ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Χάθηκε γόβα! Παραμύθια σε 5+7+5 συλλαβές

*

α΄

Δεν ήταν νάνος.
Τη μοιραζόταν πάντως
μ’ άλλους πέντ’-έξι.

β΄

Πωλούνται μπούκλες,
βόστρυχοι, χρυσά σκαλιά,
δι’ αλώσεις πύργων.

γ΄

Πρίγκηψ, σου λέει.
Και να σκουριάζει έτσι
από ευτυχία . . .

δ΄

Κι όμως. Στην όψη
έμοιαζε γιαγιά καλή
με νέα μασέλα.

ε΄

Χάθηκε γόβα !
Προσφέρεται αμοιβή.
Η σταχτοπούτα. (περισσότερα…)

Μιχάλης Γκανάς (8.11.1944-12.11.2024)

*

Των κεκοιμημένων

στη μάνα και στον Χρήστο

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,
καθώς αρμόζει στους κεκοιμημένους,
ενώ φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα
κι αυτοί περνούν σκυφτοί
σηματοδότες και βγαίνουν σε υπόγειες
διαβάσεις.
Πάλι σκοτάδι, πάλι της ψυχής
τ’ απόκρημνα φαράγγια
κι ο ήλιος με παλάμες κάρβουνο
να τους πατάει,
ώσπου βουτάνε στα νερά και κρύβονται.

Κι όμως γελούσαν στα νοσοκομεία,
δε βρίσκανε το φαγητό του γούστου τους,
βλέπανε τηλεόραση, έκαναν σχέδια
για ένα μέλλον που κανείς δεν τους υπόσχονταν.
Ούτε οι γιατροί με το φθαρμένο κύρος
ούτε οι δικοί τους με την αναπόδεικτη αγάπη
και μόνον οι οροί τούς λέγαν την αλήθεια
στάζοντας μέρα και νύχτα
τα χημικά του χάρου μες στο αίμα τους.

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,
καθώς φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα
κι αυτοί βουτάνε στα νερά και κρύβονται,
ενώ το φως επάνω
τρέχει σε πλάτες και μαλλιά
και συντηρεί τα ζώα και τα χόρτα,
μα προπαντός τα λέπια του.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

~.~

Βλ. ακόμη στο ΝΠ

Κώστας Κουτσουρέλης, Τρίπτυχο για τον Μιχάλη Γκανά

*

*

*

Η τέχνη του ζην

*

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΖΗΝ

Γαλήνια χαρά
να ’χεις τακτοποιήσει τους γονείς σου μες στους τάφους τους
και να ’χεις προσπεράσει των ανθρώπων την απάτη και το ψεύδος
σα να μην προορίζονταν για σένα.

Να ’χεις χαμογελάσει με τον δόλο τους
και να μην έχεις μαρτυρήσει σε κανέναν τίποτε γι’ αυτόν.

Γαλήνια χαρά.
Να καταπιάνεσαι μεσάνυχτα με πράγματα
ωφέλιμα και νόστιμα κι απλά.
Ενώ οι καλοί και οι κακοί, οι πράοι κ’ οι προδότες,
απολαμβάνουν ήσυχα τον ύπνο τους, εσύ,
εσύ να μαγειρεύεις καθαρίζοντας
κρεμμύδια για να κάνεις καμβρολάχανο στιφάδο.

Είκοσι κρεμμυδάκια, δυο ντομάτες,
δυο-τρεις σκελίδες σκόρδο, δενδρολίβανο,
δυο φύλλα δάφνης, το αλάτι και το λάδι.

Κι όταν ετούτα βράσουν στο ελάχιστο
(εσύ τ’ ανακατεύεις)
όταν ετούτα βράσουνε, όταν μοσχοβολήσουν
να ρίξεις μέσα εκεί κομματιασμένο
το καμβρολάχανο και τέλος το νερό.

Κι έχοντας έτσι φτιάξει μία τέτοια νοστιμιά
να πέσεις ήσυχος κι εσύ να κοιμηθείς
τη νύστα ενισχύοντας μ’ εξαίσια παραμύθια
Περσών, Ελλήνων και λαών της Άπω Ανατολής.

