ΝΠ | Αφιερώματα

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [1/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι μία από τις κορυφαίες λογοτέχνιδες της Λατινικής Αμερικής και του ισπανόφωνου κόσμου γενικότερα. Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1941 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και ήδη από το 1963 κατείχε την έδρα Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο. Εξαιτίας του δικτατορικού καθεστώτος καθώς και των απόψεων και της δράσης της εναντίον του, αναγκάστηκε να εξοριστεί το 1972 και να καταφύγει στην Ισπανία. Συνεχίζοντας εκεί τη δράση της, ενόχλησε το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, λόγος για τον οποίο εξορίστηκε (η ίδια ονομάζει αυτήν την περίοδο ‘δεύτερη εξορία’) στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε –ομοϊδεάτες και μη– ομοτέχνους της, μεταξύ των οποίων και ο Χούλιο Κορτάσαρ που την ερωτεύτηκε απεγνωσμένα και με τον οποίο διατήρησε βαθιά φιλία ώς το τέλος της ζωής του. Στην Ισπανία επέστρεψε το 1974, αποκτώντας την ισπανική υπηκοότητα κι επιλέγοντας ως τόπο εγκατάστασής της τη Βαρκελώνη, όπου ζει κι εργάζεται έως σήμερα.

Το πολύπλευρο κι εντυπωσιακά ογκώδες έργο τής Πέρι Ρόσσι περιλαμβάνει οχτώ μυθιστορήματα, τέσσερα βιβλία δοκιμίων, δεκαπέντε βιβλία διηγημάτων, ενώ τα ποιητικά της άπαντα καλύπτουν χίλιες σελίδες. Η Ρόσσι εργάστηκε επιπλέον ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια και απέσπασε πολυάριθμα βραβεία διεθνώς, μεταξύ των οποίων το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ουρουγουάης, ήδη το 1969, με το πρώτο μυθιστόρημά της, και βέβαια το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο του ισπανόφωνου κόσμου, το Βραβείο Θερβάντες, το 2021 για το σύνολο του έργου και της προσφοράς της.

Έχοντας έρθει σε επαφή με την ίδια την ποιήτρια, η Έλενα Σταγκουράκη παρουσιάζει σε ένα τρίπτυχο αφιέρωμα στο Νέο Πλανόδιον ένα μικρό απάνθισμα των ποιημάτων της, τα οποία η μεταφράστρια χώρισε σε δύο αναρτήσεις  που κάθε μία περιλαμβάνει από δύο θεματικές κατηγορίες: Εξορία/Διασπορά – Έρωτας και Ποιητική – Χρόνος. Των ποιημάτων προτάσσεται με την παρούσα ανάρτηση ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο της ίδιας της Πέρι Ρόσσι, που περιλαμβάνεται στην έκδοση των ποιητικών της Απάντων. Ήδη το πρώτο ποιητικό βιβλίο της το 1971 με τίτλο Ευοί υπήρξε πρωτοπόρο κι επαναστατικό, χαρίζοντάς της μαζί με τη Διασπορά του 1976 –καθώς και όλες τις συλλογές που μεσολάβησαν κι ακολούθησαν έκτοτε– όχι απλώς αναγνώριση, αλλά εξαιρετικά ένθερμους αναγνώστες και ιδιαίτερα ενθουσιώδες κοινό.

(περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

8 Μαρτίου – Γυναίκες και Γέφυρες

*

Γ Ε Φ Υ Ρ Ι Α

Παντού σε είδα. Που έπινες και τραγουδούσες
στο Πόντε Βέκκιο δίπλα στου Άρνου τα νερά,
και στο Ουμπερτίνο μια βραδιά, στις Συρακούσες,
που κυνηγούσες του Αρχιμήδη τη σκιά.

Σ’ είδα μιαν άνοιξη πικρή στον Σηκουάνα
να μου απαγγέλλεις στην Πον Νεφ άγρια Ρεμπώ,
στο Ρισικές σ’ είδα, ερωμένη του Λακσμάνα,
πάνω απ’ του Γάγγη να κρεμιέσαι το κενό.

