ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Φανταστική πολεοδομία

*

Χαράματα σου ’ρθε ένα ποίημα στο νου και το ’στησες
γεμάτο αίσθημα, με μιαν ωραία αλληγορία…
μα έβρεχ’ έξω, βαρύ να σηκωθείς
το μαξιλάρι μαλακό, ζεστό το πουπουλένιο πάπλωμα…
μέσα σου το επανέλαβες φορές πολλές και
αποκλείεται -είπες- τώρα να το ξεχάσω.

Και ήρθε ο ύπνος ελαφρύς, γλυκός…

Τώρα, πρωί αργά, ψάχνεις τα νήματα
κουβάρι
μες στους θορύβους, τα τηλέφωνα, τα σκουπιδιάρικα…

Στην πόλη που φαντάστηκες, σεισμός.
Στα ερείπια ψάχνεις.
Πού πολεοδομία;
Πού o ειρμός;

Μ. ΡΑΜΝΟΣ

*

**

Άδειοι καιροί

*

ΑΔΕΙΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Ρεμπώ, ρεμπέτικα και ρέκβιεμ
κουρτίνες του ’60 και άδεια λαμπατέρ
βαραίνει τ’ όνειρο σεργιάνι πάει ο φόβος
λινά τραπεζομάντηλα, βιτρό κι ασημικά

ποιος Διγενής θα γεννηθεί να τραγουδήσει ο χάρος,
οι κάδοι γέμισαν κι αδειάσαν οι καιροί

///

ΚΑΖΑΝΙ

Άντε να σμίξεις το χέρι τ’ Αλεξανδρινό
με τη φτερούγα αμερικάνικου αγγέλου.
Μπρούτζινη φωνή, στεντόρεια
λιώνει, μες στο πολυμερές καρκίνωμα.

Το καζάνι δεν ξέρει συνταγές
Μόνο να λιώνει ξέρει.

///

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όλα είναι υπό έλεγχο
η σήψη των καρπών
η αργοπορία του τρένου
κι εκείνη η ελιά στο πίσω μέρος του αυτιού σου

*

Ξέρουμε καλά να μελετάμε τα ποτάμια,
πώς να τα κολυμπάμε δεν ξέρουμε

*

Πες μου ότι μετράς ακόμα με τα δάχτυλα!

*

Κανένας δε σε ξέρει.
Σε φοβάμαι…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΕΠΟΥΣΚΟΣ

**

*

 

Canto

*

Θά τραγουδήσω ἀπόψε ριζικά
– πῶς ἔχω τόσα χρόνια;
(Ἀδυνατίζει βέβαια ἡ φωνή
τόνοι καημοί σημάδια στίς φωνητικές χορδές,
θάλασσες λυγμῶν, ἀμέτρητα τσιγάρα…)

Θά τραγουδήσω δυνατά ἀπό τό δωμάτιο
μέ ἀνοιχτές τίς γρίλιες
γιά ν’ ἀκουστῶ – γι’ αὐτό θά τραγουδήσω
ὅλα τά εἴδη τραγουδιῶν
μέχρι καί ἄρια θα πῶ – ὤ κάστα ντίβα ἐσύ Μαρία
γλυκιά μου, ἀλησμόνητη ἀδελφή
τί νά μοῦ κάνουν δάκρυα δυό καί στεναγμοί σαρανταδυό
Μανούλα μου,

θα πῶ και fados θλιβερά
τό ἡ θάλασσα μέ γέρασε Ἀμάλια Ροντρίγκες

δημοτικά ὁπωσδήποτε
ριζίτικα, λεβέντικα γι’ ἀγάπη καί γι’ ἀμάχη

θά πῶ τραγούδια χωρισμοῦ
τό πῶς στά δυό χωρίστηκε ἡ ζωή,
στά ἕξι, στά δεκάξι,
ξενιτεμένα μου πουλιά

τραγούδια τοῦ θανάτου
το πῶς με γέλασε κι ἐμέ ἐκεῖνο το ἀηδόνι
καί μοῦ ’ταξε μιά χαραυγή πώς χάρος δέν μέ παίρνει
νά κάνω μάτια νά δακρυοῦν καί νά ξομολογοῦνται
πώς εἶν’ ἀβάσταχτος καημός τό σύνορο τοῦ Ἅδη
κι ἀπ’ τἀ πολλά καλέσματα ἴσως
κι ἀνοίξουν οἱ ἀγκαλιές καί σιάσουν οἱ ψυχοῦλες
καί πιοῦν νερό τῆς λησμονιᾶς
καί μοῦ κρυφογελοῦνε.

