Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com

Μνήμη Κ. Παπαγιώργη

Παπαγιώργης, Αφίσα

 

Το Νέο Πλανόδιον συνδέθηκε απὀ γεννησιμιού του με τον Κώστή Παπαγιώργη – από το πρώτο του τεύχος, που του ήταν αφιερωμένο. Η βάσκανος τύχη το θέλησε και τα δυο κεφάλαια Περί Εαυτού, του ιδιαίτερου, εντελώς προσωπικού, και ίσως προϊδεασμένου για τα μετέπειτα, βιβλίου που ετοίμαζε, να είναι τα τελευταία που πρόλαβε να δημοσιεύσει. Το ίδιο ισχύει και για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, αποσπάσματα της οποίας μπήκαν στο ίδιο τεύχος – κι αυτή έμελλε να αποδειχθεί η τελευταία του. Όταν τυπώθηκε εγώ και ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος του το πήγαμε στην εντατική του Υγεία, όπου νοσηλευόταν.

Αλλά και με το «μητρικό» Πλανόδιον, και το προγενέστερο περιοδικό Κριτική και Κείμενα του Γιάννη Πατίλη, ο Παπαγιώργης είχε σχέση στενή εξ αρχής. Εκτός από τα δικά του, στο μεταξύ πασίγνωστα, δοκίμια που πρωτοείδαν το φως εκεί, περίφημα έμειναν τα δηκτικά κριτικά σημειώματα που υπέγραφε με τα ψευδώνυμα Κίμων Νησιώτης και Κ. Πλάνης. Σπανίως η βιβλιοκριτική στην Ελλάδα υπήρξε τόσο ελευθερόστομη, τόσο θαρραλέα – και τόσο διεισδυτική.

Αυτή τη Δευτέρα, δύο χρόνια, δύο μήνες και δύο μέρες από την εκδημία του στις 21.3.2014, και δυο μέρες μετά την ονομαστική του που πάντοτε τη γιόρταζε, το Νέο Πλανόδιον μνημονεύει ξανά Παπαγιώργη. Αυτή τη φορά, όχι με ομιλίες και περισπούδαστες εισηγήσεις γι’ αυτόν, αλλά αφήνοντας τον ίδιο και τον λόγο του να ακουστεί. Σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγγραφείς, παλιοί και αγαπημένοι φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή ανθολογούν και διαβάζουν αποσπάσματα από το έργο του. Στο σαξόφωνο, την ανάγνωσή μας θα συνοδεύσει μουσικά ο Δημήτρης Χουντής. Δευτέρα 23 Μαΐου 2016, στις 8:30 μμ. στο Ρομάντσο, Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια.

Συμμετέχουν:

Γιάννης Αστερής ~ Σπύρος Γιανναράς ~ Πόπη Γκανά ~ Μιχάλης Γκανάς ~ Σωτήρης Γουνελάς ~ Σοφία Δρόσου ~ Ζυράννα Ζατέλη ~ Κατερίνα Ζαχαροπούλου ~ Δημήτρης Καράμπελας ~ Θανάσης Καστανιώτης ~ Μαρία Κελέση ~ Αντώνης Κιούκας ~ Άννα Κοκκίνου ~ Θανάσης Κόρρας ~ Όλια Λαζαρίδου ~ Περικλής Λιανός ~ Άννα Λυδάκη ~ Ρίτα Λυτού ~ Γ.-Ι. Μπαμπασάκης ~ Μάρια Μπαχά ~ Έλλη Μπουμπουρή ~ Ξενοφών Μπρουντζάκης ~ Ηρώ Νικοπούλου ~ Νίκος Ξυδάκης ~ Νίκος Παναγιωτόπουλος ~ Αλεξάνδρα Παντελάκη ~ Τάσης Παπαϊωάννου ~ Γιάννης Πατίλης ~ Κωνσταντίνος Πουλής ~ Μαριαλένα Σπυροπούλου ~ Γιάννης Σταθόπουλος ~ Λεωνίδας Σταματελόπουλος ~ Γιώργος Σταματόπουλος ~ Κατερίνα Σχινά ~ Ζαχαρίας Σώκος ~ Μελίνα Τανάγρη ~ Πέτρος Τατσόπουλος ~ Δημήτρης Τομαράς ~ Τζούλια Τσιακίρη ~ Θανάσης Χατζόπουλος

Προλόγισμα: Κώστας Κουτσουρέλης
Σαξόφωνο: Δημήτρης Χουντής
Βίντεο: Θανάσης Ταμβακίδης
Το γύρισμα έγινε στο εργαστήριο
του Μιχάλη Κατζουράκη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ποίηση εν κινήσει: Ο Νικόλαος Κάλας στα ερείπια της Ακρόπολης

NicolasCalas

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια.
Νικόλαος Κάλας

Το 1976, ο Οδυσσέας Ελύτης, προλογίζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικόλαου Κάλας (Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977), θα γράψει: «Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα της δεν υπάκουει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί –με χαιρεκάκεια θα’ λεγα– σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς».

Για πολλούς και ποικίλους λόγους –πέρα από την αδιαφιλονίκητη γοητεία του Νικόλαου Κάλας, τόσο της προσωπικότητας όσο και του έργου του– θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς να επιστρέψει σήμερα, άλλα σαράντα έτη μετά και την Νικήτα Ράντου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, προσπαθώντας να ανακαλύψει κάτι από αυτήν τη συγκίνηση που θα κάνει τον Ελύτη στον ίδιο πρόλογο παρακάτω να προειδοποιήσει για τα εν λόγω ποιήματα: «Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου».

Τον Οκτώβρη του 1932, εκδίδονται στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Πυρσός» (στο εξώφυλλο αναγράφεται ως έτος έκδοσης το 1933) και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος  τα Ποιήματα του κατά κόσμον Νικόλαου Καλαμάρη. Η ποιητική ενασχόληση όμως δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές της δραστηριότητας του πολυώνυμου και πολυσχιδή Καλαμάρη. Ο λάβρος από τις σελίδες των αριστερών περιοδικών της εποχής νεαρός κριτικογράφος Μ. Σπιέρος (εμπνευσμένος από τον επαναστάτη Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο), το μαχητικό μέλος της «Φοιτητικής συντροφιάς» και υποστηρικτής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» του Γληνού, ο αποστάτης της μεγαλοαστικής του καταγωγής ανένταχτος μαρξιστής και κατευθυνόμενος προς τον τροτσκισμό διανοούμενος, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής ποιητής Νικήτας Ράντος –από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα–, ο συνοδοιπόρος των σουρρεαλιστών στους κύκλους του Παρισιού της δεκαετίας του ’30 και ο καταξιωμένος μεταπολεμικά στην Αμερική ρηξικέλευθος θεωρητικός της τέχνης Nicolas Calas, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αυτός που ο Αντρέ Μπρετόν στα Προλεγόμενα του τρίτου μανιφέστου του σουρρεαλισμού, θα αποκαλέσει ως ένα από «τα πιο διαυγή και τολμηρά πνεύματα» της εποχής του. Ο μοντερνιστής, αμφισβητίας και πολύ μπροστά από την εποχή του Νικόλαος Κάλας, όπως τελικά επικράτησε να λέγεται, ασφαλώς χρειάστηκε να καταβάλει και το ανάλογο κόστος που όλα αυτά συνεπάγονται: Ψόγοι, λοιδορίες, εμπαιγμοί και εν τέλει πλήρης σιωπή και απαξίωση για το ποιητικό του έργο στα καθ’ ημάς.

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του, όπως επισημαίνει ο Mario Vitti στη μελέτη του για τη Γενιά του ’30, είναι η «κίνηση»: «ο Ράντος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, λίγο μετά το 1930, για να συγκροτήσει μία ποίηση κίνησης, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό ένα ανάλογο υλικό σε έντονη κίνηση, καθώς και ένα λόγο γοργά εναλλασσόμενο, σε στενή συνάρτηση με τη γενική κίνηση. Ήταν και αυτός ένας τρόπος να αντιδράσει ο νέος ποιητής στη λυρική ακινησία, στον αδρανή ναρκισσισμό που ακινητοποιεί εκείνα τα χρόνια την ελληνική ποίηση». Μα και ο ίδιος ο Κάλας άλλωστε βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει και εν εγρηγόρσει, όχι μόνο γιατί ταξιδεύει για πολλά χρόνια, πριν καταλήξει να εγκατασταθεί οριστικά μετά το 1940 στη «Μανχατανή Βαβυλώνα» του, με μία ταυτότητα που αδιάλειπτα μεταβάλλεται, μεταπηδώντας από το ένα πεδίο δράσης στο άλλο, αλλά κυρίως γιατί παραμένει πάντα ανήσυχος, αεικίνητος, ασυμβίβαστος, μία ρευστή ύλη που εμπεριέχει αντιφάσεις και ρήξεις, μεταπτώσεις και αντιθετικές συνθέσεις.

