ΝΠ | Ιστορία

Ο Καρούζος μεταφραστής των Ευαγγελίων: Τρία αθησαύριστα αποσπάσματα

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια κειμένων:
Παναγιώτης Χαχής

Σε συνέχεια παλαιότερων δημοσιεύσεων του Νέου Πλανόδιου, στη σειρά «Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη», θα άξιζε νομίζω να προστεθεί, ανασυρμένη από την κειμενική λήθη, μια ανεντόπιστη από τις δύο ―απ’ όσο ξέρω― ως τώρα μεταφραστικές αποδόσεις ευαγγελικών κειμένων στη νέα ελληνική από τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Τον εντοπισμό της τον οφείλω στον φίλο και συνεργάτη σε μια πολύχρονη έρευνα γύρω από τον Καρούζο, Χρήστο Νάτση, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

Έχει προηγηθεί την άνοιξη του 1965 η απόδοση στα νέα ελληνικά του έβδομου λόγου του Συμεών του νέου Θεολόγου στο τεύχος 33 του πρωτοποριακού για τα θεολογικά γράμματα της εποχής περιοδικού Σύνορο. Σε προηγούμενο τεύχος της Εποπτείας (τ. 15), η απόδοση ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού. Εκεί, όπως σημείωσε εύστοχα ο Ηλίας Μαλεβίτης σε προηγούμενη δημοσίευση των ανωτέρω στο Νέο Πλανόδιον, περιλαμβάνονται «Αποσπάσματα του δημοσιευόμενου μεταφράσματος, και άλλων μεγαλοβδομαδιάτικων ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού, διαβάστηκαν απ’ τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν στις 9 Απριλίου τούτης της χρονιάς, Μεγάλο Σάββατο, σε σχετική με τον υμνογράφο γιορταστική εκπομπή της ΕΡΤ».

Ακολουθεί στο τεύχος 20 (Μάρτιος 1978) της Εποπτείας ένα απάνθισμα μεταφρασμάτων από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, τα κατά Λουκάν, Ματθαίον, Ιωάννην ευαγγέλια και τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας[1], με τίτλο «Fragmenta για τη Μάνα του Χριστού».

Στο τεύχος 29 (Δεκέμβριος 1978) της Εποπτείας ο Καρούζος επιστρέφει στο θέμα του θείου πάθους, στις μεταφράσεις που παραθέτουμε εδώ. Για την απόδοσή τους, (σε ένα «ελεύθερο σχεδίασμα» όπως περιέγραφε ο ίδιος την εργασία του το 1965 στο Σύνορο), επιλέγει μια λαϊκή, δημώδη γλώσσα, διανθισμένη με στοιχεία προφορικότητας. Όπως ίσως θα περιέγραφαν τα γεγονότα της σταύρωσης απλοί άνθρωποι του λαού στην καθημερινή τους γλώσσα ― όπως ακριβώς και οι πρώτοι μαθητές του Ιησού. Πιθανόν επίσης να είχε κατά νου κάποια παλαιότερη λαϊκή φυλλάδα με κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου. Μια γλώσσα έρρυθμη ―που δεν την συναντούμε αλλού στο έργο του― με βαθύ αποτύπωμα ωστόσο της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Η αρχική δημοσίευση είχε γίνει στο πολυτονικό σύστημα, εδώ όμως, σεβόμενοι τις μετέπειτα επιλογές στις εκδόσεις των έργων του, χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό. (περισσότερα…)

Ποίηση και Πόλη: 100 χρόνια Νέα Ιωνία

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Αν οι Αθηναίοι πολίτες δεν είχαν δημιουργήσει την Πόλη δεν θα είχε γραφτεί η Πολιτεία, οι Νόμοι και η Αθηναίων Πολιτεία, ή ακριβέστερα όπως το καταθέτει με τη μορφή ερωτήματος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, “Τι θα μπορούσαν να σκεφτούν για την πολιτική ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης;”[1] Αν ο Αισχύλος δεν είχε δείξει “αλκήν ευδόκιμον” στο “Μαραθώνιον άλσος” όπου συστρατευμένος “μες στων στρατιωτών τες τάξεις τον σωρό” πολέμησε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη, δεν θα είχε χαρίσει στην ανθρωπότητα τους Πέρσες. Και είναι σ’ αυτό το έργο που δίνεται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το βαθύ νόημα της Δημοκρατίας: “Δεν είναι δούλοι ανθρώπου, ούτε έχουνε αφέντη” μας λέει ο μεγάλος τραγικός για τους πολίτες οπλίτες της Πολιτείας των Αθηναίων.

