*
Τα πόδια ή το κεφάλι – τί να πρωτοαλείψω
με της αγάπης-μου το ατίμητο το μύρο;
Σ’ όλο τον κόσμο θα το πώ, δέ θα το κρύψω
πόσο με κούρασε το ανώφελο, το στείροτο μπλά-μπλά-μπλά που αποκοιμίζει τα γερόντια
και συγκινεί τις μειξοπάρθενες. Μια αλήθεια
γυρεύω με κορμί, με νύχια και με δόντια,
με κρέας και κόκαλα και μια φωνή στα στήθιαπου να ξυπνάει και πεθαμένο. Και τη βρήκα!
Να σου τη δείξω; Μόλις μπήκε να δειπνήσει
στο σπίτι του λεπρού. Τί βάσανο, τί γλύκα
την ευωδιά-της ν’ αναπνέω – θείο μεθύσι…Αυτή είν’ η αλήθεια-μου. Ακριβή κι αγαπημένη.
– Κι όταν τη δείς στον Γολγοθά-της ν’ ανεβαίνει;ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
*
*
ΝΠ | Ποίηση Ελληνική
Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τρίτη
*
Και με σβηστή λαμπάδα στον νυμφώνα,
και μ’ άδεια χέρια θά ’μπαινες, σεμνή.
Φαγώθηκες να βάλεις στο σταμνί
νυχτιάτικα απ’ το λάδι που σταγόνασταγόνα παζαρέψαν ήδη χθές
της βασιλείας οι πρώτες κληρονόμες,
οι φρόνιμες, οι πλούσιες, οι οικονόμες,
της παρθενιάς-σου οι στείρες αδελφές.Αφού ούτε αυτές δέν έμειναν απόξω
τί ’χες εσύ να φοβηθείς; Μακριά
της τύψης το μαστίγιο σε κρατά,
μα η πόρτα είναι ανοιχτή. Δέ θα σε διώξω.ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
***
*
Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Δευτέρα
*
Σάν όνειρο μας γέλασες.
Ιωσήφ, την ώρα πού ’κλαιγε
τα νιάτα-σου ο πατέρας-μας
πού νά ’ξερε ο κακόμοιρος
πως ζούσες και βασίλευες
πέρα στην Αίγυπτο. Όλοι-μας
για πεθαμένο σ’ είχαμε.
Το ματωμένο ρούχο-σου
το κάναμε σημαία-μας
και το τεράστιο ψέμα-μας
στο τέλος το πιστέψαμε
κι εμείς. Τί κατρακύλημα…Μα κι όταν μετανιώσαμε
πάλι δέν καταλάβαμε
πως ήσουν κιόλας δίπλα-μας,
έτοιμος για συχώρεση!ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
**
Γεώργιος Πισίδης, Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο
*
Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
Ποίημα εγκωμιαστικό για τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), με θέμα τις πολεμικές επιτυχίες του έναντι των Περσών και των Αβάρων, αλλά και την ανατροπή του προηγούμενου αυτοκράτορα, Φωκά, στα τέλη του 610. Το στιχούργημα, όπως και συμβαίνει και σε άλλα του Πισίδη για τον Ηράκλειο, κατασκευάζει την εικόνα του ιδανικού Βυζαντινού αυτοκράτορα: Είναι ο εκλεκτός και το όργανο του Θεού, μία ακριβής αποτύπωση του Χριστού, καθώς και ένας ευσεβής, δραστήριος και ικανός πολεμιστής. Σε ποιητικό επίπεδο, ο Πισίδης έφερε τη μεγάλη αλλαγή στη βυζαντινή λογοτεχνία, καθώς αυτός πρώτος επέβαλε τη χρήση του ιαμβικού τριμέτρου του αρχαίου δράματος στη βυζαντινή ποίηση, καταφέρνοντας να τερματίσει την πρωτοκαθεδρία του ομηρικού μέτρου που ίσχυε μέχρι τότε. Στους επόμενους αιώνες οι Βυζαντινοί λόγιοι τον θεωρούν σταθερά ως τον κορυφαίο ποιητή του δικού τους «λογοτεχνικού κανόνα».