Σ’ είδα στον Τάγο, εικοσπέντε ήταν του Απρίλη,
μια κατακόκκινη σημαία να κρατάς
και στο Μοστάρ σκυφτή με τ’ άσπρο σου μαντήλι
το Στάρι Μοστ το ερειπωμένο να περνάς. (περισσότερα…)

Χρήστος Μπράβος, «16 Αυγούστου 1954»

*

Το διήγημα αυτό του Χρήστου Μπράβου, μαζί με άλλα ανέκδοτα και αθησαύριστα ποιήματα, πεζά και δοκίμια του ιδίου, πρωτοδημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη που μας πέρασε, στο τχ. 8 του Νέου Πλανοδίου το αφιερωμένο στο βραχύ αλλά τόσο σημαντικό έργο του. Αυτό το Σάββατο, 8 Μαρτίου 2025, στις 12 το μεσημέρι, παρουσιάζουμε το αφιέρωμα στο Άλσος Lounge Café, Πεδίον του Άρεως (Οδός Ευελπίδων, Πλατεία Πρωτομαγιάς). Για τον Χρήστο Μπράβο θα μιλήσουν φίλοι και συνοδοιπόροι του ποιητή καθώς επίσης οι συνεργάτες του τεύχους.

~.~

16 Αυγούστου 1954

Εβάδιζα μπροστά. Ξυπόλυτος – όπως με βγάλαν απ’ το κοτέτσι που κρυβόμουν και με κουβάλησαν στο σπίτι του Νίκου. «Δεν προφταίνεις να ποδεθείς», μου ’χαν πει. Ήμουνα όλος πούπουλα και χώμα. Περνώντας την αυλή οι γυναίκες ξεσταυρώναν τα χέρια τους. Άλλη μου χάιδευε τα μαλλιά, άλλη με τίναζε. «Αγαπημένα σαν αδέλφια τα δυο τους», άκουσα να λέν.

Στις μηλιές οι τζίτζικες, βιολιτζήδες που τροχίζουν τα δοξάρια τους. Ένοιωθα παράξενα. Πάντα τ’ απογεύματα του καλοκαιριού μού φέρναν μια λύπη. Ριγμένος ανάσκελα στη χλόη του κήπου μας χανόμουν στη σιωπή κι έλεγα πως όλα μαρμάρωσαν, όπως στην «κοιμισμένη βασιλοπούλα». Ώσπου να φτάσει ο άρχοντας το σούρουπο, να τη φιλήσει ξανακουρδίζοντας τη ζωή και τη βουή της. Χυνόμουν στο δρόμο. Οι φίλοι στα πόστα τους. Ακίνητες κούκλες στις αυλόπορτες οι μανάδες μας, άμα έπεφτε η νύχτα για καλά, κάνανε προσκλητήριο με στριγκές φωνές κι οι αδέσποτοι καληνυχτούσαμε τα σοκάκια.

— Μη βγαίνεις, μου λέει ένα βράδυ ο Νίκος. Να δούμε τί θα κάνουν.

Μείναμε στα χαλάσματα του τούρκικου στρατώνα και λουφάξαμε. Και μέσα να μπαίναν, δεν θα μας έβρισκαν. Ήτανε δέκα θάλαμοι και θα τους παίζαμε κρυφτούλι, περνώντας απ’ τον ένα στον άλλο. Πέρασε ώρα πολλή και μόνο οι δυο μανάδες που εψάχναν, ακούγονταν: «Χρήστο, Νίκο, Χρήστο, Νίκο» – ανάσα εμείς. Ένα φεγγάρι σαν αλώνι τέντωνε τις σκιές. Οι φωνές των μανάδων μας πέφταν μακρύτερα τώρα.

— Μας ψάχνουν στο υδραγωγείο, γέλασε ο Νίκος

— Να βγούμε καλύτερα, του λέω

Μου βούλωσε το στόμα με την παλάμη. Κράτησα την αναπνοή μου· μου φάνηκε πως κι αυτός δεν ανάσαινε. Δυο ίσκιοι περνούσαν το ντουβάρι που συνόρευε με τον κήπο του Λιάκου. Άντρας και γυναίκα ήταν· δεν γνώρισα ποιοι. Πήδησαν μέσα. (περισσότερα…)

«Μαζέψου, γέρο, σαν πολύ δεν μου κολλάς;»

*

Μνήμη Κωστή Παλαμά
(13.1.1859 – 27.2.1943)

