ΝΠ | Ιστορία

Από την προφορική ιστορία στο δοκίμιο

*

του ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

Κωνσταντίνος Πουλής, Απ’ το αλέτρι στο smartphone:
Συζητήσεις με τον πατέρα μου, Μελάνι 2019, γ΄ έκδοση 2022

Με ρητή αναφορά στον Μάρσαλ Μακ Λούαν και προφανώς αναλογιζόμενος την εμβληματική του ρήση «το μέσον είναι το μήνυμα», ο Κωνσταντίνος Πουλής συνέγραψε ένα ενδιαφέρον κι ευανάγνωστο βιβλίο, συνδυασμό δοκιμίου με ερευνητικό υπόβαθρο και προφορικής ιστορίας. Αναφέρομαι στον Μακ Λούαν, καθώς τον ίδιο τον συγγραφέα μας δεν τον απασχολεί τόσο η μετάβαση από το τεχνολογικό μέσον «αλέτρι» στο τεχνολογικό μέσον «smartphone», όσο η μετάβαση σε διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό τρόπο ζωής, κουλτούρα και προτάγματα.

Το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές και το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Ποιο είναι το νέο που φέρνει το βιβλίο του Κ. Πουλή; Ότι έχοντας την ακαδημαϊκή σκευή και παραθέτοντας σχετική βιβλιογραφία όπου κρίνει ότι χρειάζεται, ο συγγραφέας, έχοντας και την εμπειρία της λογοτεχνικής συγγραφής και της θεατρικής πράξης –όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του– συνθέτει ένα είδος διαλόγου με τον πατέρα του και άλλους ανιόντες συγγενείς –όπου κρίνει ότι χρειάζεται ή υπάρχει η σχετική ευχέρεια– κατά την εξής μέθοδο: ξεκινά από τη διαπίστωση ότι κατά τον τελευταίο αιώνα η ανθρωπότητα έχει κάνει ένα άλμα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι την μέχρι τότε εποχή, από τη νεολιθική εποχή κιόλας, και η προηγούμενη από εκείνον γενιά βίωσε την μεταβατική εποχή στην οποία έλαβαν χώρα οι μεγάλες αλλαγές. Καταγράφει λοιπόν αφηγήσεις του πατέρα του (οι οποίες απαντούν σε δικά του ερωτήματα) που αναφέρονται σε αυτή τη μετάβαση, και καταθέτει στη συνέχεια τον δικό του σχετικό δοκιμιακό αναστοχασμό. Στις αφηγήσεις αποτυπώνεται τόσο ο παραδοσιακός τρόπος ζωής όσο και ο μετασχηματισμός του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αφομοίωσε ο παραδειγματικός άνθρωπος τον μετασχηματισμό, κάτι το οποίο ίσως δεν σκέφτεται ένας άνθρωπος που μεγάλωσε όταν είχαν συντελεστεί οι μεγάλες μεταβολές.

Οι τομείς στους οποίους εστιάζει ο συγγραφέας είναι η ζωή στην παιδική ηλικία, η καθημερινή ζωή στο αγροτικό σπίτι –τεχνικός πολιτισμός της καθημερινότητας, ανθρώπινες σχέσεις, διατροφή, λαϊκή ιατρική, αγροτική οικονομία, λαϊκός πολιτισμός– οι τεχνολογίες-δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και η μετασχηματιστική μεταβολή που επέφεραν στην καθημερινή ζωή, ο πολιτισμός της ψηφιακής κοινωνικής δικτύωσης. Η ενδεικτική τούτη καταγραφή μου αδυνατεί να αποτυπώσει το εύρος και το βάθος της παρουσίασης και της ανάλυσης, η οποία γίνεται με ένα οικείο ύφος, «κουβεντιαστό», χάρη στο οποίο το κείμενο κερδίζει αμεσότητα, χωρίς να μειωθεί η πειστικότητά του. (περισσότερα…)

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].

Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού. (περισσότερα…)

«Πια τυμβωρύχος έγινα του τάφου μου»: Γεράσιμος Σπαταλάς (1877-1971), ο ποιητής και ο αγωνιστής

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Του κάκου σχήμα στο νερό θα προσπαθείς να δώσεις
Άλλο απ’ τ’ αγγειό που θα το κλειεί, ξένη δανείζεται μορφή.
Μάταια την πέτρα θα χτυπάς σα σίδερο να λυγιστεί,
Σε στιά κι’ αν την πυρώσεις.