Στην πρώτη του συλλογή, τα Ποιήματα του 1932, (θα επανεκδοθεί μαζί με άλλα μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Ίκαρος στη συλλογή Γραφή και Φως το 1983), που έχει έντονες μαρξιστικές και φουτουριστικές επιρροές και στην ενότητα με τον τίτλο «Βουή», θα εντάξει το ποίημα «Ακρόπολη», όπου πίσω από ένα σατιρικό προκάλυμμα χλευάζει τη στερεότυπη ωραιοποιημένη εικόνα της Ακρόπολης και την αθρόα τουριστική της εκμετάλλευση, όπως συνετέλεσαν σε αυτήν ξένοι φιλέλληνες και καλλιτέχνες, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους:

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Εικονοκλαστικά εδώ, ο Κάλας παρουσιάζει έναν Παρθενώνα νεκρό και ρημαγμένο και σε μία κινηματογραφικής κίνησης αλληλουχία, ξεδιπλώνει τους πρωταίτιους αυτής της καταστροφής. Διακωμωδεί τη μεταγραφή στη δημοτική «Παρθενός» του Ψυχάρη, εμφανίζει τον Φρεντ Μπουασονά ως νεκροθάφτη του Παρθενώνα, αποδοκιμάζοντας την ειδυλλιακή απεικόνισή του στις πασίγνωστες φωτογραφίες του στις αρχές του 20ού αι., και σαρκάζει τον Ερνέστο Ρενάν για την περίφημη «Προσευχή» του «πάνω στην Ακρόπολη», επιφυλάσσοντας γι’ αυτόν τη θέση του καντηλανάφτη. Ύστερα, ρίχνει τους προβολείς του στις γυμνές χορεύτριες της Νέλλης που βρήκαν καινούργιο παρκέ στα πεντελικά μάρμαρα, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στη φήμη του μνημείου ενώ από την αιχμή της πένας του δεν ξεφεύγουν ούτε οι ονομαστοί οδηγοί του Καρλ Μπέντεκερ, το ταξιδιωτικό ευαγγέλιο της εποχής για τους πάσης φύσεως περιηγητές. Και εν γένει εκτοξεύει τα βέλη του προς όλους όσους είδαν τον Παρθενώνα σαν μία ευκαιρία για να προβάλουν μία λουστραρισμένη εικόνα της αρχαιότητας και τον κατέστησαν αντικείμενο επίδειξης, αξιοποίησης, προβολής.

Η Ακρόπολη είναι νεκρή κατά τον Κάλας και την θανάτωσαν όλοι αυτοί που υποτίθεται την εξυψώνουν. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στο ποίημα συνίσταται στην αντιπαραβολή της καταστροφής του Παρθενώνα από τις βόμβες του Μοροζίνι, κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1687, όταν ο ναός είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη, με την «καταστροφή» που επιφέρουν στο μνημείο τα φιλμ των φωτογράφων, οι κινηματογραφικές μηχανές και οι εκτυφλωτικοί προβολείς των εκθέσεων. Φιλέλληνες και αρχαιολάτρες που εφορμούν για να το απαθανατίσουν, το τραυματίζουν ανεπανόρθωτα, ίσως χειρότερα και από την οβίδα του Μοροζίνι. «Δεν είμαι διόλου βέβαιος εάν στην ομορφιά του Παρθενώνα δεν συνετέλεσε πάρα πολύ κι ο Μοροζίνι», προβοκατόρικα θα δηλώσει, περίπου την ίδια περίοδο, στο δοκίμιό του «Γύρω στην Μοντέρνα Τέχνη» (1931). Πολλά χρόνια πριν τον Ντάνιελ Μπούρστιν, τον αμερικανό ιστορικό που στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο εμβληματικό έργο του για την αμερικανική –και όχι μόνο– κουλτούρα “The Image” μίλησε για τα απατηλά «ψευδο-γεγονότα» που παράγει η τουριστική βιομηχανία, ο Κάλας διαβλέπει εδώ την επερχόμενη έκρηξη της ψευδαισθησιακής πραγματικότητας που σκηνοθετεί ο τουρισμός. Οι ξένοι επισκέπτες της Ακρόπολης που ανεβαίνουν στον ιερό βράχο δεν βλέπουν τον αρχαίο ναό όπως είναι στην πραγματικότητα αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της κατασκευασμένης εικόνας, όπως φτάνει σ’ αυτούς.

Η ιδέα της καταστροφής της Ακρόπολης και γενικά αρχαιοτήτων και μνημείων του παρελθόντος που έχουν καταλήξει αβάσταχτο φορτίο και τροχοπέδη, είναι μία μηδενιστική μεν γοητευτική δε μέσα στην αιρετικότητά της σύλληψη, με πολλούς εκφραστές· όπως στην ντανταϊστικής πνοής «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», του Σ.Α.Σ.Α (Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) που κυκλοφόρησε ο παραγνωρισμένος αυτόχειρας συγγραφέας Γιώργος Μακρής το 1944 και καλούσε σε «ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, προπαγάνδα ενάντια στις αρχαιότητες και σε κάθε αντικείμενο που δε μας αρέσει». Μία προσωπικότητα και μία ιστορία που εγκιβωτίζει επιτυχώς ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος στην αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του «Ο Βομβιστής του Παρθενώνα» το 2010. Αλλά και τα προτάγματα του φουτουρισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Κάλας, προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν. Στο ιδρυτικό του Μανιφέστο, ο Μαρινέττι μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε ένδειξη προγονολατρείας και ζητεί την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών.

Διαχωρίζοντας ασφαλώς τη θέση μας από όποια μηδενιστική εμπρηστική διάθεση ενυπάρχει σε τέτοια οράματα, ας επιμείνουμε στην αξία της ποιητικής μεταφοράς: τα απομεινάρια μίας παρελθούσης δόξας προβάλλουν ως άχθος βαρύ ενώ ο εκμηδενισμός τους ως εν δυνάμει όχημα αναγέννησης προκειμένου να ανακοπεί μία φθίνουσα πορεία. Η ποίηση μπορεί να φέρει το βάρος αυτού του σοκ. Η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει, η ποίηση διαθέτει το καύσιμο υλικό για να διασπείρει «εστίες πυρκαγιάς» (όπως το ομότιτλο σημαίνον θεωρητικό έργο του Κάλας “Foyers d’ Ιncendie”), σαν αυτές που άφηνε πίσω της η ερεθιστική σκέψη του.

«Το ποίημα δεν ακούει, ούτε βλέπει. Ξαναδιαβάζεται» λέει ο Κάλας. Και η καινούρια ανάγνωση φυσικά προϋποθέτει και μία διαφορετική ερμηνεία, ένα νέο πρίσμα που θα φωτίσει ό, τι στον καιρό του υποτιμήθηκε. Το ποίημα στέκει αδιάφορο και αγέρωχο απέναντι στις κριτικές, στις εποχές, στις προθέσεις του ίδιου του ποιητή· και το έργο του Κάλας, το πλέον πρόσφορο σε τέτοιου είδους αναγνώσεις. Τον ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, με πλήρη συνείδηση ότι εδώ υπάρχουν πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σκέψης και προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατακτήσει τη θέση που δικαιούται, σύμφωνα και με την εισαγωγική παρατήρηση του Ελύτη για τα καπρίτσια του θαυματοποιού χρόνου και την «παλινδρομική αποτίμησή» του.

Ο Κάλας, ως γνωστόν, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση της Γενιάς του ’30, ενώ κινήθηκε αρκετά μακριά από τον ελληνοκεντρισμό της και δεν συνομολόγησε σε όλα αυτά που οι βασικοί εκπρόσωποί της συνόψισαν υπό τον όρο «ελληνικότητα». Αλλά υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης στον στοχασμό του με τον «ελληνικό ελληνισμό» του Σεφέρη, όπως διαφαίνεται και στο ποίημα «Ακρόπολη», και αυτό είναι το αίτημα αποτίναξης ενός παρελθόντος όπως το διαμόρφωσαν οι Ευρωπαίοι κι εμείς βολικά ενστερνιστήκαμε, δίχως να το υποβάλουμε στη βάσανο της επεξεργασίας. Ο νεοκλασικισμός και ο άκριτος θαυμασμός του Βίνκελμαν για την αρχαία ελληνική Τέχνη, τα ρομαντικά ιδεώδη του Γκαίτε και του Σίλλερ, η Ελλάδα ως μούσα του Σατωμπριάν και του Χαίλντερλιν, πόση σχέση είχαν όλα αυτά με μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα και πόσο τάχα δεν ανταποκρινόντουσαν και σε ανάλογους ευρωπαϊκούς πόθους για το κλέος της γηραιάς ηπείρου; Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν παρεμβαίνουν μόνο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου αλλά μέσω του φιλελληνικού κύματος που ενσκήπτει στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος και στην αναβίωση ενός ένδοξου παρελθόντος, όχι απλώς ως ιστορική μνήμη αλλά ως συμπαγές ιδεολόγημα. Οι παραζαλισμένοι από την απότομη μετάβαση στη νεωτερικότητα Βαλκάνιοι χωριάτες έπρεπε να πεισθούν ότι όχι μόνο είναι απευθείας απόγονοι του Περικλή αλλά και Ευρωπαίοι ή άλλως «Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού», σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Κονδύλη.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου παρελθόντος, ενός «Μεταχθές», όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημά του, είναι μία προβληματική που απαντάται συχνά στο έργο του Κάλας και όχι μόνο το ποιητικό. «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν» λέει στη Νικήτα Ράντου. Η σχέση μας με τον Παρθενώνα σήμερα δεν έχει διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1932: Ένα αειθαλές σύμβολο που αντέχει κόντρα σε αλλαγές, καταστροφές, παραμορφώσεις και στην ιστορική ασυνέχεια αλλά παράλληλα παραμένει αμετακίνητο μέσα στη στασιμότητα του νοήματός του και ιερό ταμπού, ένα μέτρο τελειότητας που κανείς δεν φτάνει αλλά που δεν χάνει και ευκαιρία να το επικαλείται, ξένος ή γηγενής. Ο κοινότοπος  επαναλαμβανόμενος τρόπος θαυμασμού, η ανύψωσή του σε βάθρο που απέχει παρασσάγγας από το παρόν, εμποδίζει τη διαλεκτική με το μνημείο. Όπως δηκτικά σημειώνει σχετικά ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «σκέπτομαι […] μήπως είναι λογικό να προσθέσουμε στα αποδεκτά συμπλέγματα και το σύμπλεγμα του Παρθενώνα».

