ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Mikvé

 

της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Στην παλιά πόλη του Μονπελλιέ, στη Γαλλία, υπάρχει ένα μεσαιωνικό εβραϊκό καθαρτήριο λουτρό, ένα Mikvé, που χρονολογείται γύρω στον 12ο με 13ο αιώνα. Δεν χρησιμοποιείται σήμερα. Ο επισκέπτης το βλέπει μόνο ως μνημείο του παρελθόντος. Είναι χτισμένο έτσι, ώστε το πιο βαθύ σημείο του να επικοινωνεί με υπόγειο ποτάμι. Το νερό διαπερνά τις πέτρες της θεμελίωσης.

MIKVÉ

Λάμπει πράσινο το νερό
πάντα στη μνήμη
στενή πέτρινη σκάλα
υγρή και γλιστερή
βαριά πελεκημένα κομμάτια πέτρας
με λείο ανάγλυφο μέτωπο
καμάρες και παραπέτα
μικρά πλαϊνά χωρίσματα

Κατεβαίνω προσεκτικά τη σκάλα
γυμνά πέλματα
περνούν μπροστά μου
μαλακά βήματα
αστράγαλοι ευκίνητοι
λεπτά άσπρα υφάσματα
καταβύθιση στο πράσινο νερό

Το υπόγειο ποτάμι
δεν αφρίζει
δεν κυλάει βράχους και άμμο
διαπερνάει τις πέτρες σιωπηλό
διαπερνάει το έδαφος
το υπόγειο ποτάμι
ανεβαίνει
δε βιάζεται
δε φοβάται τα χρόνια
μέρες και μέρες και μέρες
δε φοβάται τη στέρηση
δικά του φώτα
περνούν κάτω
στα παλιά θεμέλια της πόλης

Εκείνη η κόρη
έμπαινε με ήρεμες κινήσεις στο νερό
χιτώνας σφιχτά υφασμένος
μαύρα πλεγμένα μαλλιά

Δεν έχει αρώματα
λουλούδια
μουσικές
αντανακλάσεις της φωτιάς

Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Μπαίνουν βαθιά
κατεβαίνουν
απλώνονται
αντηχούν στις καμάρες
Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Θα τις περάσει
πράσινες
μαζί του
από τους πόρους της γης και της πέτρας
Θα τις απλώσει
στα υπόγεια ρεύματα
πέρα από τα παλιά θεμέλια
πέρα από χρόνους
μέρες και μέρες και μέρες
Μυστικές λέξεις του μυαλού
αντηχούν στις καμάρες.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Το δαχτυλίδι του Μαρδόνιου

 

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

Αγόραζε αγαθά πολυτελή,
χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της
και τα επέστρεφε την άλλη μέρα
εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα.
Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς
να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ,
πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.

Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό,
στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό
με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα.
Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο
στον μακρινό Έλληνα σύζυγο.
Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα:
«Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό
λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό».
Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει,
όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Ἀναστάσης Βιστωνίτης, The Raven

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

T H E   R A V E N

Στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὸ κρύο φῶς τοῦ δωματίου,
κόκκινες πληγὲς τὰ μάτια καρφωμένα στὸ κενό,
στὸ ταβάνι μαῦρο στίγμα καὶ τὸ στῆθος μου ἕνα ρῆγμα,
δηλητηριῶδες μεῖγμα στὸ ποτήρι τὸ νερό –
σπάζουν γύρω μου τοπία μ’ ἕναν πορφυρὸ σπασμό.

Σώματα πελεκημένα καὶ ποτάμια παγωμένα,
πρόσωπα μεταφερμένα σ’ ἕνα μέλλον σκοτεινό,
χάνονται μακριὰ τὰ φῶτα κι ἔχω ἀκάλυπτα τὰ νῶτα –
κομματιάζουνε τὴν πόρτα μ’ ἕναν ξέφρενο ρυθμό.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόβο ποὺ μὲ σπρώχνει στὸ κενό.

Τὸ πουλί, βαλσαμωμένο, μοῦ φωνάζει: «Περιμένω
ἕνα χτύπημα στὸ χρόνο, μιὰ ἄγρια νεροποντή».
Πρὶν ἐτούτη ἡ νύχτα λήξει κάποιο χέρι θὰ μὲ πνίξει
καὶ μὲ φόβο θὰ τυλίξει τὴν αὐριανὴ ἀστραπή.
Δίχως φῶς καὶ δίχως χρῶμα θὰ μὲ θάψουν τὴν αὐγή;

Ἀπαντῶ στὸν ἑαυτό μου: «Εἶσαι γέννημα τοῦ τρόμου,
παραλήρημα τοῦ ἀνέμου ποὺ σφυρίζει στὰ κλαδιά,
στάχτη μιᾶς φωτιᾶς σβησμένης, τίποτε δὲν περιμένεις,
γέννημα τῆς πεθαμένης νύχτας ποὺ σὲ κυνηγᾶ».
Λύκοι ἀπ’ τὸ Βορρὰ θὰ σπείρουν αὔριο δόντια καὶ σκουριά.

