ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ο Εραστής της Πορφύρας (Μια ανταπόκριση)

*

Ποιητική ανταπόκριση στη χθεσινή
ωραία μετάφραση του φίλου Ν.Κ.

~.~

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Ακίνητος αν κι η καρδιά μου τρέχει
προσμένω τώρα την αγαπημένη
κι απέξω κι από μέσα μόνο βρέχει·
που βρίσκεται η μονάκριβή μου Ελένη;

Την είδα χθες που μίλαγε μ’ εκείνο
τον άτιμο προδότη. Μη φοβάσαι,
η ζήλια μακριά μας· δεν σ’ αφήνω
έτσι εύκολα. Μονάχα πού κοιμάσαι

να ξέρω κι είμαι εντάξει. Δεν σε βλέπω
κι απέξω κι από μέσα τρικυμία.
Τα μάγια, τις κατάρες θ’ αποτρέπω
για χάρη σου, κι ας ήσουν –τι αηδία!–

(περισσότερα…)

Θέατρο σκιών

***

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

Έχω ένα θέατρο σκιών στο σεντονάκι μου
κι είναι τα μάτια μου τις νύχτες προβολέας.
Ο καραγκιόζης είμαι, στ’ άθλιο κονάκι μου,
όσο κι αν φλέρταρα τον ρόλο της μοιραίας…

Κάνω αστεία και κολπάκια και πειράγματα,
άλλοτε πονηρά και κάποτε μ’ αφέλεια·
εξευτελίζω τα πιο πάγια διδάγματα
και οι φιγούρες ξεκαρδίζονται στα γέλια.

Είμ’ ελαφρύς! Είμαι τρελός! Είμαι περίγελως!
Δες ο βεζίρης πώς κοιτάζει τον λαιμό μου!
Φτύνει το στόμα μου καρφιά, γίνομαι άβολος·
είμ’ ευτυχής, είμαι ο βασιλιάς του δρόμου!

Και νιώθω εκεί, μέσα στης κάμαρας το έρεβος,
ισορροπώντας στο πανί και στο σανίδι,
ότι για μένα είσαι μαζί: κι ο Μεγαλέξανδρος,
και το σπαθί, και το καταραμένο φίδι…

/// (περισσότερα…)

Κλεμμένες στιγμές

*

Με την πρώτη αστραπή των ματιών σου έγιναν όλα.
Εκεί, ανάμεσα στο νεφελώδες πλήθος,
και στις επίμονες παραινέσεις των φίλων.
Τι ν’ αποτρέψουν;
Αλλάζουν οι νόμοι της φύσης;

Έτσι, έτριξαν πόρτες, μέταλλα τρίφτηκαν, αλλά,
εμείς δε διστάσαμε. Μπήκαμε στη φωτιά.
Και γεννήθηκε ο θαυμαστός δικός μας κόσμος.

Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό⸱ αυτόν τον λαμπρό της αγάπης.

~.~

Αγάπη, από σκοτάδια και φως.
Αγάπη: πανάρχαιο νέο τραγούδι!
Μεθύσι της σάρκας.

Τι δυνατά καρδιοχτύπια.
Τι πρωτάκουστες αρμονίες!
Ο χρόνος, οι δείκτες, ο ρυθμός.
Όλα, εντός και εκτός⸱ εμείς ήμασταν.

(περισσότερα…)

Ο ιερός σκοπός

*

Aπό τους φίλους μάζευε λεφτά, κι από παλιές του φίλες
να τον βοηθήσουν έλεγε στον ιερό σκοπό
να κάμει εγχείρηση η μάνα του.
Να κάμει εγχείρηση η μάνα του;
Μ’ αυτός της έκλεψε τη σύνταξη σαν είδε
πως δεν του φτάνουν όλ’ αυτά
που μάζεψε τριγύρω απ’ τους εράνους.