Αυτές οι στιγμές του στοχασμού έχουν την γνήσια προέλευσή τους στην άσκηση λογοδοσίας, τον “λόγο διδόναι” στην αγορά, και εκκινούν με το ερώτημα των πολιτών: Τι λέγεις, τι σημαίνει αυτό που λέγεις; Ποιο είναι το νόημα των όσων λέγεις; “Έτσι ορθώθηκε στην ιστορία μας η βλέψη της αλήθειας, όπως και οι βλέψεις της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αδιαχώριστες. Είμαστε κυριευμένοι ανεπανόρθωτα απ’ αυτές, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς. Κι ενώ δεν μπορούμε να “θεμελιώσουμε” τις βλέψεις μας αυτές δεν απορρίπτουμε τον σκεπτικισμό, τον σαρκασμό, την χλεύη (Αριστοφάνης). Απορρίπτουμε την πολιτική ασυναρτησία, δεν απορρίπτουμε απλώς το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ, τα πολεμάμε. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το νου – κι ας γνωρίζουμε την ανεπάρκεια και τα όριά του. Τα εξερευνούμε αυτά όντας επίσης μέσα στο νου, χωρίς όμως να μπορούμε να δώσουμε λόγο και λογαριασμό για τον ίδιο τον νου”. [2]

Κάτι εντελώς αντίστοιχο συνέβη όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος μέτρησε το ύψος των αιγυπτιακών πυραμίδων χρησιμοποιώντας την ομοιότητα των τριγώνων. Γνωστή σήμερα από την θητεία μας στα γυμνασιακά θρανία. Όμως τότε, δηλαδή το 600 π.Χ. περίπου, η μέθοδός του σίγουρα θα υποκινούσε το εύλογο ερώτημα των πολιτών της προσωκρατικής Μιλήτου. Και αυτό στάθηκε αιτία αναζήτησης από τον σοφό μαθηματικό μιας πρότασης ή καλύτερα μιας σειράς προτάσεων που να γίνονται απόλυτα κατανοητές για την αλήθεια τους στους λάτρεις της ερώτησης που μόνο έτσι βίωναν την αγωνία για το νέο που έφερνε στην Πόλη ο Θαλής. Μέσα από αυτή την λαμπρή σχέση με την αγορά, δημιουργήθηκε το πρώτο Θεώρημα και εξ αυτού η Ευκλείδεια Γεωμετρία, το πρώτο αυστηρό μαθηματικό οικοδόμημα, αξεπέραστο μέχρι σήμερα. Η πρώτη επιστήμη ή όπως συνηθέστερα καλείται η Ελληνική Επιστήμη! (περισσότερα…)

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

Ο ναός του Αυγούστου και της Ρώμης στην Άγκυρα. Η φωτογραφία προέρχεται από την Wikipedia.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #11
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

«Κυριακή, 4 Σεπτέμβρη. Ξαναπήγαμε στὸ Ναὸ τοῦ Αὐγούστου, γιὰ νὰ ἐξακριβώσω καὶ ν’ ἀντιγράψω τὶς σωζόμενες συλλαβὲς ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Τουρμάρχη Εὐσταθίου. Αὐτὸς ὁ Στάθης (Θ΄-Ι΄ αι.) —δὲν ξέρω γιατὶ τὸν βλέπω καμιὰ φορά, στὰ τελευταῖα του, σὰν καλόγερο— ἔχει γίνει στὸ μυαλό μου ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους καλοὺς φίλους ποὺ μοῦ προμήθεψε ἡ Ἄγκυρα. Τὴν ἐπιγραφὴ τὴ βλέπει κανείς, ἄν προσέξει, ἀριστερὰ καθὼς μπαίνεις στὸ παλαιὸ μνημεῖο. Εἶναι χαραγμένη σὲ δυὸ ἀγκωνάρια, τσακισμένα κατὰ τὸ δεξὶ μέρος, τὸ ἕνα ἀπάνω στὀ ἄλλο. Τὸ δεύτερο ἀκουμπᾶ στὸ χῶμα. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τὸ ἀποκατέστησε ὁ Grégoire (πληροφορία ἀπὸ τὸν E. Marbury, Ankara, 2e ed., 1934). Τὰ σημερινὰ ἀπομεινάρια τὰ διαβάζω ἔτσι: …».

Αυτά σημειώνει στο ημερολόγιό του το 1949 ο Γιώργος Σεφέρης, που υπηρετούσε τότε στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Άγκυρα (Μέρες Ε΄, 1η Γενάρη 1945 – 19 Ἀπρίλη 1951, Ίκαρος, σελ. 143-144). Ο ποιητής έγινε για λίγο επιγραφικός, προκειμένου να ξαναδιαβάσει ένα κείμενο που τον γοήτευσε, το ταφικό επίγραμμα του τουρμάρχη Ευσταθίου, το οποίο βρισκόταν χαραγμένο στον ρωμαϊκό ναό του Αυγούστου και της Ρώμης στη σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας. Ο ναός είναι γνωστός για τη μεγάλη αυτοβιογραφική επιγραφή του αυτοκράτορα Αυγούστου (“Res Gestae Divi Augusti”). Στη βυζαντινή εποχή είχε μετατραπεί σε εκκλησία, γι’ αυτό και δικαιολογείται η παρουσία ταφικών επιγραφών στο εσωτερικό του. Οι Βυζαντινοί ενταφίαζαν τους νεκρούς τους γύρω από κάθε εκκλησία, ενίοτε δε και εντός, όταν επρόκειτο για σημαντικά πρόσωπα. Οι τοίχοι του ναού εξακολουθούν σήμερα να σώζονται σε μεγάλο ύψος, με πολλά όμως προβλήματα διατήρησης, που κρατούν όλο το κτίσμα υποστυλωμένο και απροσπέλαστο. (περισσότερα…)

Περί Ενωμένης Ευρώπης

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Για να δοθεί νόημα στον όρο «Ενωμένη Ευρώπη», ανεξάρτητα από τα κράτη έθνη που μετέχουν σ’ αυτήν, κατά την άποψή μου απαιτούνται να τεθούν δύο πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες βεβαίως δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη[1].

