ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Λίβανος – Γάζα – Δυτική Όχθη

*

Γράψε, λοιπόν, μεγάλε ποιητή,
σε γλώσσα μέχρι χθες αποίητη·

γράψε, μα ο στίχος σου, σ’ το λέω ρητώς,
να πάψει πια να ’ναι μελίρρυτος·

να συλλαβίζεται κρουστός, αδρός,
σαν τον διαβάζεις να ’σαι κάθιδρος,

να μεταδίδεται τραχύς, στικτός,
να σε κολλά, να νοιώθεις διάστικτος,

να μην ξεχνάς·

να μοιάζει πάνω σου όπως τον κοιτάς,
σαν ένας παθογόνος μύκητας.

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

*

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)

Προετοιμασία για τις Βαλκυρίες

*

Αν κάποτε πειστώ πως είμαι όντως,
θα είναι πιθανώς εν τω σταδίω
του Έρικσον, που λέγεται, δεόντως,
και λύρα ή παράθυρο-κρανίο.

Μην έχοντας, παρά τις σημασίες
(αμμώδη, χειμασμένα κοτσανάκια)
θα ψάλλω μια βρισιά στους γαλαξίες
που -τότε!- συγγενή με τα κοράκια

με κλήρωσαν, ως μάτι που κυκλώνει
τα φύλλα, συνδετήρες του συμβάντος,
ως γνώση χαραγμένη στο πριόνι,
στο πρόβλημα που στέκεται αχράντως.

Και -τότε!- θα ακούσω τη φωνή τους;
Εγώ, ακόμη μια παραπομπή τους.

Γ. Δ. ΛΕΟΝΤΑΣ

*

**

Τὸ θεριὸ

*

Ἐπιτρέψτε μου
λίγους στίχους χάικου
κι ἐγὼ νὰ γράψω

φυλακισμένο
τὸ ἀδάμαστο θεριὸ
ὅτι κρατάω

ἐντὸς ὁρίων
ἂν κι ἀκαταμάχητο,
μὲ λίγα λόγια

πῶς ὁ ἔρωτας
ἀειθαλῶς ὑμνεῖται —
λοιπόν, φύγαμε!

Τὸ φθινόπωρο
κυκλάμινα, τσουκνίδες
καὶ ἄσπροι κρόκοι

τὸ καλοκαίρι
σπάρτα, λυγαριές, μυρτιὲς
καὶ πικροδάφνες

τὸν δὲ χειμώνα
τὸ κίτρινο γιασεμὶ
μὲ τὸ βιβοῦρνο

καὶ τὴν ἄνοιξη
ὁ σχίνος, ἡ δαφνούλα
κι ἡ καμπανούλα.

Τὰ ὑπόλοιπα
(ἀσφόδελοι καὶ κρίνοι
φλόμος, πασχαλιὰ

βαλεριάνα)
ἂς ἀνθίσουν μέσα σου
πόες καὶ θάμνοι

πότε νὰ θάλλεις
πότε νὰ μαραίνεσαι
μνήμη ἐποχική.

Ὁρίστε· πέντε
κι ἀμέσως μετὰ ἑφτὰ
καὶ πάλι πέντε —

πῶς ὁ ἔρωτας
στριμώχνεται σὲ φόρμες
ἀλλὰ διαφεύγει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*

*

Sancta Sanctorum

*

ἐπίγραμμα γιὰ τὴν Florentina Holzinger

Στὴν Καθεδράλα τοῦ Ἔρωτα
Τὸ Σήμαντρο θὰ γίνω
Καὶ θὰ βαρῶ ἀξημέρωτα
Στῆς Ἔκστασης τὸν Κρίνο
Τοῦ Πόθου τὸ Γλωσσίδι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὴ σειρά ποιημάτων
Ἡ Ὥρα ποὺ Λείπει ἀπὸ τὸ Ρολόϊ

*

**

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

/// (περισσότερα…)

«Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;»

*

τέθεικά σε […] ὡς πόλιν ὀχυρὰν (1,18)

Που με θέλεις πόλη οχυρωμένη,
που με θέλεις πύργο απο χαλκό,
τείχος σιδερένιο – τί σημαίνει;

– Θα σ’ το πώ ξανά: δέν κατοικώ
μήτε στην αρχαία κιβωτό,
μήτε στον περίβολο που κάνει
τους αχρείους να νοιώθουν ασφαλείς
βλέποντας σεβάσμιους ιερείς
να ξεπλένουν το αίμα στη λεκάνη

παρά μόνο δίπλα-σου, μαζί-σου,
μέσα-σου, άν τολμάς να το σκεφτείς.

