ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ωνάσης και Κάλλας

*

Θερινό παιχνίδι βασισμένο στα ιντερμέδια
του «Αέρα αυγούστου» του Κώστα Κουτσουρέλη

Ο Ωνάσης: των αρίστων αρετή,
στα πέλαγα και στα λιμάνια φάρος.

Ο Ωνάσης: τον ζηλέψαν αρκετοί,
μα του ’γινε στενός κορσές ο Χάρος.

Ο Ωνάσης: σιδηρόφραχτη θωριά,
αγέρηδες κι εχθρούς να χαντακώσει.

Ο Ωνάσης: πένθιμα καμπαναριά,
τρεκλίζει ένα βήμα πριν την πτώση.

Ο Ωνάσης: πίσω απ’ το θαμπό γυαλί,
φιλοδοξία, όνειρο κι ευθύνη.

Ο Ωνάσης: –αχ, καρδούλα μου κι αλί–
τα τάνκερ του ένα Κράκεν καταπίνει.

Ο Ωνάσης: πρωτογιός της συμφοράς,
θαρρείς νικά, μα στην ψυχή του τάλας.

Ο Ωνάσης: στα μαρτύρια προχωράς,
παιδί ξανά μπρος στη ματιά της Κάλλας.

/// (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Τα γηρατειά έχουν ανάγκες…

*

Τα γηρατειά έχουν ανάγκες
κι εμείς που κάναμε τους μάγκες
κάπως κουλάραμε
Οι τσαμπουκάδες έχουν πέσει
(λένε ο γέρος άμα χέσει,
τη σκαπουλάραμε)

Ακούς; Θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Και τώρα; Τσάι μέντα-δυόσμο
(Καλή ανάσταση!)
Ας αναλάβουνε τα νιάτα
(να τα ’χαμε πανάθεμά τα)
την επανάσταση (περισσότερα…)

Αρσενικό – Θηλυκό (Δύο σονέτα με ουρά)

*
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

~.~

Η ουρά του σονέτου, Α΄

(υπνοπορεία)

Τον ύπνο σου κι απόψε θα διαρρήξω,
μετά των οργασμών την παραζάλη,
βαθιά στον λήθαργό σου να βουτήξω,
ν’ αναδυθώ μες στ’ όνειρό σου πάλι.

Στον κάθιδρο βραχνά σου να βογκήξω,
να νοιώσω της ονείρωξης την πάλη,
τον τύπον, λέει, των ήλων σου ν’ αγγίξω,
την όποια τύψη σου π’ ανθεί και θάλλει.

Να μπω στο πιο κρυμμένο θηλυκό σου,
να ’ρθω μαζί σου στην υπνοβασία,
να βρω χρησμούς στο παραμιλητό σου,

να γίνει ως την αυγή: δοκιμασία· (περισσότερα…)

Το καράβι του Ματίς και άλλα ποιήματα

*

Ένα βιβλίο

Όταν ανοίγεις ένα βιβλίο,

Κρατάς στα χέρια σου την Ουρ

Τους μίσχους καλαμιών, τα δώρα του Νείλου

Τις θυσίες μικρών ζώων

Τις γραμματοσειρές του Άλδου Μανούτιου

Όσους χαλάσαν τη ζωή τους και τα μάτια τους, στοιχειοθετώντας ασταμάτητα μέσα σε βρωμερά υπόγεια

Τα βλέμματα των γενναίων μπροστά στη λογοκρισία

Τις στάχτες μιας σατανικής φωτιάς στη μέση μιας γερμανικής πλατείας

///

Μια σταγόνα

μια σταγόνα στο σπήλαιο της μήτρας
σταλαγμίτης που σημαίνει τον χρόνο
μια σταγόνα αίμα στο χιόνι
έβαψε κόκκινο της Χιονάτης το στόμα
μια σταγόνα μέλι
ο κάματος κι οι διαδρομές μιας κατάκοπης μέλισσας (περισσότερα…)