Ενώ κι’ ο ταπεινός πηλός φέρνει στο φως συχνά ομορφιές,
Και το πεντελικό αν το κρους με τα ικανά εργαλεία,
Π’ από τη γη στον Όλυμπο σ’ υψώνουνε πολλές φορές,
Γιατί στην όψη την ψυχή του πλάστη έχουν θεία.

Όμως ποιός έδωσε ποτέ το κρυσταλλένιο σχήμα
Στον ήλιο τον αδάμαντα βιασμένο απ’ άλλο σώμα;
Σιγά-σιγά θα τρίβεται ανυπόταχτος,
Δεν υπακούει παρ’ αν τριφτεί με το δικό του τρίμμα.

Και της ουσίας η λάμψη του, που τόσο μάς μαγεύει εδώ,
Τέχνη, χωρίς αντίποινα περιφρονάει και σένα,
Τι όχι το σχήμα, μα η ψυχή κρατεί έναν ουρανό,
Και δε φοβάται χαλασμό σ’ αυτό που κλειεί κανένα.

Υπερασπιστής του έργου του Διονύσιου Σολωμού κι ο πρώτος ίσως που πίστεψε στην ποιητική αξία τού κατά επτά χρόνια μικρότερού του Κώστα Βάρναλη, συναγωνιστής του Κωνσταντίνου Θεοτόκη στην Κέρκυρα και υποστηρικτής μιας σοσιαλιστικής κοινωνικής επανάστασης, πολυγραφότατος με ποιητικές συλλογές, δράματα, μεταφράσεις, μελέτες για τη στιχουργική, μα αδικημένος αφού για το τεράστιο έργο του λίγα μόνο έχουν γραφτεί, ο Γεράσιμος Σπαταλάς γεννήθηκε στους Σιναράδες της Κέρκυρας το 1877.

Πώς το θυμάμαι το χωριό την ώρα που νυχτώνει!
Μακριά χανόταν το βουνό σ’ αχνοϋφασμένα θάμπη
Κ’ ενώ η μονότονη φωνή γρικιώτανε του γκιώνη
να σμίγουν έβλεπα μαζί κ’ η θάλασσα κ’ οι κάμποι) (περισσότερα…)

«Ο επιστήμονας δεν υποκλίνεται δεξιά και αριστερά»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη

Πηγή φωτογραφίας: Αιμίλιος Καλιακάτσος, facebook

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

Ο Stefan Breuer (1948) είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και εκ των σημαντικότερων μελετητών του βεμπεριανού έργου. Στο βιβλίο του Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης (Anatomie der konservativen Revolution, 1993) επεξεργάστηκε με συστηματικό τρόπο ορισμένες βασικές θέσεις του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Στην επιστολή που ακολουθεί, την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, ο Κονδύλης σχολιάζει εν συντομία μερικά βασικά πορίσματα του βιβλίου. Πέρα από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις τεχνικής φύσεως, σημαντική είναι η διαπίστωσή του πως «κανείς δεν μπορεί να συγγράψει με επάρκεια γερμανική ιστορία, και γερμανική ιστορία ιδεών, αν δεν απαγκιστρωθεί από τα διάφορα μυθολογήματα και ιδεολογήματα περί γερμανικού ‘‘ξεχωριστού δρόμου’’». Κι αυτό διότι ο Κονδύλης υπήρξε, μεταξύ πολλών άλλων, ένας από τους δριμύτερους και συνεπέστερους πολέμιους κάθε θεωρητικού λόγου που, ρητώς ή αρρήτως, υποβαστάζεται από μια εξελικτικής υφής φιλοσοφία της ιστορίας. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί κάποτε πόσες διαφορετικές θεωρίες του 20ού αιώνα απέρριψε και εν συνεχεία κατέρριψε ο Κονδύλης με κύριο γνώμονα αυτό το κριτήριο.

Η επιστολή προς τον Μπρώυερ είναι η τρίτη και τελευταία ανέκδοτη επιστολή του Κονδύλη που εντοπίσαμε σε γερμανικά αρχεία και παρουσιάζουμε σε δική μας μετάφραση αυτόν τον Ιούλιο στο Νέο Πλανόδιον. Προηγήθηκε εκείνη προς τον ιστορικό Έρνστ Νόλτε και ακολούθησε μία ακόμη προς τον καθηγητή Michael Theunissen. Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά για μία ακόμη φορά την κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη.