Η πρώτη αφορά στην αναζήτηση σειράς κριτηρίων στη βάση των οποίων θα συγκροτηθεί ή μπορεί να συγκροτηθεί η έννοια «ευρωπαϊκός λαός» ο οποίος οφείλει να αναγνωρίζεται όχι μόνο ως συγχρονικό Είναι, αλλά και ως αέναο, διαρκές και δομημένο εξουσιαστικό Γίγνεσθαι. Λαός υπάρχει και νοείται μόνον όταν το συνολικό συμπαγές πλήθος
συγκροτείται σ’ ένα ήδη δεδομένο σώμα, το οποίο δρα ως συλλογικός φορέας λήψης αποφάσεων που δεσμεύουν το σύνολο.

Ως μόνη πηγή της νέας εξουσίας, ο κυρίαρχος λαός θα πρέπει λοιπόν να μην είναι δυνατόν να εμφανίζεται ως φαντασιακά υποκαταστάσιμος από «άλλους» κυρίαρχους λαούς ή διασπάσιμος ή κατακερματίσιμος σε περισσότερους «υπο-λαούς». Ως ήδη δηλαδή συγκροτημένος στον ενικό, ο λαός θα κληθεί να συντάσσεται εσαεί στον ίδιο αριθμό και ο οποίος για να δράσει πρέπει να αναγνωρίζει ως τέτοιον τον εαυτό του. Η απόφαση για τα ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκρότηση της έννοιας Λαός, δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτόδηλα[2].

Αποτελούν κατ’ εξοχήν πολιτικά κριτήρια εκφράζοντας κατά τρόπο αποφασιστικό τις εξουσιαστικές δυνάμεις της ιστορικής «στιγμής». Τα κριτήρια αυτά ποτέ δεν εμφανίζονται ως προερχόμενα από συγκεκριμένες εξουσιαστικές βουλήσεις. Ενδύονται εξ’ αρχής με τον
ηθικοκανονιστικό μανδύα νοηματοδοτώντας πράξεις με νέους συμβολισμούς. Μέχρι σήμερα η ΕΕ έχει αρνηθεί να προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις αρνούμενη τον ουσιαστικό ρόλο του Πολιτικού.

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τον ορισμό των γεωγραφικών συνόρων της Ευρώπης εντός των οποίων θα δημιουργηθεί η Πολιτεία-Ευρώπη (με όποια μορφή διακυβέρνησης επιλεγεί) και θα συγκροτηθεί ο λαός ως μοναδική πηγή κυρίαρχης εξουσίας.

Εάν η συλλογική ταυτότητα ως στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους
ώστε να δεχθούν να συγκροτήσουν την έννοια «Ευρωπαϊκός Λαός» είναι η ψυχή του όλου εγχειρήματος, η ύπαρξη συγκεκριμένων ορίων και εδάφους αποτελεί το σώμα εντός του οποίου θα κατοικήσει η ψυχή και θα δημιουργηθεί ο «ευρωπαϊκός πατριωτισμός» νοούμενος ως προσπάθεια ανύψωσης, διεύρυνσης και υπεράσπισης των όποιων κατακτήσεων έχουν υπάρξει, υπάρχουν ή θα υπάρξουν για τον Ευρωπαϊκό Λαό. (περισσότερα…)

