ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και πέραν του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~

Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί. (περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Διασχίζοντας τον βάλτο

 

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μικρό σχόλιο στό ποίημα τοῦ Olav H. Hauge «Διασχίζοντας τόν βάλτο»

Ἐδῶ εἶναι οἱ ρίζες ὅλων τῶν δέντρων πού πέθαναν,
γιά νά μπορεῖς νά βαδίζεις ἀσφαλῶς
πάνω στά ὑδαρῆ σημεῖα πού ὑποχωροῦν.
Ρίζες σάν αὐτές κρατοῦν τήν σταθερότητα, εἶναι
πιθανόν νά βρίσκονται ἐδῶ αἰῶνες.
Κι ὑπάρχουν ἀκόμα κάποια μαῦρα
ὑπολείμματά τους κάτω ἀπ’ τά βρύα.
Ὑπάρχουν ἀκόμα στόν κόσμο καί σέ
στηρίζουν γιά νά μπορέσεις νά φτάσεις στό τέλος.
Κι ὅταν σπρώχνοντας βγεῖς πέρα στήν βουνίσια λίμνη,
ψηλά, νιώθεις πῶς ἡ μνήμη
ἐκείνου τοῦ παγωμένου προσώπου
πού πνίγηκε κάποτε ἐδῶ
βοηθᾶ νά μένει στήν ἐπιφάνεια ἡ εὔθραυστη βάρκα σου.
Αὐτός, πραγματικά τρελός, ἐμπιστεύθηκε τή ζωή του
στό νερό καί τήν αἰωνιότητα.

Δοκίμαζα νά τό γυρίσω στή γλώσσα μας, ἀπό τά ἀγγλικά βέβαια, τίς μέρες πού καιγόταν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὁ τόπος πάλι. Σκεπτόμουν πώς ὁ Νορβηγός, πού λάτρευε τά δέντρα, στεκόταν μέ εὐγνωμοσύνη ἀκόμα καί πρός τίς ἀρχαῖες τους ρίζες, αὐτές πού εἶχαν ἀπομείνει στόν βαλτότοπο. Θαυμάζοντας παρατηρεῖ πώς τά μισοβυθισμένα κούτσουρα σέ στηρίζουν νά τόν διαβεῖς. Δέν εἶναι δύσκολο νά δοῦμε τήν κυρίαρχη μεταφορά τοῦ ποιήματος: πορεία ζωῆς μ’ ἕνα εὔθραστο σκάφος, τό σῶμα, πάνω σέ ἀνασφαλές ἔδαφος, ἕναν κινούμενο βάλτο. Μόνον ὅταν βγεῖς στά Τερπνά Βουνά, στά ὁποῖα προσέβλεπε καί προσδοκοῦσε ὁ ἥρωας στό μεσαιωνικό Ταξίδι τοῦ Προσκυνητῆ, μπορεῖς νά διακρίνεις τή βοήθεια πού πῆρες ἀπό τίς παλιές ρίζες. Εἶναι ἴσως πράξη τρέλας νά ἐμπιστεύεσαι κι ἐσύ, σάν τόν παλιό πνιγμένο, τό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά τί θ’ ἀπογίνεις χωρίς καμιά ἐμπιστοσύνη στίς ρίζες κι ἔχοντάς τις ὅλες κάψει; Ποιός εἶναι ὁ τρελός ;

Πᾶμε τώρα νά καλύψουμε μέ λέξεις τά ἐγκαύματα τῶν Δέντρων. Τίς χιλιάδες μαῦρες πληγές τῶν Δασῶν πού ἀνοίξαμε. Πᾶμε τώρα νά κρυφτοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις. Νά ὑποκριθοῦμε πώς ἀναπνέουμε ὀξυγόνο. Μασκοφόροι, πᾶμε νά φτιάξουμε αἰσιόδοξα χειροποίητα προγράμματα: «Νά πάρουμε πίσω τη ζωή μας…» Λές ἡ ζωή εἶναι ἐνέχυρο. Τό ἄχυρο τῆς ζωῆς μας τό Ἀχειροποίητο.

