ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Νικόλαος Καλλικλής, Οι δώδεκα μήνες

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ημερολογιακό ποίημα που προσγράφεται, όχι με απόλυτη βεβαιότητα, στον ποιητή και ιατρό της αυλής του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) και του Ιωάννη Κομνηνού (1118-1142), Νικόλαο Καλλικλή. Αρχίζει από τον μήνα Μάρτιο, ακολουθώντας την παράδοση του πρώιμου ρωμαϊκού ημερολογίου, ωστόσο μέσα στο στιχούργημα τόσο ο Σεπτέμβριος (μήνας της βυζαντινής Πρωτοχρονιάς), όσο και ο Ιανουάριος (μήνας της Πρωτοχρονιάς στο νεότερο ρωμαϊκό ημερολόγιο) παρουσιάζονται ως εναρκτήρια ορόσημα του έτους.

Στη μέση και ύστερη βυζαντινή λογοτεχνία ανήκουν και άλλα ημερολογιακά ποιήματα, όπως του Χριστόφορου Μυτιληναίου (11ος αι.) και του Μανουήλ Φιλή (13ος-14ος αι.). Σε άλλες περιπτώσεις, ενσωματώνονται μέσα σε ευρύτερες αφηγήσεις, όπως συμβαίνει στις μυθιστορίες Υσμίνη και Υσμινίας (12ος αι.) του Ευμαθίου Μακρεμβολίτη και Λίβιστρος και Ροδάμνη (13ος-14ος αι.). Η ιδαιτερότητα του ποιήματος που μεταφράζεται εδώ είναι η ιατρική και διατροφολογική στόχευσή του: Στους πρώτους στίχους κάθε μήνα δίνεται το στίγμα της εποχής και στους επιλογικούς προτείνονται οι τροφές που καλό είναι να καταναλώνονται εκείνη την περίοδο – ή απαγορεύονται οι βλαπτικές τροφές και συνήθειες που οδηγούν στην εκδήλωση νόσων.

Σημειώνεται ότι ο αναγνώστης μπορεί να βρει μεταφρασμένα στο εμπόριο τα ημερολογιακά ποιήματα του Μυτιληναίου και του Φιλή, σε απόδοση Δήμητρας Μονιού (Χριστόφορου Μυτιληναίου, Στίχοι διάφοροι, Αθήνα 2017, σ. 82) και Παναγιώτη Αγαπητού / Martin Hinterberger αντίστοιχα (Εικών και λόγος, Αθήνα 2006, σ. 108-110).

///

ΜΑΡΤΙΟΣ

Φορώ στους στρατηγούς τις πανοπλίες
και φρέσκα ξίφη δίνω για τη μάχη·
την ξένη γη ο φαντάρος λέει πατρίδα.

Είναι η δουλειά μου να σας συμβουλεύω
κι ορίζω σ’ όλους πάντα να λαμβάνουν
καλή τροφή, γλυκό κρασί να πίνουν.

///

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Παχιά τα αρνιά για τα συμπόσιά σας·
σας φέρνω το πασχαλινό τραπέζι
με της Ανάστασης τη χαρμοσύνη.

Κανείς σας να μην τρώει τα ραπανάκια,
γιατί επιδρούν στη μέλαινα χολή σας
και γρήγορα το σώμα καταστρέφουν. (περισσότερα…)

«Όστια» και άλλα ποιήματα

*

ΟΣΤΙΑ

Κόπιασα – ανήγγειλε στο απέραντο δωμάτιο· κόπιασα πολύ
τονίζοντας μια-μια τις συλλαβές
– μια απόπειρα να πείσει ή να επιπλήξει
ίσως με στόχο πάνω απ’ όλα τον εαυτό του –

πέρασα τριάντα έτη συναπτά
– ολόκληρο, δηλαδή, το απόγευμα –
βλέποντας τις κερασιές
στα μάγουλά μου να φυλλορροούν
θρέφοντας του δειλινού τα ολοκαυτώματα
δίχως να Τους δώσω τη χαρά
ενός καν μορφασμού