Στον εαυτό-σου σκύψε και ζαλίσου
και τα τείχη της ψυχής-σου υπερασπίσου
στη δική-μου βάρδια ολονυχτίς.

///

Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι (23,23)

Παντού Τον έβλεπαν. Παντού. Στα χιόνια του Λιβάνου,
στου Κάρμηλου τη γελαστή δροσιά, στα περιβόλια,
στ’ αμπέλια, στα ώριμα σπαρτά που αργολυγώντας δίναν
σχήμα στο αγέρι, στου άφοβου καματερού το βλέμμα
και στου αγριμιού το σάστισμα, στις σκόρπιες πινελιές
της παπαρούνας – τόσο ντροπαλής – στο κιρκινέζι
με τον επίμονο ίσκιο-του, στων κοχυλιών τις άδειες
κρυψώνες και στης θάλασσας την απεραντοσύνη.

Τον έβλεπαν κάθε στιγμή. Μέχρι που ο συσσεισμός
ξύπνησε γύρω τα βουνά κι η πυρκαγιά κατάπιε
σπίτια και κήπους, κλήματα, σπαρτά και περιβόλια.
Σάν να μεθύσαν ξαφνικά απ’ τη φρίκη. Μα καθώς
στράβωναν τον λαιμό-τους τώρα αποζητώντας
να δούν να φέγγει, όπως και πρίν, το στοργικό-Του βλέμμα
μέσ’ απ’ τα φώτα τ’ ουρανού – ποιός ουρανός; ποιά φώτα; –
Τον ένιωσαν απο μακριά, πολύ μακριά, να τους αγγίζει.

///

καὶ ποιήσω … κλοιοὺς σιδηροῦς (28/35,13)

Και καβαλάει τον σβέρκο-σου ο ζυγός
με τη σκυφτή-του ασήκωτη δαγκάνα,
και γίνεσαι της ήττας αρχηγός
και των νεκρών που ανέζησαν καμπάνα.

Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;
Ψευδοπροφήτη, αγύρτη, τσαρλατάνε,
δίπλα-σου νά! λευίτες γελαστοί
και πλήθη αλλοπαρμένα που κρατάνε

τα βάγια της ελπίδας και της νίκης.
Κι έρχεσαι να χαλάσεις τη γιορτή,
παρείσακτος στρυφνός ελλανοδίκης
σε αγώνα που δέν έχει νικητή;

Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος. Ζυγαριά
δέν βρίσκεται στον κόσμο να ζυγίζει
τίνος προφήτη η γνώμη ξαστοχά
και τίνος την ανάσταση χαρίζει.

– Πώς! κοίτα την! – Θα κουβαλάς καιρό
στην πλάτη αυτό το ξύλινο δοκάρι;
– Μόλις το σπάσει χέρι φθονερό,
τη θέση-του ενα ατσάλινο θα πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

Απο τη συλλογή «Γιρμεγιάχου»

*

**

Εννιά ανοιξιάτικα χαϊκού

*

Λευκό αρνάκι
Ζυγώνει τον δήμιο του·
Κόκκινος μπαλτάς

///

Μικρός ερωδιός
Κάρφωσε το ράμφος του
Στο περγαμόντο

///

Κρυφό μέλισμα
Γαλαζοπαπαδίτσας
Στα φυλλώματα

///

Ανάβουν σπίθες
Στη ράχη σαλαμάνδρας·
Γύρη τ’ ουρανού

///

Μια δρακόλιμνη
Στους σπονδύλους της Πίνδου·
Μαύρη δαντέλα

///

Άνθη κυδωνιάς
Φυσούν ρόδινα νέφη
Στη φλούδα της γης

///

Πλωτές καλύβες
Αιωρούνται στο πέλος
Των ορυζώνων

///

Ράγισε ο χρόνος
Το κέλυφος του αυγού·
Χνούδι νεοσσού

///

Ροδοπέταλα
Ανθίζουν στο κρανίο
Της Περσεφόνης

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

*

*

*

Φανταστική πολεοδομία

*

Χαράματα σου ’ρθε ένα ποίημα στο νου και το ’στησες
γεμάτο αίσθημα, με μιαν ωραία αλληγορία…
μα έβρεχ’ έξω, βαρύ να σηκωθείς
το μαξιλάρι μαλακό, ζεστό το πουπουλένιο πάπλωμα…
μέσα σου το επανέλαβες φορές πολλές και
αποκλείεται -είπες- τώρα να το ξεχάσω.