Ἄν πνιγοῦμε στόν βάλτο μας, Ὄλαφ, δέ θά ’μαστε οἱ τρελοί πού ἐμπιστεύθηκαν τή ζωή τους στό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Θά εἴμαστε κάποιοι ἀπαθεῖς μέ παγωμένα πρόσωπα. Τά νεκρά μούσκλια καί βρύα πᾶνε τώρα νά σαβανώσουν τά Πλάσματα στά Δάση.

Νά ξεχαστοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις, μπορεῖ. Νά κρυφτοῦμε ἀπό τά ἀνομήματά μας, ἀδύνατον.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

 

 

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μικρός βυζαντινός κύκλος

Αλέξιος Κομνηνός

 

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ

Αυτοσκηνοθετούμενος ανοίγει το βιβλίο
με τα γραπτά του Μιχαήλ Ψελλού, κι αν τάχα πέσει
σε λέξη δίσημη, λοξή, θα πει: «για πάμε πάλι»
στον σκηνοθέτη του μυαλού. Μα κάποτε ταιριάζουν
οι μαύροι κύκλοι στο χαρτί με τις κρυφές ιδέες.
φαντάζει τότε σαν αφίσα κλασικής ταινίας
το προσωπείο που επέλεξε για την ιστοσελίδα.

Θα ρέουν τα χρόνια – πώς αλλιώς; Θα ’ρθούν νέοι ταξιδιώτες.
Eμείς διαρκώς ευάλωτοι στους άγνωστούς μας κλέφτες·
θα δουν το τι δεν είδαμε στους άφθαρτους καθρέφτες.

~.~

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο Αλέξιος μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
σαν λιονταράκι ατίθασο που δεν ακούει
τη μάνα του· σ’ ένα δασάκι τρέχει σκοτεινό.
Δεν σ’ έκλαψα αρκετά γι’ αυτό
το χέρι του Θεού μού στέρησε
και τον Ανδρόνικο. Μαζί πια ταξιδεύετε
πιασμένοι χέρι χέρι, ο διάδοχος κι ο διάδοχός του.
Σαν πέταλα στ’ αγέρι… Τον Αλέξιο
ψηφίδες στον ναό τώρα θυμίζουν,
την ομορφιά, τα νιάτα, την ευγένεια.
Για σένα, Ανδρόνικε, η αγάπη μου.
Δεν έχω τίποτα άλλο.

~.~

ΣΥΜΠΟΤΕΣ

Ο νέος δηλώνει Χριστιανός και με το χέρι
ψηλά τους άγιους και τον Θεό δοξάζει.
Στο τέλος της βραδιάς πικρό είναι το κρασί του
καθώς τον έρωτα θρηνεί, πεσμένος χάμω.

~.~

ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !

Θέλω να βρω τον τρόπο να μιλήσω σκοτεινά.
Τον ήλιο που με πυρπολεί και σαν πηγή δροσίζει
ποια γλώσσα τον σημαίνει; Πήγαινε να βρεις
τον στρατιώτη που έχασε την πίστη του
στην έρημο κι εκεί την ξαναβρήκε· ρώτα
το σύννεφο για το αίμα που ξεπλένει κάθε δράμα
ανθρώπινο – τίποτα δεν θα μάθεις. Κι ο Έρωτας,
το βλέμμα του, μονίμως μας μετράει. Θέλω μια μέρα
να εξεγερθώ, να φταίω για την οδύνη,
μα τρέμω την απώλεια, την άτεγκτή Του αγάπη,
και τώρα δα που με καλεί ( Συμεών, Συμεών ! )
τινάζω ολόχαρος τα δυο φτερά και τρέχω·
και τρέχοντας σκοντάφτω· και σκοντάφτοντας διστάζω.