επιστράτευσα, αντιθέτως,
όλη μου την εγκράτεια να μη δω
τον ταριχευτή χρόνο να περνά
αργά μα σταθερά
μ’ ασήμι τα μαλλιά μου
– επένδυση αδρή
στο τρόπαιο που θα γίνω
στο σαλόνι του

μα πάνω απ’ όλα έβαλα τα δυνατά μου
να κατεβάσω ως τα θεμέλια του οισοφάγου μου
κείνο το «έχει ο Θεός» που σαν όστια
έσπρωξε στο πληγιασμένο στόμα μου
το κορίτσι με τα διάφανα, ακαταλόγιστα χέρια
– αφόρητα λίγη μου,
απέθαντη ελπίδα –
όταν στα χιλιάδες δέντρα
που φύτεψα χθες
είχαν ως το πρωί
φυτρώσει ή κρεμαστεί
ισάριθμες φθαρμένες σαμπρέλες
να κάνει κούνια
επάνω από τις τέφρες των ονείρων μου
– θυμίζοντας το καθρεφτάκι
όταν μας μούτζωναν παιδιά,
μανούλα στον νόμο του μπούμερανγκ –
μ’ αναγνωριστικό στο μπράτσο του
άστρο εβραϊκό
ένα κεφαλαίο Θήτα
ο Μέγας Ενεχυροδανειστής.

/// (περισσότερα…)

«Μαζέψου, γέρο, σαν πολύ δεν μου κολλάς;»

*

Μνήμη Κωστή Παλαμά
(13.1.1859 – 27.2.1943)

///

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Μαζέψου, γέρο, σαν πολύ δεν μου κολλάς;
Πενήντα τόσα χρόνια και μυαλό δε βάζεις.
Τι εικόνα βγάζεις έτσι που παραπατάς
ανδρείκελο μες στην καρδιά της τσιμεντίλας
απότριμμα της τοπικής τσαντίλας;

Να, μέθυσες με το κρασί του εικοσιένα
( κάθε πουλί ονειρεύεται πως είναι αηδόνι )
κι εμένα ποιος, ποιος θα μου κλείσει
( το χάσμα της πληγής )… θέλω να πω
πως είμαι εντάξει, δεν φοβάμαι
χαμένος μέσα στα καμένα δάση
( η κάμπια χτίζει ολόβαθα μια πόλη )
και στα σοκάκια με τα σουφρωμένα τάσια
( και το πουλί έναν έρωτα παρέκει ).

Φυλάξου, γέρο, απ’ τον τρελό
φυλάξου…
.                        μη μ’ αφήνεις μοναχό
διότι μ’ έναν μόνο στίχο σου
η νύχτα γίνεται βραδιά
κι ο μίτος του θανάτου φουντωτή μηλιά.

(περισσότερα…)

Του Βορρά (Στον Θοδωρή Καλλιφατίδη)

*

Γη των Γότθων – Gotland

Χτυπούσαν τα κατάρτια
τό ’να με τ’ άλλο
έξω απ’ την Τροία προσμένοντας
μες στον ιδρώτα ενός ονείρου
μιας αρπαγής, χτυπούσαν
οι χορδές – μια λύρα, ένα σαντούρι;

Κι απάνω, βορειότερα
σε θάλασσες μουντές, φουρτουνιασμένες
παλεύαν γίγαντες, υφάλμυροι
και θάβαν τους νεκρούς τους
σε πέτρινα καράβια του γρανίτη.
Κι εκεί κι εδώ και πάντα
για ένα δέρας χρυσόμαλλο
μια λάμψη αιμάτινη, έναν οίστρο.