///

ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΔΙΑ, 12. 10. ’24:

Όταν κοπάδια αγριόχοιρων κατέβουν στα χωριά
φορώντας σκουλαρίκια, παραμάνες και καρφίτσες στα βυζιά τους, στα ρουθούνια
τους, στ’ αυτιά,
πάνε στα καφενεία για ν’ ακούσουν μια σταλιά πολιτικά.

Κι αν τα ρωτήσεις ποιος απ’ όλους τούς ταιριάζει,
έχουν «γραμμένους», λένε, Τσίπρα, Σπαρτιάτες, Κασσελάκη…
μουτζώνουν με τα τέσσερα Νου Δου και Μητσοτάκη
κι ο Ανδρουλάκης μόνο λένε πως τα νοιάζει.
Γιατί ακόμα και στη μούρη (συμπληρώνουν τα καϋμένα με το δάκρυ τους να στάζει)
μόνον ο Νίκος ειν’ εκείνος λιγουλάκι που τους μοιάζει,
και μόνο αυτός ως πρόσωπο καθόλου δεν τα σκιάζει.

/// (περισσότερα…)

«Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου!»

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου! Δέν ξέρεις με πόση,
πόση στʼ αλήθεια χαρά τις σοφές-του μοιράζει ο καθένας
σκέψεις τόσο σʼ αυτούς που τις ζήτησαν όσο σʼ εκείνους
που προτιμάν τη σιωπή – τη δική-τους μαζί με των άλλων.

«Τί, δέν μπορείς να πετάξεις; Τρέξε λοιπόν.» «Θα σε βλάψει
πιό πολύ το πάρα πολύ παρά το καθόλου.»
«Μάθε να βλέπεις παντού κάποιο νόημα. Μόνο τυχαία
δέν είναι αυτά που σου τύχαν.» «Θυμήσου τα χόρτα στις στέγες
κάθε που βρέχει, τ’ αστέρια την ώρα που πέφτει σκοτάδι.»
«Πίσω απʼ τον άντρα η γυναίκα. Και πίσω απʼ αυτήν η μαμά-της.»
«Πές το όπως θέλεις: κύκλο, ροή, φτεροκόπημα, κύμα.
Πάντως για μένα λέγεται αγάπη.» «Μέσα απʼ το μίσος
ο άνθρωπος βγαίνει μισός.» «Τα δόντια σου βούρτσιζε τώρα
πού ʼναι γερά. Θα σʼ τα βγάλουν και τότε τί θα βουρτσίζεις;»
«Κάθε, μα κάθε νιφάδα κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.»

— Τί, δέ σʼ αρέσει το Φέιζμπουκ; — Μʼ αρέσει. Και δέν αμφιβάλλω
διόλου πως κάθε λάικ κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.

///

Όλος ο κόσμος απόπατος. Πίφ! Τα μάτια-σου κράτα
πάντα ανοιχτά, ζηλωτή, κι άν δείς την κουράδα να πέφτει
φρέσκια, σφιχτή σάν γροθιά, το χέρι-σου φέρε στη μύτη
πρίν σου θολώσει τον νού της βαριάς ανθρωπίλας η μπόχα. (περισσότερα…)

Ελληνικό καλοκαίρι

*

ΤΑ ΞΥΛΑ

Θυμάμαι
μικροί που θυσιάζαμε τον χρόνο μας
στα δέντρα, αυτούς τους εύθραυστους θεούς
που ακόμα κι όταν θύμωναν
παρέμεναν στον τόπο μας γονείς ή φίλοι.

Μα τι συνέβη;
Θυμήσου το καλύβι που έχτισες
τον έρωτα που χάραξες στον σώμα ενός·
θαρρώ δεν ήταν άλλο
πλην τρόποι για να πεις πώς πέθανε ο θεός
με τούτες τις μικρές αυτοχειρίες.

///

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΟΥ

Δεσμεύομαι
θυσιάζομαι σαν άλλος Προμηθεύς.
Εκλέγομαι και γεύομαι,
μες στην πορφύρα, με το Κράτος και τη Βία,
θεόσταλτα εισαγόμενη αμβροσία·
γίνομαι τότε κύκνος, βιάζω τον εαυτό μου
–αισίως στη δεκάτη μου θητεία–
για ν’ αποδιώξω τη δυσβάσταχτή μου ανία
και ζήσω όπως προρρήθηκε: σεπτός Επιμηθεύς.