~.~

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝ· ANTIO

Γερά κι αν με γραπώσεις θα ξεφύγω.
Το σώμα μου στα χέρια σου· για λίγο.
Σαν αίνιγμα σου ξεγλιστρώ, σαν χιόνι.
Μην απορείς μ’ εμένα, μη θυμώνεις.
μη με ρωτήσεις πώς με λεν· αντίο.

~.~

Σημειώσεις

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ
Ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.) είναι ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του βυζαντινού πολιτισμού, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα κ.ε.
ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143) και διάδοχος του θρόνου, Αλέξιος, η μορφή του οποίου έχει αποτυπωθεί στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε από αρρώστια ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία με τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος γιος, Ανδρόνικος, ανέλαβε να φέρει τη σορό πίσω στην πρωτεύουσα, αλλά πέθανε και ο ίδιος στον δρόμο της επιστροφής.
ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !
Πρόκειται για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (β΄ μισό 10ου-αρχές 11ου αι.), μοναχό και μυστικό και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της βυζαντινής λογοτεχνίας. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η επαφή με τον Θεό, την οποία προσδιορίζει συχνά με όρους ερωτικούς.

 

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Λεωνίδας Κακάρογλου, Τέσσερα ποιήματα

 

423 π.Χ

Μνημείο ελληνικό
Μαρμάρινο χέρι
Ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια
Με την σκόνη μιας ηλιόλουστης μέρας
Ανυπολόγιστου χρόνου

Κράτησε αιώνες την ανωνυμία του
Πριν το τοποθετήσουν σε βιτρίνα
Με ημερομηνία

Αυτό τουλάχιστον απόμεινε
Λευκό στο φως

Τα υπόλοιπα τα ξέρανε ο χρόνος
Όπως και την δική μου ζωή
Που γέμισε
Χόρτα και σκουπίδια
Χωρίς ημερομηνία σε βιτρίνα

~.~

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Ανακομιδή λειψάνων
Αγίου φθινοπώρου
Χωρίς ημερομηνίες γενεθλίων
Όλα ήσυχα
Ιδίως τα βράδια
Που τα τζιτζίκια κοιμήθηκαν
Και άφησαν το κατάλυμα
Των ήχων
Στο σώμα σου
Να του ψιθυρίζουν οι προσκυνητές
Το Ωσαννά
Του Μπλέ
Και όχι του Ποτέ

~.~

ΣΠΙΟΥΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Στην πόλη τριγυρνώ
Και προσπαθώ ν΄ ανακαλύψω τα περάσματα
Στις γειτονιές που συναντιόμαστε

Μα πια δεν υπάρχουν γειτονιές
Όλες μοιάζουν μεταξύ τους
Εκτός των δρόμων τα λαμπρά ονόματα
Που όμως τίποτα δεν θυμίζουν
Στους κατοίκους που
Από άλλα μέρη φερμένοι
Μαθαίνουν στη σιωπή
Και με κοιτούν με βλέμμα ύποπτο
Νομίζοντας πως είμαι σπιούνος της αστυνομίας
Δεν μπορώ να τους εξηγήσω
Πως σπιούνος της αγάπης είμαι
Και μάταια προσπαθώ να ταιριάξω
Χαμένες λέξεις
Σπαταλημένη μνήμη
Σ’ αυτό
Που το ονομάζουν
Η πόλη μας

~.~

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Μου άφησες ένα σαπούνι
Με σήμα το καραβάκι
Δεν είχε θάλασσα να ταξιδέψει
Γι’ αυτό κι απόμεινε στο τραπέζι
Να την περιμένει
Όπως την έβλεπε
Να καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Εκείνη η Κυριακάτικη θάλασσα
Με τις ελπίδες για το ταξίδι
Που χάθηκε

Λίγο πριν έρθει η Άνοιξη

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

 

 

Θάνος Γιαννούδης, Χριστόφορος Κολόμβος

 

Χριστόφορος Κολόμβος

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Λιγοστά τα χρόνια μας και θα προσπεράσουν
σαν το φως του δειλινού που όλους μας νικά.
Την αγάπη γύρεψα, κόσμε, στη φορά σου
– κι έλεγα πως ψάχναμε για μπαχαρικά.