Όμως, εδώ στων Γότθων το νησί
η θάλασσα το ρούφηξε το αίμα
μεσ’ απ’ τον ασβεστόλιθο
και γίνανε από τότε
μαύρες οι προβιές
και μείναν οι λαβύρινθοι
– ποιος, πού τους είδε; Στου Μίνωα το παλάτι; –
με όρια τις πέτρες,
για να γυρνάνε οι ψυχές
και να γλυκοχαράζουν.

Η Γκότλαντ είναι ένα σουηδικό νησί με μακρά ιστορία κατακτητών και αίματος, θέατρο των επιδρομών των Βίκινγκς, των Δανών και των κατοίκων της χανσεατικής πόλης Βίσμπυ εναντίον των αγροτών. Κατέχει θέση στρατηγική στη Βαλτική όπως η Κρήτη και η Κύπρος στην Μεσόγειο, με όλα τα παρεπόμενά της. Αλλά είναι και το νησί με την εξαίρετη φύση, τα σπάνια είδη πουλιών, τα πρόβατα με το λαμπερό μαύρο, κοντό στριφτό μαλλί:  το νησί του Μπέργκμαν και του δικού μας αγαπημένου συγγραφέα, του 80χρονου πια Θοδωρή Καλλιφατίδη.

(περισσότερα…)

Ονειροκρίτης

*

Στην παγερή σκιά της νύχτας
εσύ γυμνή, μέσα του Μάρτη
Να σε τυλίγει μια Τετάρτη
το φλογερό φιλί της νύστας

Η οθόνη σβήνει σε μιαν άκρη
και δίνεις στ’ όνειρο τα σκήπτρα
μα αυτό ξηλώνει όλα τα πλήκτρα
για να συνθέσει μια απάτη

Ήτανε, λέει, μια χαρτορίχτρα
που ορμηνεύει όπως ορίζεις
κι όσο φωνάζεις και δακρύζεις
κρατάς στο χέρι σφουγγαρίστρα

Σου τάζει μέλλον που ξορκίζεις
και όχι Ωραίας Κοιμωμένης
πλύστρα σε σκάλες της Κυψέλης
τη φτώχεια ν’ αναθεματίζεις

Μιας τράπουλας σημαδεμένης
η μάγισσα δείχνει τ’ αστέρι
κι αναρωτιέσαι αν θα φέρει
αυτό που δεν το περιμένεις (περισσότερα…)

Πατησίων και Στουρνάρη γωνία

*

Αυτή η γωνιά έχει δει τα πάντα:
Εγγλέζους αλεξιπτωτιστές      μεταγωγικά
οικοδόμους και ξηλωμένα πεζοδρόμια      καναδέζες
τον Γιάννη Ξενάκη με πυροβόλο     υποβρύχια
χαρτοπαίκτες         μοναχικούς   με βαλίτσες     μολότοφ
άρματα μάχης    μηχανικούς ρολογιών

επομένως – τι να λέμε τώρα – η γωνιά αυτή
έχει αιμορραγήσει ιστορία.

Ίσως έτσι να εξηγούνται οι χιονοπτώσεις,
τα χαμηλά βαρομετρικά / που όποτε περνάω από κει,
ξυπνούν οι αθάνατοι
και ξαναγινόμαστε
φίλοι από τα παλιά,       σκάβουμε σκοτάδι
αρχίζουμε τα συνθήματα
και κάτι αρματωμένοι μας πλακώνουν στα μήλα

ή που μέσα σε λυπημένα όνειρα εμφανίζεται
η χοντρή παλάμη του Θάνου πάνω
στο λείο μάγουλο του Δημήτρη:
«όταν σου λένε για σύννεφα πρόσεχε
πόσο βαθιά ποντάρεις το χέρι σου» (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Σωκράτους απολογία

