Πλην Λακεδαιμονίων!

Κύριε διευθυντά

Είναι λίγα χρόνια τώρα που ενημερωτικός ιστότοπος του Δήμου Χανίων (chania-culture.gr) γνωστοποιεί και διαφημίζει στους φιλότεχνους όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης μας.

Όλες; Όχι, ακριβώς. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες από μέρους μας, τις ενημερώσεις που στέλνουμε, ακόμη και τις απευθείας επαφές μας τελευταία για το θέμα, έως τώρα ποτέ καμία παράσταση ή εκδήλωση που διοργανώνει το Θέατρο Κυδωνία δεν αξιώθηκε να συμπεριληφθεί στον ιστότοπο του Δήμου!

Το Θέατρό μας έχει ιστορία 23 ετών στα Χανιά, επιχορηγείται ανελλιπώς από το Υπουργείο Πολιτισμού και άλλους φορείς και χαίρει πανελλήνιας αναγνώρισης. Οι “Νύχτες του Ιουλίου”, το μικρό θερινό φεστιβάλ που διοργανώνουμε στο Αίθριο του Θεάτρου σε συνεργασία με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, μπαίνουν εφέτος στον 7ο χρόνο τους. Ανεβάζουμε κορυφαία έργα της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας, κάποτε σε πανελλήνια πρώτη (φέτος την Ιφιγένεια, πολύκροτο έργο του Γκάρυ Όουεν), διοργανώνουμε συναυλίες, συζητήσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, διαλέξεις που συγκεντρώνουν εκατοντάδες ανθρώπους κάθε χρόνο, δίνουμε βήμα σε κορυφαίους εκπροσώπους του λόγου, της σκέψης, της επιστήμης, των τεχνών (μόνο εφέτος σε προσωπικότητες όπως ο επιδημιολόγος Ιωάννης Ιωαννίδης, ο φιλόσοφος Βασίλης Κάλφας, ο θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης, ο οικονομολόγος Κώστας Μελάς, ο φυσικός Ξάνθος Μαϊντάς, ο πεζογράφος Μιχάλης Μακρόπουλος κ.ά.).

Όλα αυτά δεν αξίζουν καμία αναφορά, την παραμικρή μνεία;

Ειλικρινά, απορούμε.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ, σκηνοθέτης,
διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, συγγραφέας,
διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον

Η επιστολή αυτή εστάλη στα τοπικά ΜΜΕ και δημοσιεύτηκε σε κάποια από αυτά.

*

*

Νέο τεύχος! ΝΠ7

(περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Στοχασμοί (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)

*

Γιατί δεν ενδείκνυται να χάνουμε την ψυχραιμία μας; Γιατί τότε είμαστε ειλικρινείς.

Υπάρχει κάτι ακόμα θλιβερότερο από το ναυάγιο των ιδεωδών σου: η πραγμάτωσή τους.

Πηγή όλων των αμαρτημάτων είναι το αίσθημα της μειονεξίας – το ονομαζόμενο και φιλοδοξία.

Η θρησκεία συνίσταται στην πίστη πως ό,τι συμβαίνει είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα εξαφανιστεί ποτέ.

Δεν αρκούν οι συμφορές για να γίνει ο βλάκας έξυπνος.

Πρώτα υπηρετούσε η εξουσία τις ιδεολογίες, τώρα οι ιδεολογίες υπηρετούν τη εξουσία.

Ο επαγγελματισμός στην έκφραση ενθουσιασμού είναι η εμετικότερη ανειλικρίνεια.

Δεν είμαι φιλόδοξος: είμαι περήφανος. Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλάβεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτε.

Μπορεί με αγάπη μπορεί και με μίσος, αλλά έτσι κι αλλιώς με τη βία.

Κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιο ανθρώπινο ναυάγιο και προσπαθεί να το σώσει. Κάποτε, επιτυγχάνει. Και κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άνδρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό, το πετυχαίνει πάντοτε.

