ΝΠ | Βιβλίο

Τα Ονειρικά Τραγούδια: Αποθεσμοποίηση και μεταφραστικός ακαδημαϊσμός

Berrym

♦♦♦

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

“There are two voices, and the first voice says, “Write!”
and the second voice says, “For whom?”
I think that’s marvelous; he doesn’t question the imperative, you see that.
And the first voice says, “for the dead whom thou didst love”;
again the second voice doesn’t question it;
instead it says, “Aye, for they return as posterity”.
Isn’t that good?” J.B.

Είναι γεγονός ότι η εποχή μας σημαδεύεται απ’ την πικρή αλήθεια πως όσο λιγοστεύει η τέχνη τόσο ανθεί η κριτική και πως η διάχυση των εφαρμογών της κριτικής ελαχιστοποιεί την αναγνώριση της ποιητικής τέχνης. Αυτό σημαίνει πως η ανάγκη για κριτική είναι μακράν πιο εντεταμένη από την ανάγκη για ποίηση, κι ετούτο συμβαίνει τόσο στον τομέα της κριτικής όσο και στον τομέα της ποίησης – με την εγκυρότητα των δύο όρων να τίθεται εδώ, εμφανώς, κατά τη δοξασία και την εξουσία που έχουν εδραιώσει, υπό αμφισβήτηση.

Ένας από τους κλάδους της λογοτεχνικής κριτικής αγγίζει και τον τομέα της λογοτεχνικής μετάφρασης, ή ορθότερα, τείνει οριστικά να τον εξουδετερώσει καθώς οι τακτικές της έχουν παγιώσει την επιρροή τους στο πεδίο προσδιορισμού και αναγνώρισης των ποιητικών αξιών.

Οι κατανομές τέτοιων σημαντικών και ασήμαντων εξουσιών, κριτική/ερμηνεία/αξιολόγηση/μετάφραση/εγγραφή, στηρίζονται στα προαναφερθέντα. Πρόκειται για ακατάπαυστη επιστροφή σε μια εφημερότητα όπου οι γνώσεις και η αντίληψη οι οποίες είναι απαραίτητες για την κατανόηση και τη δημιουργική σύλληψη της ποίησης, είναι σε τέτοιο βαθμό θεωρητικοποιημένες, κατεστημένες, που έχουν απωλέσει τη σχέση που αρχικώς είχαν με την τέχνη της ποίησης.

Παρατηρείται συχνά ασυμβατότητα μεταξύ των δημοσιοποιημένων εκτιμήσεων με τις οποίες προασπίζεται κανείς ένα ποιητικό ζήτημα και της μετάφρασης του ποιητικού έργου το οποίο αποτέλεσε αφορμή για την προάσπιση των όσων δημοσιοποιεί. Πολλές φορές η προάσπιση καθίσταται εύκολα έγκριτη ή αξιοπρόσεκτη καθώς ο εμπλεκόμενος δεν έχει παρά να παραθέσει τα αποτελέσματα των όσων έχει διαβλέψει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προάσπιση παροδηγεί τη μεταφραστική εργασία, ακόμη κι όταν αυτή δεν είναι ορθά επιτελεσμένη, στην κερδισμένη της «εγκριτότητα».

Σε ένα άλλο επίπεδο λειτουργίας και στάσης απέναντι σε κάθε κείμενο, η μετάφραση, ακριβώς επειδή επιτελείται, τρόπον τινά, ως εκ νέου ανάληψη του έργου από θέση μέλλοντος, συχνά δημιουργεί απαιτήσεις και δυσκολίες, οι οποίες της στερούν την άμεση αναγνώριση∙ όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πρωτότυπη ποίηση.

Οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, των στοιχείων που συνθέτουν το πλαίσιο, το στερέωμα της τέχνης ενός ποιητή, εάν δεν αποβαίνουν καταστροφικές, οπωσδήποτε αποβαίνουν προβληματικές, αντιβαίνουσες. Τέτοια φαινόμενα οφείλουμε να τα διερευνούμε όντας αδιάφοροι προς την απήχηση που προκαλούν, διότι πάντοτε αυτού του είδους οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, (οι οποίες δεν είναι τυχαίο πως ταυτίζονται απόλυτα με παρωχημένες φιλολογικές ύλες) έχουν ιδιαίτερη απήχηση, καθώς η ποίηση ολοένα και περισσότερο προσφέρεται ως προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτισμικών και ηθικοπλαστικών μικροσυνθηκών και όχι ως τέχνη, ως συνθήκη μιας εποπτικής επινόησης.

Αυτό το, προαναφερθέν, προϊόν, καθόλα γνήσιο απόσταγμα της λειτουργίας μιας παραποιημένης υποδειγματοποίησης, ταυτίζεται με το λεγόμενο «λυρικό υποκείμενο» ως θεωρητική αφετηρία δίχως κατάληξη και ως θεωρητική κατάληξη δίχως αφετηρία. Πρόκειται για αποκαλυπτικό λάθος το οποίο κρέμεται στα χείλη όσων δεν αναγνωρίζουν την ποίηση ως τέχνη.

Η σύγχυση είναι μνημειώδης καθώς το, λεγόμενο, λυρικό υποκείμενο προσδιορίζεται ως κοιτίδα αναφαίρετων ποιητικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, μολονότι πρόκειται για το άκρο αντίθετο του ποιητικού υποκειμένου: το λυρικό υποκείμενο χρησιμοποιεί γλώσσα μα το ποιητικό υποκείμενο δημιουργεί γλωσσικό κώδικα.

Υποστηρίζω εν ολίγοις πως, ευρύτερα, το περιεχόμενο της προσέγγισης δεν είναι πάντοτε επαρκές ή σχετικό με το περιεχόμενο της ποίησης και πως το περιεχόμενο μιας γόνιμης προσέγγισης ως επί το πλείστον επαληθεύει τη διαφορετικότητα της ποίησης και ως εκ τούτου την αδυνατότητα μίας εκ βάθρων περιεχομενικής εκπροσώπησής της. Η πραγματική προσέγγιση (είτε πρόκειται για κριτική, για μελέτη ή για μετάφραση) δεν εκπροσωπεί το περιεχόμενό της ποίησης μα το εκθέτει. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ανθολογία-σταθμός για την Επανάσταση του 1821

της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΙΟΥ

Ένας απολύτως νόμιμος επιστημονικά τρόπος διερεύνησης ενός θέματος στη διαχρονική του ποιητική αποτύπωση είναι γνωστό πως μπορεί να ξεκινήσει από μια θεματική ανθολογία, εφόσον υπάρχει. Παρά την αποδεκατιστική λογική που αναπόφευκτα διέπει εκ προοιμίου κάθε ανθολογία, η θεματική ανθολογία δίνει μια αξιόπιστη χαρτογράφηση του θέματος και συνιστά όχι μόνον δημοφιλές ανάγνωσμα αλλά και πολύτιμο εργαλείο για τους ειδικούς: ένα αρχείο, όπου εγγράφεται παράλληλα με το θέμα και η δυναμική του. Γι’ αυτό και οι ανθολογίες κατατάσσονται στα λεγόμενα έργα αναφοράς.

Στην περίπτωση του 1821, έως το επετειακό έτος 2021 είχαν εκδοθεί δύο ανθολογίες: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, που επιμελήθηκε ο ποιητής Ηλίας Γκρης (2011 και εμπλουτισμένη επανέκδοση το 2020), και Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, που επιμελήθηκε ο συγγραφέας Κώστας Σταμάτης και εκδόθηκε το 2020. Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, τις ανθολογίες τι μπορεί κανείς να διαπιστώσει; Πρώτα απ’ όλα ότι η ελληνική επανάσταση αποτελεί διαχρονική πηγή ποιητικής έμπνευσης. Από τα σύγχρονα του Αγώνα δημοτικά τραγούδια, έως σήμερα, ο αγώνας των Ελλήνων για την ελευθερία όχι μόνον δεν έχασε τη δυναμική του, αλλά στην πορεία συχνά προσέλαβε τις διαστάσεις ενός θαύματος, οι πρωταγωνιστές του οποίου συμβολοποιήθηκαν, ενώ τα γεγονότα που το καθόρισαν μετατράπηκαν από χώρους δράσης σε λογοτεχνικούς τόπους. Επιπλέον, οι πρώτοι επώνυμοι ποιητές που συνέδεσαν το όνομά τους με την ελληνική επανάσταση, ο Κάλβος και ο Σολωμός, μετατράπηκαν από ποιητικό διακείμενο σε ποιητική ύλη συνώνυμη του αγώνα για την ελευθερία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανάγκη διερεύνησης ή και επαναπροσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας εργαλειοποίησε το 1821 αναδεικνύοντας την εθνεγερτική του δράση. Από τον μεσοπόλεμο και εξής η ελληνική επανάσταση υφίσταται ποικίλους μετατονισμούς και συχνά μετατρέπεται σε απόλυτο μέγεθος με βάση το οποίο κρίνεται το παρόν ή το πρόσφατο παρελθόν. Το 1821 ενέπνευσε όχι μόνον ελεγείες ή ποιήματα δοξαστικά της επανάστασης, της ελευθερίας και άλλων μετωνυμιών του υψηλού, αλλά και ποιήματα ειρωνικά ή σατιρικά με στόχο την κριτική του ήθους της σύγχρονης εποχής. Πινακοθήκη «προσωπογραφιών» ιστορικών προσώπων που υπήρξαν πρωταγωνιστές της Επανάστασης και αποτέλεσαν σηματωρούς στην εξέλιξη της ελληνικής ταυτότητας, αρχείο των γεγονότων που σημάδεψαν την εξέλιξη του Αγώνα, αλλά και αντηχείο ανθρώπινων αδυναμιών, παθών ή και σκοτεινών πλευρών του ξεσηκωμού, οι ανθολογίες αποτελούν ιδεολογικό βαρόμετρο της κάθε εποχής συντηρώντας την ιστορική μνήμη και την πρόσληψή της.

Από τις ποικίλες επετειακές εκδηλώσεις για το 1821, έγινε φανερό ότι η ποιητική διαχείριση των αγωνιστών από εποχή σε εποχή και από γενιά σε γενιά είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται η εθνική συνείδηση και ιδίως η σχέση παρόντος-παρελθόντος. Η πρόσφατη ενασχόλησή μου με την ποιητική διαχείριση του Μακρυγιάννη σε ποιήματα του 20ού αιώνα με έφερε ως μελετήτρια στην πιο πρόσφατη ποιητική ανθολογία για το 1821 με τον εμβληματικό τίτλο Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! και υπότιτλο Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, την οποία και θα σας παρουσιάσω.