Τα ’θελε τα λεφτά, για εισιτήρια,
για φαγητό και για ξενοδοχείο,
να πάει εκεί στη χώρα της και να την ανταμώσει
και να την έχει αγκαλιά τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Σκέφτονταν πως τους γέλασε, πως έκαμε το αίσχος
να κλέψει από τη μάνα του λεφτά, τη σύνταξή της.
Σκέφτονταν πως είν’ άτιμος. Μα πάνω στο κρεβάτι
το θεϊκό σαν έβλεπε κορμί, το πρόσωπό της,
εύρισκε πως πιο ιερό πράγμα στην γης δεν μένει
απ’ το να πας για να χαρείς γυναίκα λατρεμένη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

**

Τρία βυζαντινά ερωτικά ποιήματα

*

Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

1. Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος
(5ος-6ος αι.), στ. 203-218

[ Ο μονόλογος του Λέανδρου ]

«Κόρη, για την αγάπη σου τα κύματα θα σκίσω
κι ας είναι η θάλασσα δεινή κι εχθρός μου το νερό της.
Κινώντας για την κλίνη σου το ρεύμα δεν θα τρέμω
και διόλου δεν θα φοβηθώ το πέλαγος που ουρλιάζει.
Μα κάθε νύχτα που περνά για τον υγρό εραστή σου
τον άγριο τον Ελλήσποντο θα διαπερνά με θάρρος.
Την Άβυδο, την πόλη μου, μακριά πολύ δεν κτίσαν.
Ένα λυχνάρι μοναχά στον πύργο σου εκεί πάνω
στη νύχτα ας φέγγει τη βαθιά. Κι όταν θα το κοιτάζω
καράβι θα ’μαι του Έρωτα κι ο λύχνος σου ένα αστέρι·
εκείνον θα ’χω για οδηγό, τον Βοώτη δεν θα βλέπω
κι ο τολμηρός Ωρίωνας βοηθός μου δεν θα γίνει
κι ούτε την άβροχη τροχιά θ’ ακολουθώ της Άρκτου,
σαν έρχομαι από απέναντι προς το γλυκό λιμάνι.
Μόνο, καλή μου, πρόσεχε τους δυνατούς ανέμους
μήπως τυχόν τον σβήσουνε και χάσω την ψυχή μου,
τον λύχνο τον λαμπρό ταγό που ορίζει τη ζωή μου».

[Σημείωση: Στο ποίημα του Μουσαίου, δύο νέα παιδιά, η Ηρώ και ο Λέανδρος, βιώνουν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Υπάρχει όμως το πρόβλημα της απόστασης, καθώς τις πόλεις τους τις χωρίζει ο Ελλήσποντος. Το σχέδιο που συλλαμβάνει ο Λέανδρος, και τελικά εφαρμόζουν οι ερωτευμένοι, είναι παράτολμο: Το αγόρι κολυμπά κάθε βράδυ από την πόλη του σ’ εκείνη της αγαπημένης του, ενώ αυτή φροντίζει το φως του λυχναριού της να του δείχνει τον δρόμο. Η άφιξη της βαρυχειμωνιάς οδηγεί στο τραγικό τέλος, με τον χαμό του ζευγαριού. Ακόμα κι έτσι, ο θάνατος βρίσκει τα σώματα των δύο νέων το ένα δίπλα στο άλλο. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος σχολιάζει: «Και στην τελευταία αυτή συμφορά κατάφεραν ν’ απολαύσουν ο ένας τον άλλο».]

~.~ (περισσότερα…)

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

*

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

Κακοτράχαλος τόπος το χτές.
Ξεκινάω με τα πρώτα κοκόρια
την ανάβαση. Μόνος-μου. Λές
εγώ να μήν ξέρω απο ζόρια;

Ζωντανεύει, γλιστράει το ραβδί
σάν φίδι, μου φεύγει απ’ το χέρι
κι απο μόνο-του πιά μ’ οδηγεί
στο κρυφό μονοπάτι που ξέρει.

