ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Αποικία

*

Να σε μετράνε, θάλασσα, να μη χορταίνουν
κι εμείς να σε μαθαίνουμε τριγύρω απ’ τη φωτιά·
με στίχους μαγικούς να δροσιζόμαστε
κι απ’ την ανάσα των φτωχών μας φίλων
τα βρώμικα μαλλιά μας ν’ ανεμίζουν.

Μη δώσεις, λένε, στον ιθαγενή νεφέλες
μόνο γραφίδα-ακόντιο στη θήρα
κι άσ’ τον με φαντασία να πλανάται.
Μα πρόσεξε! Το μέρος που του αναλογεί
πρέπει να συντηρεί μια θύμηση νωθρή.

Τα πτώματα δεν περπατούν στους δρόμους
που απλόχερα μας φτιάξαν· διάβασε
την ιερή περγαμηνή να δεις τι λέει
κι αν δεν μπορείς, θα σου το πει η βροχή. (περισσότερα…)

Κυνόδοντας και άλλες τερτσίνες

*

ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ

Του άπιαστου ο πόθος τα σπλάχνα μου τρώγοντας
θρέφεται· θρέφει και μια πείνα μύχια.
Είναι  το  αν  στην  αν-άγκη  ο  κυνόδοντας,

μπήγεται, αρπάζει, σε ορθώνει στα νύχια.
(Τι θα γινόμουν χωρίς ανεκπλήρωτο
και για ποιο λόγο να ζήσω στ’ αλήθεια;)

Μας κατοικεί αυτό το πάθος αδήριτο
δεν μας αφήνει βορά στη ραστώνη
στέκει το σώμα, τεντώνει στο αμπόρετο

κι όσο τεντώνεται τόσο ψηλώνει.
Το υγρό μαντήλι του μόχθου στα όρια
της αντοχής, μ’ ασημένιο βελόνι,

έμπειρο χέρι η μοίρα η γαζώτρια,
ράβει σημαία· της ψυχής αντιστύλι·
ξέχωρη μέσα σε λάβαρα αλλότρια

που ποιος τολμάει να σ’ την υποστείλει; (περισσότερα…)

Άκληροι τράφοι || Το χειμωνιάτικο βράδυ ενός ηλικιωμένου ζευγαριού

*

Άκληροι τράφοι

Τα πρωινά βλέπαμε στις στράτες
πέτρες ξετραφισμένες, σωρούς από ξερολιθιές,
τρύπες να χάσκουνε να τις γυρολογά οκνά ο άνεμος.
Μην κι αποκάμανε να στέκουνε άπραγοι κι ανωφέλευτοι
και να ’ναι μόνο μέρη ενός τοπίου;
Μην τους χαλούνε οι καημοί των πεθαμένων
σαν ξαποσταίνουν πάνω τους όταν περνούνε;
Μην είναι αυτό το κεφαλιάτικο του χρόνου
και των στοιχειών το μερτικό;
Μην είναι οι πετρομάστορες που τους τρανώσαν
και παίρνουν τώρα πίσω την αγκούσα και τον μόχθο τους
γιατί δεν είναι πια κανείς την αξιοσύνη τους να την παινέψει
κι ένα κρασί να βάλει να φραθούνε;

Κι είναι νυχτιές πολλές που ακούγονται βελάσματα,
σφυρίγματα, κουδούνια, αχός από κοπάδια που διαβαίνουνε
και το πρωί μήτε κοπριές μήτε πατήματα
μήτε σημάδι από το πέρασμά τους
μονάχα ξετραχηλισμένοι τράφοι και πετροπέρδικες. (περισσότερα…)

Ωνάσης και Κάλλας

*

Θερινό παιχνίδι βασισμένο στα ιντερμέδια
του «Αέρα αυγούστου» του Κώστα Κουτσουρέλη

Ο Ωνάσης: των αρίστων αρετή,
στα πέλαγα και στα λιμάνια φάρος.

Ο Ωνάσης: τον ζηλέψαν αρκετοί,
μα του ’γινε στενός κορσές ο Χάρος.

Ο Ωνάσης: σιδηρόφραχτη θωριά,
αγέρηδες κι εχθρούς να χαντακώσει.

Ο Ωνάσης: πένθιμα καμπαναριά,
τρεκλίζει ένα βήμα πριν την πτώση.

Ο Ωνάσης: πίσω απ’ το θαμπό γυαλί,
φιλοδοξία, όνειρο κι ευθύνη.

Ο Ωνάσης: –αχ, καρδούλα μου κι αλί–
τα τάνκερ του ένα Κράκεν καταπίνει.

Ο Ωνάσης: πρωτογιός της συμφοράς,
θαρρείς νικά, μα στην ψυχή του τάλας.

Ο Ωνάσης: στα μαρτύρια προχωράς,
παιδί ξανά μπρος στη ματιά της Κάλλας.