///

ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Αθήνα
εύμορφη νύμφη στα σκοτάδια
τα φώτα της μητρόπολης αχλάδια
που δρόσιζαν τον ουρανίσκο
στα τέλη του όγδοου μήνα.

Και μες στα διψασμένα φύλλα
στοιχειά και στίχοι του Ευριπίδη,
φωνή μιας σάρκας τετραπέρατης:
«Μην την κοιτάζεις μόνο· μίλα!»
Τιμή στη μαύρη πέτρα της
και στο μεταλλαγμένο μύδι.

Αθήνα, θίνα της θαλάσσης!
(άκαιρη καθαρεύουσα:
ο επίλογος της πλάσης.)

///

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΚΡΥΦΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Αγαπημένο βοριαδάκι
το βράδυ που την ξαναείδα
το σώμα μου ήταν υγιές.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

 

 

Νυχτερινή βάρδια


*

Ακούραστοι θεοί σμιλεύουν τη Νύχτα
Ως πάνω θαμμένοι απ’ την μαύρη της φύρα
θυμούνται το φως απ’ του Ήλιου τα δίχτυα
κι ανάβουν τσιγάρο με BIC αναπτήρα

Ως πάνω θαμμένοι απ’ την μαύρη της φύρα
γελούν και τρομάζουν κι ελπίζουν και ψάχνουν
Ανάβουν τσιγάρο με BIC αναπτήρα
και πάλι σκοτάδι στα πρόσωπα θα ’χουν

Γελούν και τρομάζουν κι ελπίζουν και ψάχνουν
Ρωτούν αν στο μέρος που φως θ’ ανατείλει
αν πάλι σκοτάδι στα πρόσωπα θα ’χουν
ή πρέπει επιτέλους να βρούνε φυτίλι

Ρωτούν αν στο μέρος που φως θ’ ανατείλει
τα όνειρα λάμπουν απλώς σαν κροτίδες
ή πρέπει επιτέλους να βρούνε φυτίλι
Η βάρδια σου λήγει, την ώρα την είδες;

Τα όνειρα λάμπουν απλώς σαν κροτίδες
στα χέρια σκαρπέλα και μια καληνύχτα
Η βάρδια σου λήγει, την ώρα την είδες;
Ακούραστοι θεοί σμιλεύουν τη Νύχτα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΛΗΣ

*

*

*

Αφροδίτη της Μήλου

*

Ανέβηκα τα σκαλοπάτια ως την περιστρεφόμενη είσοδο του ξενοδοχείου
με κόπο, θέλει κόπο να σηκώνεις μια βαλίτσα με ροδάκια για δεκατέσσερα σκαλοπάτια
ενώ κρέμεται απ’ τον άλλο σου ώμο η τσάντα
τα γυαλιά ηλίου είχαν γλιστρήσει ως κάτω στη μύτη
αλλά δεν είχα χέρια να τ’ ανεβάσω
Δίπλα μου ένα σωρό άντρες μ’ άδεια χέρια ανέβαιναν και κατέβαιναν
βιαστικοί, χασομέρηδες, μιλώντας στο κινητό, χωρίς κινητό, αγνοώντας με, ρίχνοντάς μου ματιές

Στο δωμάτιο πήρα τηλέφωνο αμέσως την κόρη μου
ήταν καλά, μου μίλησε κοφτά ήταν με την κοπέλα της και το αδερφό της τελευταίας
μου μίλησε κοφτά γιατί είμαι η Μαρία Αντουανέττα που τα πλησιάζω πάντα γλυκερά μ’ έναν δίσκο γεμάτο παντεσπάνι
ενώ τούτες τις μέρες αυτά υπογράφουν μεταξύ τους συναινέσεις για σεξουαλική συνεύρεση
πίνοντας νερό, τρώγοντας βιολογικά τοματάκια κι αλείφοντας τις παλάμες τους κόλλα