148 Έλληνες και 43 ξένοι ποιητές περιλαμβάνονται στις 967 σελίδες μιας τυποτεχνικά άψογης και εξαιρετικά καλαίσθητης ανθολογίας η οποία αποτελεί καρπό δύο χρόνων συστηματικής εργασίας των δύο υποψηφίων διδακτόρων Νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ, του Θανάση Γαλανάκη και του Μάνου Κουμή, και, επίσης, λεπτουργημένης εικαστικής επεξεργασίας από την Ηρώ Νικοπούλου του «Εικονογραφημένου παραρτήματος κοσμημάτων», όπου, επιπλέον, περιλαμβάνονται 30 πλούσια λήμματα και 32 σχέδια όπλων, ενδυμάτων και καθημερινών αντικειμένων των αγωνιστών του Εικοσιένα. Όπως επισημαίνουν οι ανθολόγοι στον Πρόλογο, κριτήρια για την επιλογή των ποιημάτων στάθηκαν «αφενός η ποιότητα και αφ’ ετέρου η αντιπροσωπευτικότητα των ανθολογούμενων κειμένων». Η δομή της ανθολογίας είναι γραμμική, με χρονολογικές/γραμματολογικές ενότητες, ξεκινώντας από τη δημοτική ποίηση έως το παρόν. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από μια δεξαμενή 1.500 ποιημάτων, την οποία συγκρότησαν σε πρώτη φάση οι ανθολόγοι και η οποία απόκειται στο Ίδρυμα Τάκη Σινόπουλου που, σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς, ανέλαβε την έκδοση. Η δεξαμενή αυτή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τους μελετητές και καλό θα ήταν σε μια δεύτερη φάση να δημοσιευτεί ένας κατάλογος αυτών των ποιημάτων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βούληση των ανθολόγων να ισορροπήσουν ανάμεσα στα δύο κριτήρια της αισθητικής και της αντιπροσωπευτικότητας, σε συνδυασμό με μια τρίτη παράμετρο που σχολιάζεται στον Πρόλογο: την ισότιμη εξέταση των ποιημάτων που συχνά έδωσε προτεραιότητα σε μια ήσσονα ποιητική φωνή προκειμένου να φανεί η εμβέλεια της Επανάστασης. Ιδίως στην περίπτωση του 19ου αιώνα και της μεταπολεμικής περιόδου στον 20ό αιώνα έχουν συμπεριληφθεί αρκετοί άγνωστοι ποιητές με ένα ή περισσότερα ποιήματά τους. Το γεγονός είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όχι μόνον διότι διασώζονται και ποιητικές φωνές που δεν γνωρίζουμε, αλλά και διότι έτσι αποκαλύπτεται η ακτινοβολία ενός θέματος δομικού για τη διαμόρφωση της ταυτοτικής αυτοσυνειδησίας του ελληνικού λαού. Ασφαλώς, η διαχρονική αποτύπωση του θέματος στη διάρκεια των 200 ετών δείχνει και την ποικιλία των στάσεων, εκτιμήσεων και ερμηνευτικών προσεγγίσεων και πρόσληψης προσώπων, γεγονότων και ιδεών. Η ίδια αρχή διέπει και την ξενόγλωσση ποίηση: Στην ανθολογία έχουν περιληφθεί και φιλελληνικές φωνές όχι μόνο ποιητών ήδη γνωστών, αλλά και λιγότερο γνωστών, από όλη σχεδόν την Υφήλιο. Σ’ αυτό το τμήμα της ανθολογίας αξιομνημόνευτη είναι η συμβολή του Ξάνθου Μαϊντά, Προέδρου του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου, ο οποίος συνέβαλε και στην ανθολόγηση ορισμένων Ελλήνων και ξένων ποιητών και του Συμεών Σταμπουλου ο οποίος μετέφρασε γερμανόφωνα ποιήματα. Εδώ οφείλω να μεταφέρω την πληροφορία του επιμελητή της έκδοσης ότι εμπνευστής του εγχειρήματος υπήρξε ο Γιάννης Πατίλης, ο οποίος βοήθησε στα μετόπισθεν.

Πέρα από τη συμπερίληψη στην έκδοση και φιλελληνικής ποίησης ένα βασικό στοιχείο στο οποίο η ανθολογία αυτή οφείλει τη μοναδικότητά της είναι η φιλολογική συνείδηση που διέπει το όλο εγχείρημα, γεγονός που την καθιστά επιπλέον χρήσιμη και για τους ειδικούς, τους μελετητές της λογοτεχνίας. Όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Γαλανάκης, επιμελητής αυτού του εξαιρετικά απαιτητικού εκδοτικού εγχειρήματος, «η ποικιλομορφία των συγγραφέων, των ποιητικών τους φωνών και των ίδιων των ποιημάτων γέννησε την ανάγκη μιας ενδελεχούς επιμέλειας». Τα γλωσσικά και πραγματολογικά υπομνήματα που συνοδεύουν το κάθε ποίημα, και η βιβλιογραφική καταγραφή της πηγής από την οποία αυτό αντλήθηκε, πέρα από τον τεράστιο μόχθο που προϋποθέτουν καθιστούν την ανθολογία πολύτιμο εργαλείο. Το “διευρυμένο” γλωσσικό υπόμνημα, που μερικές φορές περιλαμβάνει και λέξεις που δύσκολα θα θεωρούσε κανείς άγνωστες, εξηγείται κατά τον επιμελητή από το γεγονός ότι η έκδοση δικαίως φιλοδοξεί να περιλάβει στους δυνητικούς αναγνώστες της τις νεότερες γενιές αλλά και τους Έλληνες της διασποράς. Έχοντας εμπειρία της προϊούσας γλωσσικής αφασίας των νεότερων γενιών, δηλώνω ότι πείθομαι απολύτως από την επισήμανσή του.

Στην άψογη τυποτεχνική εμφάνιση του τόμου, ως επιπλέον στοιχείο καλαισθησίας αλλά όχι μόνον, έρχεται να προστεθεί η εικονογράφηση με έργα από τον χώρο της ελληνικής και φιλελληνικής ζωγραφικής, τα οποία έχουν λειτουργική σχέση με ανθολογημένα ποιήματα. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το πλούσιο εικαστικό και πραγματολογικό Παράρτημα της Ηρώς Νικοπούλου που ολοκληρώνει τον τόμο.

Επιπλέον, έχοντας χρησιμοποιήσει την ανθολογία όχι απλώς ως αναγνώστρια αλλά και ως μελετήτρια οφείλω να παρατηρήσω πως θα διευκόλυνε ένα ευρετήριο των ονομάτων προσώπων και τόπων: δεδομένης μάλιστα της μεγάλης έκτασης του τόμου, το ευρετήριο ονομάτων θα είναι ένας αποτελεσματικός πλοηγός στις 967 σελίδες. Κατανοώ ότι η έκδοση δεν ήταν δυνατόν να επιβαρυνθεί με το ευρετήριο, αλλά θεωρώ απαραίτητη την εκ των υστέρων συγκρότησή του και την αυτοτελή δημοσίευσή του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με ένα πολύ σημαντικό βιβλίο αναφοράς, το οποίο μπορεί να χαίρεται ο αναγνώστης της ποίησης και να εμπιστεύεται ο ειδικός μελετητής· ένα μεγαλειώδες βιβλίο αντάξιο του υψηλού θέματος και terminus post quem από την άποψη ότι οι ανθολόγοι του μέλλοντος, αν θελήσουν να συγκροτήσουν μια νέα ανθολογία για το 1821, θα χρειαστεί να εργαστούν, μακάρι με την ίδια ευσυνειδησία, ευρηματικότητα και ενδελέχεια, “από εκεί και πέρα”.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ


Σημ.: Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εναρκτήρια ομιλία με θέμα «Οι ανθολογίες ως αρχείο της πρόσληψης του 1821», σε διαδικτυακή ημερίδα με τίτλο «Το ’21 μετά το ’21. Λογοτεχνικές αναπαραστάσεις και ιστορική μνήμη», που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Πατρών σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τοπάλη στις 20.11.2021.

Επιστήμη και θρησκεία: από τον δέκατο έβδομο μέχρι και τον εικοστό αιώνα

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πριν από μια δεκαετία είχε κυκλοφορήσει ένα ενδιαφέρον αλλά και αμφιλεγόμενο βιβλίο, με τον τίτλο Θρησκεία για άθεους (2011). O συγγραφέας του, Αλαίν ντε Μποτόν, δεχόταν τη μομφή των παλιών μεγάλων αθεϊστών ότι η θρησκευτικότητα προσιδιάζει στους ψυχικά αδύναμους και εξαθλιωμένους, όντας ένας παιδαριώδης πόθος, συνάμα όμως ενέκρινε τη θρησκευτικότητα ακριβώς για τον ίδιο λόγο που εκείνοι την απέρριπταν: μπορούμε, πιστεύει, να δεχτούμε από τις θρησκευτικές παραδόσεις μεγάλη παρηγοριά για τις συναισθηματικά “δυσάρεστες” συνέπειες της εκκοσμίκευσης (π.χ. ατομικισμός, υπερβολικός ορθολογισμός, ηθικός σχετικισμός). Κύριο ρόλο στις προτάσεις του δεδηλωμένου αθεϊστή Μποτόν κατέχει φυσικά αυτό που για πολλούς θεωρείται ως το κύριο υποκατάστατο της θρησκείας σήμερα: η τέχνη. Αν “μεταφυτεύσουμε” σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες τις συναισθηματικά πλούσιες θρησκευτικές τελετουργίες του παρελθόντος, μπορούμε να κάνουμε πιο ανεκτή τη ζωή στη σύγχρονη κοσμική Δύση. Η εκκοσμίκευση είναι πλέον δεδομένη και η καταφυγή στο ιερό φαντάζει απίθανη, καθώς αντιβαίνει στην “επιστημονική” λογική των σημερινών ανθρώπων. Πώς φτάσαμε όμως ώς εδώ; (περισσότερα…)

Λιν Σου, συγγραφέας του «Κιχώτη»