Επιλέξαμε να συνοδεύσουμε την επιστολή με την μετάφραση μιας συνέντευξης που έδωσε ο Μπρώυερ στον Harald Dietz τον Δεκέμβριο του 2014 στo πλαίσιo πρωτοβουλίας του «Κύκλου Φίλων Παναγιώτη Κονδύλη» (Freundeskreis Panajotis Kondylis e.V.).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ
υποψήφιος διδάκτωρ φιλοσοφίας
των Πανεπιστημιών Βόννης και Σαιντ Άντριους

~.~ (περισσότερα…)

«Μη μου ζητάτε φιλολογικά προτερήματα»

*

Η είσοδος της Πηνελόπης Δέλτα στη λογοτεχνία
μέσα από την αλληλογραφία της με τον Κωστή Παλαμά

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δύο από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του «βενιζελικού ευαγγελισμού», του πολύμορφου αυτού πολιτικού και πολιτισμικού κινήματος του εικοστού αιώνα για μια ισχυρή και σύγχρονη Ελλάδα, υπήρξαν ο Κωστής Παλαμάς και η Πηνελόπη Δέλτα. Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στο ζωογόνο ρεύμα του δημοτικισμού (η Δέλτα έγινε μέλος του «Αδερφάτου» των δημοτικιστών της Πόλης) και η αλληλογραφία τους φωτίζει τις ιδέες με τις οποίες εισήλθε στα ελληνικά γράμματα η μεγάλη συγγραφέας, από τη γέννηση της οποίας συμπληρώνονται φέτος 150 χρόνια.

Η Δέλτα διάβαζε συστηματικά τα έργα του Παλαμά. Αφορμή για την πρώτη τους  επικοινωνία ωστόσο ήταν η έκδοση το 1907 του Δωδεκάλογου του Γύφτου. Ο Παλαμάς, με παρότρυνση του κοινού τους φίλου Αλέξανδρου Πάλλη, στέλνει ένα αντίτυπο στην Πηνελόπη Δέλτα που ζει εκείνο τον καιρό στη Φρανκφούρτη. Όμως η Δέλτα είχε ήδη φροντίσει να το παραγγείλει και μάλιστα το είχε προπληρώσει. Γράφει ο Παλαμάς σε σχετικό γράμμα (2/15 Αυγούστου 1907):

«Είχα ακούσει πως κάπως διαφορετικά από τα συνηθισμένα σ’ εμάς, προσέχετε στην οποιαδήποτε κίνηση της νέας μας λογοτεχνίας και αγαπάτε την ποίησή μας και τη γλώσσα της. Για τούτο χάρηκα με την ευκαιρία που μου εδόθη και φρόντισ’ αμέσως να σας το προσφέρω το βιβλίο μου (…) Δυστυχώς ο φίλος κ. Πάλλης ελησμόνησεν εγκαίρως να με πληροφορήση, με πληροφόρησε δε, αφού σας είχα στείλει το βιβλίο, πως τούτο ήταν ακριβοπληρωμένο. Με στενοχώρησε το πράγμα…».

Σε αντιστάθμισμα και σε «γιατρικό του κακού» (όπως προσθέτει), ο Παλαμάς στέλνει στη Δέλτα ένα ακόμη αντίτυπο του Δωδεκάλογου και το θεατρικό του έργο, την Τρισεύγενη. Η επικοινωνία τους θα γίνει πιο τακτική από το 1909, καθώς η Δέλτα ετοιμάζει το πρώτο της βιβλίο, τη νουβέλα («παιδικό διήγημα» το αποκαλεί η ίδια) Για την Πατρίδα. Έχοντας διαβάσει στον Νουμά» του Οκτωβρίου του 1908 ένα άρθρο του Παλαμά για τα αναγνωστικά βιβλία των παιδιών και βλέποντας την παντελή έλλειψη βιβλίων για παιδιά, η Δέλτα αποφασίζει (όπως θα γράψει στην επιστολή της 31ης Μαΐου 1909) «να πάρω τη βουτιά, χωρίς καμιάν απαίτηση να γράψω διήγημα που να έχει αξία, αλλά μόνο να κάμω κάτι Ελληνικό, με Ελληνικές ιδέες σ’ ένα Ελληνικό περιβάλλον». Τη νουβέλα (αλλά και το παραμύθι «Η καρδιά της βασιλοπούλας» που θα συνόδευε την έκδοση), η Δέλτα τα διάβαζε στα παιδιά της και τα δούλευε ανάλογα με τις κρίσεις τους ώστε να τα προσαρμόσει στην παιδική νοοτροπία. Όταν θεώρησε πως ολοκλήρωσε τη συγγραφή και θέλοντας να έχει μιαν ακριβοδίκαιη εκτίμηση, θα στείλει το δοκίμιο στον Παλαμά μέσω του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, από τον οποίο μάλιστα ζητά να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του συγγραφέα, ώστε να ακούσει όλη την αλήθεια, «όσο πικρή και αν επρόκειτο να είναι, χωρίς τα κομπλιμέντα που κάνουν συνήθως στις κυρίες». (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Kορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού, o Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του.

