ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Κέβιν Τζών Χάρτ, Ἡ Λέξη

*
Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Λέξη

Πές δάσος καί κάθετι εἶναι ξεκάθαρο ξανά.
Τό δάσος εἶναι ὁλόγυρά σου, σάν τήν νύχτα,
Ἀκατόρθωτο νά τό συλλάβεις. Τό στόμα σου σκοτεινό.

Μιά σκλήθρα γρήγορα βρίσκει τόν δρόμο της στό τρυφερό σου δάχτυλο.
Ἐκεῖνο τό γέρικο δέντρο σκισμένο ἀπό τόν κεραυνό δέν θά μετακινηθεῖ.
Ἡ ψιλή βροχή τῆς περασμένης χρονιᾶς στό βάθος τοῦ κορμοῦ κρυστάλλωσε

Καί τώρα μιά μελένια σάρκα λάμπει ἀνάμεσα στόν ραγισμένο φλοιό.
Τό στόμα σου εἶναι σκοτεινό. Προχώρησε βαθιά μέσα στόν ἑαυτό σου,
Ἄσε τήν ἡσυχία νά συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ, μετά πές τή λέξη.

KEVIN JOHN HART

*

*

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα

*

Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ

Από το «Ο Τυχερός Ταξιδευτής» (1982)

Εποχή Φασματικής Ειρήνης

Και τότε όλα των πουλιών τα έθνη σήκωσαν μαζί
το δίχτυ το πελώριο των σκιών τούτης της γης
μέσα σε διάλεκτους πολυπληθείς, γλώσσες που τιτιβίζανε
γαζί-γαζί, ραφή-ραφή συρράπτοντάς το. Εξάγνισαν
απάτητες πλαγιές από σκιές θεόρατων πεύκων
οδούς εσπερινές από σκιές γυάλινων πύργων
και κάποιο του αστέως περβάζι που το εύθραυστο φυτό του
να ριγώνει επέμενε – με το δίχτυ ν’ ανυψώνεται βουβό, βουβά και των πουλιών
τα ξεφωνήματα εωσότου
σούρουπο πια ή εποχή, κακοκαιρία ή παρακμή δεν κυβερνούσε
μονάχα η πάροδος φωτός φασματικού,
που ούτε κι η πιο ακονισμένη σκιά να κόψει δεν τολμούσε. (περισσότερα…)

Jane Kenyon, Ἄς πέσει τό σούρουπο

*

Μετάφραση ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη
ἀφιερωμένη στήν προσφιλῆ μνήμη
τοῦ Βασίλη Ἠ. Κεφάλα (1979 – 18. 4. 2022)

*

Ἄς πέσει τό σούρουπο

Ἄς ἔρθει τό στερνό φῶς τοῦ δειλινοῦ
ἄς περάσει ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ ἀχυρώνα
στίς μπάλες πάνω, ἀνυψώνοντάς τις καθώς ὁ ἥλιος γέρνει.

Ἄς πιάσει τό τραγούδι τό τριζόνι καθώς τρίβεται
ὅπως γυναίκα πιάνει τίς βελόνες
καί τό νῆμα της. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς μαζευτοῦν δροσοστάλες στήν τσάπα
ἀφημένη πάνω στό ψηλό γρασίδι. Τ’ἀστέρια ἄς ἐμφανιστοῦν
καί τό φεγγάρι ἄς ἀποκαλύψει τό ἀργυρό του κόρνο.

Ἄς ἐπιστρέψει ἡ ἀλεπού στήν ἀμμoυδερή φωλιά της.
Ἄς ξεψυχήσει ὁ ἄνεμος. Ἄς γίνει ἡ ἀποθηκούλα
στό ἐσωτερικό της ὁλοσκότεινη. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Μέχρι τή μποτίλια στό χαντάκι, τή σέσουλα
στή βρώμη, τόν ἀέρα στά πνευμόνια
ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς ἔρθει, ὅπως θέλει, καί μή φοβᾶστε.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει
ἀπαρηγόρητους, λοιπόν ἀφῆστε τό σούρουπο νά πέσει.