/// (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Τα γηρατειά έχουν ανάγκες…

*

Τα γηρατειά έχουν ανάγκες
κι εμείς που κάναμε τους μάγκες
κάπως κουλάραμε
Οι τσαμπουκάδες έχουν πέσει
(λένε ο γέρος άμα χέσει,
τη σκαπουλάραμε)

Ακούς; Θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Και τώρα; Τσάι μέντα-δυόσμο
(Καλή ανάσταση!)
Ας αναλάβουνε τα νιάτα
(να τα ’χαμε πανάθεμά τα)
την επανάσταση (περισσότερα…)

Αρσενικό – Θηλυκό (Δύο σονέτα με ουρά)

*
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

~.~

Η ουρά του σονέτου, Α΄

(υπνοπορεία)

Τον ύπνο σου κι απόψε θα διαρρήξω,
μετά των οργασμών την παραζάλη,
βαθιά στον λήθαργό σου να βουτήξω,
ν’ αναδυθώ μες στ’ όνειρό σου πάλι.

Στον κάθιδρο βραχνά σου να βογκήξω,
να νοιώσω της ονείρωξης την πάλη,
τον τύπον, λέει, των ήλων σου ν’ αγγίξω,
την όποια τύψη σου π’ ανθεί και θάλλει.

Να μπω στο πιο κρυμμένο θηλυκό σου,
να ’ρθω μαζί σου στην υπνοβασία,
να βρω χρησμούς στο παραμιλητό σου,

να γίνει ως την αυγή: δοκιμασία· (περισσότερα…)

Το καράβι του Ματίς και άλλα ποιήματα

*

Ένα βιβλίο

Όταν ανοίγεις ένα βιβλίο,

Κρατάς στα χέρια σου την Ουρ

Τους μίσχους καλαμιών, τα δώρα του Νείλου

Τις θυσίες μικρών ζώων

Τις γραμματοσειρές του Άλδου Μανούτιου

Όσους χαλάσαν τη ζωή τους και τα μάτια τους, στοιχειοθετώντας ασταμάτητα μέσα σε βρωμερά υπόγεια

Τα βλέμματα των γενναίων μπροστά στη λογοκρισία

Τις στάχτες μιας σατανικής φωτιάς στη μέση μιας γερμανικής πλατείας

///

Μια σταγόνα

μια σταγόνα στο σπήλαιο της μήτρας
σταλαγμίτης που σημαίνει τον χρόνο
μια σταγόνα αίμα στο χιόνι
έβαψε κόκκινο της Χιονάτης το στόμα
μια σταγόνα μέλι
ο κάματος κι οι διαδρομές μιας κατάκοπης μέλισσας (περισσότερα…)

Στέαρ

*

Όπως τα ματωμένα απόνερα της Κρεαταγοράς Αθηνών στο κλείσιμο με αφόρητη ζέστη, ντάλα ο ήλιος, ντάλα όλα, ντάλα και οι ευγενείς βυθοσκοπήσεις του παρόντος όταν κοιτούσα με ψαρίσια απορία και όλο κατέβαζες τα μάτια και έβρισκα καταφύγιο στο να κοιτώ το μελάνι που κολλούσε στα δάχτυλά μου από το κακοτυπωμένο φυλλάδιο που μοίραζαν κουρασμένα πιτσιρίκια και έγραφε «Μυοκτονίες παντός τύπου». Τέτοιες περσόνες μάλλον είναι για άλλες εποχές, ποιος πιστεύει τώρα στην ανάκτηση εδάφους; Τέτοιες περσόνες θυμίζουν τα βίπερ της γιαγιάς μου, οπότε ορθώς μου είπες αυστηρά πριν χρόνια και ζαμάνια να κόψω τους παλιμπαιδισμούς και να σταθώ στο ύψος του κυκλώνα. Αυτά που λες συμπλήρωνες είναι πρωτόγονος συνδικαλισμός νεοφώτιστου αριστεριστή. Περπάτα, έλεγα, και λέγε ό,τι θέλεις. Άκου, άκου συμπλήρωνα. Στον ύπνο μου είδα χθες ότι μας μοίραζαν λίπος ζωικό σε χρώματα ουράνιου τόξου κι όλοι ήταν ευτυχείς και πασαλείβονταν με γέλια και έμοιαζαν με γουρούνια υπερρεαλιστικά. Μόνο στο δικό μου το κορμί το λίπος άλλαζε χρώμα και ήταν καφετί και έψαχνα πού να κρυφτώ.

(περισσότερα…)

Άσματα από χαμένα έπη (Χειρόγραφο Πατρών)

*

ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΑ
(παραλλαγή Χ)

Μέσα στου δάσους την καρδιά
μετά της μάχης τη φωτιά.