του Μικαέλ Γκόμεζ Γκούτχαρτ

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

«Η Κίνα είναι τόσο αλλόκοτα αποκαλυπτική ως προς την ουσία της, ώστε κανείς δεν την αντιμετωπίζει ατιμωρητί: σπανίζουν οι συγγραφείς που είναι ικανοί να μιλήσουν γι’ αυτήν δίχως να επιδείξουν τις πιο μύχιες εμμονές τους· υπό αυτή την έννοια, όποιος μιλάει για την Κίνα, μιλάει για τον εαυτό του».
ΣΑΪΜΟΝ ΛΕΪΣ

Το όνομα του Λιν Σου σάς είναι σίγουρα παντελώς άγνωστο. Ε λοιπόν, μάθετε ότι θα άξιζε μια αξιοσέβαστη θέση στα εγχειρίδια ιστορίας της λογοτεχνίας. Καταγόμενος από την επαρχία Φουτζιάν, στα νοτιοδυτικά της Κίνας, αυτός ο σπουδαίος αυτοδίδακτος λόγιος, απόγονος της δυναστείας Κινγκ, της τελευταίας που βασίλεψε στην Κινεζική Αυτοκρατορία, υπήρξε ζωγράφος, καλλιγράφος, μυθιστοριογράφος, έγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις. Εκτός των άλλων, από το τέλος του 19ου αιώνα υπέγραψε τις πρώτες λογοτεχνικές μεταφράσεις στην Κίνα – τις οποίες στερούνταν οι βιβλιοθήκες, εφόσον επί αιώνες η κινεζική παράδοση συνίστατο από σχόλια σε κείμενα αρχαίων Κινέζων, και όχι από εισαγωγές. Συνεπώς, ο Λιν Σου συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στο να διαδώσει, στον Κινέζο αναγνώστη, έργα και συγγραφείς άκρως εξωτικού χαρακτήρα, που προέρχονταν κυρίως από την Αγγλία, αλλά και από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία και τη Γερμανία˙ και όλο αυτό, πρέπει να τονιστεί, χωρίς να μιλάει καμιά ξένη γλώσσα. Ζητούσε να του διαβάσει τα κείμενα ένας βοηθός-μεταφραστής που γνώριζε, έστω θεωρητικά, τη γλώσσα προέλευσης και μπορούσε επομένως να επιχειρήσει χωρίς εμπόδια μια ερμηνεία σε προφορικά Μανδαρίνικα. Απ’ όσα μας παραδίδουν οι πιο οξυδερκείς σχολιαστές του –ελάχιστοι, στην πραγματικότητα–, ο Λιν Σου προχωρούσε στο ξαναγράψιμο του συνόλου σε κλασικά Μανδαρίνικα, προσπαθώντας όσο το δυνατόν να μείνει πιστός στη διασκευή, προτιμώντας την πλοκή της αφήγησης παρά τη μελωδία, τον ρυθμό και το ύφος. Ο Λιν Σου (1852-1924), με όπλο μόνο την αυθεντία του, επωφελούνταν της εκπληκτικής ικανότητας που έγκειται στην ανάγνωση οποιασδήποτε γλώσσας μέσα από τα μάτια ενός άλλου.

Βοηθούμενος διαδοχικά από δεκαεννέα βοηθούς, μετέφρασε, ή καλύτερα ξανάγραψε, σχεδόν διακόσιους κλασικούς της δυτικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων: Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Δουμάς πατέρας και υιός, Τολστόι, Ντίκενς, Γκαίτε, Στήβενσον, Ίψεν, Μοντεσκιέ, Ουγκώ, Τσέχωφ και Λοττί. Μερικές από τις διασκευές του έγιναν μάλιστα, στις αρχές του 20ού αιώνα, πραγματικά μπεστ σέλερ στην Κίνα, όπως Η κυρία με τις καμέλιες, ξαναβαπτισμένη για την περίσταση ως Η κληρονομιά της παρισινής κυρίας με τις καμέλιες. Ακόμη πιο συναρπαστικό και μυστηριώδες είναι το γεγονός ότι καμιά πενηνταριά από τις ανέκδοτες μεταφράσεις του ήταν κείμενα των οποίων κανείς ως σήμερα δεν στάθηκε ικανός να ταυτοποιήσει τον συγγραφέα ή τη γλώσσα προέλευσης. Ανάμεσα σε αυτά τα χαμένα χειρόγραφα βρίσκονται αριστουργήματα, για τα οποία αγνοούμε απολύτως τα πάντα.

Τα βιβλία συχνά παίρνουν πλάγιους δρόμους και άλλα «μονοπάτια που διακλαδίζονται», για να γκρεμίσουν κάθε όριο και να φτάσουν εκεί όπου κανείς δεν τα περιμένει. Η ιστορία της λογοτεχνίας, ή της γραφής, δεν υστερεί ανάλογων παραδειγμάτων. Ο νεαρός Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ –μεταφραστής των Κνουτ Χάμσουν, Ρομαίν Ρολλάν και Γκαμπριέλε Ντ’Αννούντσιο στα Γίντις– δεν είχε, απ’ όσο φαίνεται, καμιά ιδέα Νορβηγικών, Γαλλικών ή Ιταλικών˙ βασίστηκε στις γερμανικές μεταφράσεις που κυκλοφορούσαν στην προπολεμική Πολωνία. Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς είναι ένα άλλο εντυπωσιακό παράδειγμα: στην Αργεντινή, ξανάγραψε ο ίδιος το Φερντυντούρκε του στα Ισπανικά, με τη βοήθεια των Βιρχίλιο Πινιέρα και Ουμπέρτο Ροντρίγκεζ Τομέου, δύο Κουβανών συγγραφέων που δεν είχαν ποτέ ακούσει ούτε μια πολωνική λέξη, και ύστερα ξαναμετέφρασε αυτή την εκδοχή στα Γαλλικά με τη βοήθεια ενός καθηγητή της Alliance Française του Μπουένος Άιρες, καταλήγοντας έτσι σε εκείνη που θα γινόταν η πρώτη γαλλική έκδοση του Φερντυντούρκε, η οποία εκδόθηκε από τον Μωρίς Ναντώ το 1958.

Το 1921 ο Λιν Σου αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Κιχώτη, ξεκινώντας από μια αγγλική μετάφραση του 1885. Ο βοηθός Τσεν Τζιαλίν, που είχε συμπληρώσει ένα μέρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Αγγλία, φαινόταν ικανός να κάνει την ανάγνωση, σύμφωνα με την εξοικειωμένη τεχνική. Ωστόσο, προέκυψε μια μερική εκδοχή, όχι απλώς παραγεμισμένη με ανέκδοτους διαλόγους, αλλά επίσης ακρωτηριασμένη κατά πολλά κεφάλαια, ανάμεσα στα οποία ο περίφημος πρόλογος: δηλαδή 285 σελίδες από το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες – εδώ είναι αδύνατον να μη σκεφτούμε το μυστικό εγχείρημα κάποιου Πιερ Μενάρ που, σύμφωνα με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, φιλοδοξούσε ακριβώς να ξαναγράψει το πρώτο βιβλίο του Κιχώτη.

Η Βιογραφία του τρελού ιππότηΖωή του μαγεμένου ιππότη, ανάλογα με τις επαναμεταφράσεις) εκδόθηκε το 1922 στη Σανγκάι, προπύργιο της κινεζικής βιομηχανίας του βιβλίου, επονομαζόμενη τότε ως Παρίσι της Ανατολής, λόγω της πληθώρας εκδοτών, τυπογραφών και λογοτεχνικών καφέ. Ο Λιν Σου, καταβεβλημένος από την αρρώστια, πεθαίνει μετά από δύο χρόνια, αφήνοντας τον μισό Κιχώτη του εν είδει αποχαιρετισμού.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Δον Κιχώτης της Μάντσα αφηγείται για έναν άρρωστο γέρο συνεπαρμένο με τα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι περιπέτειες του οποίου θα μεταφράζονταν από ένα αραβικό κείμενο που ο Θερβάντες με πανουργία αποδίδει σε κάποιον μουσουλμάνο ιστορικό. Η υπεκφυγή του ψεύτικου μεταφραστή ήταν, από τον 14ο αιώνα, ένα επαναλαμβανόμενο ταχυδακτυλουργικό κόλπο στην ιπποτική λογοτεχνία, οι συγγραφείς της οποίας συχνά παρουσίαζαν τα κείμενά τους ως μεταφράσεις από την τοσκανική και τη φλωρεντινή διάλεκτο, από τα Ταταρικά, Ελληνικά ή Ουγγρικά, για να μην αναφέρουμε άλλες γλώσσες που είναι αδύνατον να ταυτοποιηθούν. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός ξεκινάει το 1605 με ένα έργο που θα ήταν μια μετάφραση, και ο πρωταγωνιστής του οποίου είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων. Ο κύκλος έκλεισε, και μάλιστα ωραία.

Μια μετάφραση, ως ξαναγράψιμο, όσο πιστή και αν είναι, δεν ισοδυναμεί ποτέ με το πρωτότυπο έργο. Ο Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ επισήμαινε σχετικά ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συνιστά ένα «μονοπάτι» με κατεύθυνση το πρωτότυπο έργο. Το απίστευτο μυθιστορηματικό ταξίδι του ευρηματικού Λιν Σου, συνοδευόμενου από τον πιστό βοηθό Τσεν Τζιαλίν, πέρα από να διαψεύδει, μοιάζει να εκπληρώνει την ανησυχητική απεικόνιση της παραπάνω θέσης.

Παρίσι, 2017   

Η μετάφραση βασίστηκε στη δημοσίευση του κειμένου στο περιοδικό Testo a fronte. Teoria e pratica della traduzione, n. 58, I semestre 2018, Marcos Y Marcos, Milano.

Ο Mikaël Gómez Guthart (Μοντεβιδέο, 1981) είναι συγγραφέας, μεταφραστής και λογοτεχνικός κριτικός. Έχει μεταφράσει έργα των Ζαν Ζακ Ρουσσώ και Μερλώ-Ποντύ στα Ισπανικά, και στα Γαλλικά έργα των Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Ρικάρντο Πίλια κ.ά. Μαζί με την Αργεντινή συγγραφέα Ariana Harwicz έχουν γράψει το Desertar (Mardulce Editora, Buenos Aires 2020), έναν διάλογο γύρω από τη λογοτεχνία, τη μετάφραση, τα ταξίδια, καθώς και τα μυστήρια που εξυφαίνονται ανάμεσά τους.

