Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί.

ΙΙ
ΤΟ ΟΡΑΜΑ

Μ.Θ. – Ήσουν μάνα, ερωμένη, Παναγιά
ανάμεσα σε μένα και τον ήλιο.

ΕΛΛ. – Ήσουν αγόρι, άντρας, πατέρας
ανάμεσα σε μένα και το σκοτάδι.

Μ.Θ. – Είχα έναν κήπο μέσα μου.
Κι έσπερνες άστρα τις νύχτες του καλοκαιριού.
Κι έβλεπα το σύμπαν φωτισμένο, σαν γιορτή.
Κι άκουγα τη μουσική του να στάζει σαν δροσιά στα χέρια μου,
να γίνεται τραγούδια στις άκρες των δαχτύλων μου.

ΕΛΛ. – Κι εγώ κρυβόμουν στη ροδιά
και σου ψιθύριζα: Είσαι Έλληνας.
Συνέχισε να ονειρεύεσαι αμέτρητες φωτιές
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών:
το αύριο είναι που γιορτάζει την απεραντοσύνη του.
Ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας σε περιμένουν
σ’ ένα ελεύθερο χωριό, ψηλά,
στην αρχαία δημοκρατία των δασών και των φιλιών.

Μ.Θ. – Σ’ άκουγα και σκεφτόμουν: Τι μπορεί
να κάνει μια καρδιά μεθυσμένη από φως,
μέσα σε τόση συννεφιά ψυχών;

ΕΛΛ. – Να τραγουδήσει για τις ψυχές
που δεν είδαν ακόμα φως. Να τις μεθύσει.
Ακούεται το φως. Μην το ξεχνάς.
Ακούεται βαθιά στο πιο βαθύ σκοτάδι.

Μ.Θ. – Δύσκολος τόπος, σιωπηλός, η ζωή
γι’ αυτόν που γνώρισε το αγκάλιασμά σου.

ΕΛΛ. – Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε τα μάτια της ψυχής σου.
Τι βλέπεις;

Μ.Θ. – Ξημερώνει. Η αυγή, σαν κυρά εργατική, αερίζει
έναν γαλάζιο ουρανό στο μπαλκόνι του κόσμου.
Τ’ αμπέλια ξυπνούν, τινάζουν στο φως τα καρπερά λειριά τους
και τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα ονειρεύονται πολύχρωμα πουλιά.

ΕΛΛ. – Τώρα ξέρεις πώς να με τραγουδήσεις.

Μ.Θ. – Ήρθες στ’ όνειρό μου, άστατο πουλί
μέσα στο σκοτάδι η ανατολή, τραγούδησα·
κι εσύ φάνηκες δίπλα στη ροδιά, κρατώντας
ένα ρόδι βαθιά πορφυρό σαν την αλήθεια.

III
Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΞΟ

Μ.Θ. – Έριξαν δίχτυα να πιάσουν τη ζωή μου.
Γέμισαν πέτρα πυρωμένη τις μέρες μου
και κραυγές που αιμορραγούσαν
απελπισία τις νύχτες μου.
Έκαναν φυλακή μου το Αρχιπέλαγος
που αγάπησα στα μάτια σου.
Και δάκρυζαν, πονούσαν
οι μαρμάρινες παρθένες
των προγόνων μου, βαθιά, κάτω απ’ τις ρίζες των νησιών.

ΕΛΛ. – Έπραξαν το κακό, γιατί δεν έμαθαν ποτέ
να ονειρεύονται. Κανείς
δεν τους τραγούδησε. Οι ψυχές τους
γεννήθηκαν ορφανές. Τριγύριζαν βουβοί
μες στη σιωπή και το σκοτάδι μιας ζωής χωρίς σκοπό.

Μ.Θ. – Μόνο μίσος! Τόσο μίσος βουβό, σκοτεινό!
Έφτιαξαν ένα είδωλο με βλέμμα αρπακτικό
κι ένα σπαθί ματωμένο στο χέρι.
Και νόμισαν πως είχαν πατρίδα, παρτίδα μου,
θλιμμένη Παναγιά μου, κορίτσι δροσερό που δίνει
το πρώτο του φιλί, νύφη των ανθισμένων κάμπων.
Τόσο μίσος!

ΕΛΛ. – Μην τους κρίνεις σκληρά!
Τους αγάπησες κι αυτούς·
βαθιά αγάπη σαν τον ήλιο που χαρίζει το φως του
ακόμα και στην πέτρα του βυθού,
όσο θολό κι αν είναι το νερό.
Αυτό δεν είναι μουσική, τραγούδι;

Μ.Θ. – Ένας βυθός που ανηφορίζει
με φύλλα κάτασπρα προς την αγάπη
για τον άνθρωπο – τον πληγωμένο άνθρωπο.
Θύμα και θύτης μια πληγή,
που κλείνει με τραγούδια. Ναι,
αυτό μου έμαθε η αγκαλιά σου.
Όμως καμιά φορά…

ΕΛΛ. – Καμιά φορά λυγίζεις, τραγουδιστή.
Το ξέρω. Όμως άκου! Κι αυτοί τα δικά σου
τραγούδια τραγουδούν στις υπόγειες ταβέρνες,
στις δροσερές αυλές της χαράς και της θλίψης τους,
κάτω απ’ το ίδιο φεγγάρι: το φεγγάρι των Ελλήνων, των παιδιών μου,
το φεγγάρι των χεριών και των φιλιών και των δακρύων.