ΤΖΕΗΝ ΚΕΝΥΟΝ

*

*

Ύμνος στον Νείλο

*

Απόδοση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Ο Ύμνος στον Νείλο είναι σύνθεση της εποχής του Μέσου Βασιλείου και γράφτηκε γύρω στο 2100 π.Χ. από τον Χέτυ, έναν άνδρα ταπεινής καταγωγής. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του έργου. Για την απόδοση αυτή στα ελληνικά βασίστηκα σε μια ιταλική και μια αγγλική μετάφραση. ΛΣ

~ . ~

Χαίρε, ω Νείλε, προέρχεσαι απ’ τη γη
Έρχεσαι να χαρίσεις στην Αίγυπτο ζωή!
Εκ φύσεως μυστηριώδης, ερεβώδης
σε υμνούν οι ακόλουθοί σου
τους κάμπους ποτίζεις, από τον Ρα έχεις πλαστεί
για να δίνεις στα ζωντανά τροφή
εσύ την έρημο ξεδιψάς, εσύ ανεξάντλητη πηγή
Μοιάζεις μονοπάτι που από τον ουρανό έχει κατεβεί
Τον άρτο του Σεμπ αγαπάς και του Νέπρα τους πρώτους καρπούς,
ευημερία φέρνεις στα εργαστήρια του Πτα.*

~ . ~ (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν (Σεπτ. 1927 – Μάρτ. 2019), Ἀπό τίς σκιές μας

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἀπό τίς σκιές μας

Ὑπῆρξαν τόσες πολλές λέξεις γιά τή λύπη
καί τόσο λίγες γιά τή χαρά
ἴσως καμία
πού νά μπορεῖ νά διακρίνει
τόν ἦχο ἐκείνης τῆς μυστικῆς ἄνοιξης
ν’ ἀναβλύζει πρίν ἀπό τίς λέξεις
ἄν καί τότε πού ἡ φωνή του ἀναδύεται
ἐντός μας
θέλουμε νά μπορέσουμε νά τό ποῦμε
σέ κάποιους
ἄν μείνουν νά μᾶς ἀκούσουν
νά μιλᾶμε γιά ἐκεῖνο
τό πέρα ἀπό λέξεις
ἡ λύπη μπορεῖ νά ὑψωθεῖ ἐντός μας
μέσα στήν εὐτυχία
καί ἡ χαρά μπορεῖ νά μᾶς ξαφνιάσει
ἐν μέσῳ ἀνείπωτης λύπης
καί οἱ δύο μᾶς γνωρίζουν
ἀπό τήν ἀρχή πρίν τήν παρουσία μας ἐδῶ
ἀλλά ἄν τούς ἀπευθυνθοῦμε
μόνον ἡ λύπη καθυστερώντας στέκει
νά μᾶς ἀκούσει ὥς τό τέλος
ἡ χαρά ἐξαφανίζεται
γιά νά μᾶς ἀναμένει ἴσως
ἐκεῖ πού πού καθόλου δέν τό ἐλπίζουμε

Ἀπό τήν συλλογή Garden Time, Copper Canyon Press, 2016.

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2020 ἐπανεκδόθηκε ἡ συλλογή Garden Time, δηλαδή ἕνα χρόνο μετά την τελευτή τοῦ W. S. Merwin, καί παρουσιάζεται μέ τό ἑξῆς σημείωμα: «Τοῦτο τό τελευταῖο του θαυμάσιο βιβλίο, γραμμένο τόν καιρό πού ὁ ποιητής ἔχανε την ὅρασή του, κατακλύζεται ἀπό ἐπιθυμία, αἴσθηση ἀπώλειας καί ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Τό λαμπερό του πνεῦμα, ἡ αἰθέρια πνευματικότητα τῆς φωνῆς του μέ λεπτότητα ἀνακρίνει τήν θνητότητα, μέ εὐγένεια διερωτᾶται γι’αὐτήν· ἀκριβῶς στά τέλη τῆς ζωῆς του κελαηδεῖ ἀγαπητικά σ’ ἕναν ἀκούραστο κόσμο, ἄν καί ὄχι δίχως τρόμο καί δέος. Ὅταν πιά δέν μποροῦσε νά βλέπει καθόλου γιά νά γράφει, ὑπαγόρευε τά ποιήματά του στήν σύζυγό του, Πώλα. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα βιβλίο ἐπίγνωσης καί ἐπαγρύπνησης, μεγάλης εὐαισθησίας, τρυφερό καί μελαγχολικό, ὅπου ὁ μείζων ποιητής μας καταφάσκει στήν ζωή ἀντλώντας δυνάμεις ἀπό τίς μνῆμες του καί τήν βαθιά του σύνδεση μέ τόν κόσμο· μᾶς ὑπενθυμίζει ἔτσι πώς “Ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι νά εἴμαστε τό φῶς τῆς μέρας.”»