///
Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο, που ήρθε από την Αφρική
και ανέβηκε στον θρόνο, και κατά του αυτοκράτορα Φωκά
Τα λόγια δεν αρκούν για να σε περιγράψουν·
ο Θείος Λόγος όρισε ψηλά να στέκεις
εκεί που ο λόγος τούτος ο ρευστός δεν φτάνει.
Πολλοί σ’ υμονολογούν, το βλέπω, βασιλιά μου,
δεινοί πολεμιστές, καβάλα στα άλογά τους,
που δεν διακρίνονται για το σοφό μυαλό τους
κι ο χαρακτήρας τους θεϊκή σκευή δεν έχει.
Όμως σ’ εμένα φαίνεται σωστό να υμνήσω
τη φρόνηση, την οδηγό της θείας ψυχής σου.
Από ψηλά την έλαβες για πανοπλία
κι έτσι στις Ιερές Γραφές τον νου σου στρέφεις· (περισσότερα…)
Το δικό μου Πιστεύω
*
λευκὸς ἀφρὸς ἀπ᾽ ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο
Ποτέ δεν πίστεψα σ’ έναν Θεό πατέρα
που όλους μάς έπλασε δήθεν απ’ το μηδέν
και μας μεγάλωσε με «μη» στυφά και «δεν»
για να μας δείχνουν λέει τον δρόμο νύχτα-μέρα.
Ούτε στη Φύση είδα ποτέ μου τη μητέρα
που τάχα κόπτεται για μας ανέκαθεν·
«θεία μας» την έλεγε ο Καρούζος, «σκαιά» ο Βερλαίν,
κι ας παίρνει πόζα στο Ιερό σαν Πλατυτέρα.
Σε μια πιστεύω Δύναμη, μια Εξουσία:
στου ευνουχισμένου τ’ Ουρανού τη θεία σπορά
που ενώνει μέσα της σφιχτά ηδονή και βία.
Ξέρει Εκείνη τι ποθούμε· μας υψώνει,
κι ακριβοδίκαιη και φιλάνθρωπη μετά
δίχως καθόλου να διστάσει μας σαρώνει.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
*
*
*
Τάσος Πορφύρης, 1931-2025
*
«Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον.»
ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ, «Ένας θαλερός ποιητής», ΝΠ, 30.10.2024
Στη μνήμη του εκλιπόντος, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία ποιήματα από τα Παιδιά της Νεμέρτσκας, εκτενές κείμενο αυτοβιογραφικό του ποιητή (Νέο Πλανόδιον, τχ, 7, χειμώνας 2023).
Κέρινη ομοιότητα
***
ΚΕΡΙΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ
Αν μιμούμαι κάτι, αυτό δεν είναι η ζωή, είναι τα πράγματα.
Αυτό που είμαι ο ίδιος, είναι διαφορά από τη ζωή
–πράγμα ασήμαντο γιατί ζωή είναι όλα εκτός από μένα–
κι ένα ανάθεμα στον ανθρώπινο πόνο.Τα πράγματα προσπαθώ να τα μιμούμαι γιατί μοιάζουνε.
Μία προθήκη με (τα) κέρινα πρόσωπα (τους ο κόσμος).
Το λέω έτσι γιατί κάθε πρόταση είναι παρένθεση σε κάτι που σιωπά.Τα αντικατοπτρίζω κι ύστερα επιτρέπω το αποτύπωμά τους πάνω μου
γιατί η βούληση είναι μια δικαιολογία για την απουσία του πρωτοτύπου
που ενθαρρύνει τη μοίρα να με υποβιβάζει σε αδιάκοπο ενεργούμενό τους.Η ομοιότητα δεν είναι μόνο το πράγμα που είναι
αλλά και εκείνο που του απομένει.
Ένα υπόλοιπο.
Κάθε πράγμα είναι και εκείνο που του απομένει.
Που αξίζει να το μιμηθώ όταν είναι πιο δύσκολο σε χαρτί.
Και πολύ πιο δύσκολο σε χάρτινη φιγούρα
σαν αυτές που φυσάνε γύρω μου πριν λιώσουν στην ανακύκλωση.Το υπόλοιπο της ομοιότητας είναι πρωτίστως μια αντίστιξη
ανάμεσα στην ύπαρξη και στον έρωτα.