Για μια εισαγωγική ανάλυση του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται στη χθεσινή ανάρτηση της 1ης Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 47-93

[47] Έχουν ειπωθεί αρκετά για τη λαμπρότητα της καταγωγής των Φλωρεντινών – ίσως περισσότερα από όσο χρειάζεται για πράγματα αυτόδηλα. Μένει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή της πόλης, και πώς αυτή εκδηλώθηκε στις εξωτερικές και τις εσωτερικές υποθέσεις. Και τούτο θα το κάνω πολύ συνοπτικά, γιατί η σημερινή μου ομιλία δεν επιτρέπει μεγάλη συζήτηση για ιστορικά θέματα. Θα περιοριστώ αποκλειστικά σε διάσημα γεγονότα. Αλλά πριν ξεκινήσω, μου φαίνεται καλό και απαραίτητο να δηλώσω προκαταβολικά και να προειδοποιήσω να μην με κατηγορήσει κανείς, επηρεασμένος από μια ψευδή εντύπωση, για αναίδεια ή άγνοια. Η πρώτη οφείλεται στη μωρία και η δεύτερη στην ελαφρομυαλιά, αλλά και οι δύο πρέπει εξίσου να αποφεύγονται.

[48] Δεν έχω, όμως, καμία αμφιβολία ότι θα προκαλέσω σε κάποιους ανόητους την υποψία ότι με αυτόν τον έπαινό μου θέλω να εξασφαλίσω δημοφιλία ή καλοβουλία και να καταιχμαλωτίσω τον νου των ανθρώπων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της αλήθειας, και κοσμώντας τον λόγο μου ανακατεύοντας την αλήθεια με το ψέμα. Και τώρα πρέπει εγώ να τους βοηθήσω να μάθουν –ή, μάλλον, να ξεμάθουν– πώς να σταματήσουν να τα σκέφτονται όλα αυτά και να εγκαταλείψουν κάθε τέτοια υποψία. Παρόλο που θέλω να είμαι αγαπητός και αποδεκτός από όλους –και ομολογώ ότι αυτό το επιθυμώ και το λαχταρώ πολύ–, ποτέ δεν πίεσα τον εαυτό μου να το κατορθώσει αυτό με καλοπιάσματα και κολακείες. Πάντα πίστευα ότι πρέπει κανείς να αγαπά τους ανθρώπους με αρετή, και όχι με κακία: και από αυτόν τον έπαινο δεν περιμένω ούτε αξιώνω καμία χάρη. Θα ήμουν πραγματικά ανεγκέφαλος αν πίστευα ότι από ένα τόσο μικρό έργο θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την εύνοια ενός τόσο μεγάλου πληθυσμού. Εγώ, βλέποντας αυτή την πανέμορφη πόλη, θαυμάζοντας πολύ την ανωτερότητά της, την αρχιτεκτονική της, την ευγένειά της, τα κάλλη, τη δόξα της, θέλησα να δοκιμάσω αν μπορώ με τα λόγια μου να περιγράψω όλη αυτήν την ομορφιά και τη λαμπρότητα. (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του. Ο Πανηγυρικός του αποτελεί κορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού – της κυρίαρχης πολιτικής θεωρίας κατά την πρώιμη Αναγέννηση.

