ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

«Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου» και άλλα ποιήματα

*

ΑΧ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ

Aχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Και πώς τρέχουνε
θέλοντας να μ’ αγγίξουν για να πάρουνε
λίγη αρσενικάδα που τους έλλειψε
τόσο πολύ, όσο το αλάτι στο φαΐ. Nα πάρουν
δύναμη απ’ τον άνδρα για ν’ αντέξουνε
μήπως προλάβουν να τελειώσουνε τ’ ατέλειωτα…

Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Τι μοναξιά και να ’χουν μέσα τους
λόγια και λόγια στοιβαγμένα: Παραμύθια
θρύλους και διηγήσεις κι αδικίες κι όλα όσα
πρέπει να ειπωθούν. Mα πού παιδιά;
Πού τα εγγόνια, πού οι γιοί και οι θυγατέρες;

Σπίτια με δώματα και κάμαρες πολλές.
Kρεβατοκάμαρες, προθάλαμοι, σαλόνια, τουαλέτες.
Ε, μα, πάντα
υπάρχει χώρος για δυο τρεις τηλεοράσεις
για τράπεζες και θρόνους και πολύθρονα
σκαμπό και φουσκωτά, ντουλάπια, για σερβίτσια, γυαλικά,
υπάρχει χώρος
για τ’ ανθογυάλια, για πικάπ και ραδιόφωνα
κομπιούτερ και τηλέφωνα. Yπάρχει
χώρος για τ’ αυτοκίνητα, για τις μοτοσυκλέτες.

Mα δεν υπάρχει χώρος για τον γέροντα.
Σαν το ξερό κλαδί είναι ο γέροντας…
το σπάζουν και το παν στην αποθήκη…
σ’ ένα γηροκομείο δηλαδή. Κι αφήνοντάς τον
ούτε που θέλουν πια να ξέρουνε τι γίνεται,
αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. (περισσότερα…)

Η Ανάσταση του Φαίδωνα

*

Λεύκες και βραχυχίτωνες, στις δυο πλευρές του δρόμου,
Στρατιές – ως στον ορίζοντα – στα ανοιχτά του κόσμου
Ιερουργούν καθώς φυσά γεμάτος φύση αέρας:

Θείες κινήσεις
Μέσα σου, πάλι, δείχνουν
Το απέραντο.

Όλοι βαδίζουν κατά ’κει που στέκει ο ήλιος:
Τα σώματα αμυδρότερα πλησιάζοντας το φως.
Όμως τα μάτια επιμένουνε στις γαίες,
Στους λίθους, στα αμείλικτα μέταλλα.
Και στην αμφίστομη ευμένεια της ημιζωής:
Δυσπρόσια, σμαράγδια, λανθάνια, χαλκοί,
Πυρακτωμένα χρώματα της ματαιότητας
Που αλυχτάει ζητιανεύοντας σαν σκύλος
Που από την πείνα τρώει τα κόκαλά του.

Σώματα δυσδιάκριτα σαν έρχεται το φως,
Μάτια που ούτε φαντάζονται πως είναι ουρανός.
Μονάχα όσα παιδιά απέμειναν κοιτάζουν
Ατάραχα τα ύψη του Βυθού:

Απόψε οι κύκνοι χτίζουν τις φωλιές
Με ματωμένα σάβανα του Ιησού.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**

 

Στολίζοντας τον Επιτάφιο στον Άγιο Μηνά

*

Είναι που με σπατάλη ανθών και μύρων υμνείται ο θάνατος
από τη Γεωργία, τη Μαρία, τη Ζωή, τη Ζηνοβία
ομορφοχτενισμένες, μοσκοπλυμένες, απλοντυμένες
φασκομηλιές καημέχαρες, αγαθές φαρμακούσες
ξομπλιάστρες κατηφείς που σιγοψιθυρίζουνε
χρυσοχέρες δοσμένες στο επιτάφιο εργόχειρό τους.
Αχ και να τις έπαιρνε κι αυτές μαζί του ο Νυμφίος
κάπως μέσα σ’ όλα αυτά τα κρίνα και τις ευωδιές
και τους ύμνους να χωνότανε,
να παραδινότανε
ανθοστολισμένες, παρηγορημένες, γλυκοθανατούσες
κι ας ξέρουνε πως δεν υπάρχει ανάσταση.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ

*

**

Η Μπαλάντα των Ερωτήσεων

*

Τον καιρό των απαντήσεων ζούσαμε μια κόλαση.
Καμιά μας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει.
Με το που περνούσαμε το κατώφλι, οι απαντήσεις
πέφταν βροχηδόν πάνω στο κεφάλι μας
όπως οι σφαλιάρες στους διαδηλωτές.
Επρόκειτο –για κάθε μια από μας
που απαιτούσαμε κάτι παραπάνω
από γλυκόλογα τετριμμένων κλισέ–
σαν ομαδική απόπειρα βιασμού.
Και οι περισσότερες πισωπατούσαμε, αναπάντητες,
απογοητευμένες από τα σμήνη των ανόητων προτάσεων.
Δεν άφηναν κανένα σημάδι στο κορμί μας,
κι εμείς υποχωρούσαμε και κλεινόμαστε στο σιωπηλό
ερωτηματικό του μυαλού μας.
Εκεί μέναμε έρημες, δειλές, να ρωτάει με αγωνία η μία την άλλη
και καμιά μας να μην παίρνει μιαν απάντηση της προκοπής.
Ώσπου ήρθε φαίνεται το πλήρωμα του χρόνου…
Και ξεχυθήκαμε συντρόφισσες, σαν τρελές μαινάδες,
απολύτως σίγουρες γι’ αυτά που ρωτάμε,
υστερικά λογικές στις απαιτήσεις μας,
πλημμυρήσαμε τους δρόμους, τις πλατείες, τα χωράφια,
τις πολιτείες, τ’ άγρια κύματα, και
γραφτήκαμε ανεξίτηλα στις καρίνες των υπερωκεάνιων,
στις εφημερίδες με τις πιο μεγάλες κυκλοφορίες
και στις αφίσες των λεωφορείων
βάλαμε τα πεινασμένα ερωτηματικά μας.
Και τώρα πια δεν έρχονται οι απαντήσεις όπως πριν…
Γιατί αφύσικα επιπολαίως μας δίνονταν μέχρι τώρα.
Ήμασταν βέβαια πολλές και τις τρομάξαμε
και φυσικά δεν βάζαμε γλώσσα μέσα
και μάλλον φαίνεται συστολή τις έπιασε!
Μα επιτέλους αυτό δεν θέλαμε (ή μήπως όχι;)
κι αν καμιά τους ερχόταν κάπου κάπου, αραιά και πού,
και μας πλησίαζε με μεγάλη περίσκεψη,
σχεδόν ζητώντας μας την άδεια για να καθίσει στο διπλανό παγκάκι,
εμείς δεν κάναμε πια χώρο.
Τώρα που και η πιο χαζή από μας δεν βρίσκει εύκολα απάντηση
και οι πιο έξυπνες και σοβαρές απαιτούν την αντίστοιχη ποιότητα,
τώρα, τώρα μάθετέ το συντρόφισσες, πως είναι ο καιρός μας.
Είναι ο καιρός των Πρωταρχικών Ερωτήσεων και σκιαχτείτε εσείς οι άλλες!
Και αν έρθει καμιά από τις εύκολες (απαντήσεις),
να μας ζητήσει να βγούμε ραντεβού το βράδυ,
να ξέρει πως δεν θα κάνουμε ερωτήσεις,
θα φιλιόμαστε μουγκές χορεύοντας
μόνο και μόνο για ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ πάλι τα στόματα ως είθισται
και να μην έχουν τίποτα να πουν παραπάνω απ’ το τίποτα.
ΑΣ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΙΝ!!

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ

*

*

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

 

Έκτακτον Δελτίον Αγέλης

*

(Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία)

Μακρύς, μας λέτε, ο φετινός χειμώνας·
ο Μάρτης μιαν ατέλειωτη ομηρία,
κι ο Μάης σιβηρικός αντικυκλώνας·

χειμώνας, λέτε, δίχως μιαν αιθρία
κι εμείς, βουβά, μετά από κάθε μπόρα,
προσμένουμε την πρώτη ανθοφορία.

Τι κι αν απ’ τα πολλά λιοπύρια τώρα
ξεραίνονται τριγύρω δέντρα κι άνθη;
Τι κι αν τα πρωτοβρόχια αργούν στη χώρα

από την Κρήτη μέχρι και την Ξάνθη;
Εσάς πιστεύουμε, για αυτό ρωτούμε:
άνοιξη πότε… πότε, λέτε, νά ’ρθει;

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

**

 

 

Πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι

*

Πόσοι θα το ’θελαν σε τούτη τη ζωή
να ’ταν οι άκτορες των πιο μεγάλων ρόλων·
επιφανείς, διαπρεπείς ηθοποιοί
κι επικυρίαρχοι των πάντων και των όλων.

Άμλετ και Σκάρλετ, Δον Κιχώτης, Δον Ζουάν,
Σπάρτακος, Ληρ, Ηλέκτρα, Κρέων κι Αντιγόνη,
Σαρλώ, Οιδίπους, Τζόκερ, Λώρενς και Ταρζάν
να καθηλώνουν στο γυαλί και στο σεντόνι.

