*
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
~.~
DICHTERLIEBE
Μνήμη Robert Schumann
Όχι τα λόγια που θυμίζουν λόγια.
Μίλα μας την αγάπη σου, ποιητή.
«Είναι ο Ήλιος», είπε.
«Δεν μπορείς να τον κοιτάξεις κατάματα,
κάνει όμως τα πάντα ορατά».
/// (περισσότερα…)
*
~.~
Όχι τα λόγια που θυμίζουν λόγια.
Μίλα μας την αγάπη σου, ποιητή.
«Είναι ο Ήλιος», είπε.
«Δεν μπορείς να τον κοιτάξεις κατάματα,
κάνει όμως τα πάντα ορατά».
/// (περισσότερα…)
*
*
~.~
*
του ΣΩΤΗΡΗ ΤΡΙΒΙΖΑ
~.~
Σε κάποιο υπόγειο βαθύ, σκοτεινό,
που ήλιο δεν βλέπει, δεν βλέπει ουρανό,
ζει ένας γάτος αμέτρητα χρόνια
με ζέστη, με κρύο, με βροχές και με χιόνια.
Κανείς δεν τον ξέρει, κανείς δεν μιλά,
και όμως στην σκέψη μας ζει σιωπηλά.
Κατάμαυρος είναι με μάτια λυχνάρια
που λάμπουν τη νύχτα σαν να ’ναι φεγγάρια,
χάδια δεν θέλει κι αγάπες κλεμμένες
τρέφεται μόνο μ’ ελπίδες χαμένες
και μ’ όνειρα τρέφεται εδώ κάτω στη γη
από αυτά που συνήθως λησμονάς την αυγή.
Στον ύπνο μας μπαίνει και τα όνειρα κλέβει
ποιος ξέρει ο γάτος τι άλλο γυρεύει! (περισσότερα…)
*
~.~
Ονήσιμε ακριβέ
το πήρα απόφαση· δεν τους αντέχω τους θεούς τους.
Τρελοί, σκληροί και πόρνοι και δεν ξέρω τι
και κάτι τάχα μου ήρωες – θες να σου πω;
Χθες λέγανε για μια που σκότωσε
τα αθώα παιδιά της· τότε ξεμυτίζει
–την ώρα της φριχτής εκείνης φρίκης–
κάποιος «Ορέστης», ξεπαστρεύει μερικούς
και πάλι πάμε απ’ την αρχή.
(Ψέματα δεν θα πω, τον Γιάννη
δεν τον πολυκαταλαβαίνω. Τον Ματθαίο
καλύτερα. Θα μου εξηγείς κι εσύ.)
Θεοί να σου πετύχουν,
γυμνοί γυμνοί κι εδώ κι εκεί
μυρίζουν λες τα μάρμαρά τους σάρκα
κι από τα στόματα τα ακίνητα θαρρείς
–ακούς;– μελωδικοί σκοποί θα βγουν· (περισσότερα…)
*
Σάν να τραντάζεται η γή
Καλπάζουν οι καβαλάρηδες
της καταιγίδας οι γιοί
Άργησες άργησες άργησες
Σάν να τραντάζεται η γή
Τί μας προσμένει το ξέρουμε
Σακατεμός συντριβή
κι ενα τσαντήρι στην έρημο
Βγαίνει η πουτάνα Κραγιόν
βάζει στα μούτρα-της μάσκαρα
Νύν υπερ πάντων ο αγών
και θα τον δώσεις ανάσκελα
Πέφτει ο φρουρός καταγής
Βάζει στην πέτρα τον κρόταφο
μήπως ακούσει στο υπόκωφο
τράνταγμα τον ψιθυριστό
λ ό γ ο τ η ς κ α τ α λ λ α γ ή ς (περισσότερα…)
*
Προδημοσίευση από την ομώνυμη συλλογή του Δημήτριου Μουζάκη που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις Σίγμα Πι Λάμδα.
~.~
Τη θάλασσα και τη βροχή
τις ερωτεύτηκα απ’ τον ήχο.
Τα κύματα και οι ψιχάλες
δεν απευθύνονται στα μάτια.
Απευθύνονται στα όνειρα.
***
Όταν αντίκρυζα
μια όμορφη γυναίκα
σκεπτόμουν όλβιος
γαστράλια, σκιοδερμίς.
Υπέροχες λέξεις
ό,τι κι αν σημαίνουν. (περισσότερα…)
* * *
Νοέμβρης· τα νησάκια μπαίνουν στον ορό
με μια γερή γροθιά πέφτουν σε νάρκη
μέχρι το Πάσχα (τύπου Ανάσταση θαρρώ…).
Κλειστές ταβέρνες, στοιχειωμένα πάρκινγκ,
ξεθωριασμένα διαφημιστικά εκδρομών,
χωριά ερημωμένα – άλλοτε αυτάρκη…
Οι επιχειρηματίες –οι πιο πολλοί– υπ’ ατμόν
φεύγουν, να διαχειμάσουνε και πάλι
στις πολιτείες των φώτων, των ευκαιριών
κι ύστερα με το λάπτοπ στη μασχάλη
και μ’ άπταιστη αγγλική θα ’ρθούν σε υποδοχή
ορδών με παρεό και με σανδάλι.
Νησιά πεντόβολα σε φαύλη χούφτα· ηχεί
φάλτσα το Άξιον Εστί εντέλει…
Νησιά πηχτά στη λασπουριά και στη βροχή
που ο ήλιος μισθωμένος ανατέλλει. (περισσότερα…)
*
~.~
Έβλεπα πώς τον έσερναν μπροστά μου
άπνοο, πελιδνό, σχεδόν πνιγμένο·
το σώμα του το μισοβουλιαγμένο
ρίχτηκε σ’ ένα πλάτωμα της άμμου
με τον ναυαγοσώστη από πάνω
να του πιέζει βίαια το στήθος.
Νεαρός πολύ, έμοιαζε με τσιγγάνο·
κρατούσε την ανάσα του το πλήθος.
Δεν ξέρω πόσα πέρασαν λεπτά
αλλ’ όταν επανήλθε ξαφνικά
τινάχτηκε με μια έξαλλη ορμή.
Να ’ταν της πάλης μια χειρονομία;
Ή μια ανεπίγνωστη διαμαρτυρία
που τον τραβήξαν πίσω στη ζωή; (περισσότερα…)
*
Στέμμα ομίχλης
ξαποσταίνει στο βουνό
σαν ελεγεία///
Το χώμα γνέθει
οστά αγαπημένων,
σκιές και φύλλα///
Πένθιμες πομπές
κραδαίνει σωπαίνοντας
η πάμφορη γη///
Το χώμα σήπει
χέρια που μας έσπρωχναν
στις κούνιες παιδιά/// (περισσότερα…)
*
Δεν έχω τί να κάνω εδώ
Που κάθοντ’ όλα τα εγώ
Πίνουν καφέδες και ποτά
Κι όλο κοιτούν στα κινητά.
Γελούν γιατί δεν θα ’χουν στόμα
Όταν σε λίγο γίνουν χώμα.
Η μεν βυζάκια σαν κουμπιά
Κ’ η δε μαστούς οχτώ κιλά.
Όποιαν ο δόλιος κι αν διαλέξω
Με τη χειρότερη θα μπλέξω.
Μ’ έφερ’ εδώ η μάνα Φύση
Σ’ αυτό που τ’ ονομάσαν ζήση.
Μα ποιος τη Φύση έχει φέρει;
Ούτε αυτή, ούτ’ άλλος ξέρει.
*
Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.
Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.
Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;
Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.
Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)