Τὸ νῆμα ποὺ δὲν κόπηκε

*

Ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο Σιμοκάττη ὤς τὸν πατριάρχη Νικηφόρο Α΄ μεσολαβεῖ ἑνάμισης αἰῶνας ἱστοριογραφικῆς σιωπῆς. Τὴ δεκαετία τοῦ 630 εἰκάζεται ὅτι συνέγραψε τὸ πόνημά του ὁ Σιμοκάττης, ἐνῷ ἡ Ἱστορία σύντομος τοῦ δεύτερου θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἔργο ὁλοκληρωμένο πρὸ τοῦ 780. Ὅπως ὁ Ξενοφῶν ξεκινάει τὰ Ἑλληνικά του ἀπὸ τὸ 411 π.Χ., ἀπὸ ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου, τοῖς Ἅδου ρήμασι πειθόμενος, ἐγκαταλείπει τὴν Ξυγγραφή του ὁ Θουκυδίδης, ἔτσι καὶ ὁ, νεαρὸς τότε, Νικηφόρος παραλαμβάνει τὴ σκυτάλη στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ποὺ τὴν ἀφήνει ὁ Θεοφύλακτος: τὸ ἔτος 602, χρονιὰ τῆς τελευτῆς τοῦ βασιλέως Μαυρικίου, γιὰ νὰ τὴν κουβαλήσει μὲ τὴ σειρά του ὤς τὸ κοντινό του 769. Ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν συνηλικιώτη του Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή, ποὺ θὰ γράψει ὡστόσο τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, ὁ Νικηφόρος εἶναι ἡ κυριότερη πηγή μας γιὰ τοὺς λεγόμενους «σκοτεινοὺς αἰῶνες» τοῦ Βυζαντίου, τοὺς φτωχοὺς σὲ γραπτὲς μαρτυρίες καὶ σημαδεμένους βαθιὰ ἀπὸ τὴν εἰκονομαχικὴ ἔριδα.

Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς σιωπῆς εἶναι τὸ μόνο. Ἀπὸ τὸν Ἐκαταῖο τὸν Μιλήσιο καὶ τοὺς Ἴωνες χρονογράφους ὣς τὸν Πολύβιο καὶ τὴν Ἄννα Κομνηνὴ καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ὣς τὶς μέρες μας, ἡ συνέχεια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς συνέχειας καὶ τῆς διαδοχῆς, εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἀκόμη καὶ τοὺς αἰῶνες μετὰ τὸ 1453, ὅταν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πέφτουν σὲ βαθιὰ ὕφεση καὶ οἱ λόγιοι ἀναζητοῦν καταφύγιο στὴν Εὐρώπη, καταπὼς ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ οἱ νεοπλατωνικοὶ τῶν Ἀθηνῶν στὴν Περσία, τὰ ἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος κείμενα δὲν ἐξέλιπαν. Ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Ἅλωσης ὤς ἐκείνους τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ξαναδίνουν στὴν ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία ἕνα ὕψος κλασσικό, τὸ διάστημα καλύπτεται ἀπὸ μιὰ πληθώρα ἱστοριογραφικῶν μαρτυριῶν, χρονογραφικοῦ ἐπιπέδου καὶ ὕφους συνήθως, ἀλλὰ ὄχι γι’ αὐτὸ λιγότερο πολύτιμων.

Ἂν τὸ Χρονικὸν τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ ἐκτείνεται ὤς τὸ ἔτος 1477, ὁ Χρονογράφος του Ψευδο-Δωροθέου φτάνει ὤς τὸ 1579, ἡ Νέα Σύνοψις τοῦ Ματθαίου Κιγάλα ὤς τὸ 1637, ἡ Ἐπιτομὴ τῆς ἱεροκοσμικῆς ἱστορίας του Νεκταρίου τοῦ Κρητὸς ὣς τὸ 1677 κ.ο.κ. Συγγράμματα ὅπως ὁ Χρονογράφος καὶ ἡ Ἐπιτομὴ ἀνατυπώθηκαν ἐπανειλημμένα καί, συμπληρωμένα κάποτε, συνέχισαν νὰ ἐπανεκδίδονται ὣς τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα. (περισσότερα…)

«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς»: Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι

«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.

Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.

«Αγαπητέ μου Ριάδη,

Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.

Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής

Κωστής Παλαμάς».

Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.

«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…». (περισσότερα…)

Και θα υπάρχει…

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ένα πρωί του 1978, σε μια από τις πρώτες τους «κοπάνες», τέσσερις μαθητές της Δευτέρας Γυμνασίου βρέθηκαν στο σπίτι ενός απ’ αυτούς (του Ιορδάνη Τρ.), όπου μέχρι το μεσημέρι άκουγαν παλιούς δίσκους του Στέλιου Καζαντζίδη. Λίγες ημέρες μετά, ένα από τα παιδιά εκείνης της παρέας, αυτός που γράφει τούτες τις γραμμές, αγόραζε έναν από τους πρώτους του δίσκους βινυλίου. Το περίφημο 33 στροφών lp «Υπάρχω» έπαιζε για μέρες σ’ ένα σπίτι που ως τότε ακούγονταν Θεοδωράκης, Χατζιδάκις και Αττίκ.