Το κείμενο χωρίζεται σε επτά ενότητες. Στο προοίμιο (§§ 1-4) ο Μπρούνι δηλώνει ανάξιος να αναλάβει το εγκώμιο της σπουδαιότερης πόλης του κόσμου, καθώς και ανέτοιμος να αποφασίσει από πού πρέπει να ξεκινήσει. Η δεύτερη ενότητα (§§ 5-29) αφιερώνεται στην ομορφιά και τη γεωγραφία της πόλης – τούτο αποτελεί τυπική ανθρωπιστική αφετηρία. Η τρίτη ενότητα (§§ 30-46) περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο πρωτότυπες συνεισφορές του Μπρούνι. Εδώ ο Μπρούνι θέλει να αποδείξει ότι η ίδρυση της Φλωρεντίας δεν ανάγεται στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή εποχή, αλλά στην κλασική εποχή της respublica Romana. Περαιτέρω, θέλει να αναδείξει τη Φλωρεντία ως τον μοναδικό και γνήσιο βλαστό της αρχαίας ρεπουμπλικανικής παράδοσης που επιζεί στους νεότερους χρόνους, καθώς και ως τον φυσικό διάδοχο της κλασικής Ρώμης στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων αρχών – και, μάλιστα, για λογαριασμό όλων των πόλεων της Ιταλίας. Στην τέταρτη ενότητα (§§ 47-52) ο Μπρούνι κάνει μια παρέκβαση υπερασπιζόμενος εαυτόν από πιθανές παρανοήσεις σχετικά με τις προθέσεις και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη σύνταξη του εγκωμιαστικού κειμένου. Στην πέμπτη ενότητα (§§ 53-75) αρτιώνει όλες τις αρετές που διέπουν τη Φλωρεντία, ιδίως στις εξωτερικές της υποθέσεις, παρέχοντας άφθονα παραδείγματα τα οποία αντλεί από την παλαιότερη αλλά και πρόσφατη ιστορία της. Στην έκτη ενότητα (§§ 76-89) περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά μα και την ίδια τη φιλοσοφία του φλωρεντινού πολιτεύματος. Ακολουθεί ο επίλογος (§§ 90-93).

Ο Πανηγυρικός του Λεονάρντο Μπρούνι, εξαιτίας του μήκους του, θα δημοσιευτεί στο Νέο Πλανόδιον  σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της 1ης και την αυριανή της 2ας Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 1-46  [1]

[1] Μακάρι ο αθάνατος Θεός να μου χάριζε ευγλωττία αντάξια της πόλης της Φλωρεντίας, για την οποία πρόκειται να σας μιλήσω, ή έστω ανάλογη προς τον ζήλο και το πάθος που τρέφω για αυτήν. Όποιο χατίρι και αν μου γινόταν, τέτοια ευγλωττία θα μου επέτρεπε, νομίζω, να αναδείξω αφειδώλευτα τη μεγαλοσύνη και τη λαμπρότητά της. Γιατί, αφενός η Φλωρεντία είναι πόλη τόσο περίλαμπρη και θεσπέσια που δεν μπορεί να βρεθεί, σε ολόκληρη τη Γη, ούτε μία ικανή να συγκριθεί μαζί της. Και αφετέρου επειδή, και για αυτό είμαι απολύτως βέβαιος, ουδέποτε επιθύμησα κάτι με μεγαλύτερη ζέση σε όλη μου τη ζωή από το να μιλήσω για τη Φλωρεντία με την ευγλωττία που της αρμόζει. Δεν έχω, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι, όποια από τις δύο επιθυμίες μου και αν εκπληρωνόταν, θα ήμουν σε θέση να βρω τα λόγια για να υμνήσω με κομψότητα και αξιοσύνη τούτη την τόσο επιφανή και πανέμορφη πόλη. Όμως, επειδή τα πράγματα που επιθυμούμε δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με εκείνα τα οποία επιτρέπει η δεξιοσύνη μας να κατακτήσουμε, θα επιδιώξω ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις δυνάμεις μου. Και έτσι, θα φανεί πως χωλαίνει όχι η επιθυμία μου, μα η ικανότητά μου. (περισσότερα…)

«Καὶ ὁ θάνατός του εἶνε ἀπολύτρωσις…» – Μιχαήλ Μητσάκης (5.8.1868 – 6.6.1916)

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

*

Στις 6 Ιουνίου του 1916, ο Μιχαήλ Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο. Από διετίας εξάλλου, «είχεν εξαφανισθή από τα κέντρα και ιδίως από τα γραφεία των πρωινών εφημερίδων των οποίων ήτο το στοιχειό όπου εκεί έγραφεν αλλόκοτους ελληνογαλλικούς στίχους».

Οι εφημερίδες της εποχής αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου του σαν αυτούς στα ποιήματά του «που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια».

Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν.