Τί νόημα έχει να ζεις με τους άλλους όταν στα πράγματα που αληθινά είναι σημαντικά για τον καθένα ο καθένας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τον άλλον;

Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλαβαίνεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτα.

Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρότητα της μοίρας, αφού έτσι κι αλλιώς αποκτάς ό,τι επιθυμήσεις με επαρκή ένταση. Το πρόβλημα είναι μάλλον πως δεν μας αρέσει ό,τι αποκτήσαμε. Και τότε δεν πρέπει να τα βάζουμε ποτέ με τη μοίρα παρά με τις επιδιώξεις μας.

Ή χωροφύλακες ή εγκληματίες.

Δίκιο έχουν οι ηλίθιοι, οι παλαβοί, οι ξεροκέφαλοι, οι βίαιοι, οι πάντες – εκτός από τους λογικούς ανθρώπους. Τί άλλο γίνεται μέσα στην ιστορία πέρα από το να εφευρίσκει ο καθένας λογικές εξηγήσεις για τις παλαβομάρες του; Κι αυτό πάλι σημαίνει ότι έρχονται καινούργιοι παλαβοί στο προσκήνιο που τα κάνουν όλα άνω κατω.

Πρέπει να είμαστε παλαβοί, όχι ονειροπόλοι. Να βρισκόμαστε εντεύθεν του κανόνα, όχι εκείθεν.

Ένας παλαβός μπορεί να ξανάρθει στα σύγκαλά του, όμως ο ονειροπόλος δεν έχει άλλη λύση παρά ν’ απογειωθεί. (περισσότερα…)

Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα

*

της ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της,  ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού». (περισσότερα…)

Θρησκεία και πολιτική

*
Όσοι πιστεύουν ότι πολιτική και θρησκεία
δεν αναμειγνύονται, δεν καταλαβαίνουν καμιά τους.
ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Μια από τις αυταπάτες του Διαφωτισμού ανἐκαθεν ήταν ότι διαχωρίζοντας την Εκκλησία από το Κράτος, θα κρατηθεί η θρησκεία μακριά από την πολιτική. Μια ματιά σε κράτη από την απαρχή τους αμιγώς κοσμικά, τις ΗΠΑ ή την Τουρκία λ.χ., δείχνει το μέγεθος της πλάνης. Ο προτεσταντικός ριζοσπαστισμός στις ΗΠΑ, η εθνική ορθοδοξία του Πούτιν, ο πολιτικός ισλαμισμός σε όλες του τις εκδοχές, ο ινδουϊσμός του Μόντι, ο ζηλωτικός ιουδαϊσμός του Νετανιάχου είναι μερικές ακόμη αποδείξεις για τι συμβαίνει σήμερα στην πράξη, παγκοσμίως.

Μια δεύτερη αυταπάτη του Διαφωτισμού είναι ότι η θρησκεία έχει να κάνει πρωτίστως με την μεταφυσική πίστη, ότι μπορεί να αρκεστεί στα του οίκου της στο μέτρο που δίνεται στους πιστούς της η ελευθερία να την ασκούν. Η θρησκεία όμως μόνο δευτεροτριτευόντως έχει να κάνει με την πίστη και τα θεολογικά δόγματα. Η θρησκεία προσδίδει ταυτότητα, πυξίδα, προσανατολισμό, κοινωνικοποιεί, διαπλάθει συλλογικότητες, είναι δίχτυ κοινοτικής ασφάλειας και μέριμνας. Αυτή είναι η κύρια λειτουργία της, όχι η λατρεία σ’ ένα εν υψίστοις Ανώτατο Ον.

Η νεωτερικότητα όλα αυτά προσπάθησε να τα αναπληρώσει, και το πέτυχε για ένα διάστημα, με την οικονομική ανάπτυξη και το κράτος προνοίας. Από τη στιγμή που και το ένα και το δεύτερο στόμωσαν, ήταν επόμενο ότι κάτι άλλο θα επιχειρούσε να πάρει τη θέση τους.