Το μείζον ζήτημα που αναδύεται από την «Ακρόπολη» του Κάλας είναι αυτό του πολυσυζητημένου επαναπροσδιορισμού της νεοελληνικής ταυτότητας, ένα αίτημα που στα χρόνια της κρίσης ασφαλώς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολλές δεκαετίες πριν, ο μετέπειτα διανοούμενος της διασποράς, αποκαθηλώνοντας το πλέον εμβληματικό μνημείο της Αθήνας, ουσιαστικά αναρωτιέται: «Ποιοι είστε;» «Ποιοι είστε;» αναρωτιόντουσαν και οι ορδές των φιλελλήνων και περιηγητών που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές της Ευρώπης στην επαναστατημένη οθωμανική επαρχία, συνεπαρμένοι από τα αρχαιοελληνικά ιδανικά, αλλά δεν συναντούσαν τους Κούρους και τους Απόλλωνες που φαντασιώνονταν. «Ποιοι είστε;» αναρωτιούνται σήμερα και τόσοι όψιμοι φιλέλληνες που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικαλούνται τα «φώτα» της Ελλάδας για να την υπερασπιστούν, για να ζητήσουν την επιείκεια των ισχυρών και για να υπενθυμίσουν πόσα της χρωστάει η Δύση, καταφεύγοντας συχνά σε γραφικότητες, όπως το περίφημο ποίημα του Γκύντερ Γκρας, με αφορμή την ελληνική κρίση, «Η ντροπή της Ευρώπης». Πάλι ένα παρελθόν μέσα από τα μάτια των ξένων, πάλι μία αλλοτινή αίγλη, σπάνια θα ακούσει κανείς να επικαλείται το σήμερα, αυτόν τον αιώνα, το παρόν.

«Ποιοι είστε;», μοιάζει να αναρωτιέται τις νύχτες κι ο απαστράπτων Παρθενώνας, που στέκει αινιγματικός μέσα στο θάμβος που προκαλεί και ως άλλη Σφίγγα μας καλεί να λύσουμε το σύγχρονο αθηναϊκό αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτός που μας παρατηρεί κι όχι εμείς αυτόν. Σε μια πόλη που κείται πάνω στα λείψανα ενός δανεικού μεγαλείου, ανυψώνεται από τα σπλάχνα της, τόσο υπεράνω, τόσο απομακρυσμένος από αυτήν, ξένο σώμα αλλά και τόσο οικειοποιημένο και σίγουρα όχι αρκετή παρηγοριά για το ζόφο μιας κοινωνίας που όζει από τη στασιμότητα. «Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι / με ό, τι απομένει από την δόξα αυτή» γράφει στο ποίημα «Αθήνα 1933» ο Κάλας. Και τα απομεινάρια αυτής της «δόξας» είναι πια βάρος που πρέπει να αποτιναχθεί, κόμπος που πρέπει να λυθεί, αλλά και ευκαιρία για να αναγεννηθεί εκ τέφρας το νόημά της.

Ο Παρθενώνας παραμένει πάντα πεδίο πρόσφορο για κρίσεις που αφορούν τη συλλογική μας ταυτότητα, τις αγκυλώσεις και την παρελθοντολαγνεία μας, τη σχέση μας με τους ξένους, τη θέση μας στην ιστορική διαχρονία. Παραμένει όμως πάντα έδαφος γόνιμο και για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης. Μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί του υπό νέους όρους; Μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν νέο συμβολισμό πάνω στα συντρίμμια της κακοπαθημένης από την υπερπροβολή εικόνας της Ακρόπολης; Μπορούμε να ορίσουμε μία νέα ταυτότητα, απαλλαγμένη από ψευδαισθησιακά ιδεολογήματα και ξενοκίνητες φαντασιώσεις; Μπορούμε να εκκινήσουμε προς το μέλλον, αν δεν απεγκλωβιστούμε από τα δεσμά ενός βαρύτιμου παρελθόντος, για το οποίο δεν κοπιάσαμε και που η προστατευτική αγκάλη του μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε; Μπορούμε να εφεύρουμε ένα νέο παρελθόν, όπως έλεγε ο Κάλας, παρατηρώντας πλέον εμάς στον καθρέφτη και όχι εμάς μέσα από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και μάλλον θα παραμείνουν ως έχουν για πολύ καιρό ακόμα.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

ΠΟΙΗΣΗ  ΕΝ  ΚΙΝΗΣΕΙ: Αναγνώσεις, αναδιφήσεις, ιχνηλασίες στο παρελθόν, όμως με το βλέμμα στραμμένο στα σημάδια που αφήνει πάνω στο παρόν  – μια στήλη για την ποίηση από την Ειρήνη Γιαννάκη. Γιατί, καθώς λέει ο Μπόρχες, η ποίηση δεν είναι ξένη αλλά, όπως και η ζωή, παραφυλάει στη γωνία και μπορεί να μας αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή.

Μνημονεύουμε Κωστή Παπαγιώργη

φωτό2

Δύο χρόνια και δύο μήνες από την εκδημία του,
το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ μνημονεύει

τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

Φίλοι, συνοδοιπόροι και συνεργάτες του Κωστή
ανθολογούν και διαβάζουν αποσπάσματα από το έργο του

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016, 8:30 μμ.
ΡΟΜΑΝΤΣΟ,
Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια

Συμμετέχουν:

Γιάννης Αστερής ~ Σπύρος Γιανναράς ~ Πόπη Γκανά ~ Μιχάλης Γκανάς ~ Σωτήρης Γουνελάς ~ Σοφία Δρόσου ~ Ζυράννα Ζατέλη ~ Κατερίνα Ζαχαροπούλου ~ Δημήτρης Καράμπελας ~ Θανάσης Καστανιώτης ~ Μαρία Κελέση ~ Αντώνης Κιούκας ~ Άννα Κοκκίνου ~ Θανάσης Κόρρας ~ Όλια Λαζαρίδου ~ Περικλής Λιανός ~ Άννα Λυδάκη ~ Ρίτα Λυτού ~ Γ.-Ι. Μπαμπασάκης ~ Μάρια Μπαχά ~ Έλλη Μπουμπουρή ~ Ξενοφών Μπρουντζάκης ~ Ηρώ Νικοπούλου ~ Νίκος Ξυδάκης ~ Νίκος Παναγιωτόπουλος ~ Αλεξάνδρα Παντελάκη ~ Τάσης Παπαϊωάννου ~ Γιάννης Πατίλης ~ Κωνσταντίνος Πουλής ~ Μαριαλένα Σπυροπούλου ~ Γιάννης Σταθόπουλος ~ Λεωνίδας Σταματελόπουλος ~ Γιώργος Σταματόπουλος ~ Κατερίνα Σχινά ~ Ζαχαρίας Σώκος ~ Μελίνα Τανάγρη ~ Πέτρος Τατσόπουλος ~ Δημήτρης Τομαράς ~ Τζούλια Τσιακίρη ~ Θανάσης Χατζόπουλος

Προλόγισμα: Κώστας Κουτσουρέλης
Σαξόφωνο: Δημήτρης Χουντής
Βίντεο: Θανάσης Ταμβακίδης
Το γύρισμα έγινε στο εργαστήριο
του Μιχάλη Κατζουράκη

Χρήστος Μελίδης: Γράμμα στον πατέρα

gramma_madata_842465464

Πατέρα,

νομίζω πως σε θυμήθηκα. Μου έδειχναν πάλι μονοκόντυλα σκίτσα. Σε είδα. Με άφησαν να σε χαϊδέψω. «Πατέρα», είπα και κούνησαν το κεφάλι. Χάρηκαν που σε αναγνώρισα. Ή, καλύτερα, εξεπλάγησαν. Εγώ βρήκα στο νου μου λίγο πικρό χαμόγελο. Τούς το έδειξα, ανταπέδωσαν μιλώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους. «Ναι, είναι όντως αυτός!». Είσαι εσύ, πατέρα!

Η έκπληξή τους έπαψε. Επέμεναν ευγενικά να σε παραχωρήσω. Πάλεψα να σε κρατήσω, πατέρα. Στο τέλος σε άφησαν στην αγκαλιά μου. Έφυγαν. Ένιωσα δυνατή, πατέρα, όταν πάλευα για σένα. Τώρα νιώθω λίγο μόνη, αυτό είναι όλο κι όλο. Γιατί δε λες κάτι; Ακόμη δεν ξύπνησες; Κάνεις βαθύ ύπνο, πατέρα, σαν εμένα. Ξυπνάς, όμως, εύκολα; Τα μακαρόνια σού αρέσουν, πατέρα; Γιατί εδώ έχει κάθε δεύτερη μέρα! Είναι καλά, πατέρα. Είναι καλά εδώ, θα το δεις. Πότε θα ξυπνήσεις, πατέρα;

Είχαν καταφέρει να με αδειάσουν, πατέρα. Μου χάρισαν την απόλυτη μοναξιά. Εγώ τούς γνώρισα τον Αντώνη και τη Λία. Ήρθαν ξαφνικά στο δωμάτιο και με ξύπνησαν ένα μεσημέρι. Δεν τρόμαξα. Άλλωστε, ήταν κι αυτοί στην αρχή επιφυλακτικοί μαζί μου. Είναι ζευγάρι, πατέρα, σου το είπα; Είναι ζευγάρι, αλλά όχι τόσο ταιριαστοί όσο είμαστε εμείς. Ο Αντώνης είναι δάσκαλος, η Λία χορτοφάγος. Η Λία είναι από την Αθήνα, ο Αντώνης όχι. Μού λέει συχνά από πού είναι, μού αρέσει αυτό, εγώ όμως το ξεχνώ. Δεν τον πειράζει. Η Λία μάς επιτηρεί χωρίς να ενοχλεί.

Στην αρχή δεν έβγαιναν ούτε για φαγητό ούτε για περίπατο. Μετά τους έπεισα να με ακολουθούν. Τώρα μου δείχνουν το δρόμο. Οι άλλοι που μας ξανάσμιξαν επέμεναν πως ο Αντώνης είσαι εσύ, πατέρα, και η Λία ένα παιδικό τραύμα. Μα, τον πατέρα μου τον λένε Άνθιμο και η Λία είναι χορτοφάγος. Κάποτε τους πίστεψα. Αλλά δεν τους το είπα. Άλλωστε, ο Αντώνης και η Λία είχαν ήδη φύγει απροειδοποίητα. Έκλαψα όταν δεν τους βρήκα. Οι άλλοι με ρώτησαν «γιατί κλαις;» και «τι κάνει ο Αντώνης και η Λία;». Και τότε τους είδα να χαϊδεύονται. Είναι σχεδόν όπως πρώτα, αλλά η Λία έγινε δικηγόρος. Έτσι, λείπει συχνά.