Γιατί όλα υπάρχουν ώστε να ερωτεύονται ώστε να υπάρχουν.
Το υπόλοιπο είναι το ένα του άλλου –
μια μίμηση της μίμησης που είναι ο κόσμος.
Και ο Θεός μια μίμηση του κόσμου μέσα μου,
που απέχει από το πράγμα όσο ο χώρος που του απομένει. (περισσότερα…)
«Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια…»
*
Από το βιβλίο Ένα ποίημα – μια ματιά. Πέντε Ομιλίες που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Ηλία Μαλεβίτη για το έργο του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Στον τόμο γράφουν ακόμη οι Παντελής Μπουκάλας (δημοτικό τραγούδι), Λιάνα Σακελλίου (Γιώργος Σεφέρης), Κώστας Κουτσουρέλης (Νίκος Καζαντζάκης) και Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Άγγελος Σικελιανός). Ο σχεδιασμός και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Θανάση Γαλανάκη.
///
Ὅλα στὴ ζωὴ σκιὰ καὶ φαντασία, καὶ πίσω ἀπ’ ὅλα παραμονεύει ἡ ματαιότητα, τὰ πάθη, οἱ δοκιμασίες, ἡ διαρκὴς ἀστάθεια ποὺ προκαλεῖ ἀγωνία καὶ μελαγχολία στὴν ψυχὴ τοῦ Γρηγορίου. Τίποτα πιὸ ἀδύναμο κι ἀσθενὲς ἀπὸ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους. ῍Ας προσέξουμε πόσα οὐσιαστικὰ δηλωτικὰ ἐφήμερης παρουσίας χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο:
Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια,
ἄχνη, ἴσκιος, φαντασία, δροσιά, πνοή, φτερὸ καὶ ὁμίχλη,
ὄνειρο, κύματα, ροή, στὸ πέλαο αὐλάκι, σκόνη.
Κύκλος ποὺ ἀδιάκοπα γυρνᾶ, κυλῶντας ὅμοια πάντα·
μιὰ στέκεται, μιὰ προχωρεῖ, σπάζει καὶ πάλι σμίγει
ὧρες καὶ μέρες καὶ νυχτιές, θάνατοι πόνοι, λύπες
μ’ ἀρρώστιες ἀλλὰ καὶ χαρὲς κακοτυχιὲς καὶ τύχες.
[…]
Πόσα μὲ τὰ φτερὰ τοῦ νοῦ μὲ κύκλωσαν παλιὰ ὅσα
κι ὅσα καινούργια· ἀπ’ τοὺς θνητοὺς πιὸ ἀδύναμο δὲν ἔχει […]
(μτφρ. Ἰγνάτιος Σακαλῆς)
Πάντα μόγος θνητοῖς τἀνθάδε· πάντα γέλως,
χνοῦς, σκιά, φάσμα, δρόσος, πνοιή, πτερόν, ἀτμίς, ὄνειρος,
οἶδμα, ρόος, νηὸς ἴχνιον αὖρα, κόνις,
κύκλος ἀειδίνητος, ὁμοίϊα πάντα κυλίνδων,
ἐστηώς, τροχάων, λυόμενος, πάγιος,
ὥραις, ἤμασι, νυξί, πόνοις, θανάτοισιν, ἀνίαις,
τερπωλῇσι, νόσοις, πτώμασιν, εὐδρομίαις
[…]
Πάντα νόου πτερύγεσσιν ἐπέδραμον, ὅσσα παλαιά,
ὅσσα νέα· θνητῶν δ’ οὐδὲν ἀκιδνότερον […]
(Ι ́, Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν)
21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
*
Γ Ε Ν Ν Α
Ρυθμοί στο αίμα μου βροντούν και λόγια·
το χέρι ανάξιο να τα εγκλωβίσει.