Ἄνοιξη κομματιασμένη καὶ στ’ ἀγρίμια μοιρασμένη,
πέφτουν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων καὶ παγώνουν οἱ πηγές,
ἔτσι ἡ λύπη μου φυτρώνει πάνω σ’ ἕνα ὑγρὸ σεντόνι,
ἔτσι ἡ λύπη μου ματώνει τῶν ματιῶν μου τὶς πληγές.
Ζῶ σ’ ἕνα παρὸν ἀβέβαιο κι ἕνα σπαραγμένο χθές.

Τὸ πουλί, ἀναστατωμένο, μοῦ φωνάζει: «Κατεβαίνω
ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου κι ἀπ’ τὴ χώρα τῆς ὀργῆς».
Τρίζουν πόρτες καὶ σανίδια, μπαίνουν ἀπ’ τὶς τρύπες φίδια,
πέτρες, σίδερα, σκουπίδια καὶ μαχαίρια τῆς σφαγῆς.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόνο καὶ τὴν τρέλα τῆς φυγῆς.

Ἔτσι πέθανε τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἀγγέλων
ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ πένθος γιὰ νὰ βάψουν τὰ φτερά.
Τρόμος ἔγινε ἡ γαλήνη καὶ τὰ χρώματα μοῦ σβήνει,
γύρω γύρω ἡ νύχτα στήνει τὰ τρελά της σκηνικά –
ὁ οὐρανὸς μοῦ δείχνει νέφη καὶ τὴ σάπια του καρδιά.

Πέφτουν στὸ θολὸ μυαλό μου τὰ πηχτὰ νερὰ τοῦ δρόμου,
μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τρέχουν τῶν ἐπίπλων οἱ σκιές,
εἶμαι μόνος μου, κρυώνω καὶ τὴν τρέλα μου πυκνώνω
σ’ ἕνα μεθυσμένο χρόνο πού ’χει γύρω του γραμμὲς
μπερδεμένες μὲς στὸ χῶρο καὶ σ’ ἀνώνυμες φωνές.

Ἕνα φῶς σκελετωμένο, βλέμμα κάποιου κρεμασμένου
μὲ τὰ μάτια πεταγμένα πρὸς τὸ μέλλον καὶ σκληρά,
σὰν ἐξογκωμένος φόνος πέφτει στὴ ζωή μου ὁ χρόνος,
σὲ μιὰ κάμαρα εἶμαι μόνος μ’ ἐφιάλτες καὶ σφυριὰ
κι ἕνα ἐβένινο κοράκι κρώζει καὶ σκορπάει φτερά.

Δὲν μπορῶ να σὲ ρωτήσω. Ἀπὸ τὸ παρόν σου πίσω
κρύβεται, πουλί, μιὰ λάμψη καὶ μιὰ μέθη ἀπὸ φωτιά.
Φιμωμένος στὴ σιωπή μου, χτυπημένος στὴ στοργή μου,
μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐρήμου ποὺ σκοτώνει τὰ φυτὰ
ταξιδεύω σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν γέννησε πουλιά.

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Alone. Ποιήματα στον Ε. Α. Poe, 1975
(τώρα στα Ποιήματα 1971-2008, Καστανιώτης, σ. 79-81)

 

 

 

 

 

Θοδωρής Καλογερόπουλος (1.8.1955-1.8.2021)

 

 

Τ Ρ Ι Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
όνειρα καίνε
μέσα σε φλόγες και καπνούς
τα μάτια κλαίνε

Κι εγώ σε μαύρους ουρανούς
είμαι χαμένος
με αλυσίδες σε τροχούς
είμαι δεμένος

Λύσε με τώρα να μπορείς
λευτέρωσέ με
σώσε με τώρα αν μπορείς
και λύτρωσέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα απόψε να με βρεις
λευτέρωσέ με

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
φεγγάρια καίνε
λόγια μεγάλα μην ακούς
ψέματα λένε

Αυτή τη νύχτα του χαμού
όνειρα καίνε
μα εσύ αστέρι τ’ ουρανού
βοήθησέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα πιο κάτω να με βρεις
λευτέρωσέ με (περισσότερα…)

Εις συκοφάντην

~.~

ΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΝ

Είναι απ’ τα γέλια να κρατάς στ’ αλήθεια την κοιλιά σου :
με ψέγει ο Κακόκαρπος ότι τον έχω κλέψει.
Φίλος δεν έμεινε ή γνωστός που δεν τον έπιασε ήδη
με σου-σου-σου και ψου-ψου-ψου και τις γνωστές του κλάψες
για να του πει… ενός στίχου του πως βούτηξα τη δόξα !