Την απουσία της στην αρχή την ένιωθε μόνο ο Αντώνης. Τον εκμεταλλεύτηκα πολλές φορές, πατέρα, τον Αντώνη. Ακόμη και με τη Λία στο δωμάτιο να κοιμάται. Έχει λίγους μήνες, όμως, που την απουσία της Λίας τη νιώθουμε και οι δυο. Βαριόμαστε, πια, μόνοι. Τη θέλουμε μαζί μας. Περνάμε καλά. Μόνοι πνιγόμαστε.

Ελπίζω, πατέρα. Λίγα πράγματα μού λείπουν. Άλλα διαθέτω τόσα, ώστε να νομίζουν πως υπάρχω. Ένα άδειο κηροπήγιο προσπαθεί να σε φωτίσει. Σε ζωγραφίζω στον τοίχο, χωρίς αποτέλεσμα. Ποτέ δεν είχα ταλέντο. Άλλωστε, μού κόβουν τα νύχια. Μού στερούν τα στιλό του σώματος και μένω μόνη με τη μελάνη μου. Με κόβουν, πατέρα. Κάποτε άκουσα πως τα γκέτο πέφτουν από μέσα. Δοκίμασα, αλλά είναι ακόμη νεαροί οι τοίχοι. Το συζητάμε συχνά με τον Αντώνη και τη Λία. Ο Αντώνης πιστεύει πως είμαστε σαν το νερό. Άχρηστοι, σαν λείπει το ποτήρι. Η Λία αρέσκεται να μας παρομοιάζει με έρημο. Όσο και να προχωρήσεις, πάλι σε άμμο θα βαδίζεις. Εγώ συμφωνώ πιο πολύ με τον Αντώνη. Άλλωστε, σιγά-σιγά εξατμιζόμαστε. Αλλά εγώ ελπίζω.

Πάνε δυο χρόνια πια που νοσώ, πατέρα. Εδώ όμως είναι ευγενικοί, σχεδόν γλυκοί. Προφανώς ενδιαφέρονται πιο πολύ από μένα. Μου λένε πως νοσώ και «υπομονή». Κάποτε τους υποπτευόμουνα. Τώρα τους συμπονώ. Κάποτε κρεμόμουν απ’ τα χείλη τους. Τώρα κρεμιέμαι και μόνη μου.

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Το διαλανθάνον παντού

Βέης Γιώργος Βέης, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Κέδρος 2015

Τι υποδηλώνει ένας σταθμός χωρίς τραίνα; Πώς οι στίχοι των ποιημάτων περπατούν στον κόσμο ανεβασμένοι πάνω σε μια χάρτινη, κινέζικη ομπρέλα; Τι είναι τα πανδοχεία του Άδη στη Γιοκοχάμα; Πώς τα γλυκίσματα που δεν είναι γλυκά εκφράζουν την ιδέα της απόλυτης ηδύτητας;

Σαν τις ατέρμονες παραλλαγές σε ένα θέμα, το Παντού αποτελεί το έβδομο βιβλίο του Γιώργου Βέη με θέμα την Άπω Ανατολή και το απόσταγμα της θητείας του σ’ αυτήν. Σιγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, οι τόποι αυτοί μοιάζουν να στοιχειώνουν το συγγραφέα που επανέρχεται με την προσήλωση εμμονικού εραστή, προσθέτοντας κάθε φορά μία νέα πλευρά, μια καθοριστική λεπτομέρεια σ’ ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Ο ίδιος ανιχνεύει στα παιδικά του χρόνια και στο πολύωρο ταξίδι για τη Σάμο κάθε καλοκαίρι τις απαρχές αυτής της βαθιάς επιθυμίας. Η διαδικασία της μετάβασης φαίνεται να επηρέασε και την επιλογή του επαγγέλματος του διπλωμάτη. Η πολύχρονη μαθητεία του στην Ασία, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του του ποιητή, συνιστούν ιδιαίτερη συνθήκη για την ταξιδιωτική λογοτεχνία και προσδίδουν στα κείμενα αυτά μια ξεχωριστή ποιότητα και γοητεία. (περισσότερα…)

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν. (περισσότερα…)

Δικαιοσύνη μέσω της ποίησης ή Περί της αναγκαιότητας της «Κραυγής»

????????????????????????????????????

Της Γιαέλ Ουρίμπε
Δομινικανή Δημοκρατία

Πέρασαν ήδη έξι χρόνια από τη δολοφονία της Μεξικανής ποιήτριας και ακτιβίστριας Σουζάνας Τσάβες. Η Τσάβες αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των γυναικών και τύγχανε ευρείας αναγνώρισης χάρη στις δραστηριότητές της –τόσο τις ακτιβιστικές, όσο και τις πνευματικές– κατά των δολοφονιών και της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών στην πόλη Χουάρες, από το 1993. Προς τιμήν της διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 2011 οι εκδηλώσεις που έφτασαν σήμερα να συνιστούν το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» (“Grito de Mujer”).

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν την ποίηση απλώς ως μια μοναχική πράξη ενδοσκόπησης κι αυτοεξορκισμού ή ως κάποιου είδους προσωπική μεταφυσική αναζήτηση. Κατ’ άλλους, η ποίηση συνιστά χρήσιμο όπλο ενάντια στις αδικίες, έναν χώρο που επιτρέπει την ελευθερία της έκφρασης και όπου κανείς αισθάνεται ελεύθερος να καταγγείλει δίχως φόβο την αδικία και την καταπίεση. Πολλοί ποιητές και πολλές ποιήτριες βρίσκουμε στήριγμα σε εκείνην, ελπίζοντας πως θα είμαστε ασφαλείς υπό τη σκέπη της και πως πέρα από τις ποιητικές εικόνες δεν υπάρχει χώρος για τον κίνδυνο ή την ανασφάλεια. Πόσο λάθος κάνουμε.

Πολλοί είναι οι εκπρόσωποι του είδους με αρκετό ταλέντο ώστε να χρησιμοποιούν την ποίηση ως μέσο καταγγελίας, ανίχνευσης της υποκρισίας, της ανηθικότητας, της ανισότητας και της διαφθοράς και οι οποίοι, έχοντας ακριβώς αυτό το χάρισμα, κινδυνεύουν να υποστούν λογοκρισία, εκβιασμό, εξορία, και στη χειρότερη των περιπτώσεων –όπως έχουμε δει– τη δολοφονία. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ποίηση τελικά δεν είναι η αθώα πρακτική που πιστεύει η πλειοψηφία.

Δεδομένων των πολιτικών πιέσεων και της διεθνούς κατακραυγής, η μεξικανική κυβέρνηση βρέθηκε υποχρεωμένη να αναζητήσει τους υπεύθυνους της δολοφονίας της Τσάβες. Το δε πόρισμα της αστυνομίας ήταν το εξής: «Η Τσάβες ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τρεις εφήβους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους εκείνη είχε γνωρίσει δυο ώρες νωρίτερα και οι οποίοι την κάλεσαν να πιει μαζί τους ένα ποτό σε κοντινή τοποθεσία». Με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκε και η παραμικρή πιθανότητα συσχετισμού της δολοφονίας της με τον ακτιβισμό ή τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ωστόσο, η θέση των συνηγόρων παραμένει η ίδια: Η Τσάβες καταδικάστηκε επειδή αποκάλυπτε στα κείμενά της όσα υφίστανται οι γυναίκες στη χώρα της σε ευρεία κλίμακα, με τη συγκάλυψη μάλιστα ατόμων εξουσίας. Έτσι μας φιμώνουν, εμάς τους ποιητές.

Σπανίως οι αυτουργοί τέτοιων εγκλημάτων έρχονται αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, ενώ για την πλειοψηφία των δολοφονιών συγγραφέων και δημοσιογράφων επικρατεί η συγκάλυψη, η ατιμωρησία, ή –ακόμη χειρότερα– η λήθη.

Ο Άγγλος δημοσιογράφος, Κάθαλ Σερίν, οργανωτικό μέλος του Διεθνούς Σωματείου PEN, δήλωσε στο πλαίσιο των εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το εξής: «Σε κοινωνίες όπου ο ρόλος των γυναικών στη δημόσια σφαίρα είναι περιορισμένος, οι ποιήτριες συχνά καταδιώκονται ή έρχονται αντιμέτωπες με επικίνδυνες καταστάσεις μόνο και μόνο λόγω της τόλμης τους να εκφράσουν ανεξάρτητα τη γνώμη τους μέσω της ποίησης». Σχολίασε ακόμη πως οι ποιήτριες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο από τις υπόλοιπες γυναίκες, καθώς η ποίησή τους όχι μόνο επιφέρει την οργή της πατριαρχικής καθεστηκυίας τάξης, αλλά και ξεπερνά τα όρια του στενού ρόλου και της πιεστικής κοινωνικής αποστολής που καλούνται να εκπληρώσουν οι γυναίκες. Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού βάσει της ισότητας και της δικαιοσύνης –ιδίως μάλιστα σε μια κοινωνία πατριαρχική– θεωρείται βάρος για εκείνους που ασκούν εξουσία και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου με εκβιασμούς, φυλακίσεις και άσκηση βίας.

Οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπες ποιήτριες λόγω της ιδιότητάς τους είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία. Ως ένα πρώτο παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τη διάσημη Ρωσίδα ποιήτρια του μοντερνισμού, Άννα Αχμάτοβα, της οποίας η ποίηση αποτυπώνει αφενός μια διάφανη φωνή, αφετέρου μια καταπιεσμένη θηλυκότητα και έντονη συναισθηματική αυτοκυριαρχία υπό τον τρόμο του σταλινικού καθεστώτος. Αντί για την εξορία, επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της ώστε να καταμαρτυρήσει όλες τις αθλιότητες που έγιναν τότε. Όταν συνελήφθη ο γιος της, Λεβ, το 1938, η Αχμάτοβα έκαψε όλα τα ποιήματά της αφού πρώτα τα είχε απομνημονεύσει, κι έκτοτε τα συγκρατούσε στη μνήμη της, απαγγέλλοντάς τα μόνο σε ιδιωτικές συναντήσεις σε σπίτια φίλων απολύτου εμπιστοσύνης. Η ποίησή της απαγορεύτηκε, εκείνη κατηγορήθηκε για προδοσία και εξορίστηκε. Με λίγα λόγια, και σε εκείνην επιβλήθηκε σιωπή.

Ακόμη όμως και στον 21ο αιώνα, ποιήτριες εξακολουθούν να καταδιώκονται λόγω της συγγραφής στίχων που εναντιώνονται σε κατεστημένες κοινωνικές αξίες. Στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, η ποίηση στη γλώσσα Πάστο είναι εκείνη που αποτελούσε για γενεές ένα επαναστατικό μέσο για τις γυναίκες. Τα «λαντάι» –«μικρό δηλητηριώδες φίδι» όπως μεταφράζεται από τη γλώσσα πάστο που είναι και επίσημη γλώσσα του κράτους–, είναι δημοφιλή δίστιχα, τα οποία συχνά καταγγέλλουν τους υποχρεωτικούς γάμους με καυστικό χιούμορ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 15 εκατομμύρια γυναίκες στο Αφγανιστάν, μόνο το 5% ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα ¾ παντρεύονται με υποχρεωτικό γάμο πριν τα 16. Η χρήση βίας εκεί είναι κάτι το συνηθισμένο. Και να φανταστεί κανείς πως κάποιοι εξακολουθούν να διερωτώνται ως προς τη χρησιμότητα της «Κραυγής» μας.

Το 2005, η 25χρονη τότε ποιήτρια Νάντια Αντζουμάν, εξέχουσα προσωπικότητα με διεθνή αναγνώριση, κατέληξε κατόπιν ξυλοδαρμού από το σύζυγό της με μοναδική αιτία την έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου της. Το μόνο που απομένει τώρα από εκείνην είναι μερικά ποιήματα, η ανάμνηση και αγανάκτηση.

22687_10153113160685726_8037416269164901702_n

Η λογοτεχνία στο Αφγανιστάν

Λέγεται ότι η μεγαλύτερη λογοτεχνική λέσχη για γυναίκες στο Αφγανιστάν ονομάζεται Μιρμάν Μπαέ (Mirman Bahee) και βρίσκεται στην Καμπούλ. Οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν, ωστόσο στην περιφέρεια γύρω στα 300 μέλη αναγκάζονται να κρατούν τη συμμετοχή τους μυστική. Τέτοιες ομάδες υπήρχαν ανέκαθεν, αλλά με την αυγή του καθεστώτος των Ταλιμπάν οδηγήθηκαν στην ανωνυμία. Το 1996, γυναίκες συγγραφείς, μέλη του Λογοτεχνικού Κύκλου του Πανεπιστημίου της Εράτ, ίδρυσαν μια πολιτιστική οργάνωση με την ονομασία «Σχολή Ραπτικής ‘Χρυσό Βελόνι’». Με την πρόφαση ότι συγκεντρώνονται για να ράψουν, οι γυναίκες συζητούν, γράφουν και διαβάζουν λογοτεχνία, η οποία συχνά καυτηριάζει τις διακρίσεις που οι ίδιες υφίστανται στο περιβάλλον τους. Τα νέα ήθη και η κοινή λογική τις οδηγούν στη μυστική συγγραφή ποίησης ως μόνου τρόπου έκφρασης.
Όμως και το Αφγανιστάν διαθέτει ποιήτριες που πέρασαν στην ιστορία, όπως την αγωνίστρια Μαλαλάι, η οποία απέκτησε φήμη μαχόμενη εναντίον των βρετανικών στρατευμάτων τη δεκαετία του 1880 και ήταν από τους πρώτους που έγραψαν ποίηση στα σύγχρονα περσικά. Πλέον έχει ανυψωθεί στις σφαίρες του μύθου και σε αυτήν οφείλει το όνομά της η κάτοχος του Βραβείου Νομπέλ για την Ειρήνη, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η Πακιστανή ακτιβίστρια που δέχτηκε δολοφονική επίθεση από τους Ταλιμπάν σε ηλικία 14 ετών και κατόρθωσε να επιβιώσει εξόριστη από την πατρίδα της. Είναι η Μαλάλα που ονειρεύεται να γίνει μια μέρα γιατρός και ποιήτρια. Η ίδια Μαλάλα που εξακολουθεί να αγωνίζεται από την εξορία για το δικαίωμα των κοριτσιών στην πατρίδα της για μόρφωση.

Η περίπτωση της ποιήτριας Λίου Σια

Πολύ συχνά, ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και η πολιτική ιδεολογία συνιστούν τα κύρια αίτια καταδίωξης των ποιητριών. Ανάλογη είναι η περίπτωση της Λίου Σιά, ιδρυτικού μέλους του Ανεξάρτητου PEN Club της Κίνας. Η Λίου Σια καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Πεκίνο από το 2010, όταν στο σύζυγό της, συγγραφέα και ακτιβιστή Δρ. Λίου Σιαόμπο, απενεμήθη το Βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη για τη δράση του υπέρ της κατάργησης του Κομμουνιστικού Κόμματος ως μόνου κόμματος και ο οποίος συνελήφθη με την κατηγορία της «υπονομευτικής δραστηριότητας εναντίον του Κράτους». Σύμφωνα με πληροφορίες, η ποιήτρια Λίου Σια υποφέρει από οξεία κατάθλιψη και η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των περιοριστικών όρων που της έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ως μέσο πίεσης του συζύγου της, δίχως να υπάρχει εναντίον της ίδιας οποιαδήποτε κατηγορία. Πρέπει να τιμωρείται η σύζυγος για τις πράξεις του συζύγου; Αυτή η περίπτωση συνιστά άλλο ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί μια ποιήτρια να δεχτεί πίεση, μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα.

Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ικανοποίηση από την έκφραση μιας ποιητικής ιδέας που υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταγγέλλει τις αυθαιρεσίες και τη βία, και εκείνην που πηγάζει από την πλήρη αναρχία όσων καταχρώνται την εξουσία.

Η περίπτωση της Σαν Σαν Νέε

Η Σαν Σαν Νέε, σημαντική συγγραφέας της Βιρμανίας και μία από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ως δημοσιογράφοι εκεί, φυλακίστηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Βιρμανίας μεταξύ 1994 και 2001 για τις «απόπειρές της εναντίον της κυβέρνησης». Από το 1974, η πολυγραφότατη Νέε έχει εκδώσει σειρά μυθιστορημάτων, περισσότερα από 500 διηγήματα και γύρω στα 100 ποιήματα, γεγονός που δεν εμπόδισε τη σύλληψή της για τη «δημοσίευση πληροφοριών πολέμιων του Κράτους». Το 2001 τιμήθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων με το «Χρυσό φτερό» για την ελευθερία. Ποια ελευθερία όμως;

Αναλογιζόμενος κανείς αυτές τις περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί τι είναι αυτό που κάνει άτομα εξουσίας να αισθάνονται επαπειλούμενα από τους ποιητές και τις ποιήτριες. Να πρόκειται για το ότι κάθε καταπιεστικό και ολοκληρωτικό καθεστώς μάς βρίσκει αντίθετους ή για το ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούμε την ποίηση για να πούμε την αλήθεια για όσα βλέπουμε και υποφέρουμε; Το δίχως άλλο, η έκφραση της αλήθειας –ως καταγγελία της καταπάτησης δικαιωμάτων, της βίας, των υποχρεωτικών γάμων, κάθε είδους αδικίας απέναντι στις γυναίκες– συνιστά συχνά θέμα δυσάρεστο κι ακανθώδες για πολλούς. Από την άλλη όμως, η έκφραση της αλήθειας ποιητικώ τω τρόπω διαχωρίζει την κατάσταση που βιώνουμε από τη μυθοπλασία, συμβάλλει στην κατανόηση της κοινωνίας απέναντι σε δυσάρεστες συνθήκες που πολλοί προτιμούν να αποκρύπτουν και βοηθά στην καταπολέμηση προκαταλήψεων και διακρίσεων, με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωπες κατά τρόπο ευθύ ή –ακόμη χειρότερα– συγκεκαλυμμένο.

——————–

1280px-Jael_Uribe,_creadora_de_Grito_de_Mujer_y_fundadora_de_Mujeres_Poetas_Internacional_MPI

Η «Κραυγή γυναικών» ήρθε να υπενθυμίσει ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει εκείνο το είδος τέχνης, με το οποίο η κοινωνία μπορεί να εκπαιδευτεί έτσι, ώστε να καταπολεμηθούν οι διάφορες μορφές βίας και καταπίεσης των γυναικών και να διατηρηθούν όσα κατακτήσαμε με πολλή δουλειά, πόνο, αίμα και θυσίες.

Στο Νέο Δελχί της Ινδίας στις 3 Μαρτίου του 2015 μια ομάδα ανδρών κακοποίησε μια γυναίκα και δήλωσε ευθαρσώς στον Τύπο πως το θύμα πήγαινε γυρεύοντας αφού βγήκε από το σπίτι βράδυ, φορούσε –κατά τη γνώμη τους– προκλητικά ρούχα και τόλμησε να φέρει αντίσταση, αντί να αποδεχτεί παθητικά την τύχη της και να υποταχτεί. Όταν η ίδια η κοινωνία και η κοινή πρακτική ορίζει ότι οι γυναίκες είναι εκ γενετής κατώτερα όντα ή όταν φαινόμενα παρόμοια με το παραπάνω λαμβάνουν χώρα καθημερινά, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές θα διαιωνίζονται, υπό το πρόσχημα κάποτε του συνετισμού των γυναικών ή της παροχής ενός μαθήματος ηθικής σε αυτές.