///

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Μαζέψου, γέρο, σαν πολύ δεν μου κολλάς;
Πενήντα τόσα χρόνια και μυαλό δε βάζεις.
Τι εικόνα βγάζεις έτσι που παραπατάς
ανδρείκελο μες στην καρδιά της τσιμεντίλας
απότριμμα της τοπικής τσαντίλας;

Να, μέθυσες με το κρασί του εικοσιένα
( κάθε πουλί ονειρεύεται πως είναι αηδόνι )
κι εμένα ποιος, ποιος θα μου κλείσει
( το χάσμα της πληγής )… θέλω να πω
πως είμαι εντάξει, δεν φοβάμαι
χαμένος μέσα στα καμένα δάση
( η κάμπια χτίζει ολόβαθα μια πόλη )
και στα σοκάκια με τα σουφρωμένα τάσια
( και το πουλί έναν έρωτα παρέκει ).

Φυλάξου, γέρο, απ’ τον τρελό
φυλάξου…
.                        μη μ’ αφήνεις μοναχό
διότι μ’ έναν μόνο στίχο σου
η νύχτα γίνεται βραδιά
κι ο μίτος του θανάτου φουντωτή μηλιά.

(περισσότερα…)

Ποίηση και Πόλη: 100 χρόνια Νέα Ιωνία

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Αν οι Αθηναίοι πολίτες δεν είχαν δημιουργήσει την Πόλη δεν θα είχε γραφτεί η Πολιτεία, οι Νόμοι και η Αθηναίων Πολιτεία, ή ακριβέστερα όπως το καταθέτει με τη μορφή ερωτήματος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, “Τι θα μπορούσαν να σκεφτούν για την πολιτική ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης;”[1] Αν ο Αισχύλος δεν είχε δείξει “αλκήν ευδόκιμον” στο “Μαραθώνιον άλσος” όπου συστρατευμένος “μες στων στρατιωτών τες τάξεις τον σωρό” πολέμησε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη, δεν θα είχε χαρίσει στην ανθρωπότητα τους Πέρσες. Και είναι σ’ αυτό το έργο που δίνεται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το βαθύ νόημα της Δημοκρατίας: “Δεν είναι δούλοι ανθρώπου, ούτε έχουνε αφέντη” μας λέει ο μεγάλος τραγικός για τους πολίτες οπλίτες της Πολιτείας των Αθηναίων.

Αυτές οι στιγμές του στοχασμού έχουν την γνήσια προέλευσή τους στην άσκηση λογοδοσίας, τον “λόγο διδόναι” στην αγορά, και εκκινούν με το ερώτημα των πολιτών: Τι λέγεις, τι σημαίνει αυτό που λέγεις; Ποιο είναι το νόημα των όσων λέγεις; “Έτσι ορθώθηκε στην ιστορία μας η βλέψη της αλήθειας, όπως και οι βλέψεις της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αδιαχώριστες. Είμαστε κυριευμένοι ανεπανόρθωτα απ’ αυτές, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς. Κι ενώ δεν μπορούμε να “θεμελιώσουμε” τις βλέψεις μας αυτές δεν απορρίπτουμε τον σκεπτικισμό, τον σαρκασμό, την χλεύη (Αριστοφάνης). Απορρίπτουμε την πολιτική ασυναρτησία, δεν απορρίπτουμε απλώς το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ, τα πολεμάμε. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το νου – κι ας γνωρίζουμε την ανεπάρκεια και τα όριά του. Τα εξερευνούμε αυτά όντας επίσης μέσα στο νου, χωρίς όμως να μπορούμε να δώσουμε λόγο και λογαριασμό για τον ίδιο τον νου”. [2]

Κάτι εντελώς αντίστοιχο συνέβη όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος μέτρησε το ύψος των αιγυπτιακών πυραμίδων χρησιμοποιώντας την ομοιότητα των τριγώνων. Γνωστή σήμερα από την θητεία μας στα γυμνασιακά θρανία. Όμως τότε, δηλαδή το 600 π.Χ. περίπου, η μέθοδός του σίγουρα θα υποκινούσε το εύλογο ερώτημα των πολιτών της προσωκρατικής Μιλήτου. Και αυτό στάθηκε αιτία αναζήτησης από τον σοφό μαθηματικό μιας πρότασης ή καλύτερα μιας σειράς προτάσεων που να γίνονται απόλυτα κατανοητές για την αλήθεια τους στους λάτρεις της ερώτησης που μόνο έτσι βίωναν την αγωνία για το νέο που έφερνε στην Πόλη ο Θαλής. Μέσα από αυτή την λαμπρή σχέση με την αγορά, δημιουργήθηκε το πρώτο Θεώρημα και εξ αυτού η Ευκλείδεια Γεωμετρία, το πρώτο αυστηρό μαθηματικό οικοδόμημα, αξεπέραστο μέχρι σήμερα. Η πρώτη επιστήμη ή όπως συνηθέστερα καλείται η Ελληνική Επιστήμη! (περισσότερα…)