Είναι που σαλπάραμε –λες– με προθυμία;
Είναι που τα βάσανα μάς παρανοούν
Κάποτε νομίζαμε είν’ η πλάση μία
απ’ τους Υπερβόρειους ως το Καμερούν.

Πέρα απ’ τον ορίζοντα που ’βαλαν στο χάρτη
για να μην κοιτάξουμε οι άνθρωποι ψηλά
φώλιασαν τα τέρατα – κι είν’ οι χρόνοι σκάρτοι
για να ξαναελπίσουμε στην ανεμελιά.

Πάνω που κατόρθωσα να τα καταλάβω
της ζωής τ’ αστέριωτα κι άκαφτα κεριά,
πάνω που παράτησα πια τον αστρολάβο,
κάποιος ναύτης ξέμπαρκος κραύγασε: “Στεριά!”

Κι είναι τώρα η ζήση μας πλήρης αγωνίας,
του Καινούριου, του Λαμπρού, του Μοναδικού
– μες στην καραβέλα μας φέρω σαν Αινείας
ενός πύργου θρύψαλλα πατρογονικού.

Μα ό,τι μας γονάτισε, ξέρεις, δεν ξεγράφει:
σύνορα στα μάτια μας, στις καρδιές στρατός.
Νιώθω πως το δρόμο μας φράξαν χαρτογράφοι
νύχτες θεοσκότεινες, μ’ άγνοια του φωτός.

Τόσες τολμηρές φυλές και θαλασσοπόροι!
Τόσος κάθε ποιήματος πόθος να γραφτεί!
Τόση ελπίδα κρύφτηκε, θε μου, στο βαπόρι!
– κι όμως, μόνη μοίρα τους η καταστροφή…

Γέρε θαλασσόλυκε, του χαμού μας κρότε,
που ’ρθες και ψιθύρισες μυστικά στ’ αυτί:
“Δε γυρίζει ο κόσμος πια όπως ήταν τότε!”
Και να μην υπήρχα εγώ, θα ’χα εφευρεθεί!

Στις καινούργιες μας στεριές που παλιώσαν ήδη,
στ’ άστρα που θ’ αλλάζουνε κάθε λυκαυγές,
στων ρευμάτων το χορό που όλοι σαν παιχνίδι
πέσαμε μ’ ηδονικές κι άναθρες κραυγές,

στο βαθύ τ’ απέραντο που τις ρότες σβήνει
κι όσοι τις ποθήσανε ρήμαξαν πιο ’κει,
στα μποφώρ που μαίνονται, στων καιρών τη δίνη:
Σας γνωρίζω, φίλοι μου, την Αμερική…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 

 

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Προς Μάξιμον (μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ
(329-390 μ.Χ.)

