ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Μετά το Άουσβιτς

*

Εδώ και μήνες
ο θάνατος
συμμάχησε για τα καλά
με το παράλογο.
Γι’ αυτό
ο Αύγουστος του καρπουζιού
δεν έχει σημασία πια.
Τι σημασία έχει η ιστορική παιδεία
κι η καλή καρδιά
όταν μετά το γαμημένο Άουσβιτς
στα μάτια
κάποιου χορτασμένου εβραιόπουλου
μπορείς να δεις
τα πληγωμένα μάτια
κάποιου πεινασμένου κοριτσιού
που ζει
μες στα φριχτά ερείπια
στην ισοπεδωμένη  Γάζα. (περισσότερα…)

Εννιά καλοκαιρινά χαϊκού

*

Πάνω στα στάχυα
μωρά μιας πεταλούδας
γλυκοκοιμούνται

///

Ψάθινος τρύγος
σταφύλια του Σωτήρος
μια στάμνα μέλι

///

Στα γόνατά σου
ολόγυμνη και πλήρης
σαν πανσέληνος

///

Φουσκώνουν δάκρυα
στα μάγουλα μιας κρήνης
νερό πηγαίο (περισσότερα…)

Τα ταυ του έρωτα

*

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν

Κι άν του έρωτα το γλυκερό
ψωμί δέ σε χορταίνει,
και μοιάζει κιόλας το φτερό
κομμένο απο χαρτόνι,

σεβάσου, μήν υποτιμάς
το μπράτσο-του το αφράτο.
Δέν τό ’χει τίποτα μεμιάς
να φέρει πάνω κάτω

λαχτάρες, όνειρα, ακριβές
κι ατράνταχτες αλήθειες,
αγαπημένες μέχρι χτές
παλιές καλές συνήθειες,

τις πατερίτσες της καρδιάς,
του νού τα δεκανίκια…
Κι άν κάνεις πως τον σταματάς,
σηκώνει τα μανίκια,

τραβάει απ’ τα χαλάσματα
το πιό χοντρό καδρόνι
και με παιδιάστικη χαρά
μπροστά-σου το κραδαίνει! (περισσότερα…)

Βασική απορία

*

Απ’ τους βραχίονες φυτρώνουν σωληνάκια
ίδια κισσοί, κλωνάρια αναρριχητικά.
Στο τραπεζάκι αντισηψίες και μπαμπάκια

μια εικονίτσα διαβασμένη, μερικά
περιοδικά του συνοδού παρηγορία
κι ένας παλμός μεταφρασμένος ψηφιακά,

ήχος διακεκομμένος· η παθολογία
του ασθενούς κι η ηλικία απαιτεί
συμβατικούς Θεούς (και μη) και συνεργεία,

σε μία τέλεια ενορχήστρωση όλοι αυτοί. (περισσότερα…)

Διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τίποτε δεν αληθεύει χωρίς τ’ αντίθετό του.
MARTIN WALSER

*

1. Η ΚΟΥΚΛΑ

Είμαι μια κούκλα έγκλειστη σ’ ένα κουτί,
γερά δεμένη πάνω σ’ ένα ελατήριο.
Αραιά και πού κάποιος πατάει ένα κουμπί
κι έξω πετάγομαι μ’ ορμή, σαν σε ντελίριο.

Ποιος με κινεί ποτέ δεν έμαθα ή γιατί,
δεν ξέρω δύναμης ποιας είμαι το υποχείριο.
Απ’ την αρχή ήμουν κλεισμένη μέσα εκεί,
ιδού όλο κι όλο της ζωής μου το μυστήριο.