Μα στο τέλος του δρόμου, ψηλά,
στη σιγή που γεννάει παγετώνες
κάποιο ακούραστο χέρι κυλά
μία μία τις μεγάλες κοτρώνες

προς το μέρος-μου. Βοήθεια! Ξανά
και ξανά με σβελτάδα στην άκρη
πηδάω, κι απο δίπλα περνά
του βουνού το πέτρινο δάκρυ.

Πόνος ξάφνου. Αγωνία. Κραυγές
και στα μέλη ενα αβάσταχτο βάρος.
Τα παπούτσια-σου δέσε και βγές
να με σώσεις. Ή σου λείπει το θάρρος;

///

Το κουκλί

Σάν να μήν έφταναν όλα,
νά το κλαμένο κουκλί.
«Σπάσε το κρύσταλλο κι έλα»
μοιάζει να παρακαλεί,

«έλα να παίξουμε ξύλο.»
«Ξύλο; Μαζί-σου; Τί λές;
Με σένα, γλυκούλι-μου, θέλω
χάδια, φιλιά κι αγκαλιές.»

Πάνω στο γυάλινο ράφι
κλαίει, όλο κλαίει το κουκλί
κι η ταμπελίτσα-του γράφει:
«Γιατί να με λέν Ηρακλή;»

/// (περισσότερα…)

Ταριχευτήριο Ευρώπη

*

Κώστας Κουτσουρέλης
Ταριχευτήριο Ευρώπη
Κίχλη, Δεκέμβριος 2024

Σελίδες: 136 • Σχήμα: 15 x 23 εκ.
ISBN: 978-618-5461-86-7 • Τιμή: 11,00 €

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η
από το βιβλίο που κυκλοφορεί στις 24.12.2024

///

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟ μοιράζονται τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους έργα, γραμμένα τη διετία 2022-2023. Το εναρκτήριο «Καμιά φωνή» απαρτίζεται από 100+2 ελεγειακά και σατιρικά ρουμπαγιάτ, παλιά περσική φόρμα που στη δυτική παράδοση συνδέθηκε με το όνομα του Ομάρ Χαγιάμ (1048-1131). Το φερέτιτλο ποίημα «Ταριχευτήριο Ευρώπη» είναι ένας εκτενής μονόλογος πάνω στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτής της ηπείρου λίγο προτού εκπνεύσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Τέλος, οι «Έλεγοι από τη Ρεματιά», 27 ποιήματα σε μορφή καταλόγου ή παρλάτας, απλώνονται σε θέματα που εν μέρει θίγονται και αλλού στο βιβλίο: από τα μεγάλα κοσμολογικά ερωτήματα ώς τις μικροπεριπέτειες του Εγώ.

(Από το αυτί της έκδοσης)

//

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ
Κοιτάζω γύρω μου τους πεθαμένους
Ταριχευμένοι πάνε πάνω κάτω
Στιγμή δεν παύουν όντα κουρντισμένα
Σ’ ένα λιμάνι μισοβουλιαγμένο
Ντεκόρ για ειδύλλια και στο βάθος φάρος
Απέναντι το φρούριο επηρμένη
Σημαία στις επάλξεις αναμνήσεις
Dulce et decorum κάποτε ίτε παίδες
Τώρα προορισμός για αποδράσεις
Γδυτά Σαββατοκύριακα πακέτα
Αμμόλουτρων στον ήλιο all inclusive
Τα ρομποτάκια στην γραμμή σερβίρουν
Το άλλο πρόθυμο ρομπότ εσένα
Στις πιο βαθιές τ’ ονείρου σου ξαπλώστρες
Αύρα θαλάσσης εγκιβωτισμένη
Στα έγχρωμα παγάκια ενός κοκτέηλ
Όπως στης Γροιλανδίας τους παγετώνες
Η τέφρα των αρχαίων ηφαιστείων
Όπου κοιτάζω γύρω το ίδιο θέαμα
Νεκροί ηλιοκαμένοι σε όρθια στάση
Γελούν φωτογραφίζονται ψωνίζουν
Μιλούν χιλιάδες γλώσσες ούτε μία
Δεν βγάζει νόημα καμμία λέξη
Με νόημα όλοι τρώνε πτώματα άλλα
HOMO SAPIENS SAPIENS το πλέον
Γνωστό πτωματοφάγο έμβιο είδος
Με τέχνη κατακρεουργεί κι αλέθει
Με γνώση διαμοιράζει τη βορά του
Προτού σε σελοφάν την συσκευάσει
Έτοιμη προς ανάλωση και βρώση
Πτώμα που πτώμα δεν θυμίζει ζύμη
Ρόδινη μαλακή από πλαστελίνη
Μόνο αραιά και πού μια στάλα αίμα
Γλιστρά απ’ το φελιζόλ και σε λεκιάζει
Σαν κόκκινη λησμονημένη τύψη
Το μόνο ζων που τρώει είναι τα στρείδια
Που τα ναρκώνει πρώτα με λεμόνι
Όπως ναρκώνει τον εγκέφαλό του
Με ζάναξ ή λεξοτανίλ τις νύχτες
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της Ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός

 

///

*

*

*

 

Crash-test etc.

*

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

.~.

CRASH-TEST

Καὶ ἐπανέρχομαι στὸ θέμα λέγοντας τὸ ἑξῆς.

Ὅτι πρὶν συναντηϑοῦν δύο ἄνϑρωποι
κι ἑνώσουν τὶς ζωές τους καὶ προχωρήσουν
δὲν γνώριζαν τίποτα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον
ἀμήχανα τὰ σώματα κυκλοφοροῦσαν
σπὸρ-ἁμάξια τρέχοντας μανικὰ στὶς λεωφόρους
παρ’ ὅλα αὐτὰ μ’ ἕναν τρόπο μεταφυσικὸ
οἱ ψυχὲς ἐπικοινωνοῦσαν κρυφίως
συντονίζονταν ὥστε ὑπὸ κατάλληλες συνϑῆκες
ἐλλιπὴ σήμανση κι ὁδόστρωμα ὀλισϑηρὸ
νὰ χτυπήσουν βίαια μετωπικὰ μὲ ϕόρα
πόδια χέρια σπάζοντας τὰ ὀχήματα σμπαράλια
κι ἔτσι ἐπιτέλους νὰ λάϐει χώρα τὸ συμϐὰν
ν’ ἀνταλλαγοῦν διευϑύνσεις τηλέφωνα
καὶ τὸ πράγμα νὰ πάρει ὁμαλὰ τὸν δρόμο του
ϕταίω ἐγὼ συγγνώμη ναὶ μὰ δὲν σᾶς εἶδα
καὶ προσκολληϑήσεται ἄνϑρωπος πρὸς ἄνϑρωπον
καὶ ἔσονται αἱ δύο ϕεράρι εἰς λαμαρίνα μίαν.
Ἂν τηρηϑοῦν πιστὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁδικοῦ κώδικα
τὸ ἀτύχημα δὲν μεταπίπτει σὲ δυστύχημα
καὶ ἡ ἀμηχανία ὡς ἐκ θαύματος διὰ μαγείας παύει
δρώμενο τροχαῖο ἱλαροτραγικῆς πλοκῆς
ὅτι κάπου κυκλοφορεῖ ἕνας ἀσυνείδητος ὁδηγὸς
μὲ καφὲ στὸ χέρι ἀφηρημένος στὸ τιμόνι
ποὺ τρέχει ἀντίϑετα παραϐιάζει ϕανάρια στὸπ
ἕτοιμος μὲ ὁρμὴ κι ἀκάϑεκτος νὰ πέσει πάνω μας.

.~.

ΕΥΚΟΛΙΑ

Δύσκολα σὲ πλησίασα
καὶ δύσκολα ἀπέσπασα τὸ ναί

ὅσο δύσκολα σὲ ἔπεισα
νὰ μπαρκάρουμε

νὰ κωπηλατήσουμε
σὲ καιρὸ δύσκολο ἀργοναυτία (περισσότερα…)

«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»

*

Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.

~.~

Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.

Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:

σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)

Το Παραμύθι που δεν το ’λεγε κανείς

*

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένα Παραμύθι
που δεν το ’λεγε κανείς
κι είχε πεταχτεί στη λήθη
και για να μην ξεχαστεί
αφηγόταν τον εαυτό του
μα κανένας για ν’ ακούσει
δεν βρισκότανε εμπρός του.
Ώσπου μία μέρα δάκρυ
σ’ ενός σύννεφου την άκρη
κάθεται και τί να δει! –
ένα νιόγεννο παιδί
και τα μάτια του δυο άτια
το κοιτούσαν μες στα μάτια.

Βάνει μπρος το Παραμύθι
κι αφηγείται τον εαυτό του
με φωνή τρεμουλιαστή
κι ένα πλάνταγμα στα στήθη.
Τα ματάκια το κοιτούσαν
δίχως κάτι να ζητούσαν
και τ’ αυτάκια αφουγκραζόταν
όλα όσα αφηγιόταν
και τα χείλη του γελούσαν,
τα χεράκια του κουνούσαν
κι ένα κλάμα σαν λουλούδι
συμφωνούσε στο τραγούδι.

Σαν τελειώνει η ιστορία
το παιδί με απορία
κοίταξε το Παραμύθι
μα εκείνο αποκοιμήθη.
Το μωράκι το φροντίζει
κι αρχινά το νανουρίζει,
μ’ ένα δάκρυ το σκεπάζει
κι ένα σύννεφο θηλάζει.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

*

*

Από το βάθρο του ο Δάντης

*

Ψηλά απ’ το βάθρο του ο Δάντης ατενίζει
Την κίνηση στης Σάντα Κρότσε την πλατεία
Τον κόσμο που έρχεται να πιεί έναν πρωινό καφέ
Στο μπαρ που βρίσκεται στου δρόμου τη γωνία
Ξυπνάει σιγά-σιγά η Φλωρεντία
Στήνουν τους πάγκους για τη λαϊκή
Μαζεύονται τουρίστες με τα κινητά τους
Για να φωτογραφίσουνε την εκκλησία
Να τρέξουν γρήγορα μετά στην Πιάτσα ντέλλα Σινιορία
Πιο κάτω περιμένει το Ουφφίτσι
Και οπωσδήποτε το Πόντε Βέκκιο
Αλλά τον Δάντη δεν τον ενδιαφέρουν όλ’ αυτά
Εκείνος βρίσκεται πολύ ψηλά
Άραγε πού να τον κατέταξε ο Ύψιστος Κριτής
Στην Κόλαση, στο Καθαρτήριο, στον Παράδεισο;
Ποιους να συναγελάζεται τώρα ο ποιητής (περισσότερα…)

Ρουφήχτρα

*

ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ

Κάτω από τα φουστάνια μου, σφυρίζει μια ρουφήχτρα·
τη σέρνω στις παρέες μου, με παίρνει απ’ τη χαρά μου·
κουρνιάζει μες στο στρώμα μου, ρουφάει τα όνειρά μου
κι είμαι εγώ λεβέντισσα κι αυτή λεβεντοπνίχτρα.

Δεν τη νικώ, δε με νικά, μα δε με λευτερώνει.
Δεμένη είναι στα πόδια μου, σαν μπάλα από μολύβι·
χώνει στον κόρφο της το φως, τις ομορφιές μου κρύβει·
στον κάτω κόσμο με τραβά, σαν με πετύχει μόνη.

Στέκω η μισή στο στόμα της· κι η άλλη μισή που μένει,
αρπάζεται απ’ όπου βρει: μνήμες, κλαδιά, σεντόνια·
με τη ζωή και με το φως βαθιά ερωτευμένη·

μα λύνονται τα δάχτυλα απ’ την ορμή, απ’ τα χρόνια…
Άραγε θα με σπλαχνιστεί και θα μ’ αφήσει πίσω,
ή τάχα εγώ, κατάκοπη, τα χέρια μου θ’ αφήσω;

~.~

(περισσότερα…)