Μ.Θ. – Τους αγάπησα. Πόνεσα για το θύμα
και πόνεσα για τον θύτη. Λύρα η λύρα μου και λύρα
το τόξο μου. Μόνο οι γενναίοι ξέρουν
να τραγουδούν: για τους δυνατούς
και τους αδύναμους. Στις πλάτες των γενναίων
όλο το βάρος του ανθρώπου.

ΙV
ΕΡΩΤΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Μ.Θ. – Πόσα βουνά, πόσες ακτές, πόσα λαγκάδια δροσερά
και φυλλωσιές κρυστάλλινες, πλατύφυλλο νερό,
δεν σκόρπισες στις φλέβες μου, για να ονειρευτεί
του αηδονιού τη γλύκα το γεράκι της καρδιάς μου!

ΕΛΛ. – Πόσα τραγούδια, μουσικές γλυκές, σαν το σταφύλι
στου κοριτσιού τα χείλη,
απέραντες σαν πέλαγος στου αγοριού το βλέμμα,
δεν σκόρπισες στις φλέβες μου, για να ονειρευτεί
του γερακιού τη δύναμη το αηδόνι της καρδιάς μου!

Μ.Θ. – Είδα τα κορίτσια σου ν’ αγκαλιάζουν
στον βυθό των σεντονιών τους
τον αρχαίο λοστρόμο των κοραλλιών.

ΕΛΛ. – Άκουσα τα τραγούδια σου
ν’ ανοίγουνε πανιά για τ’ ανοιχτά του γαλαξία,
σαν κρυστάλλινες τριήρεις.

Μ.Θ. – Είδα τ’ αγόρια σου να διώχνουν
με χέρια δυνατά το σκοτάδι
απ’ το γαλάζιο του απογεύματος.

ΕΛΛ. – Άκουσα τα τραγούδια σου να κελαηδούν
στις φυλλωσιές του ανέμου
πως δεν υπάρχει θάνατος αν ξέρεις γιατί ζεις.

Μ.Θ. – Είδα τις γυναίκες σου να πίνουν καφέ στην αυλή
και να λένε στα κορίτσια πως τ’ αγόρια,
είναι πλασμένα από αέρα και φως και αλάτι
και κλέβουν τις καρδιές.

ΕΛΛ. – Άκουσα τα τραγούδια σου να λένε στ’ αγόρια
πως τα κορίτσια είναι πλασμένα από νερό, φωτιά και μέλι
και κλέβουν τις καρδιές.

Μ.Θ. – Είδα τους άντρες σου
να φεύγουν τα βράδια για την Τροία και μέχρι να φέξει
να γυρίζουν με αρχαίες καρφίτσες
για να πιάσει η κυρά τους τα ωραία της μαλλιά.

ΕΛΛ. – Άκουσα τα τραγούδια σου κι έμαθα πως είμαι
πλασμένη από αέρα και φως και αλάτι· από μέλι, νερό και φωτιά.
Ένα αηδόνι ερωτευμένο με γεράκι.

Μ.Θ. – Ένα γεράκι ερωτευμένο με αηδόνι.

ΕΛΛ. – Και δεν υπάρχει θάνατος όταν ξέρεις πως ζεις για ν’ αγαπάς.

V
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ. – Δεν μπορούσαν να με δουν
που σε περίμενα σε μια σπηλιά θαλασσινή
να με ταΐσεις χάδια καβούρια και φιλιά.
Έπρεπε ν’ ακούσουν τα τραγούδια σου, για να καταλάβουν
πως η σπηλιά κι η θάλασσα κι εγώ κι εσύ
κι η μουσική σου ήμασταν πάντα μέσα τους.

Μ.Θ. – Τι μέρες, τι νύχτες ήταν εκείνες!
Το σύμπαν αγκάλιαζα όταν σε αγκάλιαζα.
Κι εσύ, η Ελλάδα μου, η αρχόντισσα κυρά των ημερών μου,
μου το φως μέσα στη νύχτα,
τον ίσκιο τον πλατύφυλλο μέσα στο μεσημέρι.
Πώς πέρασαν τα χρόνια!

ΕΛΛ. – Μια στιγμή ήταν – μόνο μια στιγμή.
Η ζωή ξαναρχίζει με κάθε τραγούδι.
Πώς νομίζεις ταξιδεύω τόσους αιώνες;

Μ.Θ. – Νοιώθω πως με ανέβασες τόσο ψηλά,
που τρέμω να σωπάσω.
Πώς να σωπάσει μια καρδιά, αφού χτυπάς
μέσα της με χρυσάφι σπαρμένο στο νερό,
σύριζα στη γαλήνη των ακτών;
Πώς να σταματήσει αφού ακούω
μέσα της τη φωνή σου να μαθαίνει
στα μικρά των δελφινιών
να παίζουν στο περιβόλι του Αιγαίου;

ΕΛΛ. – Όποιος με τραγούδησε μια φορά αληθινά
δεν παύει ποτέ να τραγουδάει.
Μου ανήκεις τραγουδιστή. Αυτή είναι η μοίρα σου.
Μαζί θα πορευτούμε στους αιώνες των Ελλήνων.
Μαζί θα τραγουδάμε, όσο υπάρχει το γαλάζιο της απεραντοσύνης,
το λευκό της αιωνιότητας.
Εμπρός, τραγούδησε! Τραγούδησέ μου!