Στα φόρα δεν κοτάει να βγει, τις τρέμει τις ντομάτες,
απ’ τη λαγουδοτρύπα του το ψέμα λιβανίζει.
Μα τέτοιος είναι, φταίει αυτός ;  Εγώ τα φταίω όλα
που ανέχτηκα τόσο καιρό τα χοιρινά του κόλπα.
Να μη σου πω, πάλι καλά που με διαβάλλει μόνο
(ούτε κι ο πρώτος είμαι δα ούτε κι ο τελευταίος)…
Για σκέψου λέει –ω βάι κι αλί– να μ’ είχε… μεταφράσει !

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

~.~

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, Τὸ Φασκόμηλο

 

ΤΟ ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ

Sage: A plan of the genius Salvia (OED). Ἐλελίσφακον ἢ Ἐλελίσφακος,
Salvia, ἀγγλικὰ Sage (Π. Γ. Γενναδίου, Λεξικὸν Φυτολογικόν).

«᾿Οργιάζει στὶς ἐφημερίδες τὸ κακό:

Τὶς πυρκαγιὲς τάϊσαν δισεκατομμύρια ζῶα
τῆς Αὐστραλίας ἀπέραντα δάση ἔγιναν στάχτη
κατακόκκινο αἷμα ἡ λαίλαπα ἀπὸ ἐγκεφαλικὰ
τῶν κατοίκων φυρὸς λογισμὸς ὁ μαῦρος ἀέρας
στὴν ἔρημη χώρα τοῦ Νέου Κόσμου μετοίκησε
ὁ Μέγας ῾Ηρόστρατος στὴ φωτιὰ ποντάρει ξανὰ
πυρολάτρες ρίχνει νὰ κάψει τοὺς πυρόπληκτους
τῆς ᾿Ασίας ἡ ἔρημος φλέγεται ἀπὸ ὑστερία πέρα
ὣς πέρα τοῦ ᾿Οθωμανοῦ ἀστραπὲς τὸ ἀκονισμένο
μαχαίρι σκορπάει καίει μὲ λύσσα σφάζει σὲ Συρία
Ἰρὰκ Κουρδιστὰν ᾿Αρμενία Λιβύη μὲ τὴ γυάλινη
χάντρα στὸ ἄδειο του μάτι βεγγαλικὰ νὰ πετάει
ἀντιφεγγίζοντας τὸ μαῦρο τῆς Μεσογείου χρυσάφι
στὰ γλαυκόχροα νερὰ Κύπρου Κρήτης καὶ Οἴας
νὰ βυθομετράει τὸ γλαύκωμα πόσο προχωρημένο
εἶναι στὰ γλαυκὰ στρογγυλούτσικα μάτια
μιᾶς χοντρομπαλοῦς εὐρωπαίας Κυρίας

Στὰ ραδιόφωνα ὁ χάρος οὐρλιάζει:

Ἡ ὑδρόγειος σὲ πανδημία
γεμάτη φαρμακερὲς ἀκίδες ἡ σφαίρα
παίρνει μπάλα γυναῖκες ἄντρες παιδιὰ
ὁ πόνος ὁ τρόμος ὁ ἐφιάλτης ὁ πανικὸς
καὶ ὅσα ἄλλα μύρια φαρμάκια γεννάει
μολύνουν βαριὰ τὴν ἀναπνοὴ τῆς ζωῆς
διαλύουν ὄργανα καταστρέφουν τὴν ὑγεία
τῆς ψυχῆς μετατρέπουν σὲ παραλυτικὴ ἀκηδία
κι αὐτὸ τὸ κενὸ δὲν ἀφήνει σὲ κανένα μυαλὸ
διάθεση καμία νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὸ
τὸ μεγάλο κακὸ δίπλα του ἰδίᾳ
ἀνοιχτὸ τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἔχει
νὰ μνημονεύει Σολωμὸ Κάλβο Δροσίνη Κρυστάλλη
ἔμπλεο ἀπὸ Θεόφιλο νὰ εἶναι ᾿Ερωτόκριτο
καὶ Μακρυγιάννη τὸ πρωὶ νὰ μεταλαμβάνει
καὶ προπάντων τὰ ἡδύποτα Μητροπάνο
καὶ Τσιτσάνη γουλιὰ-γουλιὰ νὰ κατεβάζει
πωρωμένο τὰ βράδια ποιήματα νὰ στάζει
καὶ τὴν προσευχή του στὸν ῞Αγιο Σεραφεὶμ
τοῦ Σάρωφ πρὶν κοιμηθεῖ νὰ κάνει | ὅλα
σοῦ ἀφαιροῦν τὴ διάθεση νὰ ἀντισταθεῖς
στὸ κακὸ μαζί του νὰ μετρηθεῖς (περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Παλλαδά Αλεξανδρέως, Τα Επιγράμματα (πρόλογος-μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