Πριν λίγες μέρες μόλις ο Ντόναλντ Τραμπ αναρωτήθηκε ρητορικά στη λαοσύναξη των Αμερικανών ευαγγελικαλιστών αν ένας χριστιανός μπορεί ποτέ να ψηφίζει Δημοκρατικούς. Και το ερώτημά του έχει βάση, κοσμική θρησκεία αυτών των τελευταίων είναι ο ατομοκεντρικός δικαιωματισμός, που δεν συμβιβάζεται με την ατομική και κοινωνική ηθική του χριστιανισμού. (Για την ακρίβεια, είναι οι αντίποδές της).

Όμως η πραγματική διαπάλη εδώ βρίσκεται κάτω από τα δόγματα και τις ιδεολογίες. Η σύγκρουση είναι κοινωνική/ταξική: η βαθιά εθνικόφρων και παραδοσιολατρική Αμερική των περιοχών της σκουριάς και της παρακμής εξεγείρεται κατά των υπερφιλελεύθερων διεθνιστικών ελίτ της Ουώλλ Στρητ και των μητροπόλεων. Ο χριστιανισμός και ο δικαιωματισμός εδώ είναι απλώς τα σύμβολα, τα ιερά λάβαρα δύο διαφορετικών κόσμων. Και η (κοσμοϊστορική) σύγκρουση θα είναι απηνής, διότι πλέον δεν υπάρχει τίποτε που να γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσά τους. (περισσότερα…)

Ο «Μέγας  Αποστρέφων» και η γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Ελένη Χαϊμάνη,
Η τρίτη βάρδια,
Σμίλη, Αθήνα 2023

To να κάνει δημόσια λόγο ένας άντρας κριτικός και δημιουργός για τη γυναικεία ποιητική παραγωγή ενέχει από μόνο του εξαρχής μια αντίφαση και θέτει δυναμικά ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση χιλιοφορεμένη περί της λεγόμενης «γυναικείας γραφής», περί θεματικών και τρόπων που είναι προσφιλείς στις γυναίκες ποιήτριες και περί των ορίων εντός των οποίων οι τελευταίες είθισται –ή και ορίζεται από κάποιους πως οφείλουν– να κινούνται. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει καταδείξει προ πολλού τα όριά της κι ωστόσο επιμένει να επαναλαμβάνεται αενάως ωσάν παραδοσιακό εορταστικό έθιμο, με την κάθε ιδεολογική γραμμή, συντηρητική, προοδευτική, προνεωτερική ή μετανεωτερική, να διαβάζει στρεβλά κι αποσπασματικά τη γυναικεία ποιητική παραγωγή και να εστιάζει μονάχα σε όσα επιβεβαιώνουν τις ήδη προκατασκευασμένες κι έτοιμες θεωρήσεις της. Και πάντοτε, φυσικά, με τη συνήθη και μεγαλοπρεπή διατύπωση με την οποία μας παρουσιάζεται κάθε φορά η εκάστοτε «λήψη του ζητουμένου». Το τελευταίο, μάλιστα, διάστημα προβάλλεται έντονα τόσο από γυναίκες δημιουργούς κάτω των 40 ετών όσο και μέσα από ορισμένες βραχύβιες συλλογικότητές τους το πρόταγμα της «αγάπης» ως ικανό από μόνο του να αποτελέσει υπόδειγμα συνεκτικής αφήγησης, καθώς και η επίταση μιας ασαφούς κι άνευ ορίων «συμπεριληπτικότητας» που εντούτοις υποκρύπτει υποδόρια μυριάδες αποκλεισμών.