Άνοιξα τη βαλίτσα κι έβγαλα πρώτο πράγμα το εισιτήριο του μουσείου
καθρέφτη κρατούσε ή ασπίδα ή τίποτα απλώς – και ποιον κοιτούσε;

Δεν μπόρεσα να μπω
Κάτι νεαρά είχαν κολληθεί στην είσοδο γιατί οι αρχαίοι ήταν δουλοκτήτες
Ένας ομήλικος είχε αναψοκοκκινίσει
Είναι καλύτεροί μας, έλεγε,
και βγήκε απ’ την ουρά
Τα κολλημένα στο δάπεδο παιδιά
Οι υπογραμμένες συναινέσεις
Τα βιολογικά τοματάκια

Ήθελα μόνο να τη δω
Δε μ’ ένοιαζε αν κρατούσε καθρέφτη ή ασπίδα ή τίποτα
Η ελαφριά καμπύλη της θηλυκής γυναικείας κοιλιάς της προς τα μέσα λίγο πάνω απ’ τον αφαλό
Μα – ποιον κοιτούσε;

Κατέβηκα κοπανώντας τη βαλίτσα μου στα σκαλιά ως το ταξί που περίμενε στο δρόμο
Δεν τηλεφώνησα πρώτα στην κόρη μου
Ούτε που πρόσεχα τους άντρες με τ’ άδεια χέρια που με προσπερνούσαν
Μισούσα μόνο
Την κόλλα στις τρομακτικές, νεανικές, ανέραστες παλάμες

Ποιον κοιτούσε;

ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

 

*

 

 

Η σιωπή της Ταμάρ

*

Η σιωπή της Ταμάρ

— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;

— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…

— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.

Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,

του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα

κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!

Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~

Οὐαί, ἀδελφέ

Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά

το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι. (περισσότερα…)

Ο Βλαδίμηρος αποκαλύπτει στον Εστραγκόν το τρικ

*

Το μυστήριο που φέρει κάθε τι
ήταν ανέκαθεν υπόθεση ενός κλείστρου
από την άδολη έκσταση ως την καχυποψία

Αν κοιτάξω προσεκτικά απ’ την κουπαστή
οι εξαίσιοι χρωματισμοί στον ουρανό
δεν είναι παρά έντεχνα διαρρυθμισμένα led
είναι τα κυκλοδίωκτα μάτια ενός αρθρόποδου
κλώθοντας στο σάλιο του τα μέλλοντα
κι είναι των μάντεων μάτια που αχρηστεύτηκαν
κι απ’ άλλη γη τον όλεθρο μ’ άβακες αριθμούν

το δε νερό
είναι κουστούμι ορειχάλκινο
δράκου κινεζικού
που η χορική του ανάδευση
από τους ένδον του Ιωνάδες
υποδύεται κυματισμούς
κι η όλη φαντασμαγορία εν γένει έγκειται
στο γεγονός πως δεν είχα αποχωριστεί
το δέντρο μου ποτέ έως τώρα
– παναπεί δεν ταξίδεψα
ουσιαστικά ποτέ

μας έταξαν μια θάλασσα ανεξάντλητη, Γκογκό
μα πόσο αφόρητα κατάκοπη στο βάθος
μια πλαδαρή, ταβανιασμένη αιωνιότητα
συνθηκολογημένη μες στους κύκλους της
– λύκος που απαρνήθηκε το αφροδίσιο
ρίσκο των δασών
για ένα γεμάτο πιάτο και την άδοξη
στέγη ενός σκυλόσπιτου –
τους ίδιους κι απαράλλακτους ανθίζοντας νεκρούς
μ’ έναν αλγόριθμο χαμάλη στα ηνία

(περισσότερα…)

Νεκρόδειπνος 2024

*

Μέρος Α΄: ΝΥΚΤΟΣ ΕΝ ΑΜΟΛΓΩ

Γλυκιά δροσιά·
κυνηγούσα έναν άγγελο Κυρίου
πλησίαζα και ξέφευγε –παιχνίδι λες–
και κάποτε καθόμασταν στο καλντερίμι
κι ανάμεσά μας το ψωμί με τις ελιές.
Και ζέσταινε και ζέσταινε· του ζήτησα βεντάλια
μα ξαφνικά κυμάτισαν τα δυο φτερά
κι ο αέρας ανακάτεψε τα ατίθασα μαλλιά μου.