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Για μια πρώτη περίπτωση κυπριακής queer ποίησης

Ηλίας Κωνσταντίνου
Ποιήματα
(Επιμέλεια-Επιλεγόμενα: Λευτέρης Παπαλεοντίου)
Αθήνα, Βακχικόν, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Με την επανέκδοση μεγάλου μέρους της ποιητικής παρακαταθήκης του πρόωρα χαμένου Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995) σε επιμέλεια του ακαδημαϊκού φιλόλογου Λευτέρη Παπαλεοντίου ξεκινά μια απαραίτητη (και ενδεχομένως αναμενόμενη) συζήτηση για μια σημαντική ποιητική μορφή της Κύπρου. Το έργο του Κωνσταντίνου δεν προσέχθηκε ή, καλύτερα ίσως, δεν συζητήθηκε ευρέως όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, ενδεχομένως γιατί το πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό έδαφος της νήσου δεν ήταν καθόλου πρόσφορο για ομοφυλόφιλη ποίηση. Τις πρώτες δύο τουλάχιστον δεκαετίες μετά το 1974 το κυρίαρχο έως και απόλυτο θέμα  το οποίο ήταν “αποδεκτό” στις τέχνες των γραμμάτων ήταν αναπόφευκτα το Κυπριακό: η εισβολή, η προσφυγιά, η απώλεια, η αδικία, η αναμονή, το τραύμα.

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1984, με τίτλο Αρσενικός Χαλκός (Θεμέλιο, Κύπρος). Ακολούθησαν οι συλλογές Γράμματα της Ώρας (Θεμέλιο, Κύπρος, 1986) και Κυπριακές Ηθογραφίες (Λεμεσός, 1991). Μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1995, εκδόθηκαν Τα Αυτοκρατορικά  (Λεμεσός, 1996). Ελάχιστα είναι τα σημειώματα για την ποίηση του ενόσω ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή,[1] γεγονός που επιβεβαιώνει, όπως αναφέρει και ο Λ. Παπαλεοντίου, τη μη ένδειξη προσοχής προς αυτήν ή την απαξίωση ίσως προς έναν ποιητή ο οποίος αφενός δεν κρύβει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον «έρωτα των αντρών» συγκεκριμένα, τον οποίο ιδιαζόντως καταθέτει με αντιεξουσιαστική διάθεση,[2] καυτηριάζει την παχύδερμη κυπριακή κουλτούρα αφετέρου.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις, για παράδειγμα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, αυταπόδεικτων προγόνων του Κωνσταντίνου,[3] ακόμα και του Δημήτρη Ποταμίτη (περίπτωση η οποία επίσης αξίζει και πρέπει να μελετηθεί πλέον εκτενέστερα και εμβριθέστερα), με την οποία η ποίηση του Κωνσταντίνου έχει συνδεθεί επαρκέστερα,[4] η ομοφυλόφιλη ταυτότητα στον Κωνσταντίνου δηλώνεται ευθέως, δηλαδή διαμέσου του πόθου του ανδρικού σώματος για ένα άλλο ανδρικό σώμα και της επιθυμίας της σαρκικής ηδονής. Δεν υπάρχει συγκάλυψη, απόκρυψη, υπαινικτικότητα ή η καταπίεση του εγκλωβισμού στον Κωνσταντίνου. Η ποίησή του έχει συνδεθεί επίσης, διά των συγκλίσεων ή των αποκλίσεων, με εκείνην του Νίκου Σπάνια και του Ανδρέα Αγγελάκη, αντίστοιχα.[5] Η ποίηση του Κωνσταντίνου, που ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται στην Κύπρο δέκα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, δίδοντας αιφνιδίως μεγαλύτερη ή έστω εξίσου μεγάλη βαρύτητα και σε “άλλες” θεματικές στοχεύσεις, δεν μπορεί παρά να είναι όντως τολμηρή και προκλητική, άσεμνη και ωμή. Και κυρίως, όπως οι μελετητές συμφωνούν, συνιστά ποίηση σωματοποιημένη ή σωματική,[6] με άλλα λόγια, κυριολεκτική:

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Στον Δήμο που φεύγει

Αφήνω σε
στα φιλιά μου, φίλε μου
σ’ ένα στρώμα διπλό
στα φιλιά μου φίλε μου
– για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
κοιτάζω σταθερά
τον γαλανό αφαλό, του κορμιού σου
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
ακολουθείς, μορφασμούς ηδονής
στου λαιμού μου την κίνηση.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
σκεπάζει το καυλωμένο σου βυζί
το ξυρισμένο μου μάγουλο.
Έτσι πλασμένοι
κι οι δυο σκεπασμένοι
τέλεια ίδιοι – πάντα αντίθετοι
μες σ’ τούντην ασφάλεια αφήνω σε φίλε μου
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γλείφω πολλά – αναπνέω απαλά
στα ανοιχτά σου βλέφαρα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γεμώνεις μου τα δάχτυλα χύματα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
πίνεις τα δικά μου
στου αφαλού μου το κύπελλο.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου
επιστρέφω
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σώμα σου
στη στρογγυλή άκρη του κόσμου
στο επάπειρο σήμερα.

(περισσότερα…)

Οικείοι μας αντιήρωες

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στέργιος Χατζηκυριακίδης, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ
από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Δίαυλος 2021

Το διήγημα, αν έκανε κάτι πάντα, ήταν να παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό «φέτες ζωής».  Έχει βαθιά μέσα του ριζωμένη τη ρεαλιστική τούτη συνθήκη. Πρόκειται μάλιστα για μια επιταγή που επιβάλλεται από την ίδια την τεχνοτροπία του. Επειδή είναι μικρό σε έκταση, δεν έχει πολύ χρόνο και χώρο στη διάθεσή του για να θεμελιώσει έναν καινούργιο κόσμο εκ του μηδενός. Του είναι πιο εύκολο και πιο φυσικό να ανοίγει ένα παράθυρο στην πραγματικότητα και να μας την προβάλλει διαστρεβλωμένη ή μη, θολή και αφηρημένη ή δοσμένη με χειρουργική ακρίβεια. Έτσι γίνεται και στη συλλογή διηγημάτων του Στέργιου Χατζηκυριακίδη, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Εκδόσεις Δίαυλος 2021.

Μόνο που εδώ οι διαθλαστικοί φακοί που χρησιμοποιούνται εμφανίζουν αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες. Αν μπούμε στον μυθοπλαστικό κόσμο των Βατσ’νιών με το ψυχρό μάτι του αφηγηματολόγου ή του μελετητή της λογοτεχνίας μπορούμε να εντοπίσουμε αμέσως κάποιες ξεκάθαρες κατευθύνσεις που δείχνουν ότι το κάθε αφήγημα είναι εκεί για να επιβάλλει τους όρους του και δεν το ενδιαφέρει σε καμία περίπτωση να χαϊδέψει τα αυτιά του εν δυνάμει κοινού του.

Έτσι, αρχικά, παρατηρούμε ότι στα συγκεκριμένα διηγήματα γίνεται μια πολύ ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και των εκφραστικών σχημάτων. Στόχος δεν είναι η καλλιέπεια, η καλολογία, η δημιουργία ατμόσφαιρας ή τονικότητας, αλλά η υπονόμευση όλων των προηγούμενων. Βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου η παραδοσιακή έννοια της λογοτεχνικότητας κλυδωνίζεται, αν δεν αυτοαναιρείται κιόλας. Αλλά και πέρα από τη γλώσσα, αν σταθούμε στις δομές θα δούμε ότι κυρίαρχο μέσο της πλοκής γίνεται η παρέκκλιση. Ένα στοιχείο που είναι ουσιαστικά ενάντιο σε κάθε έννοια πλοκής – αν και κατ’ άλλους «όλη η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια παρέκκλιση». Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν τα διηγήματα της συλλογής εκφράζουν μία αφαίρεση τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε υφολογικό.

Το λογοτεχνικό κείμενο όμως δομείται πάνω σε λεπτές ισορροπίες. Αν αφαιρεθεί κάποιο στοιχείο θα πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα από κάποιο άλλο, όσο το δυνατόν ισοδύναμό του. Ειδάλλως το όλο οικοδόμημα κινδυνεύει να κατεδαφιστεί. Με τί καλύπτονται λοιπόν αυτά τα ηθελημένα κενά στις Βατσ΄νιές;  Πώς ξεπερνιέται ο κίνδυνος κατεδάφισης; Καλύπτονται, θα λέγαμε, με μεταμοντέρνα υλικά της αφήγησης: με την ειρωνεία, τον αστεϊσμό, το σκώμμα, την ανεκδοτολογική εξιστόρηση, το ευφυολόγημα. Ο Χατζηκυριακίδης γεμίζει τους αρμούς της αφήγησης με στοιχεία που φέρουν έντονα τον αέρα του ρίσκου. Διότι αναγκάζουν τον αναγνώστη να μετακινηθεί από το comfort zone του, να φύγει από το μέρος που γνωρίζει και που του είναι οικείο, και να μπει σε μια περιοχή όπου επικρατεί αστάθεια και ανασφάλεια.

Το χιούμορ στη λογοτεχνία, είναι στοιχείο ανοικείωσης και αποστασιοποίησης. Χρησιμοποιούμε κάθε αφηγηματικό μέσο για να  τραβήξουμε τον αναγνώστη βαθιά στην αφήγηση, να τον εισαγάγουμε στον μυθοπλαστικό κόσμο και να τον κρατήσουμε όσο περισσότερο γίνεται εκεί. Το χιούμορ όμως έρχεται σαν μια εντελώς αντίθετη δύναμη. Αναγκάζει τον αναγνώστη να σταθεί έξω από τον κειμενικό κόσμο, τον βάζει να κρίνει αυτό που διαβάζει, τον κάνει να αμφισβητήσει το κύρος του κειμένου, του επιβάλλει να σκεφτεί. Αυτό είναι το εγγενές ρίσκο λοιπόν κάθε αφήγησης που αναδεικνύει το χιούμορ, τον σαρκασμό και την ειρωνεία ως κεντρικές ποιότητες του ύφους  και της μηχανικής του.