Προερχόμενος από τον έμμετρο χώρο που εξ ορισμού συνειδητά και οριοθετείται και αποκλείει ώστε να είναι σε θέση να δομήσει αφήγημα ικανό να αντέξει στο χρόνο και τη μεταβολή των εποχών, στέκομαι ιδιαίτερα στα αίτια που ελάχιστες νέες ποιήτριες επιλέγουν σήμερα να εκφραστούν στον έμμετρο και κανονικό στίχο. Είτε αφορούν νεωτερικές στρεβλώσεις περί της αλλαγής του λεκτικού που συντελέστηκε δήθεν διά παντός με το πέρασμα στο μοντερνισμό, είτε έχουν να κάνουν με μια νεανική ευκολία εστίασης στο προσωπικό έναντι του συλλογικού και καθολικού και σε μια ημερολογιακή πεζολογική καταγραφή άνευ της παρουσίας του λυρισμού είτε ακόμα σχετίζονται και με ορισμένες μειοψηφικές απολήξεις μεταμοντέρνων εκφάνσεων του φεμινιστικού κινήματος που καλούν τις γυναίκες δημιουργούς να απεκδυθούν κάθε «κορσέ» δομημένο από το άλλο φύλο, οι αιτίες που στρέφουν τις νέες δημιουργούς μακριά από τον έμμετρο στίχο είναι ένα ζήτημα πέρα για πέρα υπαρκτό και άξιο προβληματισμού και συζήτησης, παρά τα διαφορετικά συμπεράσματα που μπορεί κανείς να καταλήξει. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι περιπτώσεις ποιητριών των τελευταίων δεκαετιών που ξεκίνησαν να γράφουν έμμετρα –ή έστω σε επικοινωνία με μια ρυθμική ποίηση- και γρήγορα άφησαν αυτόν τον τρόπο έκφρασης στην άκρη, προσαρμοζόμενες σε εφήμερες κι επικαιρικές επιταγές που ενδεχομένως να ανοίγουν το δρόμο σε κάθε λογής «βραχείες λίστες» και στην εκτίμηση μιας κατεστημένης μερίδας του εγχώριου ποιητικού επιστητού. Αν αυτά, ωστόσο, είναι τα όρια της σκέψης και των ονείρων της εποχής μας, ποια μοίρα τότε περιμένει όποια ποιήτρια παρεκκλίνει από τη νόρμα; (περισσότερα…)

Πνιγμός στο πεύκο

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΠΝΙΓΜΟΣ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ

Έλα μαζί μου να πνιγείς στο λευκό, μου φωνάζει ο έρωτας της γλάστρας. Μα πώς η λευκότητα ισοδυναμεί με τον ακραίο θάνατο; Πώς είναι δυνατόν να βυθιστώ στην ερωτική έκλαμψη και να χαθώ; Υπάρχουν στ’ αλήθεια και λευκά σκοτάδια;

Υπάρχουν, λέει ο έρωτας της γλάστρας. Όπως σε σκοτώνει το μαύρο, έτσι και το κραταιό λευκό σε ρουφάει και σ’ εξαφανίζει. Κι όπως το μπλάβο χρώμα σε ωθεί και σ’ αφανίζει στα λαγούμια του, έτσι και το υπερχειλίζον λευκό σε διαλύει με την αχαλίνωτη οξύτητά του.

Κι εγώ που αναζητώ στα χρόνια μου όλα την αγνότητα του λευκού, την απαράγραπτη λαμπρότητά του, την άφεση και τη συγχώρεση;
Δεν το κατάλαβες, μου λέει ο έρωτας της γλάστρας. Δεν είναι το ακραιφνές λευκό που αναζητάς, αλλά την ήρεμη φωτοσκίασή του.

* (περισσότερα…)

Καὶ δείξον αὐτὸ ἄσειστον ἀκλόνητον ἐστηριγμένον

*

«Πᾶσι Ῥωμαίοις μέγας δεσπότης ἤγειρε Ῥωμανὸς νέον ὁ παμμέγιστος τόνδε πύργον ἐκ βάθρων»· επιγραφή σε πύργο των χερσαίων τειχών, του 10ου αιώνα.