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑ΄

Προς Μάξιμον *

Τι είναι πάλι αυτά; Τολμάς κι εσύ να γράφεις, Μάξιμε; Τολμάς,
λοιπόν, να γράφεις; Ε, αυτό κι αν είναι αναίδεια, σκέτος
κυνισμός! Βέβαια, σήμερα οι πάντες τολμούν τα πάντα.
Τι καιροί! Σαν μανιτάρια ξεπετάγονται οι επαΐοντες στρατηγοί
κι οι ευγενείς επίσκοποι να δρέψουν δάφνες
για το καλό που δεν τους άφησε η νωθρότητα να κάνουν.
Τι καταφέρνουν; Να πνίγουν τα βλαστάρια της αρετής.
Αποθρασύνθηκε η χωριατιά. Όχι πως κάνει κανένα μεγάλο
κακό με τα μικροκουτσομπολιά της, αλλά, να, δεν είναι σωστό.
Ας παριστάνει, λοιπόν, όποιος θέλει τον γελωτοποιό,
χωρίς να ξέρει πώς (γιατί κι αυτό απαιτεί
γνώση) ας παριστάνει τον μεγάλο τοξότη, ας ανοίγει φτερά
κι ας πετάει στα σύννεφα. Η πράξη έχει σημασία, η γνώση…
υπάρχει τέτοιο πράγμα; Μήπως έγινες κι εσύ
μουσόπνευστος ‒ κατά πως λέγαν οι παλιοί;
Μήπως διεύρυνε το πνεύμα σου κανένα φύλλο δάφνης
ή παραστράτησες κι έπεσες μέσα σε τίποτα ιερά νερά
κι έπειτα, εσύ ο άμετρος, ανάβλυσες μέτρα;
Απίστευτα πράγματα!
Προφήτης ο Σαούλ – συγγραφέας ο Μάξιμος!
Μα έτσι ποιος δεν είναι προφήτης; Έχεις χέρι;
Γράψε. Χαρτί υπάρχει άφθονο, η πέννα
είναι εύχρηστη – ας γράψουν και τα γραΐδια.
Λέγε, γράφε, γέμιζε θέατρα, δρέπε αναίσχυντα
χειροκροτήματα. Λίγοι οι σοφοί, πολλοί οι παράφοροι
Μάξιμοι στο ακροατήριο. Σ’ αυτούς αρέσεις – τους σοφούς,
συγκροτημένους και καλλιεργημένους… χαιρέτα τους.
Γέλα μαζί τους﮲ κι αν δεν σου φτάνει,
πες ό,τι θέλεις ‒ θεμιτό κι αθέμιτο. Αντέχουμε. Εξάλλου,
η παρρησία σου είναι άκρως διασκεδαστική –
έχουμε βέβαια το δικαίωμα να γελάσουμε λιγάκι
κι εμείς. Πόσο μάλλον τώρα, που υπάρχουν πλήθος
ευκαιρίες. Καλλιέργησε ελεύθερα το πνεύμα
της ρητορικής και άσκησε την τέχνη
του γαυγίσματος σ’ αυτούς που σ’ ενοχλούν.
Λόγοι μου, γράμματα και ιδέες, θα φωνάξω μια και δυο
κι άλλες τόσες: Τολμάς κι εσύ να γράφεις; Πού
κι από ποιον και πότε έμαθες – για πες μου;
Δικό σου είναι το χέρι; Χθες ακόμα βολευόσουν
με ξεροκόμματα, που σου προσπόριζαν
η γελοία άσπρη προβιά σου, της ζωής σου
ο σκυλοκαβγάς και τα γρυλίσματά σου.
Τότε η γραφή ήταν για σένα ό,τι η λύρα
για τον γάιδαρο, το κύμα για το βόδι, η ζυγαριά για τα θαλασσινά.
Τώρα μας προέκυψες Ορφέας και κρέμονται όλοι
από τα δάχτυλά σου. Ή Αμφίονας, που παίζει
στις πέτρες μουσική να χτίσουν μόνες τείχη.
Κοίτα θαύματα που κάνει ο κυνισμός, όταν καλοπερνάει.

Σε αποθράσυναν, μου φαίνεται οι μαμές,
συνέταιροι και συνεργοί σου. Βέβαια, σ’ αυτές
φαίνεσαι κύκνος, που λαλεί μελωδικά στ’ αυτιά τους,
σαν ψίθυρος του ζέφυρου σ’ ολόχαρα μεσούρανα φτερά.
Και τι γράφεις; Ενάντια σε ποιον, σκυλί;
Σε άνθρωπο που είναι ολόκληρος γραφή:
ό,τι η ροή για το νερό κι η ζέστη για το πυρ;
Περιττό να επισημάνω πως ενώ δεν αδίκησα ποτέ
κανέναν ‒όχι με πρόθεση τουλάχιστον‒ υπέφερα τα μύρια
όσα αισχρά. Ανόητε, αγράμματε, θρασύ﮲ τι κάνεις;
Περήφανο άλογο σ’ αγώνα δρόμου προσκαλείς;
Λιοντάρι προκαλείς σε πάλη; Έστω μέχρι εκεί
μπορεί να φτάσει ο νους σου: υποθέτεις
πως δεν θα κάνω νύχια και δόντια την γραφή του,
για χάρη σου. Λοιπόν, σε διαβεβαιώ,
πως στο σημείο αυτό ‒αν και το μόνο‒ είσαι σοφός.
Ποιος σοβαρός άνθρωπος θ’ άνοιγε καυγά μ’ έναν σκύλο;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