Κι εσύ μια κούκλα είσαι… Εσύ που με κοιτάς!
Κι εσύ στ’ ανάκτορο, κι εσύ στο καλυβάκι!
Ένα ελατήριο διά βίου καβαλάς
και με μια πόζα ξεπετάγεσαι μεμιάς
για να χορέψεις σαν σου ανοίγουν το καπάκι.
Γιατί, δεν ξέρεις. Κι έχεις πάψει να ρωτάς. (περισσότερα…)

Πότισμα με φόντο όχι και τόσο μακρινό ατομικό μανιτάρι

*

Ω ναι,
παρόλη την οσκαρική κανονικότητα
οι τραγωδίες συμβαίνουν

Φωνή ἐν Ῥαμᾷ
Φωνή ἐν Γάζῃ
– της ιστορίας ένδοξα υψώματα
ανεστραμμένες τάφροι, χαρακώματα
και déjà vu ελιγμοί
όπου ενδημεί
κατά στοιβάδες το αίμα
κι ολοένα «θάλαττα» –τυφλός–
να κρώζει ο μαουνιέρης

7 Μαρτίου, νεκροί 83
24 Μαΐου, εβδομήκοντα και εννιά
2 Αυγούστου – στο σημείο διανομής
τροφίμων ξηλωμένο χέρι
μες στη σφιγμένη ακόμα χούφτα
ασπαίροντας το μάννα
– στον αιώνα πια δικό του

83, 79, 250.9
αριθμοί ξεδιάντροπα αστρογγύλευτοι
καθόλου για OCD
φανατικά εμπαίζοντας
τις πτώσεις, τις νευρώσεις
κι όμως να επενδύεις γιατί «απ’ τα ολότελα»
τανγκό χορεύοντας δήθεν με το Παράλογο
καθώς πισώπλατα σε μαχαιρώνει
απεγνωσμένα ανασύροντας λαχνούς
μ’ αυτούς να σκαν στα χέρια σου
γιατί η βρώμα που είχε βγει (πως τα ψηφία του π
στην όλη τους κρυψίνοια
κάποτε –έστω και με στον κρόταφο την κάννη–
θα μιλήσουν)
ήταν εν τέλει πτωμαΐνη
χίλιων οπτιμιστών
παρόλη την επιμελή ταρίχευση (περισσότερα…)

Στην Κοίμηση της Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η γνωστή ποιητική συλλογή Ἄνθη εὐλαβείας, που περιλαμβάνει έμμετρες συνθέσεις των σπουδαστών της Φλαγγινείου Σχολής της Βενετίας, εκδόθηκε στη Βενετία το 1708. Σε αυτή περιέχονται στιχουργήματα συντεθειμένα στην αρχαία και νέα ελληνική, καθώς και στην ιταλική. Το «άσμα» που μεταφράζεται εδώ προέρχεται από τα αρχαιοπρεπή συνθέματα και το θέμα του, όπως και όλης της συλλογής, είναι το εγκώμιο της Θεοτόκου, με αφορμή τον εορτασμό της κοιμήσεώς της. Το ποίημα φέρει τον χαρακτηρισμό «ἆσμα σαπφικὸν» και πράγματι ακολουθεί τη μετρική μορφή της λεγόμενης «σαπφικής ωδής»: Τετράστιχες στροφές, με τρεις ενδεκασύλλαβους και έναν πεντασύλλαβο. Συνδιαλεγόμενος με αυτή τη διάταξη, επέλεξα τετράστιχες στροφές με τρεις ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους και έναν καταληκτήριο ιαμβικό επτασύλλαβο. Πεζή μετάφραση του ποιήματος μπορεί κανείς να βρει στο: Α. Καραθανάσης (επιμ.), Ἄνθη εὐλαβείας, Αθήνα 1978, σ. 48. Από αυτή την έκδοση (σ. 24-25) παρατίθεται μετά τη δική μου μεταφραστική δοκιμή το πρωτότυπο.

///

ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
KAI ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

Άσμα σαπφικό

Άσπιλη νύμφη, μέγιστη Μαρία,
των αοράτων κι αισθητών η δόξα,
του Θεού των όλων πάναγνη μητέρα,
χαρά πολλή σ’ εσένα!