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #3
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~


 

Καὶ δείξον αὐτὸ ἄσειστον ἀκλόνητον ἐστηριγμένον

Η Άλωση, όπως τη μάθαμε ήδη από τα σχολικά βιβλία, μας θυμίζει κάθε χρόνο τα τείχη της της Κωνσταντινούπολης, αυτό το θαυμαστό έργο της οχυρωματικής, που σήκωσαν επί 54 μέρες το βάρος της επίθεσης των Οθωμανών Τούρκων το 1453. Εκτεινόμενα σε μήκος είκοσι περίπου χιλιομέτρων, περιέκλειαν την παλαιά πόλη σε όλη της την έκταση, από τη στεριά και τη θάλασσα. Τα χερσαία τείχη είχαν ιδρυθεί στα χρόνια του Θεοδοσίου του Β΄, στις αρχές του 5ου αιώνα, ενώ τα θαλάσσια κτίστηκαν μάλλον αργότερα. Σήμερα εξακολουθούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους να στέκουν όρθια και επιβλητικά, αλλού ως μελαγχολικά ερείπια που καταρρέουν και αλλού αναστηλωμένα με ευτελή υλικά. Μπροστά από τα χερσαία υπάρχουν ακόμη κάποιες γεωργικές καλλιέργειες, μέσα στη βυζαντινή τάφρο, θέαμα συγκινητικό και παράδοξο στη γιγαντωμένη Πόλη των δεκαέξι εκατομμυρίων κατοίκων. Άλλα σημεία τους φιλοξενούν περιθωριακές φυσιογνωμίες και αρχαιοκαπήλους που τα καταστρέφουν αναζητώντας θησαυρούς. Τα θαλάσσια τείχη έχουν πάψει εδώ και χρόνια να είναι τέτοια, καθώς οι ακτές επιχωματώθηκαν και σήμερα διέρχονται από μπροστά τους λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Ο Φάνης

*

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

~.~

Ο  ΦΑΝΗΣ

Βαμμένος κουμμουνιστής απ’ τα γεννοφάσκια του. Αγώνες, κυνηγητά, εξορίες… Δεν τον άφηκαν σε χλωρό κλαρί, άσπρη μέρα δεν είδε, γλυκό ψωμί δεν χόρτασε. Ακούει «καπιταλισμός» και «κατεβάζει καντήλια», ακούει «δεξιά» και στρέφει την κεφαλή του ζερβά.

Να σε πιάνει στο κουβεντολόι και σταματημό να μην έχει…

Κάθε τρεις λέξεις «ο άτιμος καπιταλισμός», κάθε τέσσερις «το γαμημένο ρουφιάνικο σύστημα».

Να σου λέει για το κόκκινο πουλόβερ που το ’στειλε ο αδερφός του απ’ την Αμερική και τονε σαλατιάσανε στο ξύλο οι μπασκίνες – οι χωροφύλακες – για να το βγάλει και του το κάμανε γνέμα, χειμώνα καιρό. Και τον κωλοσέρνανε στις λάσπες και του τρίβανε βουνιές στα μούτρα και τον κλωτσάγανε στ’ αχαμνά και τον φτύνανε μεσοστρατίς και του βρίζανε τ’ απαυτό της μάνας του και γελάγανε και βαράγανε κουμπουριές και τον αφήκανε να τρέξει μπροστά για να γλιτώσει κι ύστερα απολύσανε τα σκυλιά να τον προκάμουνε…

«Και σε προκάμανε, μωρέ Φάνη;» τον ρώταγες με προσποιητή αγωνία για την χιλιοειπωμένη ιστορία.

«Άμα με προκάνανε, ωρέ, πώς θα σ’ τα ’λεγα τώρα;» απάνταγε και τράνταζε το γέλιο του το τραμέντζο.