Ουδέποτε υπήρξα οπαδός μιας άκαμπτης αντικειμενικής αισθητικής αλλά ούτε με έπεισαν ποτέ οι φυγόπονες θεωρίες της πλαδαρής υποκειμενικότητας. Στην περίπτωση του Στέλιου Καζαντζίδη, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά ότι μιλούμε για ένα αδιανόητο μέγεθος φωνής, όμοιο του οποίου δεν γνώρισε ο ελληνικός εικοστός αιώνας. Στον περί ου ο λόγος δίσκο, σε ένα τραγούδι με τίτλο «Τι θέλεις από μένανε» (στο οποίο ο Καζαντζίδης, σχεδόν «αναιρώντας» την κεντρική… διακήρυξή του, τραγουδά «για σένα δεν υπάρχω πια»), μπορεί κανείς να ακούσει πώς αλλάζει διαρκώς μουσικές κλίμακες χωρίς να παίρνει ανάσα ενώ η φωνή του εκτινάσσεται με απίστευτο τρόπο από τον βυζαντινό πλάγιο ήχο σε οκτάβες βαρύτονου όπερας. Πέρα από την φωνή όμως. Στον Καζαντζίδη έχουμε τη ρητή αποτύπωση της ιωνικής μας ψυχής που ο κόμπος του λυγμού της πνιγόταν και ποτέ δεν έγινε κλάψα (όπως εύκολα και άκριτα κάποιοι νόμισαν) αλλά ένα σιωπηλό, σχεδόν ανέκφραστο δάκρυ. Γνωρίζω πως κάποιοι χαμογελούν και μόνο με το άκουσμα της λέξης «ψυχή». Προτιμούν πιο εγκεφαλικούς όρους, ακόμη και αυτοί που εμπιστεύονται τη ζωή τους σε ψυχ-αναλυτές και ψυχ-ιάτρους. (περισσότερα…)

Ο τελευταίος αρματωλός: Βαλαωρίτης – Ροΐδης, ένας εγκάρδιος διάλογος

*

To 2024 συμπληρώθηκαν δύο αιώνες ακριβώς από τη γέννηση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824-1879). Στον ποιητή του Αστραπόγιαννου και του Φωτεινού αφιερώνει το ΝΠ κάποιες από τις ακροτελεύτιες αναρτήσεις της επετειακής αυτής χρονιάς. Γράφουν ο Κώστας Χατζηαντωνίου, η Έφη Πολίτη και ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το 1877 ο πενηντατριάχρονος Αριστοτέλης Βαλαωρίτης υποπτευόταν βάσιμα (λόγω της κακής υγείας του), πως βρισκόταν κοντά στο πρόωρο τέλος της πολυτάραχης ζωής του. Μετά από μια λαμπρή πορεία που τον καταξίωσε ως εθνικό ποιητή, μετά από μια ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία (που τελείωσε απροσδόκητα το 1868, όταν με δύο γροθιές απάντησε, μέσα στη Βουλή, στις ύβρεις του ιδιόρρυθμου Κεφαλλήνα Χ. Τυπάλδου Ιακωβάτου), ο Βαλαωρίτης είχε αποσυρθεί στη Μαδουρή, απ’ όπου παρακολουθούσε με αγωνία τη νέα έξαρση του ανατολικού ζητήματος. Η επανάσταση στην Ερζεγοβίνη, οι σφαγές κι ο επικείμενος ρωσοτουρκικός πόλεμος αναθερμαίνουν και τις ελπίδες των Ελλήνων αλύτρωτων. Την ίδια χρονιά ωστόσο, μια άλλη «διαμάχη» (ως συνήθως αναίμακτη) ξεσπά στην Αθήνα.

Η αφορμή ήταν ο δραματικός αγώνας που είχε προκηρύξει ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Η εισήγηση του Ροΐδη, εκ μέρους της επιτροπής κρίσεως (που αναγνώστηκε στην αίθουσα του Συλλόγου, στις 19 Μαρτίου 1877), ήταν πως κανένα από τα δώδεκα κρινόμενα έργο δεν ήταν άξιο όχι του βραβείου αλλά ούτε καν επαινετικής μνείας. «Ούτε σπινθήρ ποιήσεως υπάρχει, ούτε ίχνος, ουδέ σκιά», ήταν η καταλυτική απόφανση του εισηγητή. Επεξηγώντας τη θέση αυτή, ο Ροΐδης έκανε λόγο για την έλλειψη ποιητικής ζωής, η οποία οφειλόταν, όπως σημείωνε, στο γεγονός ότι η Ελλάς

«τα μεν πάτρια ήθη απηρνήθη, του δε διανοητικού βίου των νεωτέρων εθνών εισέτι δεν μετέχει, ουδέ την εμπνέουσαν τους ποιητάς αυτών νόσον του αιώνος νοσεί, την έλλειψιν δηλαδή και την δίψαν του ιδανικού (…) Η ποίησις παρά μεν τοις αρχαίοις ήτο άνθος νεότητος και υγείας, σήμερον δε εν Ευρώπη είναι εξάνθημα οργανισμού νοσούντος, θρήνος πάσχοντος ανθρώπου».