Ὁ W. S. Merwin, γιά πάνω ἀπό σαράντα χρόνια μαζί μέ τήν γυναίκα του φύτεψαν περισσότερα ἀπό 2.740 φοινικόδεντρα, στήν προσπάθεια νά σώσουν τίς φοινικιές ἀπό τήν ἐξαφάνιση πού τίς ἀπειλεῖ. Ἡ δεντροφύτευσή τους περιλάμβανε 400 εἴδη, καί ἄλλες, περίπου 900, ποικιλίες. Ἄς προσθέσουμε καί τά χιλιάδες πού φύτεψαν ἀνεπιτυχῶς, καθώς αὐτά δέν κατάφεραν να ἐπιζήσουν. Σέ ἕνα χαρακτηριστικό του μικρό ποίημα τοῦ 1988 ἔγραψε:

Μαρτυρία

Θέλω νά διηγηθῶ πῶς
ἦσαν τά δάση

Θά πρέπει νά μιλήσω
μέ μιά λησμονημένη λαλιά

*

Desmond O’Grady, «Νίκος Γκάτσος»

*

Μετάφραση-Επίμετρο
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~ 

 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
1914-1992 *

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα τηλεφωνώ στο 815069.
Πάντα απαντά η αδελφή σου, που ποτέ
δεν συνάντησα. Συναντιόμαστε εσύ κι εγώ
πάντα στου Φλόκα, στη γωνία, στις δύο μ.μ.

Κομψός και περιποιημένος εσύ, άψογος,
φοράς γραβάτα, πάντα, όση
ζέστη κι αν έχει έξω. Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

«Αγαπητέ μου Ντέσμοντ», χαιρετάς.
«Πώς είσαι Νίκο;»
Παραγγέλνουμε κρασί, νερό.
«Πήρες το γράμμα μου;» Εγώ. Παύση. (περισσότερα…)

Μαίρη Όλιβερ, Γεθσημανή

*

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

Τό γρασίδι ποτέ δέν κοιμᾶται.
Οὔτε τά ρόδα.
Τό νερόκρινο δέν ἔχει κάποιο κρυφό βλέφαρο κλειστό ὥς τό ξημέρωμα.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Ἀλλά οἱ μαθητές κοιμήθηκαν.

Ὁ γρύλος ἔχει μιά τόσο λαμπερή οὔγια στά πόδια του,
καί, τό παρατηρήσατε, τραγουδάει μέ ὅλο του τό σῶμα,
κι ἕνας θεός ξέρει ἄν ποτέ κοιμᾶται.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Κι ἴσως τ’ ἀστέρια περίμεναν, ἴσως
ὁ ἄνεμος τυλιγμένος τόν ἑαυτό του σάν ἀσημένιο δέντρο, δίχως νά σαλεύει,
ἴσως
ἡ λίμνη μακριά, ἐκεῖ ὅπου κάποτε περπάτησε λές πάνω σέ
γαλάζιο ὁδόστρωμα,
ἔμεινε ἀκίνητη καί περίμενε, ὁλότελα ἀφυπνισμένη.

Ὤ τ’ ἀγαπημένα σώματα, καμπουριασμένα, καί μέ μάτια κλειστά, ἀνίκανα
νά φρουρήσουν τήν ἐπαγρύπνηση, πόσους λυγμούς θά εἶχαν κλάψει,
τόσο ἀνθρώπινα, γνωρίζοντας πώς κι αὐτό
πρέπει ν’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἱστορίας.