Στις Βατσ’νιές η αφήγηση είναι «αντιλογοτεχνική» και για έναν ακόμη λόγο: χαρακτηρίζεται από πολύ έντονη προφορικότητα και σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει την μυθοπλασία όπως την έχουμε συνήθως στο μυαλό μας. Ο μύθος των διηγημάτων δεν έχει ανάγκη κλειστές δομές για να εκφραστεί και να αναπτυχθεί· μάλιστα σε πολλά σημεία δείχνει να αποστρέφεται την «καθεστηκύια αισθητική» του λόγου και της αφήγησης (αν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο). Δείχνει δηλαδή ότι πάει κόντρα σε ό,τι είναι γενικώς αποδεκτό. Δημιουργεί μια ενδόμυχη αφηγηματική διαταραχή. Αυτό φανερώνει και την ιδεολογική χροιά των συγκεκριμένων κειμένων. Το ύφος, ο τρόπος που λέγεται μια ιστορία, συνδέεται βαθύτατα με την ιδεολογία που τη διέπει και ακολούθως παράγει περιεχόμενο.

Σε μια εποχή που το λογοτεχνικό κείμενο -ακόμα μια φορά- μοιάζει να βαραίνει από στολίδια, ανούσιες καλολογίες και βερμπαλισμούς, που στην ουσία επιχειρούν να κολακέψουν τον αναγνώστη, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι υπάρχουν κείμενα τα οποία τραβάνε προς μιαν άλλη, πολύ πιο έντιμη, κατεύθυνση. Κείμενα που δεν επιχειρούν να κοροϊδέψουν ή να ξεγελάσουν το κοινό τους, που δεν προσπαθούν να το αποκοιμίσουν ή να το αποπροσανατολίσουν με τις ωραίες εκφράσεις τους ή με την ποιητικότητα που αποπνέουν αλλά αντίθετα επιθυμούν να χτίσουν μια σχέση ισοτιμίας, και ειλικρίνειας μαζί του.

Προσωπικά βρήκα υπόγειες συνδέσεις και αντιστοιχίες των Βατσινιών με έργα του Γιώργου Ιωάννου που μιλάνε για την επαρχία όπως ακόμα και με το περιβόητο Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή. Μπορεί να ακούγεται ακραίο, αλλά οι Βατσ’νιές ειδολογικά αποτελούν μέρος της συγκεκριμένης παράδοσης. Πρόκειται για αφηγήσεις όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα, η αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου γίνεται σχεδόν σωματική, και το επαρχιακό αστικό τοπίο παίζει καταλυτικό ρόλο στην ψυχολογία και την ψυχοσύνθεση των ηρώων.

Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν από αυτά τα διηγήματα είναι ως επί το πλείστον αντιήρωες. Τί σημαίνει όμως αντιήρωας; Στις μέρες μας θα έλεγα ότι τείνει να σημαίνει «κανονικός» άνθρωπος. Το πανόραμα των αντιηρωικών μορφών λοιπόν δεν κάνει τίποτε άλλο εδώ παρά να ενισχύει την αληθοφάνεια του κειμένου. Και η αληθοφάνεια ήταν και παραμένει πάντα ένα από τα πιο βασικά ζητούμενα της μυθοπλασίας.

Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα στις Βατσ’νιές θυμίζουν υπαρκτά σουλούπια που όποιος έχει ζήσει στην βαλκανική περιφέρεια των προηγούμενων δεκαετιών τού είναι οικεία, τα ξέρει, τα ’χει δει να περιφέρονται στους δρόμους και στα μπαρ, τα έχει συναναστραφεί και έχει κάνει μεθυσμένες κουβέντες μαζί τους. Πρωτίστως έχουμε να κάνουμε με μυθοπλαστικούς ανθρωπότυπους που κουβαλάνε πάνω τους το βάρος της καταγωγής τους. Αυτό το βάρος δεν είναι τόσο ότι τους δίνει ταυτότητα, όσο ότι τους γεμίζει υπαρξιακά και οντολογικά· τους προσφέρει ένα είδος νοήματος και τους δίνει μια αίσθηση πληρότητας μέσα στα άδεια και ομιχλώδη βαλκανικά τοπία που ζούνε.

Ο αφηγητής των διηγημάτων δεν βλέπει ποτέ τους ήρωες του αφ’ υψηλού αλλά τους αντιμετωπίζει ως ίσος προς ίσο. Και μάλιστα κατά βάθος υποψιαζόμαστε ότι τους θαυμάζει και δείχνει ότι τον δένουν μαζί τους αόρατοι αλλά ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί. Δεν παραθέτει απλώς στιγμιότυπα από τις ζωές των ηρώων του, αξιοπερίεργα, ιδιαίτερα, ζουμερά, σουρεαλιστικά συμβάντα, αλλά φαίνεται να απολαμβάνει ακόμα και τον ήχο των λέξεων που χρησιμοποιεί για αυτές τις εξιστορήσεις.

Τα κείμενα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από συναισθηματισμό. Η ειρωνεία άλλωστε που, όπως είπαμε, κατά κόρον χρησιμοποιείται ακυρώνει κάθε τέτοια παράμετρο. Αλλά αυτό μπορεί εν τέλει και να μην ισχύει. Ειδικά σε αναγνώστες που αναγνωρίζουν το μοτίβο των περιγραφόμενων καταστάσεων, που έχουν συγχρωτισθεί στο παρελθόν με τις κατηγορίες ανθρώπων που αναφέρονται, που έχουν πιει μαζί τους, έχουν μεθύσει, έχουν ακούσει τις ιστορίες τους, οι Βατσ’νιές ανοίγουν μια εσωτερική πόρτα. Και φωτίζουν έναν χώρο σκεπασμένο από τις ομίχλες της μνήμης και ίσως, μέχρι ένα σημείο, και της νοσταλγίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά…» (2/2)

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2019 καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τῶν διακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὁ συγγραφέας Γιάννης Πατίλης, μέλος τοῦ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Ποίησης, ἐμπνεύστηκε ἕναν ἀνθολογικὸ τόμο, ὁ ὁποῖος θὰ περιελάμβανε ποιήματα Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων μὲ θέμα τὴν ἑλληνικὴ παλιγγενεσία. Πολὺ σύντομα, σύσσωμο τὸ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος, προεξάρχοντος τοῦ προέδρου του, Ξάνθου Μαϊντᾶ, ἀγκάλιασαν τὴν ἰδέα αὐτὴ καὶ ἔθεσαν σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα πλάνο σύστασής της μὲ τὴν ἀρωγὴ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της ἐνέταξε τὸν τόμο αὐτὸν στὸ πρόγραμμα δράσεών της γιὰ τὸ 1821.

Ἡ ἀνθολογικὴ ἐπιμέλεια ἀνετέθη στὸν φιλόλογο καὶ κριτικὸ λογοτεχνίας, ὑποψήφιο διδάκτορα Μάνο Κουμῆ καὶ στὸν ὑποφαινόμενο, στὸν ὁποῖον πιστώνεται ἐπίσης ἡ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἡ γενικότερη φροντίδα τοῦ τόμου. Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ὑπῆρξε ἤδη ἀπὸ τὴ σύλληψή του παράτολμο. Ὁ ἔλεγχος τῶν κειμενικῶν τεκμηρίων ὄφειλε νὰ καλύψει περίπου δυόμιση αἰῶνες ποιητικῆς παραγωγῆς, ἐνῶ ἡ ἔρευνα δὲν γινόταν νὰ περιοριστεῖ μόνο στὰ γνωστὰ καὶ εὐκόλως ἐντοπίσιμα ἔργα, μὰ νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ πηγὲς δευτερεύουσες, ἄγνωστες καὶ πολὺ συχνὰ δυσεύρετες.

Παρὰ ταῦτα, ἔπειτα ἀπὸ μῆνες ἀνάγνωσης, ἀποθησαύρισης καὶ ἀρχειοθέτησης, οἱ δύο ἀνθολόγοι ἔχοντας προσπελάσει περίπου 2.000 ποιητικὲς συλλογές, κατέληξαν σὲ ἕνα σῶμα εὑρεθέντων ποιημάτων ἐκ τῶν ὁποίων καλοῦνταν νὰ ἐπιλέξουν ποιά ἐπρόκειτο νὰ συμπεριληφθοῦν στὸ ἀνθολογικὸ corpus. Μιὰ διαδικασία ἂν ὄχι μακρὰ ὅσον ἀφορᾶ στὴ διάρκειά της, μιᾶς καὶ συνέβαινε ἀνὰ τακτὰ διαστήματα παράλληλα μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὸν ἐντοπισμὸ νέων ποιημάτων, σίγουρα ὅμως ἐπίπονη ἕως καὶ ψυχοφθόρα, δεδομένης τῆς σημασίας τοῦ ἔργου ποὺ φαινόταν νὰ σχηματίζεται.

Ἡ σύσταση μιᾶς ἀνθολογίας χαρακτηρίζεται στὶς πλεῖστες τῶν περιπτώσεων ἀπὸ δύο καθοριστικοὺς παράγοντες, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλοι ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἀντιπροσωπευτικότητα. Στὴν περίπτωση τοῦ τόμου Χαῖρε, ὢ χαῖρε Ἐλευθεριά!, πάρθηκε ἡ ἀπόφαση νὰ ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν παραχωρήσεις ἐφόσον ἐξυπηρετεῖτο ὁ ἀπώτερος στόχος τοῦ ἔργου. Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ ἰδανικὸ ποίημα ἦταν ἐκεῖνο ποὺ συνδύαζε ὑψηλὸ αἰσθητικό, λογοτεχνικὸ ἀποτύπωμα, ἀλλὰ καὶ πλούσιες ἀναφορὲς σὲ περιστατικὰ ἢ πρόσωπα τῆς Ἐπανάστασης. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἀρχικὴ συγκομιδὴ τῶν ποιημάτων μὲ ἀναφορὲς στὸ 1821 ἀπέδειξε ὅτι κάθε ἕνα ποίημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα ξεχωριστὸ σύμπαν καὶ βάσει αὐτοῦ νὰ κρίνεται ἐὰν θὰ συμπεριληφθεῖ στὸν τόμο μας ἢ ὄχι. Ἔτσι, προκρίθηκαν καὶ ποιήματα ποὺ ἐνδεχομένως ὑστεροῦσαν αἰσθητικὰ μπροστὰ στὸν Βαλαωρίτη, τὸν Σολωμὸ ἢ τὸν Κάλβο, περιελάμβαναν ὅμως ἀναφορὲς σὲ πρόσωπα, περιστατικὰ καὶ γεγονότα ποὺ ἐμφανίζονται πολλὲς φορὲς ἅπαξ στὴ λογοτεχνία μας, κι’ ὡς ἐκ τούτου δὲν γινόταν νὰ ἐξοβελιστοῦν ἀπὸ τὴν τελικὴ ἐπιλογή. Ὁπωσδήποτε ἡ συνθήκη τῆς ἀντιπροσωπευτικότητας ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ὅπως λ.χ. στὴ συμπερίληψη ποιητῶν λιγότερο γνωστῶν ἢ προβεβλημένων, ποιημάτων ποὺ θεματοποιοῦν τὴ μη-ἡρωϊκὴ πλευρὰ τῆς Ἐπανάστασης ἢ/καὶ ποιημάτων ποὺ περιεῖχαν ἁπλὲς μνεῖες στὸ ’21, χρησιμοποιῶντας το ὡς μιὰ ἱστορικὴ ἀντικειμενικὴ συστοιχία μὲ τὸν πραγματολογικὸ περίγυρο τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφτηκαν.

Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τοὺς Ξένους συγγραφεῖς, συγκεντρώνοντας ποιήματα ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, τὴν Γαλλία, τὴν Γερμανία, τὴν Ρωσσία, ἀκόμα κι’ ἀπὸ τὴ μακρινὴ Κούβα, ἀνθολογῶντας ποιητὲς γνωστοὺς σὲ ὅλους μας, ὅπως λ.χ. ὁ Λόρδος Βύρων, ὁ Βίκτωρ Οὑγκώ, ὁ Οὐλιέλμος Μύλλερ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Πούσκιν, ἀλλὰ καὶ ἐλάσσονες φωνὲς ἄσημων ἀλλοδαπῶν συγγραφέων ποὺ ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ 1821.

Ὡστόσο, μιὰ ἀνθολόγηση ποιημάτων δὲν θὰ μποροῦσε ἀπὸ μόνη της νὰ ἀποδώσει τὸ βάρος τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος ποὺ κίνησε τὴ σύσταση αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀποφασίστηκε τὰ ποιήματα νὰ παρουσιάζονται συνοδευόμενα ἀπὸ γλωσσικὰ καὶ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα, παραθέτοντας κάθε φορὰ στὸ τέλος καθεμιᾶς ἑνότητας ἕνα σύντομο βιογραφικὸ σημείωμα τοῦ συγγραφέα καὶ τὶς βιβλιογραφικὲς πηγὲς ἀπ’ ὅπου ἀντλήθηκαν τὰ κείμενα. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ ὑπομνήματα, τὸ μὲν γλωσσικὸ παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι περιλαμβάνει τόσο λέξεις ἢ φράσεις ἐν πολλοῖς ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινό, τουρκογενεῖς ἢ δυτικοφερμένες, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ ἀνήκουσες στὴν ἀρχαΐζουσα ἢ τὴν καθαρεύουσα, ὅσο καὶ πιὸ κοινὲς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦνται μέχρι σήμερα στὰ νέα ἑλληνικά. Ὁ λόγος τῆς συμπερίληψης ἐξαντλητικῶν γλωσσικῶν ὑπομνημάτων ὑπαγορεύθηκε ἀπὸ μιὰν ἀπώτερη στόχευση τοῦ τόμου αὐτοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀπεύθυνσή του ὄχι μόνο στὸ ἐνήλικο ἐγγράμματο κοινὸ καὶ τοὺς ἐπαΐοντες, ἀλλὰ καὶ στὶς νεώτερες γενιές, πολλῷ δὲ μᾶλλον στοὺς Ἕλληνες τῆς Διασπορᾶς ποὺ ἐνδεχομένως χρειάζεται νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ «βόλι» εἶναι τὸ «βλῆμα πυροβόλου ὅπλου» ἢ ὅτι τὸ «τραγὶ» εἶναι τὸ «ἐνήλικο ἀρσενικὸ ἐρίφιο».

Στὰ δὲ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ γλωσσικὰ κάτω ἀπὸ κάθε ποίημα, βρίσκονται πληροφορίες γιὰ πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, μάχες καὶ συνδηλώσεις ποὺ ἐντοπίζονται στοὺς στίχους τῶν ποιημάτων, καθιστῶντας εὐκολότερες τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία, βοηθῶντας παράλληλα τὴν ἱστορικὴ ἔνταξη τοῦ ἀναγνώστη στὰ νεώτερα ποιήματα ὅπου τὸ 1821 λειτουργεῖ ἀντιστικτικά.

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ ποιήματα καὶ τὰ ὑπομνήματα ποὺ συνοδεύουν τὴν κειμενικὴ ὕλη τοῦ βιβλίου, ὁ τόμος αὐτὸς ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ἐπιδιώκοντας νὰ καλύψει κατὰ τὸ δυνατὸν περισσότερες ὄψεις τῆς τέχνης ποὺ ἐνδύθηκε ἢ ἐνέδυσε τὴν Ἐπανάσταση. Τὸ εἰκαστικὸ κομμάτι, λοιπόν, χωρίστηκε σὲ δύο μέρη: ἀφ’ ἑνὸς στὴν εἰκονογράφηση τοῦ τόμου, ἡ ὁποία ἐπιλέχθηκε προσεκτικὰ προκειμένου νὰ ἀναδειχθεῖ τόσο ἡ ἀκαδημαϊκὴ ζωγραφικὴ ποὺ ἱστόρησε ἐπαναστατικὰ θέματα, ὅσο καὶ ἡ λαϊκὴ τέχνη ποὺ ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα δημιούργησε μὲ τὰ δικά της μέσα καὶ στὴ δική της κλίμακα σπουδαῖα ἔργα. Δὲν εἶναι μάλιστα λίγες οἱ φορὲς ποὺ τὰ εἰκαστικὰ ἔργα συνομιλοῦν μὲ τὰ ποιήματα, ἐξ οὗ καὶ ἡ στρατηγικὴ τοποθετησή τους στὶς σελίδες τοῦ τόμου. Στὴν οὐσία τὸ εἰκαστικὸ τμῆμα συνιστᾶ κι’ αὐτὸ μιὰν ἄτυπη ἀνθολογία περιλαμβάνοντας ὄχι μόνο ἀναγνωρίσιμα, ἀλλὰ καὶ ἀνεύρετα ἢ λιγότερο γνωστὰ ἔργα συνοδευόμενα πάντοτε ἀπὸ ἀναλυτικὲς λεζάντες.

Ἀφ’ ἑτέρου, τὶς σελίδες τοῦ τόμου διανθίζουν τυπογραφικὰ κοσμήματα τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου, τὰ ὁποῖα σχεδιάστηκαν ἀποκλειστικὰ γιὰ αὐτὸν καὶ ἐπεξηγοῦνται ἀναλυτικὰ ἐντασσόμενα στὴν ἱστορική τους διάσταση σὲ εἰκονογραφικὸ παράρτημα στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, ὅπου κάθε ἕνα κόσμημα συνοδεύεται ἀπὸ κείμενα ἐπιμελημένα ἀπὸ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα συνεργάτιδα τῆς ἀνθολογίας. Πέραν τῆς σὲ λειτουργικὸ ἐπίπεδο ποικιλματικῆς χρήσης τῶν κοσμημάτων αὐτῶν, ἔχει ὑψηλὴ παιδευτικὴ σημασία ἡ ἀπεικόνιση ἀντικειμένων ἢ μεταφορικῶν μέσων ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν στεριανὸ ἢ θαλάσσιο ἔνοπλο ἀγῶνα, ἀλλὰ κι’ ἀπ’ τὸν κόσμο τῆς διανόησης ποὺ μὲ κάθε μέσο ὑποστήριξε τὸν ἐθνικοαπελευθερωτικὸ σκοπό. Ἔτσι, πλάι στὰ γιαταγάνια, τὶς κορβέτες καὶ τὰ καρυοφύλλια, βρίσκει κανεὶς ματογυάλια καὶ καλαμάρια, ἀποτίοντας φόρο τιμῆς σὲ ὅλους ὅσους ἐπιστράτευσαν τὸν νοῦ καὶ τὸ κοντύλι. Μεταξὺ ἄλλων, φιλοτεχνήθηκαν καὶ τμήματα ἢ ἐξαρτήματα τῆς παραδοσιακῆς ἐνδυμασίας. Ένισχύθηκε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ διάσταση δίνοντας ὄψη στὰ συμπαρομαρτοῦντα τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς περάτωσης τῆς Ἐπανάστασης.

~.~

Ὅλα τὰ παραπάνω, ἑπομένως, συνιστοῦν ἕνα σύνολο ποὺ μὲ τὶς τυπογραφικὲς χάριτες τῆς κας Μπαλῆ καὶ τοῦ Ἀναγράμματος κατόρθωσαν νὰ διαμορφώσουν τὸ ἀνὰ χεῖρας χαρτῶο ἄθροισμα τῆς Ἀνθολογίας μας ‒ μιὰ δουλειὰ ποὺ τύχῃ ἀγαθῇ θὰ μνημονεύεται. Πέραν ὅμως τῶν συντελεστῶν ποὺ ἐργάστηκαν γιὰ τὴν ἀνθολογία καὶ τὴν ἐπιμέλειά της, ὑπάρχουν κι’ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Ἱδρύματος, εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς συνέβαλαν στὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ παρουσιάζεται σήμερα. Ἀναφέρθηκε σὲ ὅλους προηγουμένως ὁ πρόεδρος κ. Ξάνθος Μαϊντᾶς. Προσωπικὰ θὰ ἤθελα κι’ ἐγὼ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα νὰ εὐχαριστήσω τὸν Δῆμο τῆς Νέας Ἰωνίας ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια στηρίζει ἀπροϋπόθετα τὴ λειτουργία τοῦ Ἱδρύματος, καθιστῶντας ἕναν φαινομενικὰ μικρὸ ὀργανισμὸ μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον ἀναγνωρίσιμες μῆτρες πολιτισμοῦ τῆς χώρας, μὲ δράσεις ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦν καὶ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα ‒ κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε γιὰ ἕναν Δῆμο, ὁ ὁποῖος κατοικεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ λαϊκὰ ἐργατικὰ στρώματα· αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ στὴ βάση τους στηρίζουν τόσο τὸ οἰκοδόμημα ὅσο καὶ τὸ ἐποικοδόμημα ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὸ πλῆθος τῶν Ἰωνιωτῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων στὸν ἕναν αἰῶνα ζωῆς τῆς σπουδαίας προσφυγικῆς αὐτῆς συνοικίας. Σὲ ὅλους τοὺς παραπάνω, ἀξίζουν χάριτες ποὺ μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις καὶ συμβολές τους περάτωσαν ἕνα τέτοιο ἔργο.