Δεδομένου, λοιπόν, ότι η νεώτερη Ελλάδα ούτε στη μια κατάσταση ούτε στην άλλη βρισκόταν, πώς να υπάρξει σπουδαία ποίηση; (περισσότερα…)

O κυκλικός χρόνος ως χώρος ζωής

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Στους Νεότερους Χρόνους ο άνθρωπος εκπίπτει με ταχύτατους ρυθμούς από τον μεταφυσικό στον φυσικό κόσμο. Το μετά (επέκεινα) μετατοπίζεται στο εδώ. Πρόκειται για μια επανεκτίμηση του χώρου που τον περιτριγυρίζει και που θα ονομαστεί από τους εγκυκλοπαιδιστές περιβάλλον. Ταυτόχρονα η εκκοσμίκευση του χρόνου κρατάει το ομοίωμα της χριστιανικής κοσμοεικόνας αποβάλλοντας την έννοια της ιερότητας. Ο χρόνος στη νεότερη εποχή νοηματοδοτείται από την ιδέα μιας συνεχούς εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Η εκκοσμικεύμενη μορφή του χρόνου οικειοποιείται το μοντέλο του ευθύγραμμου χρόνου απαλείφοντας και παραλείποντας την έννοια του τέλους που θα συνεπέφερε η Δευτέρα Παρουσία.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν παρατηρεί ότι πρόκειται για μία «εκλαΐκευση του ευθύγραμμου και μη-αναστρέψιμου χριστιανικού χρόνου». Ο εκκοσμικευμένος χρόνος εστιάζεται στην αξία της παρούσας στιγμής ως της μοναδικής στιγμής που βιώνει το ανθρώπινο ον. Κάθε στιγμή δίνει τη θέση της σε ένα μετά για να γίνει η ίδια ένα πριν. Το μέλλον είναι η εξελικτική πορεία του παρελθόντος, μέσω του παρόντος. Η συνέχεια του νοήματος στον εκκοσμικευμένο χρόνο βρίσκεται στην παραγωγή. Ο παραγωγικός χρόνος γίνεται αξίωμα με την άνοδο του καπιταλισμού και της τεχνοεπιστήμης. Η ηθική της αξίας της εργατικότητας απαιτεί τη σωστή χρήση του χρόνου, δηλαδή τη μέγιστη παραγωγικότητα στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Τα αξιώματα της καπιταλιστικής κοσμοεικόνας στηρίζονται στην έννοια της ταχύτητας. Ο χρόνος της εκκοσμίκευσης είναι και ο χρόνος της ταχύτητας. Τηλέγραφος, τηλέφωνο, ταχεία αμαξοστοιχία και σήμερα τρένα υψηλής ταχύτητας (TGV, Frecciarossa), γρήγορο ίντερνετ και fast food είναι συνώνυμα της ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης που κεφαλοποιούν τον χρόνο. Η περατότητα μετριέται πλέον στα δευτερόλεπτα και τα νανοδευτερόλεπτα. Ο φυτικός και φυσικός κόσμος δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτό το πλέγμα χρονοδημιουργίας. Η κεφαλαιοποίηση της φύσης ξεπετάχθηκε μέσα από τη μήτρα της τεχνοεπιστήμης του κεφαλαίου και διαμόρφωσε την έννοια του βοτανικού κήπου. (περισσότερα…)

Διευρεύνηση της ελληνικής και ευρωπαϊκής αυτοσυνειδησίας

 

Κάποιες σκέψεις για το Αγκριτζέντο
του Κώστα Χατζηαντωνίου

~.~

του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

σὺν τοῖσδ᾽ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Ικέτιδες

Όταν ο συγγραφέας μας επισκέφτηκε πρώτη φορά την Ιταλία και τη Σικελία το 2008, η πρώτη γραφή του Αγκριτζέντο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Η δεύτερη γραφή πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 2008 και του 2009, έτος της πρώτης έκδοσης του βιβλίου από τις ιστορικές Εκδόσεις Ιδεόγραμμα.

Θυμάμαι τον Χρήστο Δάρρα να μου αναγγέλλει το 2011 το χαρμόσυνο γεγονός της βράβευσης του Κώστα Χατζηαντωνίου από την Επιτροπή Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρισκόμασταν στην οδό Ιπποκράτους. Φορούσε λευκό βελούδινο παντελόνι κι ένα πράσινο πουκάμισο από κασμίρι, ύφασμα σπάνιο για πουκάμισο. Ήταν βαρήκοος και μιλούσε πάνω απ’ τη φωνή μου. Ο δυνατός αέρας σκορπούσε τα λόγια του. Τα ίσια, μεταξένια του μαλλιά είχαν χώρισμα στη μέση. Έμοιαζαν με δύο μακριά λευκά πανιά που τα χτυπούσε με λύσσα ο μαΐστρος στα ανοικτά της Άνδρου. Ο τρόπος που τα είχε χτενισμένα, σε συνδυασμό με τα μικρά μαύρα μάτια του, τη σταρένια επιδερμίδα του, τα ψηλά ζυγωματικά και την ελαφρώς γαμψή μύτη τον έκανε να μοιάζει με Αζτέκο βασιλιά. Τον άφησα ύστερα από λίγο. Περπάτησα ως την οδό Μαυρομιχάλη. Ο Χριστόφορος Λιοντάκης κατέβαινε τον δρόμο κρατώντας δύο τσάντες με φρούτα από τη λαϊκή της Καλλιδρομίου. Έστριψε στη Ναυαρίνου. Ήταν Σάββατο; Ναι, ήταν Σάββατο. Κατάφερα να πιάσω εκείνο το ακατάπαυστο και βάναυσο να το άκουγες μμμ… μμμ… πίσω απ’ τα κλεισμένα χείλη. Τότε δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω από πού ερχόταν αυτή η εγγαστρίμυθη «γλώσσα». Θύμιζε άρρωστο και εγκαταλελειμμένο παιδί που τραβά χωρίς οίκτο τα νύχια του. Τώρα γνωρίζω. Την χτίζει σιγά σιγά ο χρόνος, όταν παίζει πεσσούς και κλέβει τους κόσμους των ανθρώπων, ενώ η Περσεφόνη, που ζει έξι μήνες πάνω από τη γη και έξι από κάτω, παράπονο δεν έχει.