MARY OLIVER
Ἀπό τήν ποιητική συλλογή Δίψα, 2006
Πίνακες: Ὀρέστη Κανέλλη (1910, Σμύρνη-1979, Ἀθήνα), Ἐλιές

*

*

Γκέοργκ Τρακλ, Ποιήματα

*

GRODEK

Το βράδυ αντηχούν στου φθινοπώρου τα δάση κλαγγές
από όπλα θανάτου, στις γαλάζιες τις λίμνες,
στις χρυσές πεδιάδες, ο ήλιος επάνω τους
κυλάει σκοτεινός· σφίγγει η νύχτα στον κόλπο της
μαχητές που πεθαίνουν, τον άγριο θρήνο
των σπασμένων χειλιών τους.
Νέφος κόκκινο αμίλητο βρέχει το χώμα
το χυμένο το αίμα, φεγγάρι ψυχρό ―
μέσα του οικεί ένας οργίλος Θεός·
όλοι οι δρόμοι εκβάλλουν στο μελάνι της σήψης.
Κάτω απ’ της νύχτας τα χρυσά κλαδιά και τ’ αστέρια
της νοσοκόμας ο ίσκιος σαλεύει σ’ ένα άλσος βουβό
χαιρετώντας πνεύματα ηρώων, κεφαλές ματωμένες·
στην καλαμιά ηχούν σιγανά του φθινοπώρου οι μαύροι αυλοί.
Ω υπερήφανο πένθος! εσείς σιδερένιοι βωμοί,
την καυτή φλόγα του πνεύματος τρέφει απόψε ένας
πόνος βαθύς,
τ’ αγέννητα εγγόνια.

* * * (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Οι Γύροι

Κίεβο, 1943

*

Οι Γύροι! οι Γύροι! Πέτρινη Όψη γηραλέα, δες·
οι στοχασμοί τόσων ετών τώρα σε τι ωφελούν;
σβήσαν των προπατόρων μας οι αρχαίες γραμμές,
από αμετρία η ομορφιά κι η αξία αυτοκτονούν.
Τη γη χείμαρρος άλογος έχει αιματοκυλήσει·
κουφάρι ο Έκτορας, αποκαΐδια η Τροία·
στο βάραθρ’ όλα ο Εμπεδοκλής τά ’χει γκρεμίσει·
κι εμείς εμπρός τους θεατές με τραγική ευθυμία.

Tι κι αν η λάβα του εφιάλτη πια παφλάζει,
τι κι αν στη λάσπη πέφτει το τρωτό κορμί;
Στόμα κανένα για όλα τούτα ας μη στενάζει,
η εποχή μας τέλειωσε η αρχοντική·
κι άλλοτε σε ψιμύθια κι είδωλα μπροστά
τάφων αρχαίων θρήνησα, όχι όμως πάλι.
Και τι μ’ αυτό; Μια λέξη, «αγάλλου!», μοναχά
αντιλαλεί η σπηλιά η βαθιά – καμμία άλλη.

Τραχαίνουν τα έργα μας, το φέρσιμο, οι ψυχές.
Και τι μ’ αυτό; Όσα, Όψη Πέτρινη, λατρέψαν
τα μάτια σου, και τ’ άλογα κι οι καλλονές
που οι εραστές τους σε κτερίσματα σμιλέψαν,
και το σκοτάδι μεταξύ γλαύκας και κουναβιού,
και τ’ άραχλο πολυτελές τίποτε που θα βρούν
αύριο τα χέρια ενός σκαφτιά αγαθού –
όλα στον αμετάλλακτο τον Γύρο αυτόν γυρνούν.

W. B. Yeats, The Gyres
Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

 

*

Έμιλυ Ντίκινσον, «Ο κόσμος δεν τελειώνει εδώ…» και άλλα ποιήματα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Έχει ειπωθεί ότι όλα τα ποιήματα της Ντίκινσον μπορούν να τραγουδηθούν πάνω στον ίδιο σκοπό. Ισχύει σε εντυπωσιακό βαθμό. Η έρευνα έχει δείξει ότι η τεράστια πλειονότητα των ποιημάτων της, γύρω στα εννέα δέκατα των 1800 που έγραψε, είναι γραμμένα στο λεγόμενο hymnic metre, το μέτρο δηλαδή στο οποίο βασιζόταν η προτεσταντική υμνωδική παράδοση του καιρού της. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Isaac Watts, ο αποκαλούμενος και «Godfather of English Hymnody», που το πρώτο του βιβλίο, Hymns and Spiritual Songs, δημοσιεύθηκε το 1707.

