*
ΑΧ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ
Aχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Και πώς τρέχουνε
θέλοντας να μ’ αγγίξουν για να πάρουνε
λίγη αρσενικάδα που τους έλλειψε
τόσο πολύ, όσο το αλάτι στο φαΐ. Nα πάρουν
δύναμη απ’ τον άνδρα για ν’ αντέξουνε
μήπως προλάβουν να τελειώσουνε τ’ ατέλειωτα…
Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Τι μοναξιά και να ’χουν μέσα τους
λόγια και λόγια στοιβαγμένα: Παραμύθια
θρύλους και διηγήσεις κι αδικίες κι όλα όσα
πρέπει να ειπωθούν. Mα πού παιδιά;
Πού τα εγγόνια, πού οι γιοί και οι θυγατέρες;
Σπίτια με δώματα και κάμαρες πολλές.
Kρεβατοκάμαρες, προθάλαμοι, σαλόνια, τουαλέτες.
Ε, μα, πάντα
υπάρχει χώρος για δυο τρεις τηλεοράσεις
για τράπεζες και θρόνους και πολύθρονα
σκαμπό και φουσκωτά, ντουλάπια, για σερβίτσια, γυαλικά,
υπάρχει χώρος
για τ’ ανθογυάλια, για πικάπ και ραδιόφωνα
κομπιούτερ και τηλέφωνα. Yπάρχει
χώρος για τ’ αυτοκίνητα, για τις μοτοσυκλέτες.
Mα δεν υπάρχει χώρος για τον γέροντα.
Σαν το ξερό κλαδί είναι ο γέροντας…
το σπάζουν και το παν στην αποθήκη…
σ’ ένα γηροκομείο δηλαδή. Κι αφήνοντάς τον
ούτε που θέλουν πια να ξέρουνε τι γίνεται,
αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος.
///
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
ΣΤΙΣ 5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 2023
Στις 5 Δεκεμβρίου έκλεισες
37 χρονάκια μες στη γης.
Θυμούμαι που σε ρώταγα, «πατέρα,
πριν πόσα χρόνια πέθαν’ ο πετέρας σου;», και μου ’λεγες:
«Τώρα; 32 χρόνια, και σε λίγο
κλείνουν 33».
Ήταν τόσο πολλά
πατέρα δίχως τον πατέρα σου. Λυπόμουν.
Μα και χαιρόμουν που εγώ είχα εσένα, δεν μου πέθανες
πράγμα που το φοβόμουνα από μικρό παιδί. Μα ναι
αν ήμουν θρήσκος στα 7 μου, στα 8, αν προσευχόμουν
ήταν για σένα, για τη μάνα, για τ’ αδέρφια μου.
Ήταν για τ’ άλογό μας, τις κατσίκες μας
(τη Ρίκω και τη Νίνα), για το σκύλο μας, τον γάτο.
Πρώτα είχα τον Νιούνη (ηχοποίητο), δικό μου όνομα.
Και σαν ο Νιούνης πέθανε, (θα ήμουνα
τριών χρονώ θα ήμουνα -εγώ τον πρωτοείδα-).
Α στενοχώρια, αχ. Μα έφερες τη Χιόνα
και παρηγορηθήκαμε. Η Χιόνα…
Μεγάλωσα μ’ αυτή, την καϋμενούλα μου. Τα πρόβατα…
Η Κρούτα, η Μπέλλα, η Τσιούλα, η Παρδαλή, η Λάγια, η Σιούτα, η Σίβα…
Κι ο Καραμάνης, το κριάρι… ο αρχάγγελος.
Για όλα τούτα προσευχόμουν. Και δεν πέθαναν.
Μ’ είχε ακούσει η Παναγία, ο Θεός, δεν πέθαναν
όσο ήμουν μικρός.
Μα τώρα βρίσκω πως κανένας δεν με άκουγε.
Κ’ είμαι σαν πάντοτε μικρός, κι όλους σάς έχω χάσει.
37 χρονάκια έκλεισες εσύ και 19 η μάνα.
Δεν λέω πως δεν βρίσκω τη χαρά, πως βρίσκομαι σε πένθος
όλη την ώρα. Μα εσείς
είστε ταχτοποιημένοι πιο πολύ κι απ’ τον καθένα μας.