ΒΑΝΝΑ ΠΑΣΟΥΛΗ

*

**

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Με την τεχνητή νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.

Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.

Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι …δεν έχουν!

Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;

Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

*

*

Κωστής Παλαμάς, Στερνός λόγος

*

Σε μια γυναίκα

Ήρθε η στιγμή να σωπάσω και να πονέσω…
Δε θα ’ξερα ο ίδιος να σου πω από πού είμαι, ποιός μ’ έστειλ’ εδώ…
Υψωμένος και ταπεινωμένος, αθώος και τιμωρημένος.
GΟΕΤΗΕ, «Ilmenau»
Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

~.~

Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσμικά,
χάρισμα πιο μεγάλο κι απ’ τα φτερά.

Τα δυνατά σου χέρια δε σέρνουν απαλά
τον ήχο από της άρπας τη μουσική καρδιά.

Τα δυνατά σου χέρια λουλούδια δεν κρατάν
κι ολόλιγνα στο ατλάζι τα ξόμπλια δεν κεντάν.

Τα δυνατά σου χέρια εκεί που θα σταθούν
σα φυλαχτά φυλάνε, σαν άρματα βοηθούν.

Και ξέρουνε και υφαίνουν το γνέμα τ’ αργαλειού
που θ’ αλαφροσκεπάσει τη γύμνια του κορμιού,

κι ύστερα το λευκαίνουν στην άκρη ενός γιαλού
με τη χαρά του ήλιου και με του τραγουδιού.

Τα χέρια σου ζωσμένα γύρω σε μια καρδιά
της γίνονται σκουτάρια και θώρακες αυτά.

Τα χέρια σου στην ώρα του θαλασσοδαρμού
γίνονται δυο δελφίνια χρυσά του λυτρωμού.

Τα χέρια σου κανίσκια βαστάν παρηγοριάς,
μ’ αυτά στηρίζεις, δίνεις, υψώνεις, ευλογάς.

Μ’ αυτά τα χέρια μού ήρθες μοιράζοντας εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί.

Κι απ’ τον αφρό της λίμνης της αρμυρής
πήξατε τ’ άσπρο αλάτι για μένα, ω χέρια εσείς.

Κι εκόψατε για μένα τους ώριμους καρπούς,
και φώτιζέ σας γέλιο που δεν το βάζει ο νους!

Το πήρα τ’ άσπρο αλάτι· μου τα ’δωκες εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί·

και στο τραπέζι απάνου, στρωμένο ευλογητό,
τ’ απίθωσα και σου είπα το λόγο: «Σ’ τα χρωστώ».

Κι ήταν ο λόγος μου άσπρο πουλί, πουλί ιερό
φερμένο από φωλίτσα χτισμένη σε ναό.

Κι ήταν ο νους μου μαύρου πουλιού τριγυρισμός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.

Κι εκεί που με το λόγο σε χάιδευα, —τ’ ακούς;—
όρνιο καταραμένο πετούσε εμένα ο νους

σε πείσματα στριμμένων, ξενύχτια αμαρτωλών,
και σ’ όλα τα τραπέζια των πονηρών.

Κι ας με ρωτούσε κι όποιος για σένα ποιά είσαι, εγώ
κι ας υψωνόμουν ύμνος τις χάρες σου να πω! (περισσότερα…)

«Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου» και άλλα ποιήματα

*

ΑΧ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ

Aχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Και πώς τρέχουνε
θέλοντας να μ’ αγγίξουν για να πάρουνε
λίγη αρσενικάδα που τους έλλειψε
τόσο πολύ, όσο το αλάτι στο φαΐ. Nα πάρουν
δύναμη απ’ τον άνδρα για ν’ αντέξουνε
μήπως προλάβουν να τελειώσουνε τ’ ατέλειωτα…

Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Τι μοναξιά και να ’χουν μέσα τους
λόγια και λόγια στοιβαγμένα: Παραμύθια
θρύλους και διηγήσεις κι αδικίες κι όλα όσα
πρέπει να ειπωθούν. Mα πού παιδιά;
Πού τα εγγόνια, πού οι γιοί και οι θυγατέρες;

Σπίτια με δώματα και κάμαρες πολλές.
Kρεβατοκάμαρες, προθάλαμοι, σαλόνια, τουαλέτες.
Ε, μα, πάντα
υπάρχει χώρος για δυο τρεις τηλεοράσεις
για τράπεζες και θρόνους και πολύθρονα
σκαμπό και φουσκωτά, ντουλάπια, για σερβίτσια, γυαλικά,
υπάρχει χώρος
για τ’ ανθογυάλια, για πικάπ και ραδιόφωνα
κομπιούτερ και τηλέφωνα. Yπάρχει
χώρος για τ’ αυτοκίνητα, για τις μοτοσυκλέτες.

Mα δεν υπάρχει χώρος για τον γέροντα.
Σαν το ξερό κλαδί είναι ο γέροντας…
το σπάζουν και το παν στην αποθήκη…
σ’ ένα γηροκομείο δηλαδή. Κι αφήνοντάς τον
ούτε που θέλουν πια να ξέρουνε τι γίνεται,
αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. (περισσότερα…)

Η Ανάσταση του Φαίδωνα

*

Λεύκες και βραχυχίτωνες, στις δυο πλευρές του δρόμου,
Στρατιές – ως στον ορίζοντα – στα ανοιχτά του κόσμου
Ιερουργούν καθώς φυσά γεμάτος φύση αέρας:

Θείες κινήσεις
Μέσα σου, πάλι, δείχνουν
Το απέραντο.

Όλοι βαδίζουν κατά ’κει που στέκει ο ήλιος:
Τα σώματα αμυδρότερα πλησιάζοντας το φως.
Όμως τα μάτια επιμένουνε στις γαίες,
Στους λίθους, στα αμείλικτα μέταλλα.
Και στην αμφίστομη ευμένεια της ημιζωής:
Δυσπρόσια, σμαράγδια, λανθάνια, χαλκοί,
Πυρακτωμένα χρώματα της ματαιότητας
Που αλυχτάει ζητιανεύοντας σαν σκύλος
Που από την πείνα τρώει τα κόκαλά του.

Σώματα δυσδιάκριτα σαν έρχεται το φως,
Μάτια που ούτε φαντάζονται πως είναι ουρανός.
Μονάχα όσα παιδιά απέμειναν κοιτάζουν
Ατάραχα τα ύψη του Βυθού:

Απόψε οι κύκνοι χτίζουν τις φωλιές
Με ματωμένα σάβανα του Ιησού.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**

 

Στολίζοντας τον Επιτάφιο στον Άγιο Μηνά

*

Είναι που με σπατάλη ανθών και μύρων υμνείται ο θάνατος
από τη Γεωργία, τη Μαρία, τη Ζωή, τη Ζηνοβία
ομορφοχτενισμένες, μοσκοπλυμένες, απλοντυμένες
φασκομηλιές καημέχαρες, αγαθές φαρμακούσες
ξομπλιάστρες κατηφείς που σιγοψιθυρίζουνε
χρυσοχέρες δοσμένες στο επιτάφιο εργόχειρό τους.
Αχ και να τις έπαιρνε κι αυτές μαζί του ο Νυμφίος
κάπως μέσα σ’ όλα αυτά τα κρίνα και τις ευωδιές
και τους ύμνους να χωνότανε,
να παραδινότανε
ανθοστολισμένες, παρηγορημένες, γλυκοθανατούσες
κι ας ξέρουνε πως δεν υπάρχει ανάσταση.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ

*

**

Η Μπαλάντα των Ερωτήσεων

*

Τον καιρό των απαντήσεων ζούσαμε μια κόλαση.
Καμιά μας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει.
Με το που περνούσαμε το κατώφλι, οι απαντήσεις
πέφταν βροχηδόν πάνω στο κεφάλι μας
όπως οι σφαλιάρες στους διαδηλωτές.
Επρόκειτο –για κάθε μια από μας
που απαιτούσαμε κάτι παραπάνω
από γλυκόλογα τετριμμένων κλισέ–
σαν ομαδική απόπειρα βιασμού.
Και οι περισσότερες πισωπατούσαμε, αναπάντητες,
απογοητευμένες από τα σμήνη των ανόητων προτάσεων.
Δεν άφηναν κανένα σημάδι στο κορμί μας,
κι εμείς υποχωρούσαμε και κλεινόμαστε στο σιωπηλό
ερωτηματικό του μυαλού μας.
Εκεί μέναμε έρημες, δειλές, να ρωτάει με αγωνία η μία την άλλη
και καμιά μας να μην παίρνει μιαν απάντηση της προκοπής.
Ώσπου ήρθε φαίνεται το πλήρωμα του χρόνου…
Και ξεχυθήκαμε συντρόφισσες, σαν τρελές μαινάδες,
απολύτως σίγουρες γι’ αυτά που ρωτάμε,
υστερικά λογικές στις απαιτήσεις μας,
πλημμυρήσαμε τους δρόμους, τις πλατείες, τα χωράφια,
τις πολιτείες, τ’ άγρια κύματα, και
γραφτήκαμε ανεξίτηλα στις καρίνες των υπερωκεάνιων,
στις εφημερίδες με τις πιο μεγάλες κυκλοφορίες
και στις αφίσες των λεωφορείων
βάλαμε τα πεινασμένα ερωτηματικά μας.
Και τώρα πια δεν έρχονται οι απαντήσεις όπως πριν…
Γιατί αφύσικα επιπολαίως μας δίνονταν μέχρι τώρα.
Ήμασταν βέβαια πολλές και τις τρομάξαμε
και φυσικά δεν βάζαμε γλώσσα μέσα
και μάλλον φαίνεται συστολή τις έπιασε!
Μα επιτέλους αυτό δεν θέλαμε (ή μήπως όχι;)
κι αν καμιά τους ερχόταν κάπου κάπου, αραιά και πού,
και μας πλησίαζε με μεγάλη περίσκεψη,
σχεδόν ζητώντας μας την άδεια για να καθίσει στο διπλανό παγκάκι,
εμείς δεν κάναμε πια χώρο.
Τώρα που και η πιο χαζή από μας δεν βρίσκει εύκολα απάντηση
και οι πιο έξυπνες και σοβαρές απαιτούν την αντίστοιχη ποιότητα,
τώρα, τώρα μάθετέ το συντρόφισσες, πως είναι ο καιρός μας.
Είναι ο καιρός των Πρωταρχικών Ερωτήσεων και σκιαχτείτε εσείς οι άλλες!
Και αν έρθει καμιά από τις εύκολες (απαντήσεις),
να μας ζητήσει να βγούμε ραντεβού το βράδυ,
να ξέρει πως δεν θα κάνουμε ερωτήσεις,
θα φιλιόμαστε μουγκές χορεύοντας
μόνο και μόνο για ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ πάλι τα στόματα ως είθισται
και να μην έχουν τίποτα να πουν παραπάνω απ’ το τίποτα.
ΑΣ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΙΝ!!

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ

*

*

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

 

Έκτακτον Δελτίον Αγέλης

*

(Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία)

Μακρύς, μας λέτε, ο φετινός χειμώνας·
ο Μάρτης μιαν ατέλειωτη ομηρία,
κι ο Μάης σιβηρικός αντικυκλώνας·

χειμώνας, λέτε, δίχως μιαν αιθρία
κι εμείς, βουβά, μετά από κάθε μπόρα,
προσμένουμε την πρώτη ανθοφορία.

Τι κι αν απ’ τα πολλά λιοπύρια τώρα
ξεραίνονται τριγύρω δέντρα κι άνθη;
Τι κι αν τα πρωτοβρόχια αργούν στη χώρα

από την Κρήτη μέχρι και την Ξάνθη;
Εσάς πιστεύουμε, για αυτό ρωτούμε:
άνοιξη πότε… πότε, λέτε, νά ’ρθει;

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

**