Το «υμνωδικό μέτρο» του Ουώττς είναι απλούστατο, μονότονο θα έλεγε κανείς: ιαμβικοί τετράμετροι είτε μόνοι τους είτε συνδυαζόμενοι με ιαμβικούς τρίμετρους σε τετράστιχες συνήθως στροφές. Η ρίμα είναι της μορφής αβαβ ή xαxα. Ο Βενιαμίν Φρανκλίνος και το κίνημα της «Χριστιανικής αφύπνισης» διέδωσαν τους ύμνους του Ουώττς στην Αμερική και η Έμιλυ τούς γνώρισε παιδί στην First Church in Amherst, στη Μασσαχουσέττη όπου η οικογένειά της εκκλησιαζόταν. Σημαντικό είναι να σημειωθεί εδώ ότι στους προτεσταντικούς ναούς το εκκλησίασμα συμψάλλει, κάθε πιστός μετέχει έχοντας το κείμενο τυπωμένο εμπρός του.

Ακόμη και στις ομοιοκαταληξίες και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ή στον γνωμικό-διδακτικό συχνά χαρακτήρα των στίχων της ή, τέλος, στην περσόνα του μικρού και αθώου παιδιού που υιοθετεί, η παρουσία του Ουώττς είναι έντονη στους στίχους της Ντίκινσον. Πρωτίστως η συλλογή του Divine Songs Attempted in Easy Language for the Use of the Children του 1715 ήταν εκείνη που την επηρέασε.

Με άλλα λόγια, παρ’ όλες τις στιχουργικές ελευθερίες που ενίοτε παίρνει και τη διαφορετική θεματική της, η Ντίκινσον καλλιεργεί κατά κύριο λόγο μία φόρμα: αυτήν του τραγουδιού, ιδίως μάλιστα του παιδικού τραγουδιού. Πράγμα που εξηγεί δύο πράγματα: αφενός μεν την αμεσότητα των ποιημάτων της (για όσους τα ξέρουν απ’ το πρωτότυπο), αφετέρου δε την προτίμηση που της δείχνουν οι συνθέτες, από τον Άαρων Κόπλαντ ώς τους σημερινούς.

Στις μεταφράσεις μου επιχειρώ να κρατήσω τα δύο αυτά κύρια γνωρίσματα της ποίησής της, την ωδική ρυθμικότητα και την παιδική αμεσότητά της.

(περισσότερα…)

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα (Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας) 2/2

~.~

Η Εισαγωγή και το Πρώτο Μέρος του Αφιερώματος εδώ.

~.~
Από τη συλλογή Sea Grapes (1976)

Αγάπη μετά την αγάπη

Η ώρα θα ’ρθει
που όλος έκσταση
θα προϋπαντήσεις τον εαυτό σου φτάνοντας
στο δικό σου κατώφλι, στον δικό σου καθρέφτη
κι ο καθένας θα χαμογελάσει στου αλλουνού το καλωσόρισες

και θα πει κάθισε εδώ. Φάε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά κείνον τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Βάλε κρασί. Κόψε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον ξένο που σ’ αγάπαγε

όλη τη ζωή σου και που αγνόησες
για κάποιον άλλον, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ραβασάκια από το ράφι

τις φωτογραφίες, τ’ απεγνωσμένα σημειώματα
ξεφλούδισε την εικόνα σου από τον καθρέφτη.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.