Στέαρ

*

Όπως τα ματωμένα απόνερα της Κρεαταγοράς Αθηνών στο κλείσιμο με αφόρητη ζέστη, ντάλα ο ήλιος, ντάλα όλα, ντάλα και οι ευγενείς βυθοσκοπήσεις του παρόντος όταν κοιτούσα με ψαρίσια απορία και όλο κατέβαζες τα μάτια και έβρισκα καταφύγιο στο να κοιτώ το μελάνι που κολλούσε στα δάχτυλά μου από το κακοτυπωμένο φυλλάδιο που μοίραζαν κουρασμένα πιτσιρίκια και έγραφε «Μυοκτονίες παντός τύπου». Τέτοιες περσόνες μάλλον είναι για άλλες εποχές, ποιος πιστεύει τώρα στην ανάκτηση εδάφους; Τέτοιες περσόνες θυμίζουν τα βίπερ της γιαγιάς μου, οπότε ορθώς μου είπες αυστηρά πριν χρόνια και ζαμάνια να κόψω τους παλιμπαιδισμούς και να σταθώ στο ύψος του κυκλώνα. Αυτά που λες συμπλήρωνες είναι πρωτόγονος συνδικαλισμός νεοφώτιστου αριστεριστή. Περπάτα, έλεγα, και λέγε ό,τι θέλεις. Άκου, άκου συμπλήρωνα. Στον ύπνο μου είδα χθες ότι μας μοίραζαν λίπος ζωικό σε χρώματα ουράνιου τόξου κι όλοι ήταν ευτυχείς και πασαλείβονταν με γέλια και έμοιαζαν με γουρούνια υπερρεαλιστικά. Μόνο στο δικό μου το κορμί το λίπος άλλαζε χρώμα και ήταν καφετί και έψαχνα πού να κρυφτώ.

(περισσότερα…)

Άσματα από χαμένα έπη (Χειρόγραφο Πατρών)

*

ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΑ
(παραλλαγή Χ)

Μέσα στου δάσους την καρδιά
μετά της μάχης τη φωτιά.

Αμ. Μικρός τι θέλησες να γίνεις;
Δ. Χορευτής. Αμ. Πες μου, τι συνέβη;
Δ. Έγινα· το κορμί μού χάριζε ζωή
κι ήταν η μουσική κλαγγή… και φοβερή βουή.
Αμ. Αυτό, καλέ μου, μην μου κρύψεις·
ο φόβος μούσκευε τα γένια σου
στα χείλη σαν ξαπόσταινες
των ετοιμόρροπων βουνών;
Δ. Στους άντρες δάκρυ δεν αρμόζει.
Αμ. Και μες στη νύχτα, κάτω απ’ το φεγγάρι;
Δ. Στη λάμψη του μονάχος… Αμ. Μόνο αυτό;
Δ. Και φοβισμένος. Σύντροφος με κάποιον
που δεν τον είχα ξαναδεί, σε σώμα
φτωχό και ρημαγμένο. Αμ. Τώρα στέκεσαι
κοντά μου. Δ. Ναι… Είναι σαν να βρήκα την καρδιά μου.
Αμ. Αλίμονό μου, δεν αρκεί! Δ. Γιατί;
Αμ. Πρέπει να γίνεις η δικιά μου.

Και φίλιωσαν τα δυο κορμιά
σαν δυο σταγόνες στη δροσιά. (περισσότερα…)

Άρης Αλεξανδρου, Exercices de rédaction / Ασκήσεις γραφής

*

Επτά ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στην διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το Κιβώτιο. Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

///

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

Εκτός απ’ όλα αυτά
πάμε καλά

///

ΟΠΕΡ ΕΔΕΙ ΔΕΙΞΑΙ

Ο φυλακισμένος, όταν τον αναγκάζουν
να μείνει όρθιος στο κελί του, μια μέρα,
δυο μέρες, μια βδομάδα, αρχίζει να βλέπει
γύρω του τεράστιους ιστούς αράχνης.
Αμύνεται ενάντια στις τριχωτές ταραντούλες
και τότε έν’ άσπρο συρματόπλεγμα μπαίνει
ανάμεσά τους.

Ο ποιητής βλέπει γιγάντια ερπετά
που οι κοριοί τα έχουν καταφάει,
ξέρει ότι το τείχος αντίκρυ
απ’ αυτόν που αγρυπνά
είναι μια ψυχολογική διαδοχή
γεωλογικών φαινομένων. (περισσότερα…)

Η επιστροφή του Σισάρα

*
Κριταί 4, 12-24

«Κουράστηκες; Να στρώσω τη φλοκάτη;
Κοιμήσου. Εδώ κανείς δέ θα σε βρεί.»
Στο αριστερό κρατάει το πασσαλάκι,
με το δεξί σηκώνει το σφυρί,

παίρνει μια ανάσα, ψιθυρίζει «Τώρα.
Τώρα ή ποτέ» και νά ʼτην που τρυπάει
του στρατηγού το καύκαλο η προδότρα
παλληκαρού! Τον σκότωσε και πάει.