Γιώργος Μπλάνας (17.07.1959 – 18.02.2024)
///

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Δεν ξέρω αν σας έπεισαν τα λόγια τους,
εγώ όμως παραλίγο να ξεχάσω ποιος είμαι και τι θέλω εδώ.
Η αλήθεια είναι πως μαγείρεψαν σωστά τις λέξεις, τις προτάσεις τους,
και θα μπορούσα να μείνω απόλυτα ικανοποιημένος
από το αποτέλεσμα, αν το ψέμα δεν ήταν πάντα κάπως δυσκολοχώνευτο
—ιδίως όταν συνοδεύεται από κάποια υπερβολή στην μουσικότητα.
Εν πάση περιπτώσει, έχω γερό στομάχι. Κι έτσι πρέπει.
Αν ξερνούσα εδώ μπροστά σας την βλακεία τους,
θα ήταν οπωσδήποτε χαμένοι. Προχωρώ,
λοιπόν, και παραδέχομαι πως είπαν μία τουλάχιστον αλήθεια:
τα πάω πολύ καλύτερα απ’ αυτούς με την μαγειρική των λέξεων, γι’ αυτό
πανικοβλήθηκαν, και τώρα ακόμη ιδρώνουν πάνω απ’ τα τζετζερέδια τους,
θαρρώντας πως είναι στο έλεος μου. Μεταξύ μας, δεν έχουν άδικο. (περισσότερα…)

Μαύρος θάνατος

*

στον Κώστα Κουτσουρέλη,
«ταριχευτή» της Ευρώπης
«Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη»
ΑΡ. ΡΕΜΠΩ (μτφρ. Αλ. Μπάρας)

Ευρώπη μου, προσέρχομαι σιγά,
τον άταφο νεκρό μη μαγαρίσω.
Περάσαν οι χρονιές που ένα σου «ja»
αρκούσε τους καιρούς ν’ αναρριγά
– του Τρίτου Κόσμου πια κρατάς το ίσο.

Ευρώπη μου, πανούκλα δολερή
μου λεν πως έχει επάνω σου ενσκήψει
και κάθε σου αξία σταθερή,
στο φόβο μη σου σβήσει το κερί,
ξηλώνεται χωρίς καμία τύψη.

Ευρώπη μου, βαρκάδα στο κενό,
πώς χάνεσαι πνιγμένη στην πανώλη!
Κι ας πρόστρεξαν κοντά σου με κανό,
αντίκρυσαν τον βασιλιά γυμνό
– δε θα σ’ το πουν, αλλά το ξέρουν όλοι. (περισσότερα…)

Χαντίθ (απόσπασμα)

*

Η ΒΟΥΣ

Τῶν πιστευόντων εἰς τὰ ἀποκαλυφθέντα σοι
καὶ εἰς τὰ πρὸ σοῦ γενόμενα·
τῶν
πιστευόντων εἰς τὴν ἡμέραν τὴν ἐσχάτη
(K, B΄ 3)

I.

Ἐκσφενδονίζει πύρινες τὶς λέξεις
στὰ μάτια σου ἀνάμεσα σὰν ξίφος,
ἀφοῦ θαρρεῖς κακὸ πὼς βάζει ὁ νοῦς του
μονάχα, καὶ καλὸ πολὺ σπανίως.
Τὶς λέξεις ἢ τὴ λέξη· ναί, σὰν βέλος
ποὺ τρίτο ἀνοίγει μάτι στὸ κρανίο
μὲ φλόγες καθὼς σβήνει ἀπιστίες
ἀπίστων καὶ πιστῶν ποὺ ἀμφιβάλλουν.
Μὰ αὐτὸς τὰ τρίχινά του τὰ σαλβάρια
τὰ πέταξε καὶ τώρα τὸ μετάξι
χαϊδεύει τὸ ἱδρωμένο του σαρκίο.
Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται ‒ κοιτάει
τὸν ἥλιο, τὶς καμῆλες, τὰ τουρμπάνια
ποὺ πάνω στὰ εὐτελῆ χρυσαφικά του
(κάθε ἕναν, δηλαδή, κόκκο ἐρήμου)
τρέχουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς βουλές του
ποὺ μὲ ἀναγκαιότητα μεγάλη
ξεπρόβαλαν σὰν νύχτα μὲ δρεπάνι.
Δὲν θέλει καὶ πολλά: μονάχα λόγια.
Μιὰν ἄρνηση καὶ μιὰ μικρὴ ἐλπίδα,
ἁπλά, πολὺ ἁπλά,
σὰν ἀγελάδα. (περισσότερα…)