* Ο Αιγύπτιος κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος βαπτίστηκε χριστιανός από τον ίδιο τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος τον αγαπούσε και τον επαινούσε. Ωστόσο ο Μάξιμος επιδόθηκε σε δολοπλοκίες κατά του Γρηγορίου και για ένα διάστημα υπήρξε αντικανονικός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Στην ίδια Σύνοδο που καθαίρεσε τον Μάξιμο, υπέβαλε ο Γρηγόριος την παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο, αηδιασμένος από το γεμάτο συνωμοσίες και αυτοκρατορικές παρεμβάσεις περιβάλλον της Εκκλησίας.

 

 

Θέρους ψόγος

*

ΘΕΡΟΥΣ ΨΟΓΟΣ

στὴν Αἰμιλία Ἰωαννίδου

Δὲν ξέρω ἐσεῖς τί λέτε πάντως, κύριοι,
μὰ ἐγὼ λατρεύω κρύο καὶ χειμῶνα
καὶ ἂν οἱ λόγοι μου ἠχοῦν μυστήριοι
σταθῆτε, σᾶς τὸ κάνω καὶ εἰκόνα.

Ἰδοὺ λοιπὸν τοῦ θέρους τὰ καμώματα
χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀποκρύψεις,
τὰ πάντα θὰ είπωθοῦνε μὲ ὀνόματα,
μὲ νούμερα, στοιχεῖα κι ἀποδείξεις.

Κινᾷς νὰ πᾷς στὴν θάλασσα χαράματα,
νὰ μὴ πετύχῃς κίνησι στὸν δρόμο,
μὰ εἶν’ αὐτὰ εὐχάριστα τὰ πράματα;
Διαλέγεις ἢ τὴν νύστα ἢ τροχονόμο;

Κι ἂς ποῦμε πὼς παρὰ τὸ μποτιλιάρισμα
κατάφερες νὰ φτάσῃς πρὶν τὴν μία∙
λοιπόν, σᾶς τὸ ἀφήνω, κύριοι, χάρισμα
αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ.

Μπροστά σου τὸ ἀμμῶδες παλκοσένικο,
ἡ πλάζ, ἡ παραλία, οἱ όμπρέλλες,
Βαβὲλ ποὺ προσελκύει κάθε ἔνοικο
καὶ κάθε θεοπάλαβου τὶς τρέλες.

Ἄλλοι τὰκ τάκ, χτυπᾶνε τὰ μπαλλάκια τους
μ’ ἐκεῖνες τὶς ἀπαίσιες ῥακέττες
καὶ μὲς στὰ λουλουδᾶτα στενοβράκια τους
σκορποῦν τὸν πανικὸ μὲ πιρουέττες.

Ἄλλοι τὰ μπράτσα σφίγγουν καὶ τὰ στήθη τους
μπροστὰ ἀπὸ κυρίες καλλιπύγους
κι ὑπόσχονται οἱ μύες τους ἀμύθητους
τοὺς παφλασμοὺς τοῦ ὁρμονικοῦ τους σφρίγους.

Πιὸ πέρα ἀρχίζουν οἱ ἀπρέπειες:
μὲ τάπερ παραμάσχαλα κι ἐπ’ ἄμμου
ἀπολαμβάνουν πλήρως τὶς συνέπειες
οἱ σύζυγοι τοῦ εὐτυχοῦς των γάμου.

Ἀνάμεσα σὲ ἴχνη ἀπὸ πέλματα
ποικίλων μεγεθῶν ἀνὰ τὰς θῖνας
ἀκοῦς ἐνθουσιώδη παραγγέλματα
στὴν κλίμακα τῶν τόνων τῆς σειρήνας.