Ένας από τους στόχους του κινήματος «Κραυγή γυναικών» μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις του είναι η αλλαγή νοοτροπίας εκείνων που κατά κάποιο τρόπο θεωρούν πως η βία κατά των γυναικών είναι κάτι λογικό κι αποδεκτό, αντί ν’ αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και ως κακό που πρέπει να εξαλείφεται από τη ρίζα του. Δημιουργήσαμε ένα κίνημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, ένα μέσο αφύπνισης αντρών, γυναικών και παιδιών/κοριτσιών ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς και τις διαστάσεις και διάφορες εκφάνσεις του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, από το οποίο καμία γυναίκα και κανένα κορίτσι δεν μπορεί να θεωρήσει ότι εξαιρείται.

Με την ετήσια διοργάνωση του φεστιβάλ αποσκοπούμε στην ανάδειξη διαφορετικών κάθε χρόνο και περιλάλητων περιπτώσεων άσκησης βίας κατά των γυναικών σε διάφορα σημεία του κόσμου, ώστε να γίνει ορατή η αθέατη πλευρά μιας πραγματικότητας που όλες οι γυναίκες –λίγο ώς πολύ– βιώνουμε. Θεωρούμε ότι η ανεπαρκής γνώση ως προς τα πολιτισμικά πιστεύω αφήνει περιθώριο για τη διαιώνιση της βίας κατά των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλές γυναίκες για παράδειγμα αγνοούν τους παρόντες και παρελθοντικούς αγώνες άλλων γυναικών για την επίτευξη και διατήρηση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, την οποία απολαμβάνουμε. Γι’ αυτό μέσω της ένταξης και της συμμετοχής μας σε ευρύτερα προγράμματα πολιτισμού έχουμε κατορθώσει να συμπεριλάβουμε στην κοινωνική μας αποστολή πολυάριθμους οργανισμούς και καλλιτέχνες (γυναίκες και άντρες) ανά τον κόσμο, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική και νέο περιεχόμενο στη διαμαρτυρία κατά της βίας προς τις γυναίκες, η οποία έχει αυξηθεί σε ανησυχητικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, παρά τις πολυάριθμες σχετικές προσπάθειες κι εκστρατείες. Πεποίθησή μας είναι πως η πρόληψη συνιστά την καλύτερη αντιμετώπιση και πως η στοχευμένη προσπάθεια για τη διάσωση της αυτοεκτίμησης της γυναίκας μπορεί να σπείρει μέσα της σπόρους που θα ριζώσουν και θα βλαστήσουν, ώστε η καταγγελία της βίας να μη μένει χωρίς αντίκτυπο.

Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στα έργα. Παρ’ όλα αυτά, αρθρώνοντας κανείς μια κραυγή από μελάνι κατά της βίας, βρίσκει, γράφοντας, τη δική του φωνή. Αυτό προσφέρει η ποίηση στις γυναίκες που συμμετέχουν στο κίνημά μας: μια πλατφόρμα όπου μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους για θέματα που για άλλους δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πεποίθησή μας είναι ακόμη ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι εφικτές μόνο με τη συμμετοχή όλων, γι’ αυτό και οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, πέρα από εγωισμούς και μικρότητες, χάριν του κοινού συμφέροντος.

Πρεσβεύουμε ότι δεν υφίσταται ο ένας, ‘σωστός’ κι ενδεδειγμένος, τρόπος να περάσουμε το μήνυμά μας. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον αγώνα μας, αλλά χρειάζεται ακόμη περισσότερη δουλειά προκειμένου να φτάσουμε στις πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνία, αναμφίβολα, είναι έτοιμη και διατεθειμένη να μας ακούσει. Ισχύει πως «ό, τι ισχύει για τον έναν ίσως να μην ισχύει για τον άλλο», ωστόσο είναι πολλές οι γυναίκες που καταφεύγουν στην ποίηση κατορθώνοντας μέσω αυτής να ξορκίσουν τους δαίμονές τους. Τη χρησιμοποιούν μάλιστα ως ‘θεραπευτικό μέσο’, το οποίο, καθώς το μοιράζονται με άλλες γυναίκες, συμβάλλει στη δημιουργία ενός συλλογικού οργάνου, όπου ο τρόμος δεν έχει πλέον καμιά θέση. Έτσι αναβλύζει η Κραυγή, ατόφια και ειλικρινής, από τα ίδια τα σωθικά μας.

Πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και διεύρυνσης του διαλόγου ως προς την καταλληλότητα κι αποτελεσματικότητα των διαφόρων μέσων προς επίτευξη της μη-βίας. Η «Κραυγή γυναικών» είναι απαραίτητη ως τόπος διεξαγωγής αυτού του διαλόγου, αυτού του τόσο απαραίτητου διαλόγου. Εκ των πραγμάτων έχει περισσότερο νόημα να διακηρύττει κανείς τη δική του προσωπική εμπειρία απευθυνόμενος σε συγκεκριμένο κοινό που γίνεται αποδέκτης του μηνύματος της αλλαγής, παρά να διαχέει ένα μήνυμα άνευ περιεχομένου και δίχως συναίσθηση ενός σκοπού. Είναι ακριβώς αυτό το θάρρος που απαιτείται από τις γυναίκες που τολμούν να διηγηθούν σε ένα ποίημα την εμπειρία τους, εκείνο που κάνει τις γυναίκες που τις ακούν να αναλογιστούν τα δικά τους βιώματα. Αυτού του είδους την αλλαγή έχουμε ανάγκη: μια αλλαγή που πορεύεται μέσα σε όλους και όλες, φτάνοντας εν τέλει στις γυναίκες στις οποίες απευθύνουμε το μήνυμά μας. Πρόκειται για γυναίκες που αγαπούν τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση τους γύρω τους, γυναίκες δυνατές και λιγότερο διαχειρίσιμες. Αυτός ο τρόπος έχει αποδειχτεί αποτελεσματικότερος στην περίπτωση της «Κραυγής γυναικών».

Η ποίηση εκτείνεται πέραν του ακτιβισμού. Η ποίηση μπορεί να εισχωρήσει στη συνείδηση των ανθρώπων και να μιλήσει στο συναίσθημα, επιτυγχάνοντας έτσι σπουδαία πράγματα. Παρά την καταπίεση που κάποτε υφιστάμεθα εμείς οι ποιητές και οι ποιήτριες, οφείλουμε να έχουμε συναίσθηση του γεγονότος ότι δεν πρόκειται να μας αποδοθεί δικαιοσύνη όσο μια γυναίκα που υφίσταται ενδοοικογενειακή βία, ένα κορίτσι που κακοποιείται από άτομο του οικογενειακού του κύκλου ή μια φοιτήτρια που έχει υποστεί βιασμό δεν κατορθώνουν να ανοίξουν το στόμα, να ορθώσουν το ανάστημα και την κραυγή τους και σταματήσουν μια για πάντα να ζουν στη σιωπή.

*Ομιλία της Γιαέλ Ουρίμπε, επικεφαλής του διεθνούς κινήματος και του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») στον Πολιτιστικό Σύλλογο της Μαδρίτης (Ateneo), Μάρτιος 2016.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα και υπεύθυνη της ελληνικής διοργάνωσης του φεστιβάλ.

Λοξές ματιές: Ο ποιητής στο κλουβί

kavafis

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για το παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητικό έργο του Κ. Π. Καβάφη. Μελέτες, μονογραφίες, άρθρα, αφιερώματα σε περιοδικά, διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός. Το έργο του ποιητή έχει αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε σημείο που αναγκαζόμαστε –πριν μιλήσουμε γι’ αυτό– να πρέπει να ανατρέξουμε στην ογκωδέστατη βιβλιογραφία που το συνοδεύει. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πως έγινε η πρόσληψη του Καβάφη από εκείνους τους διανοούμενους που πρώτοι ήρθαν σε επαφή με το έργο του, εκείνους τους φιλοπερίεργους και φιλέρευνους πρώτους περιηγητές της οδού Lepsius.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου μια διαφωτιστική σχετική συναγωγή. Τιτλοφορείται Κ.Π. Καβάφης, Κριτικές Μελέτες, σε επιμέλεια Γιώργου Πικρού. Πρόκειται για μια ετερόκλητη συλλογή δοκιμίων που απλώνεται σε χρονικό εύρος μερικών δεκαετιών. Οι συντάκτες των κειμένων, περιώνυμοι άνθρωποι των γραμμάτων μας (και όχι μόνο), θέλγονται από το αντικείμενο της σπουδής τους και μαζεύονται γύρω από αυτό σαν τουρίστες που θαυμάζουν ένα αξιοθέατο, ή σαν φιλότεχνοι μπροστά από ένα σπάνιο έκθεμα ή ακόμα σωστότερα σαν θαυμαστές μπροστά στο κλουβί κάποιου εξωτικού ζώου. Και επιδίδονται σε φλογερούς σχολιασμούς, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Ως επί το πλείστον πρόκειται για διανοητές, συγγραφείς και ποιητές που γνώρισαν προσωπικά τον Αλεξανδρινό. Ο Γιώργης Πικρός στην χαρακτηριστικά ευσύνοπτη εισαγωγή του (απλώνεται σε περίπου δέκα αράδες) αναφέρει ότι οι κρίσεις που συγκέντρωσε σε αυτό το τομίδιο διίστανται. Άλλες τοποθετούνται υπέρ του ποιητή και άλλες εκφράζουν αντιρρητικές γνώμες. Ο επιμελητής υπερθεματίζει αυτή την επιλογή επικαλούμενος λόγους αντικειμενικότητας και σφαιρικής διαπραγμάτευσης. Και ορθώς το πράττει αυτό. Μπορεί στην εποχή μας, με την πάνδημη αναγνώριση της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Καβάφη, οι αντιρρητικές κρίσεις να φαντάζουν παράταιρες ή και ενοχλητικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποσιωπούνται. Ανεξαρτήτως εάν φαίνονται φαιδρές και σκάνε πάνω στους κυματοθραύστες της καβαφικής ποίησης σαν μικρά, ανώφελα κυματάκια.