Διαμένεις πια σε ουράνια κατοικία,
με τρόπαια που σ’ όλους διαμηνύουν
τις άρρητες, τις θείες αρετές σου
και τα επιτεύγματά σου. (περισσότερα…)

Πορταΐτισσα

*

Και μέσα στο ναό σου φωτεινή
Σε φορητές εικόνες και φωτογραφήματα
Παρά το χρώμα το φαιό της Αφρικάνας και το μαυράκι Σου
Στην αγκαλιά.

Μονάχα τα κεφάλια φαίνονται
Μια στάλα ξεχωρίζουν
Τα δυό πρόσωπα κοντά-κοντά
Κι άμα προσέξεις, το βλέμμα της ταξίδι σε δώματα βασιλικά,
Σε ουρανούς.
Ο Χριστός
Για νά ’ναι τόσο σοβαρός
Το σταυρικό μαρτύριο κινηματογράφος
Μπροστά στα μάτια θα περνά. (περισσότερα…)

Πάνω σ’ έναν οικείο στίχο

*

Αναρωτιέμαι τώρα γιατί ο Σεφέρης χαρακτήρισε τον στίχο του du Bellay ξένο
και στους δυο, το φάντασμα του Οδυσσέα εμφανίστηκε βυθισμένο στη νοσταλγία
θάλασσα, αγάπη, θύμηση—ενωμένα σε ένα,
σαν την Αγία Τριάδα,
τους πρόσφερε γαλήνη,
την πίστη πως η απώλεια δεν είναι απώλεια
μέσα στη ταραχή της ανάμνησης

Και οι δυο μού είναι οικείοι,
σύντροφοι, σαν αδελφοί, αυτόχθονες,
αποπνέουν ανάσες ηρεμίας και ανησυχίας·
κι αυτός ο νέος στίχος, που συμφιλιώνει τ’ ασυμφιλίωτα,
τα κάνει όλα πάτρια,
καθώς κοιτά πίσω, μακριά,
σχεδόν οραματικά

γυρεύοντας
Μια αγάπη με ακατέλυτο ρυθμό,
ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή,
όπως λέει και ο ποιητής·
την άκουσε στο Αιγαίο η σύγχρονη ποιήτρια
αγναντεύοντας το αρχέγονο πέλαγος:
ξαναδιαβάζω τώρα τις «Μεταφορές»

τα κύματα θεριεύουν
τον Οδυσσέα ανεμοδέρνουν·
μια παλιά σκέψη μού μουρμουρίζει στο αυτί:
οι αναμνήσεις σου είναι δυο λογιών
ηφαιστειακές και παγετωνικές,
μα η ποιήτρια βρήκε τη χρυσή κλωστή
λίγο λάδι δηλαδή,

το νήμα της ζωής που οδηγεί
στην αρχέγονη πηγή,
την αγάπη δηλαδή,
ζωοφόρος θησαυρός
αυτή η αναγγελία:
δεν είμαστε νεκροί
ακόμη ζούμε, κατά βάθος

Αρίστη Τρεντέλ

*

*

*

 

Σονέττα πρὸς παλαίμαχο Μεσσία

*

Ι.

Ἐκεῖνοι ποὺ ἀνακήρυξαν πατέρες
τοὺς ἑαυτούς τους δίχως νἄχουν σπείρει,
χειρότεροι εἶναι ἀπὸ κάποιες μητέρες
ποὺ τριγυρνοῦν στὰ ἄνθη γιὰ τὴ γύρη

γιατὶ δίχως ἀπόγονους νομίζουν
πὼς πλήθυναν τὴ γῆ μὲ φωτοκόπιες.
Πτηνὰ ἐνδημικὰ ποὺ ἀλληθωρίζουν
σὲ πτήσεις διεθνεῖς, μὰ μόνο ἐντόπιες

μικρὲς κι’ ἀδέξιες διαδρομὲς πετᾶνε
θυμίζοντας φραγκόκοτα ἢ κότα
λειράτη, γερασμένη. Μὲ τὰ χνῶτα

τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀετοῦ μετρᾶνε.
Κι’ αὐτὸ ποὺ ἴσως γιὰ γάλα τοὺς μυρίζει
ἡ νιότη εἶναι ποὺ τοὺς κατακρημνίζει.