Επιστρέφω. Ως το 2024 το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου έχει μεταφραστεί στην Ιταλία, την Σερβία, την Πολωνία, την Κροατία, την Αλβανία και την Σλοβενία. Τον Ιούνιο του 2024 το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε σε νέα, επιμελημένη έκδοση από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Ωστόσο η αξεπέραστη έκδοση του Χρήστου Δάρρα εξακολουθεί να κατέχει περίοπτη θέση στη μνήμη μας. Είναι η μονοτυπία, είναι η «υψηλή» θωριά της σελίδας, είναι τέλος το χαρτί της «Αθηναϊκής» που χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση του σώματος. Ένα χρόνο μετά την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος το 2009, το τελευταίο κατάστημά που το διέθετε ακόμη στην αγορά με άλλη ονομασία, ο Διονυσόπουλος επί της οδού Αθηνάς θα κατέβαζε ρολά. Χαρτί αφράτο σαν την κίτρινη γη της Σικελίας και θερμό στην αφή. Όταν το αγόραζες έπαιρνες μαζί σου και τη μόνιμη μυρωδιά του γέροντα. Τέτοια ήταν η σαγήνη του χαρτιού και του τσιγάρου στις παλιές αποθήκες. (περισσότερα…)

Πώς εξαφανίστηκαν οι πρόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;

Thomas Cole, The Course of Empire Desolation (1836)

*

του ΝΙΚΟΛΑ ΓΚΙΜΠΙΡΙΤΗ

Γεννήθηκα την εποχή του Χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκέπασαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα
ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ, Ποιήματα, 1987

~.~

Καταρρευσιολογία και πρωτοελλαδικοί πολιτισμοί

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα απ’ τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια στους επιστημονικούς κλάδους της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της ανθρωπολογίας είναι τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους όσοι παράγοντες έσπρωξαν έναν πολιτισμό στον γκρεμό.

Πράγματι, γεννιέται το ερώτημα: είναι η κοινωνική κατάρρευση αναπόφευκτη, εγγεγραμμένη στη μοίρα κάθε πολιτισμού, ή μήπως υπάρχουν σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στους ανθρώπους, καλώντας τους με αυτόν τον τρόπο να αναπροσανατολίσουν τη ζωή τους, εάν θέλουν να σωθούν; Και τι είναι τελικά η «κατάρρευση»; Μπορεί, παρεμπιπτόντως, να συσταθεί μία θεωρία μελέτης που θα την προβλέπει; Πώς μπορεί, αφενός, να εξηγήσει κανείς τα φαινόμενα της κατάρρευσης και, αφετέρου, να μην υποκύψει στο δέλεαρ μιας προοδευτικής αφήγησης της Ιστορίας; Θα μπορούσε η θεωρία της κοινωνικής κατάρρευσης να εμπλουτίσει την αρχαιολογική γνώση και να χρησιμεύσει γενικώς σαν αντίληψη θέασης των πραγμάτων;

Αυτά είναι μερικά απ’ τα ερωτήματα που καταπιάνεται και έρχεται να απαντήσει το βιβλίο του Αθανάσιου Γεωργιλά Η κατάρρευση του πολιτισμού: Η παρακμή και η πτώση των ανακτορικών κοινωνιών στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού (εκδ. Νησίδες, 2024). Ορμώμενο απ’ τα αρχαιολογικά ευρήματα του Μινωικού, του Μυκηναϊκού και του Κυκλαδικού πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού (χοντρικά, απ’ τα μέσα της τρίτης χιλιετηρίδας μέχρι το 1050 π.Χ.), το πόνημα εξάγει εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα ανθρωπολογικής υφής και μας καλεί να ξανασκεφτούμε τους λόγους που καταρρέουν οι πολιτισμοί.