Κάθε συγγραφέας πιάνει το θέμα του από διαφορετική σκοπιά. Κάποιοι από αυτούς, με την άγνοια και τις προκαταλήψεις της εποχής, κάνουν, με κάποια αμηχανία και αδεξιότητα, μνεία στην “γυναικεία” πλευρά της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Αλλά γενικώς αυτό είναι ένα θέμα απου αποσιωπάται. Ο Βάρναλης είναι απροκάλυπτα εκθειαστικός. Με τα επίθετα «μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» τιτλοφορεί ένα από τα κείμενά του που φιλοξενούνται στον εν λόγω τόμο. Ο ίδιος κάνει ειδική αναφορά και στο θρυλικό και διορατικότατο εκείνο κείμενο του Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια το 1903 και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του καβαφικού έργου στην Ελλάδα. Ο Ουράνης και ο Καζαντζάκης συνεχίζουν τους διθυράμβους και τους πανηγυρικούς. «Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης». Έτσι ξεκινάει το δοκίμιο του Καζαντζάκη. Ο Κ. Θ. Δημαράς ακολουθεί στο ίδιο ύφος, αλλά ρίχνει λίγο τους τόνους και προσπαθεί με το δοκίμιό του να μπει λίγο πιο βαθιά στην καβαφική ποίηση. Προβαίνει σε στίχο προς στίχο ανάλυση, επιμένει στην επιλογή των τίτλων των ποιημάτων (αφιερώνει παραπάνω από μιάμιση σελίδα στον τίτλο “Επέστρεφε” που με το εξόφθαλμο γραμματικό του λάθος σκανδάλισε πολύ, όπως αναφέρεται, τους φιλολόγους της εποχής) και προσπαθεί να φωτίσει το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόστρωμα της καβαφικής ποίησης.

Όλα βαίνουν καλώς λοιπόν μέχρι που φτάνουμε στο “πρόσκομμα” που λέγεται Τέλλος Άγρας. Εδώ η ανάλυση βαθαίνει απότομα. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου δεν ενδίδει σε δοξαστικούς, αν και η τελική του ετυμηγορία είναι θετική απέναντι στον Αλεξανδρινό. Εξετάζει με το μικροσκόπιο την καβαφική ποίηση και αποπειράται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ. Και οι υπόλοιποι κριτικοί αυτού του τομιδίου έχουν γερή κατάρτιση, τεράστιο κύρος και εγνωσμένη οξυδέρκεια, αλλά μόνο ο Τέλλος Άγρας διηθίζει με τέτοιον εξονυχιστικό τρόπο το αντικείμενο της μελέτης του. Τι κάνει λοιπόν ο χαλκέντερος διανοούμενος και τραβάει τόσο αναπόδραστα την προσοχή μας; Τι τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους γίγαντες της κριτικογραφίας;

Αρχικά προβαίνει σε μια διαπραγμάτευση και επεξεργασία του θέματός του καθαρά τεχνικού επιπέδου. Μας θυμίζει μάλιστα μια ορολογία που τείνει να χαθεί από το σύγχρονο φιλολογικό λεξιλόγιο: συνίζηση, έκθλιψη, άτμητος στίχος, διασκελισμός, ημιστίχια κ.α. Η ψύχραιμη και διαυγής ανάλυσή του επικεντρώνεται αρχικώς σε τεχνικά ζητήματα και προχωράει εν συνεχεία σε θέματα ποιητικής ουσίας. Η προσέγγισή του ξεχωρίζει από των υπολοίπων μελετητών και στο εξής: ενώ, όπως είπαμε καταλήγει στον έπαινο, δεν φαίνεται από την αρχή διατεθειμένη να ενδώσει σε αυτόν, να του χαριστεί. Διαβάζοντας το κριτικό σημείωμα του Άγρα, έχουμε αρχικά την εντύπωση ότι ετοιμάζεται κλιμακωτά να κατακεραυνώσει τον Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βγαίνει από τους αρχικούς ψόγους, την επισήμανση των αδυναμιών, των “λαθών” και των ασυνεπειών” της καβαφικής ποίησης. Το ύφος του Άγρα διέπεται από παγωμένη διαύγεια, κρυστάλλινη λογική και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Έρχεται, κατά συνέπεια σε πλήρη αντίθεση με το ύφος των προλαλησάντων, που διακρίνεται από θυμικές εξάρσεις και εύκολες, επαινετικές κρίσεις. Το μόνο στοιχείο που θολώνει λίγο την καθαρότητα της ματιάς του, είναι η λεπτή ειρωνεία που διαποτίζει το ξεκίνημα του δοκιμίου του.

Γρήγορα όμως αφήνει κατά μέρος τα ανεκδοτολογικά σχόλια και τις προσωπικές γνώμες και προβαίνει σε στυφή γραμματολογική ανάλυση. Έτσι αναλύει το μέτρο των ποιημάτων (επικρατεί “ρυθμικός σάλος”, σχολιάζει επιτιμητικά) και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς αρκετά οξείς. Θα λέγαμε ότι βγάζει τα μαχαίρια του εδώ. Αναφέρει χαρακτηριστικά στίχους “κακά φτιαγμένους άτμητους”, “περιττοσύλλαβους”, “κακώς παρατονισμένους”. Στην συνέχεια βρίσκει την καβαφική ποίηση απογυμνωμένη από “μεταφορές, επίθετα, παρομοιώσεις”, αλλά εντοπίζει την δύναμή της σε τέσσερα άλλα βασικά όπλα: την περίφραση, την περιγραφή, την υποβλητική εικόνα και το ρήμα. “Α, τι ανήσυχα που είναι τα ρήματά του!” αναφωνεί θαμπωμένος από την κινητοποίηση ενέργειας που αυτά προκαλούν.

Μετά την παύση του Τέλλου Άγρα οι πανηγυρικοί συνεχίζονται. Όχι όμως εντελώς απρόσκοπτα. Στην συλλογή συγκαταλέγεται και το περιβόητο πρώτο λιβελλογράφημα κατά του Καβάφη που αποτέλεσε και πρότυπο, καθώς λέγεται, για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν (δημοσιεύτηκε το 1912). Το υπογράφει ο εμπαθής Ροβέρτος Κάμπος (άραγε υπάρχει κάποια μακρινή συγγένεια με τον Άλβαρο ντε Κάμπος;!), ψευδώνυμο του ποιητή Πέτρου Μάγνη που το αληθινό του όνομα ήταν Κ.Γ. Κωνσταντινίδης. Ο αληθινός συντάκτης του κατάπτυστου (για μας του καβαφολάγνους – έτσι μας αποκαλεί ο ίδιος) και ανερμάτιστου αυτού αρθριδίου, βρίσκεται εγκιβωτισμένος σαν ρωσική μπάμπουσκα μέσα σε αλλεπάλληλα λογοτεχνικά ψευδώνυμα. Κέρδισε μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας με αυτό το μικρό και ζηλόφθονο δοκίμιο. Το ποιητικό του έργο πάντως θάφτηκε μέσα στις δεκαετίες και έσβησε από προσώπου γης.

Και ο Ψυχάρης εναντιώνεται με ένα μάλλον ιταμό, ευσύνοπτο και ατεκμηρίωτο κείμενο στην “καβαφολαγνεία”. Αλλά η πολεμική του είναι πρόχειρη, αβαθής και ατελέσφορη. Ο επιμελητής παρά την αρχική του διακήρυξη δεν επιλέγει να συμπεριλάβει στη συλλογή άλλους από τους τόσους επιφανείς αντικαβαφικούς λόγιους της εποχής.

Αντίθετα το τομίδιο κατακλύζεται από κείμενα των Βρισιμιτζάκη, Νικολαρεΐζη (εντυπωσιακή η προσέγγισή του με πολύ στέρεες επαγωγικές απολήξεις), Τσίρκα, Κατσίμπαλη, Μαλάνου κ.α. προς επίρρωσιν της έκδηλα φιλοκαβαφικής τάσης. Τέλος έρχονται και δυο δοκίμια από τα πολύ υψηλά κλιμάκια της παγκόσμιας λογοτεχνίας που επισφραγίζουν τον θρίαμβο της καβαφολαγνείας: Φόρστερ και Ώντεν αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στον ποιητή της Αλεξάνδρειας.

* * *

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Τι μας νοιάζει αν κάποιοι διανοούμενοι συνάχτηκαν κάποτε για να εξετάσουν αυτό το περίεργο ζώο, τον ποιητή στο κλουβί, που αβοήθητος περιμένει την κρίση τους; Ο ποιητής στο κλουβί –πολύ ωραία, τραγικά και μοιραία σχηματοποίησε αυτή την εικόνα ο Έζρα Πάουντ κατά την αιχμαλωσία του στην Πίζα– μοιάζει να είναι στο έλεος των επικριτών, αλλά και των θαυμαστών του. Παρά ταύτα υπάρχει μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε όλη αυτή τη σκύλευση: το ίδιο του το έργο. Ρευστό, πολυποίκιλτο, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλύσεις, υπερβατικό, βρίσκεται θρονιασμένο σε ενα φαντασιακό επέκεινα, σε μια δική του λογοτεχνική νιρβάνα και από κει περιγελά ή συγκατανεύει φιλικά προς όλες τις απόπειρες προσέγγισης.