afaia 2

 

~.~

Εκατόν πενήντα ένα επιγράμματα κι άλλα είκοσι τρία αμφίβολα σχηματίζουν το φιλολογικό σαρκίο του Παλλαδά από την Αλεξάνδρεια. Όσο για την ποιητική ψυχή του, αυτή ένας θεός ξέρει γιατί και πώς τσακίστηκε πάνω στα βράχια της γλώσσας. Η εποχή του, ο 4ος αιώνας, ήταν από εκείνες τις εποχές που σκληραίνουν τη γλώσσα κι εκθέτουν τις λέξεις στα κτηνώδη στοιχεία της εσωτερικής ανθρώπινης φύσης. Σηκώνονται άνεμοι αλύπητοι, τρικυμίες άγριες, μπόρες ασταμάτητες. Όταν ένας γερασμένος πολιτισμός πεθαίνει κάτω από τα χτυπήματα ενός νέου, που δεν διαθέτει ακόμη παρά την ανεξέλεγκτη δύναμη του ακούραστου και ατσαλάκωτου μέλλοντος, οι ανθρώπινες ψυχές μένουν μόνες, με τα ένστικτα. Προσπαθούν να αρπαχτούν από τις λέξεις και κόβονται, ματώνουν, γιατί η συνεχής τριβή στους πέντε ανέμους μιας ακόμη βίας που ισχυρίζεται την ανθρωπιά τις έχει κάνει αιχμηρές σαν μαχαίρια. Ο φτωχοδάσκαλος Παλλαδάς σηκώνει μια γωνιά του μανδύα που σκεπάζει το ψοφίμι του ειδωλολατρικού κόσμου και βλέπει τον νέο Χριστιανικό κόσμο να το γλεντάει, χορταίνοντας το σκοτεινό ένστικτο που πριν από αιώνες οι Έλληνες είχαν καταφέρει να δαμάσουν. Ξαφνικά αποκτά επίγνωση της ιστορίας ή τουλάχιστον επίγνωση της ζωικής φύσης του ιστορικού υποκειμένου – πράγμα που από μιαν άποψη είναι το ίδιο. Σαρκάζει, δεν πιστεύει σε τίποτε, γελοιοποιεί τα πάντα και τους πάντες. Στην πραγματικότητα, η βάση εκκίνησης της κριτικής του είναι η ασυνέπεια, τόσο του παλιού, όσο και του νέου κόσμου, απέναντι στην έννοια της φιλαλήθειας. Αιώνες αργότερα ο Νίτσε θα θεωρήσει αυτή την ασυνέπεια σαν κεντρικό στοιχείο αυτο-αποδόμησης του Δυτικού Πολιτισμού. Μέχρι τότε όμως, και δεδομένου ό,τι η ποίηση εγκλωβίστηκε στο μπαλκονάκι των αισθήσεων, ο Παλλαδάς δεν υπήρξε παρά ένας «επιδερμικός στιχουργός», του οποίου «η οργίλη διάθεση πύρωνε τα επιγράμματα εξωτερικά, αλλά τους στερούσε ποιητικό βάθος», όπως σημείωνε ένας σημαντικός σοφός του 17ου αιώνα, με μεγάλη επιρροή. Τελικά ο Παλλαδάς επιβίωσε και ο σοφός βρέθηκε στα αζήτητα της ιστορίας.

Τι ξέρουμε για τη ζωή του Παλλαδά, εκτός από μερικές σημαδιακές χρονολογίες που τον τοποθετούν στα τέλη του 4ου αιώνα; Τίποτε απολύτως. Απομένουν τα επιγράμματά του. Ο Παλλαδάς δηλαδή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

(περισσότερα…)

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και πέραν του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~