Σο’ ’δειχνε και το σημάδι στο κούτελο, ένα βαθούλωμα από κοπανιά. Κι άλλα σημάδια, διάσπαρτα παντού πάνω του – παλιά παράσημα κρεάτινης στολής, του ίδιου του δέρματός του.  Τον έρμο, τον Φάνη! (περισσότερα…)

Η γεωπολιτική διάσταση του ανταγωνισμού των τεχνολογικών κολοσσών

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη που επικρατεί στον πλανήτη, αυτό που θα χαρακτηρίσει τον 21ο αιώνα θα είναι η μετάβαση από το καθεστώς της αμερικανικής ηγεμονίας στο καθεστώς μιας έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Κίνας.

Η πρώτη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών είναι εμφανής και αφορά στην συγκέντρωση ισχύος στη Νέα Τεχνολογία. Πρόκειται για τη νέα ψηφιακή τεχνολογία (τεχνική νοημοσύνη, ρομποτική κτλ.). Οι ΗΠΑ διαθέτουν πέντε μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας: Alphabet, Amazon, Facebook, Apple, Microsoft. Πρόκειται για τις εταιρείες που θεωρούνται ανάμεσα σε αυτές με τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία σε παγκόσμια κλίμακα από το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας.

Η κάθε μία από αυτές εξειδικεύεται στη διαδικτυακή διαφήμιση, στις διαδικτυακές πωλήσεις, σε υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων (messaging), στο υλισμικό (hardware) και στο λογισμικό (software). Οι πέντε εταιρείες έχουν γιγαντωθεί τα τελευταία χρόνια χάρις στις επενδύσεις που έχουν κάνει στην έρευνα και την ανάπτυξη, αλλά και στις εξαγορές και συγχωνεύσεις που έχουν προβεί, εξαλείφοντας κάθε πιθανό μελλοντικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση μονοπωλίων που δυσκολεύουν αφάνταστα την είσοδο άλλων εταιριών στην αγορά, για να μην πούμε την απαγορεύουν de facto. Παράλληλα, είναι οι μεγάλοι νικητές της περιόδου της πανδημίας. Επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους παράγοντας σωρεία κερδών.

Τα τελευταία έτη, η άνοδος της Κίνας στο παγκόσμιο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό παίγνιο και σε αυτόν τον τομέα ήταν δυναμική. Τέσσερεις κινέζικες εταιρίες υψηλής τεχνολογίας προβάλλουν ως οι ισχυροί ανταγωνιστές των αμερικάνικων εταιριών αμφισβητώντας την ηγεμονία τους στο πλανητικό πεδίο. Πρόκειται για τις εταιρίες Baidu, Alibaba, Tencent και Xiaomi, οι οποίες έχοντας κυριαρχήσει στην κινεζική αγορά για χρόνια, επεκτείνονται σε παγκόσμια κλίμακα. Και οι κινέζικες εταιρείες δρουν ακριβώς όπως και οι αμερικάνικες. Η μοναδική τους διαφορά είναι ότι βρίσκονται κυριολεκτικά στην υπηρεσία της κυβέρνησής τους, ενώ οι αντίστοιχες αμερικάνικες πράττουν το ίδιο με έμμεσο τρόπο. (περισσότερα…)

Δεύτερες τετραετίες


*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στην ιστορία, τη λογοτεχνία, την προσωπική ζωή του καθενός αφθονούν: κάθε σελίδα μια προδοσία, κάθε κεφάλαιο μια συνωμοσία. Όμως υπάρχει πολύς, πάμπολυς κόσμος εκεί έξω που σε κάθε προσπάθεια της σκέψης να πάει λίγο πιο κάτω από την επιπολή (λέξη που σημαίνει επιφάνεια, εξ ου και το «επιπόλαιος», ρηχός, αβαθής) σου απαντά με αγανάκτηση: «συνωμοσιολογίες!» Και οι επαγγελματίες της αφέλειας ή της προπαγάνδας που κάνουν καριέρα ως «αντισυνωμοσιολόγοι», ως «ειδήμονες», ως «fact checkers», ως «διαφωτιστές» και δεν συμμαζεύεται, είναι λεγεώνα.