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Λυρικά αποσπάσματα

*

Προλόγισμα-Εκλογή: Κώστας Κουτσουρέλης

«Ο Βαλαωρίτης δεν είναι λυρικός», προειδοποιεί τον αναγνώστη ο Κωστής Παλαμάς – ίσως για να τον προφυλάξει από την διαδεδομένη ήδη στον καιρό του παρεξήγηση ότι η ποίηση ταυτίζεται με το λυρικό της γένος. Ωστόσο δεν έχει εντελώς δίκιο. Το μέγιστο μέρος του έργου του Βαλαωρίτη το αποτελούν ασφαλώς τα αφηγηματικά του ποιήματα. Όμως ο Βαλαωρίτης είναι κάτι παραπάνω από ιστορητής, από εικονογράφος των μακραίωνων εθνικών παθών, για να θυμίσω μια από τις σημασίες της λέξης. Είναι βάρδος με το πλατύ περιεχόμενο που προσέδιδε στον όρο ο 19ος αιώνας, ποιητής δηλαδή που συνδέει οργανικά και αναπόσπαστα τον επικό με τον λυρικό και τον ελεγειακό τόνο. Παρότι ποιοτικά σημαντική, ποσοτικά αυτή του η πλευρά είναι αφανέστερη. Οι λυρικές στιγμές του συχνά είναι κρυμμένες σε εκτενέστερα έργα του, λειτουργούν ως πρελούδια ή ιντερμέδια τα οποία παρενείρονται στην αφήγηση και ρυθμίζουν τη ροή της. Στην Κυρά Φροσύνη, για παράδειγμα, βλέπουμε τον ποιητή να περιγράφει λυρικότατα την Λίμνη των Ιωαννίνων.

Κρυφά το γλυκοχάραμα προβαίνει από τον Πίνδο
ραντίζοντας με τη δροσιά το κάθε πάτημά του.
Κοιμάται η λίμνη ατάραχη, και στου γιαλού την άκρη
ακούεται γλυκά γλυκά λίγος αφρός να παίζει,
σαν ήσυχος ανασασμός μικρού παιδιού στον ύπνο.

Κύριο γνώρισμά του βαλαωριτικού λυρισμού είναι η βαθιά τρυφερότητα:

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Ο λυρικός Βαλαωρίτης ποθεί τη γαλήνη και την αρμονία, οραματίζεται μια αιθρία όπου οι κίνδυνοι απέλειπαν, όπου και τα θηρία ακόμη έχουν εξουδετερωθεί.

Καλός καιρός οπού ’τανε! Το ’χα κρυφό καμάρι
να μη με σκιάζει η ομορφιά και δίχως χαλινάρι
να τρέχω θάλασσα και γη. Έβλεπα τον πετρίτη,
αντί να βάφει στη σφαγή τη σιδερένια μύτη,
να ξεψυχάει μες στη φωλιά. 

(περισσότερα…)

Επισκόπηση των βαλαωριτικών σπουδών, 1847-2024

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

Η σύντομη αυτή μελέτη παρακολουθεί σε αδρές γραμμές την εκδοτική τύχη του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη μέσα από τους κυριότερους σταθμούς που αφορούν κυρίως συνολικές εκδόσεις του έργου του και ιδιαίτερα σημαντικές μελέτες από το 1847 που εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή Στιχουργήματα μέχρι σήμερα, σε μια προσπάθεια επισκόπησης των βαλαωριτικών σπουδών, αποτίμησης των κατορθωμένων και εξέτασης των προοπτικών τους.1