Μ’ αχ και να τόλμαγαν μια μέρα όλοι αυτοί,
οι αλλοπαρμένοι ματαιόφρονες αστοί,
μ’ αχ και να μπόραγαν μια μέρα όλες αυτές,
χαζοπαρμένες, ματαιόδοξες αστές,
να φανταστούν για μια στιγμή ποιος είν’ ο ρόλος
που όλων των ρόλων είναι η σκέπη και ο θόλος.

Είσαι παιδί, κι αυτός ο πρώτος σου ο ρόλος·
κι ίσως κι ο μόνος που θα μείνει εσαεί·
κάθε που μένεις μόνος, σκέτος κι όλος κι όλος,
ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας σβώλος
κουλουριασμένος. Μια ολόκληρη ζωή,
θα ’σαι παιδί, θα είσ’ αδέρφι, γιος ή κόρη
φίλος, συνάδελφος, πολίτης, συγγενής
σύντροφος ή εχθρός, κορίτσι ή αγόρι
ή κάτι άλλο – κάποιος ρόλος αφανής,
πατέρας, μάνα και παππούς, γιαγιά, εγγόνι.
Μα όμως πάντα σαν ξανά μένουμε μόνοι,
ένα παιδί κουλουριασμένο στο σεντόνι
ψάχνει της μάνας του το γάλα για να πιει.

Έτσι λοιπόν κι εσύ καλέ μου ηθοποιέ,
άσε τους ρόλους τους μεγάλους για τους άλλους,
κείνους που ξέμειναν σε κάποιο φουαγιέ
ψάχνοντας χρώμα σε περσόνες παπαγάλους.

Και πιο πολύ σ’ αυτό το ισόβιο βαριετέ
είν’ να φροντίσεις πριν να πεις το «Εαυτέ»
να ’ναι ακόμα εαυτός – και ο δικός σου
κι όχι ένας ρόλος στους πολλούς στο παλμαρέ·
ηθοποιός σημαίνει φως, κι ας είν’ το φως σου.

Με δίχως πρόβα και ταλέντο και σπουδή
η ζωή μας πέταξε στο μαύρο της σανίδι,
με λίγο πυρ, λίγο λαρδί κι ένα δαδί,
να μη χαθούμε στο απέραντο σκοτίδι·
είμαστε μεις, θα το ’χεις καταλάβει ήδη,
πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

**

Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

(περισσότερα…)

Γυναίκα

*

Πού πας με στολή αμαζόνας,
γυναίκα; Υπάρχει κανόνας
που σίγουρα δεν σ’ εξαιρεί·
παρά τις δεκάδες σου όψεις
θα είσαι υλικό για ονειρώξεις,
αξία, ασφαλώς, σταθερή.

Τι κρίμα, το λάγνο του μάτι
–οικτροί γεναριάτικοι γάτοι…–
εκεί στων χειλιών το lip gloss
ρηχά ν’ απομένει· τι κρίμα,
εσύ του κορμιού σου το σχήμα
κι αυτός ένας σκέτος φαλλός.

Οσμίζεται (λες απ’ την ήβη;)
το μαύρο ματιών σου μολύβι
πως γράφει από πίσω γκρεμό·
βορά εσύ πρωτόγονης πείνας
πως έχεις αγκάθια σκορπίνας
και θα του σταθείς στον λαιμό.

Συχνά, σ’ αγαπά μέχρι τρέλας.
Στη σκέψη καμιάς κουτσουκέλας
θα δέσει τον φόβο θηλιά
–αυτόν, που φυλάει τα έρμα–
θα σ’ οριοθετήσει με σπέρμα
ως κάνουν στη γη τα σκυλιά.

Γυναίκα, μην κλαις για όλα τούτα,
Μαρία, Ζαν ντ’ Αρκ, Σταχτοπούτα,
η προίκα μας είναι λειψή.
Μην κλαις θα περάσει· θ’ αλλάξει
ο κόσμος (αν κόσμος υπάρξει)
μα θα ’χεις περάσει κι εσύ.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Οδυσσέας Ελύτης, 18.3.1996-18.3.2026

 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ

Σσσς… πια τίποτε· τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε· κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω

Σσσς… μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει· παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των ψαράδων ή
Σωμάτων που εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
.                  κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπό σου ν’ αγγιχτεί

Όλος λάθη φεύγω· φιλιά που επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια

Τι ωραία και πάλι ν’ αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οι λύπες, οι ευωδιές
Κι οι άλλες που απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ’ ουρανού την ύλη
Νά τες τώρα που διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι η μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων

Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ’ ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα

Σσσς… μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός που όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι από μόνου σου
Επειδή τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Η θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991

*

**

«…τη Συμμαχία του Θανάτου»

*

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».

Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.

Βεβαίως,

υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)