(περισσότερα…)

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα (Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας) 1/2

~.~

Ο Ντέρεκ Ουώλκοτ γεννήθηκε στις 23 Γενάρη του 1930 στο Castries της Αγίας Λουκίας. Η τριφυής καταγωγή του (Μ. Βρετανία, Ολλανδία, Αφρική) καθώς και το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε (μητέρα δασκάλα με πάθος για την τέχνη, η οποία συχνά παρουσιάζεται από τον ίδιο να γυροφέρνει το σπίτι απαγγέλλοντας από στήθους αποσπάσματα του Σαίξπηρ, πατέρας δημόσιος υπάλληλος και εικαστικός με έντονο το αίσθημα της φυσιολατρίας) έδρασαν καταλυτικά ευθύς εξαρχής στη διαμόρφωση από μέρους του μιας ιδιόμορφα εκλεπτυσμένης συνείδησης όσον αφορά την παράδοση και το τοπίο. Βραβευμένος με βραβείο Νόμπελ το 1992 για το έργο του, έργο το οποίο η Σουηδική Ακαδημία χαρακτήρισε «ένα ποιητικό σώμα εξαιρετικής φωτεινότητας με κέντρο του ένα ιστορικό όραμα πολυπολιτισμικής σκευής», ο Ουώλκοτ εμφανίζεται στα γράμματα μόλις δεκατεσσάρων, οπότε και δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα στην τοπική εφημερίδα της πόλης του. Η πρώτη του συλλογή-σταθμός με τίτλο Σε μια Πράσινη Νύχτα» συλλογή η οποία θα θέσει τα θεμέλια της ποιητικής του και θα του χαρίσει τα πρώτα ψήγματα διεθνούς αναγνώρισης, θα έρθει αρκετά αργότερα, και συγκεκριμένα το 1962, με άλλα 14 ποιητικά βιβλία να ακολουθούν, ανάμεσά τους το μεταμοντέρνο επικό ποίημα «Όμηρος», παράλληλα με ένα ευάριθμο, ουδόλως ήσσονος σημασίας, θεατρικό και δοκιμιακό έργο.

Βασικό θεματικό δίπολο της ποίησης του Ουώλκοτ αποτελεί ο στοχασμός γύρω από τη θέση των εθνών της Καραϊβικής στην ιστορία και η αναμέτρηση τους με τις -ακόμα αισθητές- ουλές της αποικιοκρατίας. Στο ποιητικό του έργο, επισημαίνει ο ίδιος σε συνέντευξή του με τον Αναστάση Βιστωνίτη (Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008), κυρίαρχη θέση έχει η «σκλαβιά, που σφραγίζει την ιστορία της Καραϊβικής, δηλαδή το δουλεμπόριο, και κατ’ επέκταση η αποκοπή των ανθρώπων από τις ρίζες τους, η εξορία που είναι συνδεδεμένη και με τη βίαιη αποκοπή, το ξερίζωμα, και με την αποδημία». Απότοκο του ξεριζωμού αυτού, θα παρατηρήσει αλλού, είναι μια ηχηρή απουσία παράδοσης και ιστορικής μνήμης, εν αντιθέσει με τον υπόλοιπο Δυτικό Κόσμο και, κυρίως, την Ευρώπη, όπου τόσο η ιστορία όσο και η ποίηση είναι πράγματα απτά: η πρώτη μεν στους κίονες, στις αρχαίες επιγραφές (ας θυμηθούμε πώς και τα ημέτερα «Εν τω μηνί Αθύρ» και «Έγκωμη», φερ’ ειπείν, αρδεύονται αναλόγως), ακόμα ακόμα και στις ίδιες τις πόλεις και την ανθρωπογεωγραφία τους, η δε δεύτερη κληρονομημένη από έναν στιβαρό, πολύκλαδο και εν εξελίξει Κανόνα. Έχοντας επίγνωση των περιορισμών αυτών ο Ουώλκοτ καλείται, σαν ένας Σολωμός της Καραϊβικής, να σκιαγραφήσει, φαινομενικά από το μηδέν, τη σύγχρονη λογοτεχνία ενός πολιτισμού βασισμένου, όχι στη στιχουργική του Αρνώ Ντανιέλ και των λοιπών –Οξιτανών και μη– τροβαδούρων, όχι στην Καπέλα Σιστίνα ή τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, μα στο εθνικό παστίς και την προφορικότητα. Αντί όμως να πράξει το ορθολογικό αποκηρύσσοντας την ιδιότυπη αυτή πολλαπλότητα, ο Ουώλκοτ αντιλαμβάνεται πως η οδός προς την ωρίμανση, ατομική και συλλογική, διέρχεται μέσα από τη συμφιλίωση μαζί της. Είναι σε τούτη την απόφαση που εδράζεται το μεγαλείο του ως λογοτεχνικού γενάρχη.