«Παράσημα τρόμου»

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Στη δέκατη ποιητική συλλογή του Γ. Καλοζώη Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα (Φαρφουλάς, 2024), ο διάσημος Καναδός πιανίστας Γκλεν Γκούλντ αποτελεί (όπως εξάλλου δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου) μια προβεβλημένη πατρική και καλλιτεχνική φιγούρα, έναν σπουδαίο καλλιτέχνη πρόγονο γνωστό αφενός για την ιδιορρυθμία και την εκκεντρικότητά του (στις συναυλίες επέλεγε να παίζει πάντα χρησιμοποιώντας μία πτυσσόμενη καρέκλα που είχε μετασκευάσει κόβοντας τα πόδια της ο πατέρας του,[1] συνήθιζε να σιγοτραγουδά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, φοβόταν υπερβολικά το κρύο, τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο) και αφετέρου για τη στάση απομόνωσής του από τη συμβατική κοινωνική ζωή.  Ο ίδιος ο Γκουλντ έλεγε για τη διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός». Ο Γκουλντ, ωστόσο, δεν θεωρούσε τον εαυτό του αντικοινωνικό, όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[2] (περισσότερα…)

«Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη»

*

Σώμα της δίψας, γυμνό, με αλάτι και φώς ζυμωμένο,
πόσο αυστηρά με κοιτάς! Πώς να σου δώσω πνοή;
Τρέμοντας πάντα λυγίζει μπροστά-σου το αμάθητο γόνυ,
τρέμει κι η φλόγα που καίει δίχως αγάπη, κρυφά,
της ηδονής το λιβάνι. Κι εσύ δέ μιλάς, δέ σαλεύεις,
ξένο, ακατάδεχτο, οκνό… Σκλάβο-σου τί με κρατά;

///

Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ρυτίδες
σκάβει, όλο σκάβει το αργό χέρι του χρόνου, κι εσύ,
μάτια-μου, πώς τις κοιτάς! Λές και διαβάζεις το γράμμα
κάποιου χαμένου εραστή που έλαβες μόλις προχτές
και σου θυμίζει εναν κόσμο δικό-σου κάποτε, οικείο,
κι ύστερα απλώς βαρετό. Ξέχασες κιόλας πολλά:
πρόσωπα, ονόματα, δρόμους… Με κόπο θυμάσαι απʼ τη γλώσσα
πού ʼχατε φτιάξει μαζί λίγες σπαστές συλλαβές. (περισσότερα…)

Γκρίζο τοπίo

*

1

γκρίζο τοπίο
αυτό το ποίημα
δεν ήθελε να γίνει
μασουλώντας τις λέξεις του
τροχοφόρα απογεύματα
καμάρα διαγόρα
τα μάτια της
που δεν κερδίζονται
κι αυτός ο ήλιος
που άσφαλτος γίνεται

2

η νύχτα όπως ερχόταν
κλώτσησε τον άδειο κουβά
την κατσίκα του γείτονα
την σφάξαμε το Πάσχα
κι έμεινε να μας κοιτάζει
η αγελάδα ισχνή
στο τραπέζι μια μπάλα
ένα γέλιο ένα όνειρο
γαρνιτούρα από πυρ και μέταλλο
συνοδευτικά κατάλληλα
της ημερήσιας διάταξης
ξεστοκάραμε για σήμερα
κατάστημα κλειστό
κλείσαμε πώς το λένε
περάστε από αύριο (περισσότερα…)