γράφει ο συνονόματός του Περάνθης στον τόμο για το έργο του.

Ο Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 στα Μέγαρα και πήγε σχολείο στην Σπάρτη όπου και εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα Ταΰγετος. «Τρελλούτσικος, μύωψ και αδύνατος, πολλά υπέφερε μικρός από τους συνομηλίκους του», έγραφε ο ίδιος, «ο αργός περιπατητής, πλάνης αδιάφορος που έσερνε το βήμα του το άσκοπον, ξένος προς την πέριξ κίνησιν ακολουθών των φευγαλέων σκέψεών του τον ειρμόν ή βυθισμένος εις τα σκότη των κενών του». Αν και φοίτησε για δύο έτη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία με αρκετές αποστολές, ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.

Ακάθιστος και πολυπράγμων, συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας Ασμοδαίος, δημοσιεύει άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά των Αθηνών, εκδίδει τις ευθυμογραφικές εφημερίδες Θόρυβος και Πρωτεύουσα, υπογράφοντας με ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων Ιξίων, Καιροσκόπος, Πλανόδιος, Κόθορνος, Κρακ, υπήρξε διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, συνίδρυσε το σατιρικό Άστυ μαζί με τους Θέμο και Μπάμπη Άννινο. (περισσότερα…)

Εὐρωπαῖοι, μὲ τὴν ἐθνική μας παράδοση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Μὲ ἀφορμὴ τὶς διεξαγόμενες σήμερα ἐκλογὲς γιὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κοινοβούλιο, ἀναδημοσιεύουμε  τὴν ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ ποιητὴς Γιώργης Μανουσάκης πάνω στὸ ζήτημα τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης  καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας στὶς 10 Δεκεμβρίου 2000 στοὺς Λάκκους  Κυδωνίας Χανίων. Πρώτη δημοσίευση: περιοδικὸ Ἐλλωτία, τόμος  9, Χανιὰ  2000-2001, σ. 123-138.  —  ΝΠ

~.~.~

Ἐπιλογὴ – Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Τὸ 1974, μὲ τὴν πτώση τῆς ἑφτάχρονης δικτατορίας καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, μιὰ γενικὴ εὐφορία, μιὰ αἰσιοδοξία κατέλαβε ὅλους τοὺς Ἕλληνες. Παραχωρήθηκαν ἐλευθερίες ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε γνωρίσει ὁ τόπος, ἡ πολιτικὴ ζωὴ ὁμαλοποιήθηκε, ἔγιναν τολμηρὲς μεταρρυθμίσεις, ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο.

Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τῶν χρόνων τὶς λαμπρὲς προσδοκίες ἄρχισε νὰ διαδέχεται μιὰ ἀπογοήτευση. Τὰ προβλήματα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς (Κυπριακό, σχέσεις μὲ τὴν Τουρκία καὶ τὴ FYROM) παράμεναν ἄλυτα. Νέα θέματα, ὅπως ἡ ἀποκατάσταση τῶν παλιννοστούντων Ἑλλήνων ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς χῶρες καὶ τὸ κῦμα τῶν λαθρομεταναστῶν, προστέθηκαν. Ἡ διοικητικὴ μηχανὴ δὲν φαινότανε ν’ ἀποβάλλει τὴ χρόνια ἀκαμψία της, ἡ ἀνεργία αὐξανότανε παρὰ τὴ βελτίωση τῆς οἰκονομίας, ἡ τσιμεντοποίηση τῶν πόλεων μὲ τὴ γενίκευση τῶν ἄχαρων πολυκατοικιῶν συνεχιζότανε, οἱ πυρκαγιὲς τῶν δασῶν κάθε καλοκαίρι κι ἡ συνακόλουθη οἰκοπεδοποίησή τους ὅλο καὶ πλήθαιναν, οἱ τιμὲς τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων βρίσκονταν μόνιμα καθηλωμένες σὲ ὅρια πείνας, τὰ φαινόμενα διαφθορᾶς ἀκολουθοῦσαν ἀνοδικὴ πορεία.

Τώρα, εἰκοσιεφτὰ χρόνια μετὰ τὴ μεταπολίτευση, προσπαθοῦμε ἀκόμη νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ γνώριμο τέλμα, σὲ καιροὺς ποὺ οἱ ἀπαιτήσεις ἀλλαγῆς, τόσο στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν ποιότητα ζωῆς ὅσο καὶ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις, μεγάλωσαν κι οἱ κίνδυνοι ποὺ  μᾶς ἀπειλοῦν ὡς ἔθνος γίνονται ὅλο καὶ πιὸ εὐδιάκριτοι.