~.~

Καὶ οἱ χάριτες αὐτὲς ἀξίζουν ὄχι τόσο γιὰ τὴν ἔκδοση καθ’ αὑτή, ὅσο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν μέσῳ μιᾶς συγκυρίας ἡ ὁποία καθὲ ἄλλο παρὰ προσφερόταν γιὰ ἑορτασμούς, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔθεσαν τὶς δυνάμεις τους στὶς ὑπηρεσίες ἑνὸς σκοποῦ πρωτίστως παιδευτικοῦ καὶ ἀληθινοῦ ‒ ἀληθινοῦ, δηλαδὴ ἐθνικοῦ, γιὰ νὰ φέρουμε στὸν νοῦ μας τὸν Διονύσιο Σολωμό.

Τὸ περιεχόμενο τῆς ποιητικῆς ἀνθολογίας μας ἀποδεικνύει μὲ ἐναργῆ τρόπο ὅτι ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κινήθηκε τόσο ἀπὸ τὰ πάνω ὅσο κι’ ἀπὸ τὰ κάτω, συνιστῶντας ὄχι μόνο μιὰ ἐγχώρια, στενὰ πατριωτικὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ τουναντίον, μιὰ εὐρωπαϊκῆς ἐμβέλειας πράξη κρατογένεσης ὁδηγῶντας σὲ σημαντικὲς ἀνακατατάξεις τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων εἶναι ὀρατὰ ἀκόμα καὶ σήμερα. Ἡ θρυαλλίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης μετουσίωσε σὲ πράξη τὰ προτάγματα τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ βασίστηκε σὲ πυλῶνες τοῦ ἑλληνισμοῦ ὅπως ἡ γλώσσα, ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, ἀκόμα καὶ τὸ ἀρχαῖο κλέος, διαμορφώνοντας πρωτογενῶς τὸ τριαδικὸ σχῆμα τῆς ἑλληνικῆς συνέχειας. Οἱ μύθοι ποὺ πλαισιώνουν τὴν Ἐπανάσταση, οἱ ὁποῖοι πολὺ συχνὰ ἀναθεωροῦνται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, κρύβουν στὸν πυρήνα τους μιὰ λαϊκὴ διάθεση ἀπόδοσης τιμῆς στοὺς πυλῶνες αὐτούς. Τὸ τουφέκι καὶ ἡ πάλα ἔχουν τὴν τιμητική τους, ὡστόσο δίχως ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑποστήλωσαν τὸν Ἀγῶνα ἠθικά, πνευματικὰ καὶ οἰκονομικά, ὁ τελευταῖος ἐνδέχεται νὰ εἶχε τὴν κατάληξη ὅλων τῶν προεπαναστατικῶν κινημάτων. Οἱ δύο αὐτὲς ροὲς εἶναι μεταξύ τους ἀλληλένδετες καὶ σχηματίζουν ἕνα σύμπαν, ἕνα ἡρωϊκὸ πάνθεον ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται νὰ λείπει ὁ μύθος.

Συνάμα, στὴν ἀνθολογία μας οὐκ ὀλίγες ἀναφορὲς γίνονται στὴν ἄλλη ὄψη τῆς Ἐπανάστασης· αὐτὴ τῶν διχασμῶν, τῶν αὐτομολήσεων καὶ τῶν “καπακιῶν”, ἐνδεχομένως καὶ ὁρισμένων κοινῶς παραδεκτῶν θηριωδιῶν. Ποιός ὅμως δὲν συμφωνεῖ ὅτι στὴν ἐπίτευξη ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ σκοποῦ δὲν συμβάλλουν μόνον οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ κι’ οἱ δαίμονες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως; Ἡ λαϊκὴ ἐξίσωση —ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε— τῶν ἀβγῶν καὶ τῆς ὀμελέτας δὲν γίνεται νὰ λείπει κι’ ἐν προκειμένῳ ‒ ἡ οἰκονομία μιᾶς πορείας ἀπαιτεῖ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ τελικὰ τὴν καθιστοῦν ἄξια καὶ λάμπουσα ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες. Ἡ λογοτεχνία δὲν τέρπει μόνο, ἀλλὰ καὶ φρονηματίζει, παραδειγματίζει, διδάσκει. Ἡ συμπερίληψη καί τέτοιων ποιημάτων κινήθηκε πρὸς αὐτή, τὴ “σωφρονιστικὴ” —ἂν θέλετε— κατέυθυνση. Ἄλλωστε, πλεῖστοι ὅσοι θεωρητικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἐπιστήμονες κάνουν λόγο γιὰ βία καὶ ἀντι-βία. Πῶς μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ κατηγορηθεῖ ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ γιὰ βίαιη κατάληψη τῆς Τρίπολης, ὅταν τὰ ὀξυμένα πνεύματα τετρακοσίων ἐτῶν ἁπλῶς συσσώρευσαν τὴν ὀργή τους σὲ μιὰ πράξη ἀντι-βίας; Τὸ παράδειγμα αὐτό, κι’ ἄλλα παρόμοια, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ἐντοπίσει σὲ ποιήματα ποὺ βρίσκονται στὸν ὀγκηρὸ αὐτὸν τόμο.

~.~

Διακόσια χρόνια μετὰ καὶ ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει πάντοτε στραμμένο τὸ βλέμμα της στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Πῶς ὄχι, ἄλλωστε, ὅταν αὐτὴ ἡ ἴδια στέκει ὡς φάρος, ὡς παράδειγμα λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ μονοπάτι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ποὺ παρὰ τὶς διαρκεῖς προκλήσεις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιβιώνει ἄλλοτε μὲ λιγότερες κι’ ἄλλοτε μὲ περισσότερες ἀπώλειες; Τὸ κυανέρυθρο αὐτὸ φῶς τοῦ φάρου, κυανὸ καθὼς ἑλληνικό, ἐρυθρὸ καθὼς καθημαγμένο, προσπαθήσαμε κι’ ἐμεῖς μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ τιμήσουμε, βάζοντας ἕνα μικρὸ λιθαράκι ποὺ πέρα ἀπὸ τὴ συγχρονία, τὸ παρόν, εὐχόμαστε νὰ ἀποτελέσει διαχρονικὴ παρακαταθήκη γιὰ τὸ μέλλον ‒ τὶς νέες γενιὲς Ἑλλήνων, τὶς νέες γενιὲς ἐλεύθερων ἀνθρώπων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Νέα Ἰωνία, 13 Ὀκτωβρίου 2021

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά!…» (1/2)

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από παλαιότερες αλλά και σημερινές κυβερνητικές επιλογές.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας , ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στην ίδια την Δημοκρατία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Ναι. Να συνεορτάσουμε και να τιμήσουμε όλοι οι Έλληνες τη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση στη διακοσιοστή επέτειό της. Χωρίς όμως να κλείνουμε τα μάτια στη βαθύτατη παρακμή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Πολλά τα δεινά που έχουμε να μετρήσουμε στην πορεία μας σήμερα. Πολιτικά είμαστε προσαρμοσμένοι, για την ακρίβεια δεμένοι, στην εξάρτηση. Μάλιστα οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ, με εντυπωσιακό εθελοντισμό, υπακούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ο Ελληνισμός συρρικνώνεται, ακόμη και πολιτιστικά, εκεί όπου είχε μέχρι και πρόσφατα το πλεονέκτημα. Ο μιμητισμός του ευρωπαϊκού ή αμερικάνικου τρόπου πήρε τη θέση του παλαιού δημιουργικού κοσμοπολιτισμού των Ελλήνων της διασποράς. Και οι “ποικίλες δράσεις των στοχαστικών προσαρμογών”, ίδιον κατά τον Καβάφη του Ελληνισμού, εξαφανίστηκαν δίνοντας ό,τι πιο άχρωμο και άοσμο στον σημερινό κόσμο μας, τον νεοελληνικό του 21ου αιώνα. Συγχρόνως φέραμε βαρέως στις πλάτες μας και με κάθε τρόπο αρνηθήκαμε την παράδοσή μας, τη σημαντικότερη ίσως στον κόσμο. Έτσι βολευτήκαμε στη νωθρότητα και αγκαλιάσαμε σαν ξιπασμένοι επαρχιώτες ό,τι ξένο. Καμία δημιουργική στάση, καμία σύνθεση, μόνο μιμητισμός. Όμως η συρρίκνωση του Ελληνισμού γίνεται ακόμα πιο φανερή στις ημέρες μας, όταν δούμε τα δημογραφικά στοιχεία. Κάθε χρόνο μειωνόμαστε με τέτοιο τρόπο που ισοδυναμεί με την απώλεια μιας πόλης όπως η Καλαμάτα και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τι θα είναι αυτό που θα ανατρέψει μια τέτοια δημογραφική διολίσθηση, η οποία δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα επιφέρει σε πενήντα με ογδόντα χρόνια.

Μ’ αυτά τα δεδομένα, αλλά με γνώση και φρόνηση, με τα μάτια ανοιχτά και την ψυχή σε βρασμό, να εορτάσουμε και να συνεορτάσουμε την 25η Μαρτίου. Και ας αγκαλιάσουμε το μήνυμα που δίνει ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά γεγονότα του 19ου αιώνα. Πως η Ελευθερία μόνο με την κόψη μετριέται του σπαθιού την τρομερή.

Το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης με την ευγενική χορηγία και συνεργασία της Τράπεζας Πειραιώς αποφάσισε τη συμμετοχή στον εορτασμό της εθνικής παλιγγενεσίας με την πραγμάτωση ανθολογίας ποιημάτων που έχουν ως πηγή έμπνευσης το 1821. Έτσι αξιωθήκαμε σήμερα να δώσουμε στο αναγνωστικό κοινό την ανθολογία μας που φέρει τον τίτλο : Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην Ελληνική και Ξένη Ποίηση.