Το θέμα είναι λοιπόν πως ένα κείμενο μιλάει για ένα άλλο κείμενο. Πως αποφεύγει τη γελοιότητα ή τις παγίδες που ελλοχεύουν στην όλη διαδικασία. Ο Προυστ τα είχε επισημάνει σαφώς πλην εμμέσως όλα αυτά. Προσπαθούμε να μεταδώσουμε την συγκίνησή και την αίσθηση μεγαλείου που μας προκαλεί η επαφή με κάποιο σημαντικό έργο, με αλλαλαγμούς, επιφωνήματα, πιθηκισμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Αυτή την εικόνα έχουν πολλές φορές τα κριτικά κείμενα ή οι φιλολογικές αναλύσεις, και δη στις μέρες μας. Άλλοτε το κείμενο που μιλούσε ευμενώς για άλλο κείμενο μπορεί να διακρινόταν από λεπτότητα, ευγένεια, διακριτικότητα, ηθική σεμνότητα. Σήμερα βλέπουμε πολύ συχνά μια τάση θεοποίησης του προς εξέτασιν προσώπου να γίνεται κανόνας ύφους και περιεχομένου.

Δεν είναι ψέμα στον σύγχρονο περί λογοτεχνίας δημόσιο λόγο, όπως εκφράζεται μέσα από περιοδικά, ίντερνετ κτλ. να υπερθεματίζεται η προσωπικότητα και το έργο κάποιου (εκλιπόντος συνήθως συγγραφέα) με ορολογία που προσιδιάζει σε ροκ σταρ. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι συχνά με επίθετα και χαρακτηρισμούς, τύπου “μεγάλος”, “τεράστιος”, ”ανυπέρβλητος”, “αριστουγημα”, “σκοτεινή ιδιοφυΐα” που συνοδεύουν σπουδαίους κατά τα άλλα δημιουργούς όπως Μπουκόφσκι, Μπολάνιο, Μαλλαρμέ κ.ά. Η αμετροέπεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο και δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να εκλείψει μέσα από τέτοιου είδους επισημάνσεις.

Το να γράφεις κείμενα για άλλα κείμενα είναι σαν να βάζεις έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μπροστά σε έναν κανονικό καθρέφτη. Το αποτέλεσμα βγαίνει αναγκαστικά αλλοιωμένο. Η εικόνα του πρώτου κειμένου αποτυπώνεται στο τεθλασμένο της είδωλο με τρόπο άγαρμπα και αδέξια σοβαροφανή. Το κείμενο που μιλάει για άλλο κείμενο είτε είναι εγκωμιαστικού χαρακτήρα είτε έχει χλευαστική διάθεση δεν μπορεί να σταθεί τις περισσότερες φορές με αξιοπρέπεια απέναντι στο αντικείμενο του. Καταρρακώνεται, συντρίβεται, εκμηδενίζεται από αυτό.

Από την πλειάδα των σημαντικών λογίων που παρελαύνει στον τόμο Κ.Π. Καβάφης Κριτικές Μελέτες, αναφερθήκαμε με έμφαση στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα γιατί αντιστέκεται πεισματικά σε αυτή την κατηγορία. Κωφεύει στις σειρήνες της ενθουσιαστικής παρουσίασης, (σαφώς σε ένα έργο σαν το καβαφικό κάτι τέτοιο είναι τρομερά δύσκολο) και επιλέγει έναν τρόπο προσέγγισης αυστηρό, αλλά εναργή, επιφυλακτικό, αλλά και γενναιόδωρο, λεπτομερειακό αλλά εν τέλει ακριβοδίκαιο.

Ασφαλώς μπορεί να καταλογισθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση έλλειψη πάθους, άνευρη διάθεση, ψυχρότητα. Δεν πειράζει. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (και) για λόγους διακειμενικής εντροπίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Χάρης Γαρουνιάτης: Τρία ποιήματα

γρασίδι

Τουριστικός οδηγός

Δεν είναι Λονδίνο εδώ, να βγαίνει ο σπάνιος ήλιος
και ν’ αλείφουμε τα γρασίδια με τα κορμιά μας.

Σπανιότητα είναι η βροχή, εκλεπτυσμένη, εξωτική·
αρθρώνει περιοδικά το μελαγχολικό της λόγο.

Είμαστε οι κληρονόμοι του μεγάλου καλοκαιριού.
Επιδεικνύουμε μηδενική ανοχή στην κακοκαιρία.

Σ’ αυτή τη γη ο ήλιος επέλεξε ν’ απλώσει τις γενιές του·
σ’ αυτή τη γη υπαινίσσεται τους υπαινιγμούς του.

Όταν οι επισκέπτες λένε ότι ο ίδιος ήλιος έλουσε
κάποτε το Σοφοκλή και τη Σαπφώ, καπηλευόμαστε

μια απλή συνωνυμία κι αλλάζουμε γρήγορα το θέμα:
πίνουμε, χορεύουμε, γελάμε. Είμαστε χαρούμενοι εδώ,

έχουμε κέφι· καμιά σκιά δε θα περάσει πάνω απ’ τη διάθεσή μας.
Ο καιρός είναι αίθριος, η θλίψη παροδική σαν μπόρα.

Αλίμονο, φάγαμε τον τόπο. Τίποτε δε βρέθηκε
που να δικαιολογεί τη θλίψη μας εδώ.

*   *   *

Σύνοψη

Στην αρχή η ζωή·
επιτακτικά. Κάποτε,
η αγενής κλήση στο σπίτι,
μια τυχαία διαλεγμένη
στιγμή μέσα στη νύχτα.

Έπειτα πάλι η ζωή,
αναπόφευκτα πια: η διαλογή
του ξύλου, τα κόστη, οι πιστοποιήσεις·
κι ύστερα ο πιο μαύρος
από τους ήλιους· η συνοδεία

με πένθιμα, αργά παπούτσια·
το νεκρό όνομα στα χείλη (μια λέξη
διόλου χρηστική), και η βόλτα
μες στα χρόνια έως τη μέρα
που θα επιστρέψεις για να πεις:

τα γόνατά σου –μαρμάρινα τώρα–
αντέχουν το βάρος μου ξανά.
Τελικά, τίποτε περισσότερο
από ένα ποτήρι που πέφτει και σπάει
μπροστά σε χίλια μάτια κουφών.

*   *   *

Σονέτο ενός πρόωρα γερασμένου εαυτού
σε ύφος μεγαλορρήμον και παρωχημένο

Πότε θα έρθει η χρονιά εκείνη
σαν ερωμένη αργά να μου αφαιρέσει
το ρούχο της νεότητας; Θα μ’ έχει
ολότελα η ζωή εκθλίψει, μα απ’ του

περίγυρου το βλέμμα μια για πάντα
θα ‘χει χαθεί η προσδοκία της δράσης,
αφού το σώμα μου θ’ απεικονίζει
πιστά τη ζαρωμένη μου ψυχή. Και

τότε μ’ ευλάβεια θα σκύβουν όλοι,
κι εγώ με υπόκωφη φωνή θα στάζω
στην άφρονα και σπάταλη ακοή τους
το απόσταγμά μου αυτό που πια δε σφάλλει.

Βιάσου λοιπόν εσύ, έντιμη ηλικία —
εκτός αν έσφαλε και πάλι η νιότη.

Συμπόσιο Κονδύλη: Οφειλές & ευχαριστίες

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Και τις δύο μέρες του Συμποσίου για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι γενικές εντυπώσεις ήταν εξαίρετες. Ζωηρή και έντονη συζήτηση, πρωτότυπες και ουσιαστικές εισηγήσεις, αθρόα προσέλευση και αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού. Ίσως η αποστροφή εκείνη του Νίκου Ξυδάκη ότι τόσοι και τόσοι άνθρωποι από τους πιο διαφορετικούς χώρους, συγγραφείς και πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες και επιστήμονες, αφιερώσαμε ένα Σαββατοκύριακο για να μιλήσουμε για το έργο του Κονδύλη και την σημερινή Ελλάδα μέσα στην παρούσα συγκυρία, να συνοψίζει το πνεύμα της εκδήλωσης.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους, ο Μιχάλης και η Πόπη Γκανά, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος, ο Θεοφάνης Τάσης, η Παναγιώτα Βάσση, ο Βασίλης Ξυδιάς, ο Σωτήρης Μητραλέξης, ο Σπύρος Κουτρούλης, ο Διονύσης Σκλήρης, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Ζωή Μπέλλα, η αδελφή του τιμωμένου Μέλπω Μπούμπουλη-Κονδύλη, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Άγγελος Καλογερόπουλος και ο Γιώργος Κοκκόλης, αντιδήμαρχος Ραφήνας, που προήδρευσαν σε τρεις από τις συνεδρίες μας και άλλοι πολλοί – ζητώ συγγνώμη απ’ όσους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τους 16 συνολικά εισηγητές, για την επιτυχία της εκδήλωσης εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι και με ποικίλους τρόπους. Πρώτα απ’ όλα όσοι είχαν την πρωτοβουλία του προγράμματος και του σχεδιασμού: ο Γιώργος Αντωνιάδης, που σήκωσε αγόγγυστα το μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος και έκανε το περισσότερο τρέξιμο, ο Κυριάκος Κωσταρέλος (οι φωτογραφίες εδώ είναι δικές του), ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος· οι εθελοντές του ΙΝΣΠΟΛ και οι συνεργάτες του Νέου Πλανόδιου (ειδική μνεία από μέρους μου στην Ειρήνη Γιαννάκη)· οι άνθρωποι του Δήμου Αθηναίων στην 7η Δημοτική Κοινότητα γύρω από την αεικίνητη, υποχρεωτικότατη και πάντοτε ευδιάθετη Σύμβουλο κ. Δάφνη Γαβρίλη· η κινηματογραφική ομάδα του Αντιφώνου και του Κωνσταντίνου Βεργή και άλλοι.

Προς όλους και όλες, και από τη θέση αυτή, τις θερμές μας ευχαριστίες!

Οι εισηγήσεις του Συμποσίου, εμπλουτισμένες με συνεισφορές συνεργατών που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν, όπως λ.χ. εκείνην της καθηγήτριας Ιωάννας Τσιβάκου την οποία θα προδημοσιεύσουμε προσεχώς στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου, προβλέπεται να δημοσιευτούν την επόμενη χρονιά. Θα προηγηθεί κάποια στιγμή διαδικτυακώς η βιντεοσκόπηση όλης της εκδήλωσης.

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Print