Αφορά στην ουσία την παρουσίαση των πρώτων συμπερασμάτων της διατριβής μου με τίτλο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879): εργογραφική και βιβλιογραφική καταγραφή, σημασιολογική αποτύπωση και σχεδιασμός ψηφιακής συλλογής».2 Η μοναδική έκδοση της εργογραφίας-βιβλιογραφίας του ποιητή  που διαθέτουμε μέχρι σήμερα είναι το αφιερωματικό βιβλιογραφικό τομίδιο του Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων που κυκλοφόρησε και μοιράστηκε μαζικά στα σχολεία το 1979 μαζί με αντίστοιχο τομίδιο-ανθολογία του έργου του,  στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τον θάνατο του ποιητή.3 Συνεπώς η συστηματική βιβλιογράφηση των δημοσιευμάτων του, η πλήρης ευρετηρίαση, ο σχολιασμός και η αξιολόγηση της εκδοτικής τύχης του έργου του και των μελετών γι’ αυτό, αποτελεί ένα από τα βασικά φιλολογικά αιτούμενα με στόχο να αναδειχθούν πολύτιμα στοιχεία –ποσοτικά και ποιοτικά– για την εξέλιξη και τους σταθμούς των βαλαωριτικών σπουδών. Παρομοίως στα φιλολογικά αιτούμενα συγκαταλέγονται η φιλολογική έκδοση των Απάντων του με την αλληλογραφία του με τα μέλη της οικογένειάς του και με τους λόγιους της εποχής του, καθώς και μια επιλογή με τις μελέτες γύρω από το λογοτεχνικό έργο και την πολιτική του δράση. Η έκδοση των Απάντων του είναι προϋπόθεση για την συγγραφή της πνευματικής του βιογραφίας, αλλά και την πρόσληψή του από τις σύγχρονες και τις μεταγενέστερες γενιές. Οι λόγοι των παραπάνω εκδοτικών απουσιών είναι πολλαπλοί και συνδέονται με τις «τύχες» και τις καμπύλες που γνώρισε η πρόσληψη και η αναγνωσιμότητα του έργου του από τις ελληνικές γενιές και κάποτε τις ξένες. Μπορούμε όμως με σχετική ασφάλεια να εντοπίσουμε τον σημαντικότερο λόγο: τη βαριά σκιά του Σολωμού και στη συνέχεια του Κάλβου που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της επτανησιακής λογοτεχνίας.

Ωστόσο η νεοελληνική κριτική στο πρόσωπο και το έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, αναγνώρισε τον διάδοχο του Σολωμού και τον ενέταξε στην ποιητική τριανδρία των κορυφαίων του αιώνα του, μαζί με τους δύο Επτανήσιους ομοτέχνους του, τον Σολωμό και τον Κάλβο. Το πλαίσιο που διαμόρφωσε την προσωπικότητα και τον ποιητικό του λόγο και μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρούμε την αξιολόγησή του είναι τα εθνικά, πολιτικοκοινωνικά και πνευματικά γεγονότα των πρώτων πενήντα χρόνων του ελεύθερου κράτους (1830-1880) που ορίζονται από την Επανάσταση, τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους, τις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές, την πολιτική διάσπαση των Ελλήνων, την αμφισβήτηση της καταγωγής τους, την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, τη Μεγάλη Ιδέα, τη θεμελίωση της εθνικής ιδεολογίας και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού στο τρίσημο σχήμα Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός, όπως το αποτύπωσαν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Στην ζοφερή εκείνη πραγματικότητα της πεντηκονταετίας  που ακολούθησε την Επανάσταση η ποίηση απέκτησε έναν ρόλο εκτονωτικό και παραμυθητικό. Μέσα από την ποιητική δημιουργία η ελληνική κοινωνία ήλπιζε σ’ ένα απότομο ποιοτικό άλμα που θα τις χάριζε το καινούργιο, επιθυμητό πρόσωπο. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν η πρώτη ουτοπία που ενστερνίστηκαν οι Έλληνες για να ανακάμψουν ηθικά. Η ποίηση ήταν το δεύτερο αποκούμπι τους. Ιδίως η ρομαντική ποίηση, με τη ρητορεία, την παραφουσκωμένη έκφραση, την υπερβολή που την χαρακτηρίζει, τους πρόσφερε μια διέξοδο από την πεζή και αντίξοη πραγματικότητα.4  Όταν αναφερόμαστε στην ποίηση του Βαλαωρίτη, μέσα σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να διερευνούμε τους στόχους της και να επιχειρούμε την αξιολόγησή  της. (περισσότερα…)