Το γιατί συμβαίνει αυτό το εξηγεί καλά εκείνο το απόφθεγμα του Κονδύλη για τους μικροαστούς, που «η πίστη στην ύπαρξη και πρακτικότητα των γενικώς αποδεκτών κανόνων της ηθικής τούς παρέχει ένα αίσθημα πρόσθετης ασφάλειας». Για τον μέσο άνθρωπο, τον «Ανθρωπάκο» του Φάλλαντα, η πίστη ότι μερικά πράγματα δεν γίνονται, απλώς και μόνο επειδή εκείνος τα θεωρεί αδιανόητα, είναι μια παρηγοριά, μια ψευδαισθητική αυτοδιαβεβαίωση ότι ελέγχει τα ανεξέλεγκτα, ότι το πλαστικό τιμονάκι που κρατάει σφιχτά στις ιδρωμένες παλάμες του, είναι η Μοίρα του. Κι ότι αυτός είναι ο αυτεξούσιος οδηγητής της.

~.~

Οι δεύτερες τετραετίες μεταπολιτευτικά ταυτίστηκαν με δεινά μεγάλα για τον τόπο. Η δεύτερη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου (1985-89) σημαδεύτηκε από το σκάνδαλο Κοσκωτά, το σύνθημα «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» και την εξευτελιστική φαρσοκωμωδία στο Ελληνικό, κατά την υποδοχή του σερνάμενου Αρχηγού μετά της ερωμένης. Η χώρα έκανε χρόνια να συνέλθει από το σοκ, οι θεσμοί έφτασαν στα όριά τους, την πολιτική αντιπαράθεση αντικατέστησαν οι πόζες της Μιμής και τα Ειδικά Δικαστήρια.

Η δεύτερη τετραετία Σημίτη (2000-2004) έμεινε στη συλλογική μνήμη συνδεδεμένη με τη δυσωδία της μίζας: Παπαντωνίου, Τσοχατζόπουλος, Τσουκάτος, Μαντέλης, Σήμενς και κομματικά ταμεία. Κάποια απ’ αυτά είχαν τις ρίζες τους ήδη στην πρώτη τετραετία, όπως και η αρπαχτή του αιώνα, το λεγόμενο «σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», αλλά ήταν μόνο στη δεύτερη που έγιναν αντιληπτά. Ελάχιστοι από τους υπαιτίους τιμωρήθηκαν, και αυτοί συγκυριακά. Πάνω στην αναμπουμπούλα της χρεοκοπίας μας το 2010, χρησίμευσαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για να τη βγάλουν καθαρή οι μεγάλοι ένοχοι.

Η δεύτερη τετραετία Καραμανλή ήταν… διετία: 2007-2009. Ξεκίνησε με έναν εκλογικό θρίαμβο παρότι η χώρα είχε γίνει αποκαΐδια το καλοκαίρι του ’07. Μερικοί νεοδημοκράτες είχαν καβαλήσει τόσο το καλάμι που δήλωναν δημοσίως ότι «σχεδιάζουν την τέταρτη τετραετία»! Την τρίτη την είχαν στο τσεπάκι πίστευαν. Ήταν όμως τόσο άθλια η διαχείριση των δημοσιοοικονομικών, τόσο γιγαντιαία η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, ώστε με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Αμερική, ο Ηγέτης ψυλλιάστηκε τη θύελλα και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια διά των εκλογών. Και έπραξε σοφά, όπως αποδείχτηκε: η βόμβα έσκασε στα χέρια του διαδόχου του και τον σάρωσε – όπως όλους μας. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις δύο πρώτες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

1.