Γλυτώσατε για πάντα, ησυχάσατε, κανείς δεν σας χρωστάει
κι ούτε εσείς χρωστάτε κανενός. Πόσο μου λείπετε
σα θέλω να μιλήσω ή να ρωτήσω.
Τι κρίμα να βαδίζω στους αγρούς, στις ρεματιές, να βρίσκω κάποτε
άφθονα μανιτάρια, που για μένα
ήταν και είναι η νοστιμότερη τροφή.
Τί κρίμα να μην ξέρω ποια μπορώ
να φάω είτε ποια να παραλείψω.
Όλη σου αυτή η γνώση των βοτάνων που εσύ κυρίως είχες, Μπάρμπα Μήτσο,
όλη αυτή σου η γνώση για τα δέντρα, τ’ άστρα, ή, τα ψάρια
που ’φερνες απ’ τον Άσπρο όταν πήγαινες
για να κοιτάξεις το λιοστάσι μας εκεί.
Και πώς απ’ τα ελάχιστα και καθημερινά
έφτανες σ’ αφηγήσεις ευμορφότατες…
Πατέρα, εγώ δεν ήρθα στην κηδεία σου.
Και κουτσομπόλεψαν και είπανε «Ο άθεος
ούτε και στου πατέρα του δεν ήρθε την κηδεία». Δεν γνωρίζαν,
αχ, δεν γνωρίζανε αυτοί που εγώ δεν άντεχα
να δω τον Κόσμο να σκεπάζεται απ’ το χώμα
για πάντα και για πάντα και για πάντα
να χάνεται ο Κόσμος μες στη γη.
///
Η ΕΡΗΜΙΑ
Ποτέ μου δεν το πίστευα
πως θα βρεθώ σε τέτοια ερημιά.
Όλοι σαν κάμαν τις δουλειές τους σαν τις τέλειωσαν
φύγαν, εξαφανίστηκαν. Έρημε άνθρωπε,
μόνο στην προδοσία επιστρέφεις
σ’ αυτήν βρίσκεις τ’ απάγγειο σου κι αυτή
είναι η πρώτη σου κ’ η έσχατη πατρίδα.
Έρημε άνθρωπε, πώς είσαι
άφθονος, γενναιόδωρος, πώς είσαι ένα θαύμα
όσο χρειάζεσαι τον άλλονε, και όταν θα τον στείψεις
εξαφανίζεσαι σα φίδι μες στην τρύπα του.
///
Ο ΞΕΝΟΣ
Κι αν είμαι ζώο διόλου εγώ δεν μοιάζω στους ανθρώπους
στη σκέψη τους, στα έργα τους και σ’ όλους τους τούς τρόπους.
Ό,τι εγώ με έρωτα κάμνω αυτοί μισούνε
γι’ αυτό κι επέλεξαν σωστά μακράν εμού να ζούνε.
Μην τους θυμίζω ό,τ’ έπρεπε να ήσαν και τι είναι
ω Παναγία Θάλασσα και Ηλιακέ μου Κρίνε.
///
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1998:
ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Σ’ αυτή μου τη συκομουριά
δεν κάθομαι σα Βούδας
μα χαίρομαι την άφιξη
της πρώτης πεταλούδας.
Κι ακολουθούν άλλοι πολλοί
συμπόσιο ν’ αρχίσει
μ’ ευωδιαστά συκάμινα
που ’χουν τη γεύση θεία
κατάγλυκη ως να ’ν’ αυτή
του κόσμου η ουσία.
Κι έρχοντ’ εδώ όλοι μαζί
τ’ αδέρφια, τα ξαδέρφια μου,
όλοι οι άγριοι θεοί
και γεύονται αμβροσία:
Σκίουροι και χρυσόμυγες,
χελώνες, μέλισσες, ασβοί
μυρμήγκια, βόμβοι, σκάθαροι,
σπούργιτοι, τσαλαπετεινοί…
κανείς δεν έχει σχόλη…
στο θεϊκό συμπόσιο
παίρνουμε μέρος όλοι.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
*
**