Όμως ποιος είναι ο λόγος της ποίησης για ένα τόσο μεγάλο ιστορικό γεγονός, γιατί επελέγη από εμάς στην επετειακή μας κατάθεση, και τι μπορεί να αρθρώσει η ποίηση όταν στέκεται απέναντι στο 1821;

Βαθύτατη πεποίθησή μας είναι πως η ποίηση, μετά το μεγαλειώδες γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, μετράει και αποτυπώνει τον βαθύ πόθο της ελευθερίας με το ανάστημα του θανάτου, και τότε γίνεται γνήσια, αιχμηρή, παρηγορητική και απελευθερωτική. Γίνεται η έκφραση του αγωνιζόμενου έθνους αποκαλύπτοντας το τρομερό πρόσωπο του εξαίσιου εγχειρήματος. Η επιβεβαίωση έρχεται ήδη από τους πρώτους στίχους του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»: «Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή, / σε γνωρίζω από την όψη / που με βία μετράει τη γη».

Προς τον σκοπό αυτό, έγινε ανάθεση σε δύο εξαίρετους νέους φιλολόγους, οι οποίοι διερεύνησαν, με τη στήριξη όλων μας, τα ελληνικά και ξένα ποιητικά πράγματα και έκαναν την επιλογή, την καταγραφή και τον εκτεταμένο σχολιασμό του υλικού. Τα ευρεθέντα τεκμήρια —άλλοτε γνωστά ποιήματα της δημοτικής και λόγιας ελληνικής γραμματείας, άλλοτε σπάνια μικρά αριστουργήματα, σχεδόν χαμένα στα άδυτα του ποιητικού μας χρυσωρυχείου— καθώς και η ξένη ποίηση, έκφραση του φιλελληνικού κινήματος συνθέτουν τον παρόντα τόμο.

Ας μου επιτραπεί, χωρίς οι αμφιβολίες να βαραίνουν τον σχολιασμό μου, να εικάσω πως το βιβλίο μας, που αποτελεί ταπεινή απότιση φόρου τιμής στους ανθρώπους, Έλληνες και Ξένους, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία της Ελλάδας, θα μακροημερεύσει, θα το αγκαλιάσουν πολλά χέρια και πολλές ματιές, θα συγκινήσει μελλοντικές γενιές. Έτσι το χαρίζουμε σήμερα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με την ελπίδα πως έστω και λίγο μπορεί να προσφέρει στη σκέψη και να συγκλονίσει την ψυχή των συμπολιτών μας. Και ίσως κάτι να θυμίσει, που αν ξεχαστεί θα μας πονέσει.

Θα ήθελα από τη θέση αυτή να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στην Τράπεζα Πειραιώς και ιδιαίτερα στον πρόεδρό της κ. Γιώργο Χατζηνικολάου. Σε όλα τα μέλη του ΔΣ του Ιδρύματος, κι ιδιαίτερα στον Γιάννη Πατίλη, που είχε την αρχική έμπνευση καθώς και σημαντικό μέρος του σχεδιασμού, στον Κώστα Κουτσουρέλη που στάθηκε καίριος στις κρίσιμες στιγμές της δημιουργίας του έργου μας, στις κυρίες Λίλιαν Αθυμαρίτου και Αναστασία Κλάρα , στον Γιώργο Ζεβελάκη και στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου. Στην ποιήτρια και ζωγράφο Ηρώ Νικοπούλου για τα κοσμήματα , στην βιβλιοθηκονόμο μας κ. Νούλα Κουκίδου και στον Μάνο Κουμή τις ευχαριστίες όλων μας. Ευχαριστίες στον φιλόλογο και ποιητή Συμεών Σταμπουλού, και στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Πολύκαρπο Πολυκάρπου για την πολύτιμη προσφορά τους. Ευχαριστίες στον Δήμο της Νέας Ιωνίας που εδώ και 25 χρόνια μας στηρίζει ηθικά και υλικά σε κάθε μας βήμα. Αφήνω στο τέλος τον φιλόλογο και ποιητή, ανθολόγο, επιμελητή και σχολιαστή. Είναι ο δημιουργός του παρόντος πονήματος, του βιβλίου μας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλουμε στον ξεχωριστό φίλο και συνεργάτη μας Θανάση Γαλανάκη.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Νέα Ιωνία, 13 Οκτωβρίου 2021

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα

Νότος Ρεθύμνου, Λιβυκό πέλαγος, νησιά Παξιμάδια

 

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη, 2021

“Οδός άνω και κάτω μία”, έγραφε ο Ηράκλειτος και η Λίλα Τρουλινού, «κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας», το ίδιο χώμα πατώντας, αυτό που γενεές γενεών ποτίζουν με το αίμα τους άντρες και γυναίκες μιας μυστικής μινωικής ουσίας, με βήματα γερά, μας χαρίζει (μέσα από την έξοχη μορφή που πάντα προσφέρει η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα) ένα από τα πιο άξια λόγου μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Ένα μυθιστόρημα-ταξίδι προς την ωριμότητα, αφήγηση της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της παρουσίας στον κόσμο δυο ορφανών εφήβων, μέσα από την κάθοδό τους στο σκοτεινό σπήλαιο της ζωής που αναδεικνύεται χώρος μαθητείας με όργανα τόσο τη φαντασία των παραμυθιών όσο και τον οδυνηρό ρεαλισμό της Ιστορίας.

Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο Αγγελής και ο Χρυσάφης, ταξιδεύουν στο χρόνο, από την Ενετοκρατία ως την γερμανική Κατοχή (την κτηνωδία που τόσο πρόθυμα ξεχνάνε οι σταδιοδρόμοι ρεαλιστές), για να αποκαταστήσουν την τάξη της ύπαρξης μέσα στο οδυνηρό χάος της εποχής μας. Η κάθοδος αυτή σε ένα Καθαρτήριο, απαραίτητο βήμα γι’ αυτή την αποκατάσταση, τούτους τους καιρούς της εξαχρείωσης, μοιάζει περιπέτεια. Ποιος είναι τόσο καθαρός για να γίνει κριτής; Μονάχα δυο έφηβοι. Που τολμούν και καταδύονται στο ιστορικό βάθος της Κρήτης, βλέπουν κατάματα ίσκιους και φαντάσματα, ανθρώπους, υπανθρώπους, λέξεις και πράγματα, «όλα θαμμένα κάτω από τη μολυσμένη σκόνη της αχρονίας», χωρίς να χάνουν στιγμή, τον σκοπό τους, να βρουν δρόμους για τον ουρανό και τρόπους για τη γη.

Η Λίλα Τρουλινού ανασταίνει με τόλμη στιγμές, τοπία, μορφές και βλέμματα, λύπες και χαρές. Η γραφή της είναι ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα του λαού μας. Μια διαρκής απρόσμενη αύξηση του βάθους της γραφής αυτής όπου ο συμβολισμός δεν περιορίζεται σε παραστάσεις και δεν ρηχαίνει με κρίσεις λογικές. Η ψυχή μέσα σε ανάερα σχήματα ζει ανεμπόδιστα όλες τις φαντασίες της που αναδεύονται ως τα μύχια των ηρώων ενώ κάθε της χορδή πάλλεται για να δοθεί ολόκληρη στο εφηβικό όνειρό τους. Μια αγωγή προς το θαύμα αυτή η πορεία που δεν γεννά ένα νέο μύθο αλλά την κρυφή δύναμη που γεννά τους μύθους. Μια επιστροφή στη φύση που δίνει στην ψυχή τόνο δημιουργικό για να αποκριθεί στη μουσική που θα τη γεμίσει με αφθονία εξηγήσεων.

Εξαίσια χρήση της λεκτικής γλώσσας μα και της ομιλίας της σιωπής. Ένας ονειρικός οργασμός, ένα εκστατικό βύθισμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε υλική σύσταση και γίνονται ένα με τον εσώτερο εαυτό μας. Απλό το μυστικό της: στο ύψος της τέχνης δεν οδηγεί η ευφυής κατασκευή αλλά η βύθιση στο αίμα και στο χρόνο. Τα εκφραστικά σύμβολα που αποδίδουν τον εσωτερικό δυναμισμό μιας πλούσιας ζωής και δημιουργούν ένα αισθητικό αποτέλεσμα με πληρότητα και αυτάρκεια. Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφοποίηση που φτάνει ως τη σιωπή για να εικονίσει το άρρητο και το ανέκφραστο. Αυτή η γλώσσα μάς καθιστά μάρτυρες ενός δράματος που δεν μπορούμε να το αφήσουμε χωρίς να μιλήσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Υψηλές κορυφώσεις, πάσχουσα σύνθεση

 

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μανόλης Πρατικάκης, Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, Αρμός, 2021

Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, η τελευταία συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη αναμετράται με τον αγώνα του ’21, τον οποίο συλλαμβάνει και στοχάζεται ως την κορυφαία ιδρυτική πράξη του νεοελληνισμού. Μια δουλειά με υψηλές επιμέρους κορυφώσεις, κυρίως στην αποτύπωση του χθόνιου ήθους της γλώσσας και του εθνικού ιδεότυπου, αλλά πάσχουσα εν μέρει στην σύνθεση και κυρίως στην ερμηνευτική πρόταση που προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος προσέρχεται μάλλον αμήχανος στα διάφορα επετειακά ανακαλήματα της εθνογένεσης.

Το ’21 είναι ένα κατεξοχήν επικίνδυνο θέμα, καθώς ο δημιουργός που καταπιάνεται με αυτό καλείται να εκχερσώσει τις ιδεολογικές απολιθώσεις και τη στερεοτυπική πρόσληψη περί έθνους που επισώρευσε η κατεστημένη παιδεία, η ημιμάθεια και ο εθνικός φρονηματισμός. Οι πόλοι στους οποίους έχουν έως τώρα κινηθεί οι επιμέρους αναγνώσεις του εστιάζονται από τη μια στην εκ νέου μνημειοποίηση του και από την άλλη στον  αναστοχασμό υπό το πρίσμα του παρόντος,  αναστοχασμός που χρειάζεται να φτάσει έως την αποδόμηση της μουσειακής αγιοποίησής του, αν είναι να προκύψει η αναπαρθένευση της όποιας σχέσης μας με το παρελθόν. Το κύριο ζητούμενο που ανακύπτει από αυτές τις επετειακές υπομνήσεις είναι βεβαίως η σχέση του νεοελληνισμού με τους καταστατικούς μύθους του και τις ιδεολογικές αφετηρίες που ορίζουν οι θεσμικές ερμηνείες της Ιστορίας. (περισσότερα…)