Το ποδήλατό μου το αγόρασα πριν από δυο εβδομάδες από τον Βόλο, είναι ένα ποδήλατο πόλης, μονοτάχυτο και με νίκελ τιμόνι, λιτό, αέρινο, και με όμορφο ρετρό φανάρι. Ο Κίνναμος έχει το παλιό Raleigh του συγχωρεμένου πατέρα του. Το ποδήλατο ήταν παρατημένο στην αυλή, σκούριαζε, σάπιζε. Μια πρωία ο Κίνναμος αποφάσισε να το αναστήσει Έκανε το εξής: το έδωσε για ανακατασκευή σε έναν άψογο και υπομονετικό μάστορα, ο οποίος γυάλισε τα αλουμίνια,  έτριψε τη σέλα και την πότισε χημικά, για να μαλακώσει το δέρμα, έβαλε λαμπερούς καθρέφτες και πέταξε την παλιά σκουριασμένη σχάρα, έβαψε τον σκελετό, τα φτερά και το πηρούνι με μια βαφή στο γκρίζο του ταλαιπωρημένου δολλαρίου, και τέλος έστησε το δημιούργημά του, τον δίτροχο Λάζαρο, δίπλα από την είσοδο σαν κράχτη της μαστοροσύνης του. Φυσικά η συγκίνηση του Κίνναμου, όταν είδε το σαράβαλο αναστημένο,  ήταν για τον πατέρα του, που δεν ζει πια: τον φαντάστηκε νέο, ένα ηλιόλουστο πρωί στο κέντρο της Λάρισας, πενήντα χρόνια πριν, να βγαίνει από ένα ποδηλατάδικο που δεν υπάρχει πια, να καβαλάει το Raleigh και να εξαφανίζεται στις γειτονιές της πόλης. Ω, κάνουμε στάση στον ναό του Θαυλίου Διός, έχουμε βγει από το Βελεστίνο.  Βγάζω από την τσάντα το θερμός με τον καφέ, σκουπίζω τις πευκοβελόνες από το παγκάκι και το βλέμμα μου χάνεται στα κτήματα, στα ερείπια, στον λόφο Μπακάλη. Ελληνικός χωρίς καϊμάκι δεν πίνεται, το ίδιο πιστεύει και ο Κίνναμος, ποτίζω, αηδιασμένος, τις δάφνες με το νεροζούμι και προτείνω στον φίλο μου αλλαγή πλεύσης: να μεταφέρουμε το στρατηγείο μας στο πλησιέστερο καφενείο: στο αμέσως επόμενο χωριό.

Πότε έγιναν οι ανασκαφές εδώ; ρωτάει ο Κίνναμος, χαϊδεύοντας με το βλέμμα του τα κομμάτια του θριγκού, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κατά μήκος του διαδρόμου, τα επιβλητικά μέρη του επιστύλιου και τον γκριζωπό σπόνδυλο ενός δωρικού κίονα. Η καημένη αρχαιολογική υπηρεσία μας δεν είχε λεφτά το 1920, απάντησα, μια μίζερη ζητιάνα ήταν, ως εκ τούτου όλα έγιναν με τη βοήθεια των Γάλλων. Α χα, έκανε ο Κίνναμος. Ποιος ξέρει, γύρισα και είπα, ο παππούς μου ήταν παιδί τότε, έντεκα χρονών. Και σκέφτηκα ένα τσούρμο παιδιά, ξυπόλητα, παιδιά του χωριού, αγόρια: Έχουν μαζευτεί μπουλούκι στα υψώματα και χαζεύουν τους θησαυρούς που είχε φέρει στο φως η σκαπάνη:  ένα γυάλινο περιδέραιο, ένα μελαμβαφές αγγείο, ενώτια από χρυσό και ασήμι. Ο Κίνναμος έχει κάνει λίγο πιο κει, τι είναι εδώ, λέει, κι άλλος ναός; Κοίτα πίσω σου, είπα, έχει κιόσκι ενημέρωσης. Ο Κίνναμος θέλει να μείνουμε κι άλλο, του αρέσει στον ναό, είναι πολύ όμορφο το σημείο, μέσα στα πεύκα. Αλλά εγώ χρειάζομαι καφέ. Και βγαίνουμε να πάρουμε τα ποδήλατά μας. Η ώρα έχει πάει έντεκα και δέκα. (περισσότερα…)