Ο τελευταίος αρματωλός: Βαλαωρίτης – Ροΐδης, ένας εγκάρδιος διάλογος

*

To 2024 συμπληρώθηκαν δύο αιώνες ακριβώς από τη γέννηση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824-1879). Στον ποιητή του Αστραπόγιαννου και του Φωτεινού αφιερώνει το ΝΠ κάποιες από τις ακροτελεύτιες αναρτήσεις της επετειακής αυτής χρονιάς. Γράφουν ο Κώστας Χατζηαντωνίου, η Έφη Πολίτη και ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το 1877 ο πενηντατριάχρονος Αριστοτέλης Βαλαωρίτης υποπτευόταν βάσιμα (λόγω της κακής υγείας του), πως βρισκόταν κοντά στο πρόωρο τέλος της πολυτάραχης ζωής του. Μετά από μια λαμπρή πορεία που τον καταξίωσε ως εθνικό ποιητή, μετά από μια ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία (που τελείωσε απροσδόκητα το 1868, όταν με δύο γροθιές απάντησε, μέσα στη Βουλή, στις ύβρεις του ιδιόρρυθμου Κεφαλλήνα Χ. Τυπάλδου Ιακωβάτου), ο Βαλαωρίτης είχε αποσυρθεί στη Μαδουρή, απ’ όπου παρακολουθούσε με αγωνία τη νέα έξαρση του ανατολικού ζητήματος. Η επανάσταση στην Ερζεγοβίνη, οι σφαγές κι ο επικείμενος ρωσοτουρκικός πόλεμος αναθερμαίνουν και τις ελπίδες των Ελλήνων αλύτρωτων. Την ίδια χρονιά ωστόσο, μια άλλη «διαμάχη» (ως συνήθως αναίμακτη) ξεσπά στην Αθήνα.

Η αφορμή ήταν ο δραματικός αγώνας που είχε προκηρύξει ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Η εισήγηση του Ροΐδη, εκ μέρους της επιτροπής κρίσεως (που αναγνώστηκε στην αίθουσα του Συλλόγου, στις 19 Μαρτίου 1877), ήταν πως κανένα από τα δώδεκα κρινόμενα έργο δεν ήταν άξιο όχι του βραβείου αλλά ούτε καν επαινετικής μνείας. «Ούτε σπινθήρ ποιήσεως υπάρχει, ούτε ίχνος, ουδέ σκιά», ήταν η καταλυτική απόφανση του εισηγητή. Επεξηγώντας τη θέση αυτή, ο Ροΐδης έκανε λόγο για την έλλειψη ποιητικής ζωής, η οποία οφειλόταν, όπως σημείωνε, στο γεγονός ότι η Ελλάς

«τα μεν πάτρια ήθη απηρνήθη, του δε διανοητικού βίου των νεωτέρων εθνών εισέτι δεν μετέχει, ουδέ την εμπνέουσαν τους ποιητάς αυτών νόσον του αιώνος νοσεί, την έλλειψιν δηλαδή και την δίψαν του ιδανικού (…) Η ποίησις παρά μεν τοις αρχαίοις ήτο άνθος νεότητος και υγείας, σήμερον δε εν Ευρώπη είναι εξάνθημα οργανισμού νοσούντος, θρήνος πάσχοντος ανθρώπου».

Δεδομένου, λοιπόν, ότι η νεώτερη Ελλάδα ούτε στη μια κατάσταση ούτε στην άλλη βρισκόταν, πώς να υπάρξει σπουδαία ποίηση; (περισσότερα…)

«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»

*

Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.

~.~

Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.

Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:

σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)

Ένας δάσκαλος

Μνήμη Αριστόξενου Σκιαδά (1932-1994) 