Τρεις είναι οι καινοτομίες της παρούσας ερευνητικής εργασίας, έτσι όπως την παρουσιάζει ο Γεωργιλάς σε μελετητές και λοιπούς ενδιαφερόμενους:

Α. Εξετάζει την εγκυρότητα της θεωρίας της κοινωνικής κατάρρευσης βάσει του αρχαιολογικού υλικού που έχουμε στη διάθεσή μας για τις κοινωνίες της αιγαιακής λεκάνης από το 2.200 π.Χ. μέχρι το 1050 π.Χ. Συνηγορούν τα ευρήματα υπέρ της εφαρμογής της εν λόγω θεωρίας, ή τελικά, ο κρητομυκηναϊκός πολιτισμός δεν δύναται να ενταχθεί στην άτυπη σχολή της καταρρευσιολογίας [collapsologie], και θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού ενδεχομένως τα ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τους λόγους αφανισμού του ανακτορικού συστήματος; Όπως γνωρίζουμε, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη μέχρι σήμερα πάνω στο φαινόμενο της «εξαφάνισης των πολιτισμών» πηγάζει από τη θεωρία του καταστροφισμού. Η πτώση ενός πολιτισμού δεν οφείλεται στην αδυναμία των ελίτ να ανταποκριθούν στις προσδοκώμενες απαιτήσεις για τη διατήρηση του συστήματος διακυβέρνησης, αλλά, αντίθετα –πάντα σύμφωνα με την πεποίθηση του καταστροφισμού– υπάρχει κάποιος πολεμοχαρής εξωτερικός εισβολέας, με ανώτερη τεχνολογία οπλισμού και πολέμου, όπου κατέκτησε και εξολόθρευσε τους γηγενείς πληθυσμούς για να επιβάλλει το δικό του πολιτισμικό σχήμα. (περισσότερα…)

Η μοναρχία στην Ελλάδα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η συμπλήρωση πενήντα χρόνων αβασίλευτης δημοκρατίας, μετά την οριστική ως φαίνεται λύση του πολιτειακού ζητήματος, επιτρέπει πλέον μια νηφάλια αποτίμηση της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα, στο πεδίο της ιστορικής πράξης και ως προς τα κοινωνικά της θεμέλια, πέραν των θεωρητικών απόψεων για τον θεσμό ή τη λαϊκή του απήχηση. Απήχηση που, όπως το αδιάβλητο (τουλάχιστον σε σχέση με όσα προηγήθηκαν κατά τον εικοστό αιώνα: 1924, 1935, 1946, 1973) δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 κατέδειξε, παρέμεινε υψηλή (σχεδόν 31%) παρά την πληθώρα πολιτικών λαθών και τις εθνικές κρίσεις που επανειλημμένα προκάλεσαν οι αποφάσεις της δυναστείας η οποία υπήρξε ο φορέας του θεσμού.

Ένα από τα μεγαλύτερα ατυχήματα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας αποτέλεσε ίσως η έλλειψη εθνικής δυναστείας, την εποχή που σε όλη την Ευρώπη η μορφή αυτού του πολιτεύματος εθεωρείτο αυτονόητη αρχή νομιμότητας. Μια έλλειψη η οποία υπήρξε απότοκος της γενικής καταστροφής της ελληνόφωνης ηγέτιδας τάξης, συνεπεία της διάλυσης της ανατολικής χριστιανορωμαϊκής αυτοκρατορίας, πριν αυτή εξελιχθεί φυσιολογικά, όπως συνέβη στη Δύση, προς τα νεώτερα εθνικά κράτη. Η τουρκοκρατία δεν απορφάνισε το υπόδουλο γένος μόνο από τη φυσική του αριστοκρατία ή τις προϋποθέσεις συγκρότησης εθνικής αστικής τάξης (όπως θα διαφανεί αργότερα), αλλά και από τη νόμιμη διαδοχή. Οι δύο αδελφοί και τυπικοί διάδοχοι του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αποδείχθηκαν ανάξιοι των ιστορικών τους καθηκόντων, εκχωρώντας ο ένας στη Δύση και ο άλλος στον Σουλτάνο τα δικαιώματά τους, προκειμένου να παρατείνουν με κάποιαν άνεση τη θλιβερή ύπαρξή τους, θεωρώντας άνευ περιεχομένου την ιδέα της θυσίας, η οποία σφράγισε τη ζωή και τη δράση του αδελφού τους.

Όταν, μετά από αιώνες, έφτασε η ώρα της Επανάστασης και της Παλιγγενεσίας, οι λαϊκοί θρύλοι που ενίσχυαν το φρόνημα αντίστασης των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, δεν είχαν σαφή αναφορά σε έναν υποψήφιο βασιλέα. Η δημοκρατική ιδέα άλλωστε ήταν κυρίαρχη στις διακηρύξεις αλλά και την ιδεολογία όλων των επαναστατών- πολιτικών, στρατιωτικών ή διανοουμένων. Δύο δυνητικοί υποψήφιοι για το Θρόνο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ήταν αδύνατο (όπως αποδείχθηκε) να γίνουν αποδεκτοί από τους επαναστάτες και εξέλιπαν πρόωρα. Ο πρώτος στα κελιά της Αυστροουγγαρίας (ενώ η Φιλική Εταιρία είχε εξοβελιστεί από κάθε αναφορά της επαναστατικής ηγεσίας) και ο δεύτερος από ελληνικά χέρια, και μάλιστα (τι ειρωνεία) από χέρια τα οποία είλκυαν την καταγωγή τους από το μετέπειτα «κάστρο» της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα. (περισσότερα…)