Η γη πια δεν κρυβόταν·
κάτω απ’ τον ήλιο τον δεινό άνοιξα
το στόμα κι είπα: ρίξε μια σταγόνα,
σ’ εσένα έχω κρεμάσει την πνοή μου.
Κι ακούστηκαν τα δυο φτερά του
ανάμεσα σε σύννεφα χιλιάδες
και γέμισε το δέρμα μου νερό.

Σουρούπωνε και βράδιασε και μαύρισαν τα σπίτια. (περισσότερα…)

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω

*

Ο ΝΟΜΙΖΩ ΚΙ Ο ΓΝΩΡΙΖΩ

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω πίνανε μαζί ρακές
κι αρχινήσανε κουβέντες ν’ ανταλλάσσουνε κακές.

Είπ’ ο πρώτος πως νομίζει,
πως «νομίζει ότι γνωρίζει»·
είπ’ ο άλλος πως «γνωρίζει»,
πως «γνωρίζει ό,τι νομίζει».

Και σε λίγο τους σωθήκαν οι μιλιές
και ευθύς εξεκινήσαν τις ξυλιές
κι έτσι όπως κατεβάζαν τις ξυλιές
τους ερχότανε καινούργιες οι μιλιές:

—Είμαι Νόμος και νομίζω!
—Είμαι Γνώση και γνωρίζω!
—Ναι, αλλά δεν είσαι Νόμος!..
—Είμ’ η Γνώση κι είμ’ ο Δρόμος…
—Θα σε δείρω που ’σαι Γνώση!
—Τρώνε ξύλο οι καμπόσοι!

Και στην τάβλα απομείναν τα ποτά
και ξεκίνησε καθένα να ρωτά:
«Μα γιατί αυτοί δε σκέφτονται στρωτά
και θαρρούν μον’ τα δικά τους για σωστά;»

Και σ’ αυτό έδωσ’ η τάβλα την απάντηση:
«Τούτ’ οι δυo πάντα χαλούν κάθε συνάντηση
γιατ’ ο ένας τ’ αλλουνού δεν έχει αίσθηση
στη ρακή του εαυτού τους όντας μέθυσοι.»

/// (περισσότερα…)

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

*

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

Στην Εθνική Συνέλευση που έγινε στην Τροιζήνα,
οι στρατιωτικοί με οχληρές τους απαιτήσεις,
κερδίσανε πολλά προνόμια με ψηφίσματα.

Και μολαταύτα στου Φαλήρου το στρατόπεδο
βρίσκονταν στρατιωτικοί που τον Καραισκάκη ερέθιζαν,
ώστε με απειλές κι άλλα προνόμια να τους επικυρωθούν.

Τούτων των στρατιωτικών ο μάλλον οχληρός
ήταν ο Μακρυγιάννης.
Κάποιαν ημέρα τόσο αγανάκτησε ο Καραισκάκης,
που αποτεινόμενος στους παρεστώτες, είπε.
«Ξέρετε ποιος είναι τούτος ο αδικημένος;
Εκείνος που ετιμάρευε* πέντε γροσίων άλογο του Θανάση Λιδωρίκη».

*Τιμαρεύω, περιποιούμαι ως ιπποκόμος.

* * *

Άγγελοι μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους

Από την μια βουβά χωριά
κι από την άλλη φλύαροι πολιτικοί.
Σπίτια κλειστά και άλλα εγκαταλειμμένα
με οπωροφόρα δέντρα,
που μαραζώνουνε τα φρούτα στα κλαδιά τους.

Όσο μια σπίθα θάνατος
μετά ζωή και πάλι η σπίθα του θανάτου.
Νύχτωσε και ο επιστάτης
βλέπει από ψηλά τι κάνουμε
και έχουμε την άκρα κατανόησή του.

Ξερός παράδεισος, ξεράθηκαν τα χόρτα
αλλά τις νύχτες κατεβαίνουνε οι άγγελοι
και μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

*

*