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Όλοι σχεδόν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου της Αθήνας έχουμε συνδέσει δύο ονόματα καθηγητών με την Α΄ έδρα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας: Βουρβέρης και Σκιαδάς. Ο πρώτος έχει τη φήμη του αυστηρού και απαιτητικού καθηγητή, επιμένει σχεδόν απειλητικά να απομνημονεύσουμε όλη τη βιβλιογραφία, ξένη κυρίως, για τα αρχαία ελληνικά κείμενα. ΄Ομως τον εκτιμάμε, γιατί μας έχει ανοίξει τα μάτια να βλέπουμε πίσω από την αρχαία ελληνική γλώσσα, τη σκέψη του συγγραφέα. «Ένα κείμενο», διακηρύσσει συχνά πάνω από την έδρα, «δεν είναι μόνο για να διδαχτείτε ή να διδάξετε Γραμματική και Συντακτικό». Και σχολιάζει πικρόχολα: «Αν τα βγάλουμε αυτά, οι σημερινοί φιλόλογοι στα γυμνάσια δε θα ξέρουν πώς να περάσουν την ώρα στην τάξη τους… Εσείς  να μη γίνετε τέτοιοι φιλόλογοι. Τα αρχαία κείμενα στάζουν ιδέες, μιλούν για όλα τα θέματα του ανθρώπινου βίου, μην τα καταδικάσετε στην άψυχη γραμματοσυντακτική ανάλυση».

Πρώτη φορά ακούμε για ανθρωπιστική ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας. Γεμίζει το αμφιθέατρο, για να παρακολουθήσουμε μια τέτοια  ερμηνεία  του «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, που μας διδάσκει φέτος.

Ο δεύτερος, ο Σκιαδάς, δεν μας εμπνέει μόνο εμπιστοσύνη και σιγουριά με την άρτια επιστημονική κατάρτισή του, κυρίως μας εντυπωσιάζει με τη διάθεσή του για συντροφικότητα, με την απλότητα και την προσήνεια προς τους φοιτητές, που θα θελήσουν να τον πλησιάσουν, πράγμα άλλωστε όχι και πολύ δύσκολο για μας, ίσως λόγω και της σχετικά μικρής ηλικιακής διαφοράς μας.

Θυμάμαι την εκδρομή στη Λίμνη της Βουλιαγμένης στο Λουτράκι τον Οκτώβρη που πέρασε και την τριήμερη τον Νοέμβρη στους Δελφούς, που είχε οργανώσει η «Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία». Η Εταιρεία, δημιούργημα του Βουρβέρη, είχε προγραμματίσει διαλέξεις εκεί, για να προωθήσει στην επαρχία, στο πλαίσιο του καταστατικού της, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ο Σκιαδάς ήταν ένας από τους βασικούς ομιλητές.

Οι φοιτητές τού φροντιστηρίου του Βουρβέρη συμμετείχαμε στις εκδρομές αυτές, που ήταν κάτι σαν πανηγύρι. Είχαμε την ευκαιρία, σε μια ατμόσφαιρα οικογενειακή, να ζήσουμε από κοντά τις προσπάθειες της Εταιρείας και των δύο καθηγητών μας, που ήλθαν μαζί με κάποιους φίλους τους ξένους καθηγητές και με τις γυναίκες τους, την κυρία Πιπίτσα ο Βουρβέρης και την ωραία νεαρή φιλόλογο Αγγελική Στασινοπούλου ο Σκιαδάς. Αυτόν αισθανόμασταν πιο κοντά μας απ’ όλους. Γιατί δεν ήταν ο ελεγκτής ή ο τιμητής των εκδηλώσεών μας, ήταν ο  αγαπημένος φίλος. Ήταν ένας από μας. Έπαιζε μαζί μας, γελούσε, τραγουδούσε και χόρευε. Αστειευόταν και συμπεριφερόταν νεανικά, όπως εμείς. (περισσότερα…)

Σάββατο 27 Ιουλίου | Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

*

Σάββατο 27 Ιουλίου | Αφιέρωμα

«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»
Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

Σε σύμπραξη με τις Εκδόσεις Κίχλη

Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, ο Αργύρης Χιόνης σφράγισε με το έργο του την ελληνική λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών. Το Θέατρο Κυδωνία, του οποίου υπήρξε βασικός συνεργάτης και σταθερό σημείο αναφοράς, και οι Νύχτες του Ιουλίου τον τιμούν με μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του.

Για τον Αργύρη Χιόνη μιλούν η πεζογράφος και κριτικός Μαρία Στασινοπούλου, ο ποιητής και κριτικός Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Γιώτα Κριτσέλη, εκδότρια και μελετήτρια του έργου του. Προλογίζει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία, σκηνοθέτης και ερμηνευτής έργων του Χιόνη. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του τιμώμενου ερμηνεύουν οι ηθοποιοί του Θεάτρου.

~.~