…Όχι, δέν πάει. Με πληγιασμένα πόδια
κι από ʼνα μαυροκόκκινο λεκέ (περισσότερα…)

Ανεξήγητες σιωπές

*

Ανεξήγητες σιωπές

Αυτές οι σιωπές ως
καρφί στον λαιμό παραμένουν
αναμονές μιας οικοδομής
ημιτελούς κι ανέφικτης
–πάντα ένας θάνατος κρύβεται
πίσω τους–
της αναπάντεχης διαβολής ή
του πρόσκαιρου ψέματος η αρχή
και το τέλος.

Κείτεται τώρα μήνες εκεί
στην εθνική Κορίνθου-Πατρών
όπου η αίγα του Διός
ένα ψοφίμι αγνώριστο
–σκύλος, απρόσεκτη γάτα ή κουνάβι;–
του έρωτά μας η λήθη,
χώμα σχεδόν που πάνω του τόλμησε
μια παπαρούνα ν’ανθίσει –σπόρος τ’ανέμου–
τρεμάμενη –σκεπτόμενη καρδιά–
στη βιάση του επόμενου τροχού.

Εσύ, κρύβεσαι πάλι πίσω
από μια πόρτα δρύινη
κρούετε είπες, κι ανοιγήσεται υμίν.
Κι εμείς χιλιάδες χρόνια και
φορές Σε πιστέψαμε
και πιστέψαμε, θεολογούντες στην πέτρα.
Μήπως αργότερα δεν είδες τα κομμένα νήματα
στο ξύλινο ανθρωπάκι απ’ την Τοσκάνα
πώς έσπασε τη μύτη του
ή πώς έπεσε το κερί κι έκαψε
το πανί του Μαυρομάτη;

Μη βγάλεις απ’ τον λαιμό το καρφί
θα μας σκοτώσει ο αέρας
της σιωπής Σου·
πύρινη επί της κεφαλής γλώσσα
στου Θεριστή τη γιορτή
δε Σου ζητήσαμε
ταις γλώσσαις των ανθρώπων
όπως μπορέσαμε, λαλήσαμε–
τα μάτια μας μείναν ανοιχτά, (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Σάπιο νερό και άλλες τερτσίνες

*

ΣΑΠΙΟ ΝΕΡΟ

Βαστώ μιαν ανάσα φωτιά στο πνευμόνι·
φελλοί στα ρουθούνια, στο στόμα πανί.
Η σάρκα μου αλέθεται, σπάζει, παλιώνει

κι αλέθει: φορέματα, δείπνα, ηδονή.
Γωνιές σκαληνών ανεκπλήρωτων λειαίνω
να γίνουνε τσέρκια, δακτύλιοι στιλπνοί·

κυλάνε μακριά μου και πίσω ξεμένω,
σαν πάσσαλος μοιάζω μπηγμένος στη γη.
Και ποιο είν’ ενός πάσσαλου το πεπρωμένο;

Να στέκει. Το σώμα του όλο πληγή·
μ’ αγκίστρια και σύρμα τα μέλη μπλεγμένα·
λιγότερος μένει από δύση σ’ αυγή

καθώς η σκουριά τα ’χει κανονισμένα…
Φορές σαν διαβαίνω από έλη κοντά
–σαν τραύματα χάσκουν κακοφορμισμένα–

η εικόνα σε κάποια απορία απαντά:
«Ποια είμαι; Ποιας βίο διάγω;» Τι κρίμα
εδώ ο εαυτός σου να σε συναντά

στις λάσπες του βούρκου… Αβάδιστο βήμα
σ’ αργό σημειωτόν ξοδεμένο, νωθρό· (περισσότερα…)

Τόλμα δ᾽ ἐρῶσα…

*

(Ευριπίδη, Ιππόλυτος, στ. 476)

Τα λευκά μου μαλλιά τα κρεμώ στη λεύκα μπροστά στο παράθυρό σου
τα βράδια που λικνίζονται αργά νανουρίζουν το άδειο σου κρεβάτι.
Εκεί δίπλα στεκόταν παλιά η φωνή μου
αγγελιαφόρος της μεσότητας, μικρή μου Φαίδρα.
Όλοι αξιώνονται την παρηγοριά μιας πίστης στο ξέφωτο
μετά το τέλος του δρόμου
Μονάχα εγώ φάνηκα τόσο σκληρή και την αρνήθηκα
Τώρα η λογική μ’ οδηγεί στην ποινή μου.
Τα ξανθά σου μαλλιά χωρίζουν μικρούς σβώλους χώμα σε δρόμους.
Ψάχνω φτερά από περιστέρια να σ’ τα πλέξω,
όπως όταν ήσουν μικρή
και βρίσκω μόνο το σχοινί στον λαιμό σου. (περισσότερα…)