«Καὶ τί μ’ αὐτό;» θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἀθεράπευτα αἰσιόδοξοι. «Ἡ Ἑλλάδα πέρασε στὴν ἱστορία της τόσες δύσκολες ὧρες, ἀπειλήθηκε τόσες φορὲς ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της, καὶ πάντα κατάφερνε νὰ ὑπερνικήσει τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ἐπιζήσει. Αὐτὸ θὰ γίνει καὶ τώρα».

Καλὴ εἶναι ἡ αἰσιοδοξία, ὅταν ὅμως στηρίζεται σὲ στέρεες βάσεις. Τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνεις χαζοχαρούμενα τὴν ἐπωδὸ «Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει», σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦσαν παλιότερα τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς μας ὕπαρξης τραντάζονται καὶ σαλεύουν, εἶναι τὸ λιγότερο μιὰ ἐξωπραγματικὴ μακαριότητα. (περισσότερα…)

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η πλάκα του ταφικού μνημείου του Νικολάου Βαλτζέρη, με την επιγραφή στο επάνω μέρος της, Αρχαιολογικό Μουσείο της Σόφιας.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #8
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η νοσταλγία για την πατρίδα παραμένει διαχρονικά ένα από τα πιο δυνατά συναισθήματα, για πολλούς ανθρώπους. Μία ιδιαίτερη έκφρασή της αποτελεί η επιθυμία να ενταφιαστεί κανείς στον τόπο της καταγωγής του, κατά τον ορισμό του Κάλβου ότι «εἶναι γλυκύς ὁ θάνατος | μόνον ὅταν κοιμώμεθα | εἰς τὴν πατρίδα». Τούτο ήταν μάλλον το κίνητρο του μακρινού ταξιδιού της σορού —ή των οστών— ενός βυζαντινού αξιωματούχου του 11ου αιώνα, από τη Μάμιστρα της Κιλικίας ως την Τραϊανούπολη της Θράκης, για να ταφεί στην τελευταία, η οποία φαίνεται ότι θα ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Τη μικρή αυτή ιστορία διηγείται λακωνικά μία επιγραφή, μοναδικό τεκμήριο για τη μεταφορά νεκρών σε μακρινές αποστάσεις στο Βυζάντιο.

(περισσότερα…)

«Το τραγικόν ειδύλλιον δύο ποιητών» [3/3]

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συνέχεια από το πρώτo και δεύτερο μέρος ]

~.~

Την επόμενη ημέρα, ο συντάκτης του άρθρου περί της τραγωδίας των ποιητών –ο τίτλος συνεχίζει να διατηρεί την κεφαλαία γραμματοσειρά–, επανέρχεται με περισσότερες λεπτομέρειες για τις κινήσεις των πρωταγωνιστών αλλά και την εξέλιξη της εξαφάνισης του έρμου του Μιράνα, βάζοντας ως υπότιτλο κάποιους στίχους από μιαν επιγραφή που βρέθηκε στην Πομπηία στην πύλη της έπαυλης του Ιοκκούντου, αφού κατά την άποψή του ταιριάζει περίφημα στην περίσταση των ερωτευμένων και δηλώνει πως ο Βαφόπουλος και η Ανθούλα θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι αν δεν έδιναν βάση στα λόγια των συκοφαντών:

«Όποιος γνωρίζει ν’ αγαπά, ας είν’ ευτυχισμένος. Όποιος δεν ξεύρει ν’ αγαπά ας πάη να χαθή! Μα όποιος σ’ εμποδίζει ν’ αγαπάς , στο διάβολο ας πάη!»

~.~

Εφημερίς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 1932

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΖΕΥΓΟΥΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΧΘΕΣΙΝΟΥ

Ο ποιητής δεν ήξευρε φαίνεται τους στίχους του Κάτουλου: Ας αγαπιούμαστε φίλτατη Λεσβία χωρίς να δίνουμε προσοχή στα λόγια του κόσμου. Αν δεν αφίσουμε την καρδιά μας ελεύθερη τι έχουμε να κερδίσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Μια νύχτα μαύρη θα μας σκεπάση και θα πάη άδικα η μικρή ζωή μας. (περισσότερα…)