Άνευρα δάχτυλα κι άτολμη φύση
μου τα κεντάνε ξανά υποδόρια.Πασχίζω, μάχομαι με το μολύβι·
μοχθώ να κάνω την παλίρροια λέξη
αφού ξαστόχησε να με σαϊτέψει
το Χέρι που ευλογάει και που συνθλίβει.Σπαράζω, αγκομαχώ σ’ ωδίνες γέννας·
δύσκολη ώρα κι άγρια και αγιασμένη
κι ας μην κρατά το χέρι μου κανένας.Στο φως με κλάματα το βρέφος βγαίνει·
μ’ άσπρες σελίδες το διπλοφασκιώνω
και τ’ ορμηνεύω να βαδίσει μόνο.ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
*
*
Ανατομία
*
Rembrandt Harmenszoon van Rijn:
De anatomische les van Dr. Nicolaes Tulp1
Σκηνὴ πᾶς ὁ βίος καὶ παίγνιον
ΠΑΛΛΑΔΑΣΤο πήρε απ’ ό,τι φαίνεται ζεστά,
πολύ ζεστά το πράμα η αφεντιά-τους.
Δείχνει μυώνες, τένοντες, οστά
με γνώση ο ανατόμος (petasatus),κι αυτοί ρίχνουν ανήσυχες ματιές
πότε σ’ εμένα, πότε στο βιβλίο
με τις τεμαχισμένες ζωγραφιές.
Στο σκηνικό-τους μέσα το γελοίοχωρίς κοστούμι, ασάλευτος, μουγγός
έχω κι εγώ τον ρόλο-μου βεβαίως
και θα τον παίξω πρόθυμα. Ευτυχώς
που ξέρω κιόλας: θά ’ναι ο τελευταίος. (περισσότερα…)
Δίπτυχο
*
A. CHECKLIST
Θυμίζω :
1 . Τα Αντικαρκινικά από το φαρμακείο του ΕΟΠΠΥ. Μου τελειώνουν. Μην μπερδευτείς, έχει αλλάξει το όνομα, τώρα μου γράφουν τα γενόσημα. Ό,τι λέει στην άυλη. Μέχρι να γίνω άυλη κι εγώ.
Συγγνώμη. Το ξέρω. Το υποσχέθηκα.
2 . Το Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων, του Σινιόσογλου (γράφει νουβέλες τώρα, ζήλεψε κι αυτός), από το βιβλιοπωλείο. Και τα καινούργια ποιήματα του Τσόκου και του Κουτσουρέλη. Κίχλη επίσης. Θα τους πλουτίσουμε.
3 . Μια μερέντα από το μίνι μάρκετ. Μην αρχίσεις πάλι, μου αρέσει.
4 . Να δεις για το εισιτήριο και το διαμονητήριο. Φεύγεις σε λίγο, μην τ’ αργείς. Θυμάσαι τι έγινε την άλλη φορά. Ακόμα, σημείωσέ το από τώρα: καμιά φωτογραφία από μαρμαροθέτημα θέλει η Κατερίνα, για το περιοδικό. Δεν την αφήνουνε να πάει, αλλ’ αυτή εκεί. Τέλος πάντων.
5 . Το πιο σημαντικό: Το χάπι της επόμενης ημέρας (Ellaone ή Norlevo, όποιο βρεις) από το φαρμακείο στη γωνία. Για την κυρία Μυρτώ πες, αν λείπει η Βάσω κι είναι το χαζό. Έχω συνεννοηθεί. (περισσότερα…)
8 Μαρτίου – Γυναίκες και Γέφυρες
*
Γ Ε Φ Υ Ρ Ι Α
Παντού σε είδα. Που έπινες και τραγουδούσες
στο Πόντε Βέκκιο δίπλα στου Άρνου τα νερά,
και στο Ουμπερτίνο μια βραδιά, στις Συρακούσες,
που κυνηγούσες του Αρχιμήδη τη σκιά.Σ’ είδα μιαν άνοιξη πικρή στον Σηκουάνα
να μου απαγγέλλεις στην Πον Νεφ άγρια Ρεμπώ,
στο Ρισικές σ’ είδα, ερωμένη του Λακσμάνα,
πάνω απ’ του Γάγγη να κρεμιέσαι το κενό.Σ’ είδα στον Τάγο, εικοσπέντε ήταν του Απρίλη,
μια κατακόκκινη σημαία να κρατάς
και στο Μοστάρ σκυφτή με τ’ άσπρο σου μαντήλι
το Στάρι Μοστ το ερειπωμένο να περνάς. (περισσότερα…)