///

ΙΙ.

Ἀρνητικὸ ἀντὶ φωτοτυπία
ἐπέλεξα νὰ εἶμαι ‒ νὰ τὸ ξέρεις.
Καὶ τῆς καριέρας σου ἡλιοτυπία
διορθώνω ἀργά, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρεις. (περισσότερα…)

Γεώργιος Άβλιχος, Κοπέλα στο παράθυρο

*

Θα το ζωγράφιζα κι αυτό άν μπορούσα:
το μακρινό σημείο που σε κρατά
στην απουσία-του επίμονα παρούσα.

Νά ’ναι απο κεί που φύσηξε το αγέρι
κι ανέβασε στον ώμο αριστερά
την κόκκινη κορδέλα; Εκείνο ξέρει

τί θα σου αφήσει, τί θα πρωτοαρπάξει.
Μα εγώ πασχίζω κόντρα στον καιρό
τρίχα απο των μαλλιών-σου το μετάξι

να μή χαθεί… Και παίρνω στο κυνήγι
με το πινέλο-μου ενα σκόρπιο ρο-
δοπέταλο που πάει να μου ξεφύγει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

* (περισσότερα…)

Εσύ που νομίζω

*

Επιλογές από τη συλλογή της Αντωνίας Γουναροπούλου,
Εσύ που νομίζω, Εκδόσεις 25°36´36˝S | 134°21´17˝Ε
που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025.

///

Η Αντωνία Γουναροπούλου γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία και εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Προηγούμενα έργα της: Το Άστρο του Βορρά (ποιήματα), Αθήνα: Πανδώρα 2010, Το Άστρο του Τίποτε (ποιήματα), Αθήνα: Οροπέδιο 2013, Κυνηγοί και λύκοι (διηγήματα), Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη 2017 και Οδός Μακεδονομάχων (διηγήματα), Θεσσαλονίκη: Petites-Maisons 2022.

///

Μαζί σου

Ήταν μακριά το ποτάμι,
κι η γέφυρα να σε νιώθει.
Στις φωτιές των κλοσάρ
πέθαινε το νερό
μέσα στο ξύλο,
χωρίς ατμό πέθαινε το νερό
και το ποτάμι ήταν ακόμη
μακριά και
κυλούσε.

Η νύχτα είχε πιει
τους ίσκιους των μίσχων,
γυμνή αντιφέγγιζε
στο σκοτάδι η πέτρα –
κείμενο γραμμένο, ξαναγραμμένο
πενήντα χρόνια,
κι απόψε αργά να ξεθωριάζει,
να σβήνει.

Η γέφυρα δε νιώθει πια.
Το ποτάμι κυλάει
μαζί σου.

*

Νανούρισμα

Ξύλινη κούνια βαρκούλα στην αυλή
δεμένη με σκοινί σε δάχτυλα μικρά και στραγγισμένα.
Μη σταματάς γριά, κούνα το παιδί.

Πλοίο σιδερένιο μες στο σπίτι το κρεβάτι
κατευόδιο ψαλμοί, ψιθυρισμοί και προσευχές.
Εσύ γριά μη σταματάς, κούνα το παιδί.

Κούνα το παιδί, ήρθε στην αυλή ξύλινο σύννεφο.
Κούνα το παιδί, το πλοίο ξανάγινε κρεβάτι.

Στο σπίτι φυσούν πάλι ψαλμοί.
Μη σταματάς παιδί, στράγγιξαν μικρά τα δάχτυλά σου,
κούνα το παιδί. (περισσότερα…)