«Κωστάκη, στὰ ῥηχὰ καὶ μή ξανοίγεσαι,
γιατί φορᾷς μονάχα ἕνα μπρατσάκι;
Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τώρα νὰ πνίγεσαι,
βγὲς ἔξω νὰ στὰ ψάλω ἕνα χεράκι!

Βασίλη, εἶναι τὸ λάδι στ’ αὐτοκίνητο
μὲ δείκτη προστασίας στὸ τριάντα»
λέγει ἡ κομψότατη μαντὰμ καὶ τείνει τὸ
κλειδὶ ποὺ ἔχει βγάλει ἀπὸ τὴν τσάντα.

Μὰ δὲν τελειώνει ἀκόμη τὸ σενάριο
ἀπ’τὰ ἠχεῖα, πές, ποιος μὲ φυλάγει;
Βαρᾷ ἕνα τὰμ – τὰμ ὑποσαχάριο
καὶ λείπουν μόνο τῆς φυλῆς οἱ μάγοι.

Κι ἂν τρέξω νὰ γλυτώσω μὲς στὰ κύματα
ἀλλίμονο! θὰ πέσω σὲ κηλῖδα:
παχύρρευστο τὸ στρῶμα ἀπὸ τὰ λύματα
λαδιῶν λογῆς γιὰ κάθ’ ἐπιδερμίδα.

Σὲ ὕδατα βαθιὰ καὶ καθαρώτερα
μὲ ζώνει μιὰ τρομάρα πιὸ μεγάλη:
κι ἂν κάποιο ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμoκότερα
μοῦ κόψῃ ὅλο τὸ χέρι ἀπ’ τὴν μασχάλη;

Κι ἂν ξεπεράσω τὴν αἰγιαλίτιδα
καθὼς θὰ κολυμπῶ ἴδιος δελφίνι
(δὲν ἐκκινῶ καὶ βόρεια ἀπ’ τὴν Κρήτη δά!)
μοῦ λέτε, κύριοι, τότε τι θὰ γίνῃ;

Τὸ βλέπω τὸ κορμί μου τὸ νικέλινο,
ποὺ ἔχει σμιλευτῆ μὲ τόση χάρι,
σὲ μιᾶς ἀκταιωροῦ μὲ ἡμισέληνο
νὰ λιώνῃ τὸ πιὸ τρίσβαθο ἀμπάρι.

Θέρετρα λέτε ὑπάρχουνε καὶ ὄρεια.
Βεβαίως, συμφωνῶ καὶ ἐπαυξάνω,
μὰ νά καὶ κάτι σμήνη ἀπὸ πελώρια
κουνούπια σὰν Ῥαφὰλ ἐκεῖ ἀπάνω.

Μὰ πάλι καὶ στὴν κόλασι τῆς πόλεως
πῶς γίνεται κανεὶς νὰ παραμείνῃ;
Θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητα ἐπιπόλαιος
ἂν ζοῦσα τόσους μῆνες στὸ καμίνι.

Ἀνάβουν πανταχόθεν τὰ τσιμέντινα
τοτὲμ τῶν ἐργολάβων κι ἐν ᾦ πρῶτα
μ’ ἐνδύματα κομψὰ τὸ σῶμα ἔντυνα
μὲ πνίγει τώρα αὐτὴ ἡ ῥεντικότα.

Ἱδρῶτα στάζει ὡς καὶ τὸ ἡμίψηλον
κι οἱ γκέτες μου κι αὐτὲς ἀκόμη ἱδρῶτα,
καὶ νά ποὺ ἀντικατέστησα τὸ ὕψιλον
καὶ γράφω τὸν ὑδρόβιο μὲ γιῶτα.

Ἂ ὄχι πιά! Τὸ θέρος δὲν λιμπίζομαι!
Χειμῶνες φέρτε μου, βροχὲς ἀβέρτα,
σ’ ἕνα βιβλίο μέσα νὰ βυθίζωμαι,
νὰ κάνω μακροβούτια στὴν κουβέρτα.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