Απέναντι στη σύγχυση των ανάμεικτων καταβολών και της ιστορικής ασυνέχειας ο Ουόλκωτ θα προτάξει, τόσο γλωσσικά όσο και μορφικά στην ποίησή του, τη λύση του συγκρητισμού. Αφομοιώνοντας τα κρείττονα της κάθε παράδοσης που βρίσκεται στη διάθεσή του –της σαιξπηρικής/βικτωριανής από τη μία και την αφρικανικής/κρεολικής από την άλλη– θα καλλιεργήσει ένα μορφικό, εκφραστικό και γλωσσικό ιδίωμα «μιχτό, αλλά νόμιμο» το οποίο, δίχως να ανατρέπει το παρελθόν, αλλά και απέχοντας παρασάγγας από το καινοθηρικό δέλεαρ του σκληροπυρηνικού μοντερνισμού, καταλήγει όχι μόνο να σωματοποιήσει μια, κατά κανόνα έως τότε, προφορική παράδοση, μα και να ρυμουλκήσει, αυτή τη φορά εκτός προγράμματος, την αγγλόφωνη ποίηση από τα λεμφατικά τενάγη στα οποία είχε περιέλθει, άμα τη αποδημία της Σύλβιας Πλαθ.

Όπως η ψυχική υπόσταση της Θείας Κωμωδίας δε θα μπορούσε να μετουσιωθεί μορφικά παρά μόνο στην τριαδική μορφή της terza rima και των τριών ενοτήτων από τριαντατρία άσματα η καθεμιά σε μια σχεδόν εμμονική, θα λέγαμε, επίκληση της θείας πρόνοιας, έτσι και η ποίηση του Ουώλκοτ, εγγεγραμμένη στη διαρκή της παλινδρόμηση ανάμεσα στους δύο προγονικούς της κόσμους, βρίσκει τη μορφική της κατόρθωση, όχι μόνο στον «Όμηρο» όπου μια χαλαρωμένη εκδοχή της δαντικής τερτσίνας, σμιλεμένη με ακανόνιστα μοτίβα ρίμας, ημιρίμας ή, ενίοτε, και οπτικής μόνο ρίμας δεξιώνεται το ιαμβικό πεντάμετρο (ή, κατά κόσμον, blank verse) του Σαίξπηρ εκτεταμένο κατά έναν ρυθμικό πόδα σε μιαν απόπειρα προσέγγισης του ηρωικού εξαμέτρου, αλλά και στο σύνολο του έργου του, όπου παρατηρούμε την ευρωστία του blank verse να κάμπτεται εξακολουθητικά, μέσω της σποραδικής ναρκοθέτησής του με μεμονωμένους στίχους ή και, όχι σπανίως, ολόκληρα αποσπάσματα μικρότερου ή μεγαλύτερου αριθμού συλλαβών (είτε αυτές ακολουθούν ένα σαφές μετρικό σχήμα, είτε ρέπουν προς τον ελεύθερο στίχο) αποσκοπώντας, έτσι, στην απήχηση του πολυπολιτισμικού, μετα-αποικιακού βιώματος. Γλωσσικά και πάλι ρηξικέλευθος, ο Ουώλκοτ θα εμβολιάσει  τον, κατά βάση σαιξπηρικών καταβολών, λόγο του με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου των Αντιλλών, «γκριζάροντας» τα όρια μεταξύ των δύο προκειμένου «να γράψ[ει] έτσι ώστε ένας ψαράς να μοιράζεται την ένταση των συναισθημάτων, ακόμα και αν δεν κατανοεί εντελώς τους διαλόγους». Ο μετρημένος συγκερασμός αυτός σε συνδυασμό με το αλληγορικό ύφος, την εικονοποιητική ευχέρεια και μια μοναδική έφεση στην παρομοίωση και τη μελωδικότητα αποτελούν ειδοποιά χαρακτηριστικά της ποίησής του.

(περισσότερα…)