Και ήρθε ο ύπνος ελαφρύς, γλυκός…

Τώρα, πρωί αργά, ψάχνεις τα νήματα
κουβάρι
μες στους θορύβους, τα τηλέφωνα, τα σκουπιδιάρικα…

Στην πόλη που φαντάστηκες, σεισμός.
Στα ερείπια ψάχνεις.
Πού πολεοδομία;
Πού o ειρμός;

Μ. ΡΑΜΝΟΣ

*

**

Άδειοι καιροί

*

ΑΔΕΙΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Ρεμπώ, ρεμπέτικα και ρέκβιεμ
κουρτίνες του ’60 και άδεια λαμπατέρ
βαραίνει τ’ όνειρο σεργιάνι πάει ο φόβος
λινά τραπεζομάντηλα, βιτρό κι ασημικά

ποιος Διγενής θα γεννηθεί να τραγουδήσει ο χάρος,
οι κάδοι γέμισαν κι αδειάσαν οι καιροί

///

ΚΑΖΑΝΙ

Άντε να σμίξεις το χέρι τ’ Αλεξανδρινό
με τη φτερούγα αμερικάνικου αγγέλου.
Μπρούτζινη φωνή, στεντόρεια
λιώνει, μες στο πολυμερές καρκίνωμα.

Το καζάνι δεν ξέρει συνταγές
Μόνο να λιώνει ξέρει.

///

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όλα είναι υπό έλεγχο
η σήψη των καρπών
η αργοπορία του τρένου
κι εκείνη η ελιά στο πίσω μέρος του αυτιού σου

*

Ξέρουμε καλά να μελετάμε τα ποτάμια,
πώς να τα κολυμπάμε δεν ξέρουμε

*

Πες μου ότι μετράς ακόμα με τα δάχτυλα!

*

Κανένας δε σε ξέρει.
Σε φοβάμαι…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΕΠΟΥΣΚΟΣ

**

*

 

Canto

*

Θά τραγουδήσω ἀπόψε ριζικά
– πῶς ἔχω τόσα χρόνια;
(Ἀδυνατίζει βέβαια ἡ φωνή
τόνοι καημοί σημάδια στίς φωνητικές χορδές,
θάλασσες λυγμῶν, ἀμέτρητα τσιγάρα…)

Θά τραγουδήσω δυνατά ἀπό τό δωμάτιο
μέ ἀνοιχτές τίς γρίλιες
γιά ν’ ἀκουστῶ – γι’ αὐτό θά τραγουδήσω
ὅλα τά εἴδη τραγουδιῶν
μέχρι καί ἄρια θα πῶ – ὤ κάστα ντίβα ἐσύ Μαρία
γλυκιά μου, ἀλησμόνητη ἀδελφή
τί νά μοῦ κάνουν δάκρυα δυό καί στεναγμοί σαρανταδυό
Μανούλα μου,

θα πῶ και fados θλιβερά
τό ἡ θάλασσα μέ γέρασε Ἀμάλια Ροντρίγκες

δημοτικά ὁπωσδήποτε
ριζίτικα, λεβέντικα γι’ ἀγάπη καί γι’ ἀμάχη

θά πῶ τραγούδια χωρισμοῦ
τό πῶς στά δυό χωρίστηκε ἡ ζωή,
στά ἕξι, στά δεκάξι,
ξενιτεμένα μου πουλιά

τραγούδια τοῦ θανάτου
το πῶς με γέλασε κι ἐμέ ἐκεῖνο το ἀηδόνι
καί μοῦ ’ταξε μιά χαραυγή πώς χάρος δέν μέ παίρνει
νά κάνω μάτια νά δακρυοῦν καί νά ξομολογοῦνται
πώς εἶν’ ἀβάσταχτος καημός τό σύνορο τοῦ Ἅδη
κι ἀπ’ τἀ πολλά καλέσματα ἴσως
κι ἀνοίξουν οἱ ἀγκαλιές καί σιάσουν οἱ ψυχοῦλες
καί πιοῦν νερό τῆς λησμονιᾶς
καί μοῦ κρυφογελοῦνε.

ΒΑΝΝΑ ΠΑΣΟΥΛΗ

*

**

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)