούραστοι θεοί σμιλεύουν τη Νύχτα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΛΗΣ

*

*

*

Τρεις εποχές

*

Μια απάντηση, ένα τηλεφώνημα. Οτιδήποτε για να καταλάβει, ένα sms έστω. Οι τελευταίες ώρες αυτής της άχαρης αναμονής. Μέχρι το μεσημέρι θα ’χεις νέα μου, της είχε πει. Προσπάθησε να καταλάβει απ’ το ύφος του· τον τόνο της φωνής· το βάδισμά του καθώς απομακρυνόταν. Αν αλήθεια το ήθελε ή απλώς υποκρινόταν. Δεν τα κατάφερε. Τον άκουσε να βγαίνει τραβώντας μαλακά την πόρτα. Απ’ το παράθυρο τον είδε να απομακρύνεται καθώς ψιλόβρεχε κι αμέσως τον ένιωσε πολύ μακριά. Ή έτσι φάνηκε. Μπορεί κι όχι. Έδειχνε να ‘χει αλλάξει όχι μόνο η φωνή και το περπάτημά του. Το πρόσωπο κι η έκφρασή του ήταν αλλιώτικα. Ακόμη και τα γένια. Είχε απότομα μεγαλώσει, όπως διακρίνει εύκολα κανείς βλέποντας παλιές φωτογραφίες (εδώ είσαι εσύ;). Απλώς αυτός διαφορετικός σ’ όλα πήρε ύψος την άνοιξη. Τα περισσότερα αγόρια ψηλώνουν καλοκαίρι.

Ήταν δική του ιδέα; Δική της; Δεν θυμάται· μάλλον δική της. Πάντως, είπε ναι αμέσως. Τί σημασία μπορεί να ’χει αφού θέλουν κι οι δυο. Δεν το είχε πει σε κανένα, δεν ήθελε να την γρουσουζέψουν. Αν η απάντηση ήταν η επιθυμητή θα το ’λεγε στην αδελφή του. Μέχρι τότε το κρατούσε κρυφό απ’ όλους. Είχε υπολογίσει τί να πάρει μαζί και τί να αφήσει. Τα ’χε γράψει και τα ’χε χωρίσει στο μυαλό της, σε ομάδες. Είχε αποφασίσει να αγοράσει και μερικά πράγματα, να αντικαταστήσει όσα θα ’μεναν πίσω. Είχε βρει κιόλας το κρεβάτι. Έμενε μόνο η απάντηση. (περισσότερα…)