Αμ. Μικρός τι θέλησες να γίνεις;
Δ. Χορευτής. Αμ. Πες μου, τι συνέβη;
Δ. Έγινα· το κορμί μού χάριζε ζωή
κι ήταν η μουσική κλαγγή… και φοβερή βουή.
Αμ. Αυτό, καλέ μου, μην μου κρύψεις·
ο φόβος μούσκευε τα γένια σου
στα χείλη σαν ξαπόσταινες
των ετοιμόρροπων βουνών;
Δ. Στους άντρες δάκρυ δεν αρμόζει.
Αμ. Και μες στη νύχτα, κάτω απ’ το φεγγάρι;
Δ. Στη λάμψη του μονάχος… Αμ. Μόνο αυτό;
Δ. Και φοβισμένος. Σύντροφος με κάποιον
που δεν τον είχα ξαναδεί, σε σώμα
φτωχό και ρημαγμένο. Αμ. Τώρα στέκεσαι
κοντά μου. Δ. Ναι… Είναι σαν να βρήκα την καρδιά μου.
Αμ. Αλίμονό μου, δεν αρκεί! Δ. Γιατί;
Αμ. Πρέπει να γίνεις η δικιά μου.

Και φίλιωσαν τα δυο κορμιά
σαν δυο σταγόνες στη δροσιά. (περισσότερα…)

Άρης Αλεξανδρου, Exercices de rédaction / Ασκήσεις γραφής

*

Επτά ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στην διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το Κιβώτιο. Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

///

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

Εκτός απ’ όλα αυτά
πάμε καλά

///

ΟΠΕΡ ΕΔΕΙ ΔΕΙΞΑΙ

Ο φυλακισμένος, όταν τον αναγκάζουν
να μείνει όρθιος στο κελί του, μια μέρα,
δυο μέρες, μια βδομάδα, αρχίζει να βλέπει
γύρω του τεράστιους ιστούς αράχνης.
Αμύνεται ενάντια στις τριχωτές ταραντούλες
και τότε έν’ άσπρο συρματόπλεγμα μπαίνει
ανάμεσά τους.

Ο ποιητής βλέπει γιγάντια ερπετά
που οι κοριοί τα έχουν καταφάει,
ξέρει ότι το τείχος αντίκρυ
απ’ αυτόν που αγρυπνά
είναι μια ψυχολογική διαδοχή
γεωλογικών φαινομένων. (περισσότερα…)

Η επιστροφή του Σισάρα

*
Κριταί 4, 12-24

«Κουράστηκες; Να στρώσω τη φλοκάτη;
Κοιμήσου. Εδώ κανείς δέ θα σε βρεί.»
Στο αριστερό κρατάει το πασσαλάκι,
με το δεξί σηκώνει το σφυρί,

παίρνει μια ανάσα, ψιθυρίζει «Τώρα.
Τώρα ή ποτέ» και νά ʼτην που τρυπάει
του στρατηγού το καύκαλο η προδότρα
παλληκαρού! Τον σκότωσε και πάει.

…Όχι, δέν πάει. Με πληγιασμένα πόδια
κι από ʼνα μαυροκόκκινο λεκέ (περισσότερα…)

Ανεξήγητες σιωπές

*

Ανεξήγητες σιωπές

Αυτές οι σιωπές ως
καρφί στον λαιμό παραμένουν
αναμονές μιας οικοδομής
ημιτελούς κι ανέφικτης
–πάντα ένας θάνατος κρύβεται
πίσω τους–
της αναπάντεχης διαβολής ή
του πρόσκαιρου ψέματος η αρχή
και το τέλος.

Κείτεται τώρα μήνες εκεί
στην εθνική Κορίνθου-Πατρών
όπου η αίγα του Διός
ένα ψοφίμι αγνώριστο
–σκύλος, απρόσεκτη γάτα ή κουνάβι;–
του έρωτά μας η λήθη,
χώμα σχεδόν που πάνω του τόλμησε
μια παπαρούνα ν’ανθίσει –σπόρος τ’ανέμου–
τρεμάμενη –σκεπτόμενη καρδιά–
στη βιάση του επόμενου τροχού.

Εσύ, κρύβεσαι πάλι πίσω
από μια πόρτα δρύινη
κρούετε είπες, κι ανοιγήσεται υμίν.
Κι εμείς χιλιάδες χρόνια και
φορές Σε πιστέψαμε
και πιστέψαμε, θεολογούντες στην πέτρα.
Μήπως αργότερα δεν είδες τα κομμένα νήματα
στο ξύλινο ανθρωπάκι απ’ την Τοσκάνα
πώς έσπασε τη μύτη του
ή πώς έπεσε το κερί κι έκαψε
το πανί του Μαυρομάτη;

Μη βγάλεις απ’ τον λαιμό το καρφί
θα μας σκοτώσει ο αέρας
της σιωπής Σου·
πύρινη επί της κεφαλής γλώσσα
στου Θεριστή τη γιορτή
δε Σου ζητήσαμε
ταις γλώσσαις των ανθρώπων
όπως μπορέσαμε, λαλήσαμε–
τα μάτια μας μείναν ανοιχτά, (περισσότερα…)