ΝΠ | Αφηγήματα

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)

Το θερινό πνεύμα του δάσους

*

Το παρατηρώ ώρα πολύ για μέρες ολόκληρες και θαυμάζω την επιμονή και τη γενναιότητα ετούτου εδώ του θερμοκέφαλου ερπετού που με περισσή αυτοθυσία κάνει το σώμα του αντηρίδα παίρνοντας όλο το βάρος επάνω του. Κάθε πρωί καλημερίζω τον αλλόκοτο γείτονα, κι εκείνος, που μοιάζει με κακομούτσουνη σαύρα, αδιαφορώντας για τα μικρά και τα άσημα, σιωπηλός κι ασάλευτος κοιτάζει ψηλά με ανοιχτό το στόμα. Μήπως είναι μουρλό και ακούει άλλων φωνές ή κάνει πως διαβάζει σημάδια; Από το παρουσιαστικό και τα σουσούμια του για πιτσιρίκι το κόβω. Δες το. Έχει το πείσμα της άγουρης νιότης, αυτή, την ορμή της παιγνιωδους αφέλειας, την ισχυρή βεβαιότητα λοιπόν πως κάνει το ύψιστο χρέος του βάζοντας κόντρα στην πτώση της ετοιμόρροπης κουκουναριάς.

Κι όμως. Τι ειρωνεία, θεέ μου.

Η καταπονημενη γριά του δάσους, μια από τις παλαίικες κουκουναριές στα Πευκούλια, εκείνη λοιπόν, η γερμένη, έχει τη δική της την άποψη για τη ζωή και τα πράματα. Το καταλαβαίνει και ξέρει πως ήρθε η ώρα της. Και το ύστατο τελετουργικό της φυγής είναι το οριστικό λύγισμα της. Σκύβει λοιπόν ευλαβικά και χαμηλώνει τον αποκαμωμένο κορμό της να φιλήσει το χώμα που για μια ολόκληρη ζωή την κρατούσε ορθή και γόνιμη, ω ναι, με ευγνωμοσύνη ξαπλώνει κι ασπάζεται επιτέλους τη γη που θα βλαστήσει τον σπόρο της.

Καθε πράμα στον καιρό του, θα σκέφτηκε, κάνοντας τόπο σε αυτά που φυτρώνουν. Κι ας αντιδρά το στραβάδι, το σπλάχνο της, που ασθμαίνοντας σαν το θεριό αντιστέκεται στην ατιμωτική τους παράδοση. Καλώς το πράττεις κλωνάρι μου και σε ευχαριστώ που με κρατάς μην πέσω απότομα, με τρυφερότητα σαν να ακούστηκε να του λέει η σοφή αιωνόβια, τιμώντας έτσι και το μεγαλείο της αναίτιας πράξης με ένα ανεπαίσθητο θρόισμα. Ακούστηκε σαν επιθανάτιος ρόγχος. Ας είναι. Γνωρίζει καλά η ηλικιωμένη κυρά, όλοι το ξέρουν, πως το χρεωμένο καθήκον των όντων του παράκτιου δάσους, είναι, με πίστη στο κοινό τους καλό, να αφουγκράζονται τις άηχες φωνές και τα σημάδια που δίδει το μεγάθυμο πνεύμα του. (περισσότερα…)

Η υστερική

*

Η όπερα Ελπίς Πατρίδος ήταν πραγματικά έξοχη και θα μπορούσε να είναι μια τέλεια βραδιά, αν δεν μου είχε χαλάσει τη διάθεση ένα από αυτά τα ασήμαντα περιστατικά που μερικές φορές σφηνώνονται στο μυαλό απειλώντας, έστω και πρόσκαιρα, την αισθητική απόλαυση. Είχα καθυστερήσει να κάνω κράτηση και οι φτηνές θέσεος που είχα βρει ήταν από τις χειρότερες, το γνώριζα εξαρχής. Αυτό που δεν γνώριζα ήταν ότι τελικά θα πήγαινα μόνος μου στο Μέγαρο, μιας και η φίλη μου η Ελένη, λάτρις της όπερας και συνήθης συνοδός μου σε συναυλίες, το ακύρωσε τελευταία στιγμή.

Είχα πάει, επομένως, λίγο ανόρεχτα αυτή τη φορά. Δίπλα μου κάθισε μια γυναίκα με λίγο παλιομοδίτικο στυλ και αριστοκρατική φυσιογνωμία, γύρω στα 55. Δεν θα την είχα καν προσέξει αν δεν αντιδρούσε με τόλμη, όταν στην μπροστινή μας σειρά ένα ζευγάρι άρχισε να διαπληκτίζεται — στην αρχή ψιθυριστά.

—Παρακαλώ ησυχία! είπε με σταθερή φωνή την πρώτη φορά,

—Ενοχλείτε! λίγο πιο δυνατά τη δεύτερη,

—Ντροπή σας πια! με φανερό θυμό την τρίτη, που ήταν και αποτελεσματική, αφού το ζευγάρι σηκώθηκε και εγκατέλειψε την ημιφωτισμένη αίθουσα, ενώ μια αντρική φωνή καθώς απομακρυνόταν ακούστηκε να υποτονθορίζει προς τη μεριά μας:

—Υστερική! (περισσότερα…)

Mario Andrea Rigoni, Αλληλογραφία με αγαπητή δεσποινίδα

*

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Αγαπητή δεσποινίς Άμπρα,

μην αναρωτηθείτε πώς γνωρίζω το όνομά σας ούτε πώς κατάφερα να βρω τη διεύθυνση για να στείλω αυτό το γράμμα. Όταν θα το έχετε διαβάσει, ίσως και πριν φθάσετε στο τέλος, θα συνειδητοποιήσετε πως είναι περιττό το ερώτημα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο, πιστέψτε με, από το να εντοπίσει κανείς, αν το επιθυμεί, το όνομα και τη διεύθυνση ενός προσώπου˙ μέχρι και τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του. Επιπλέον, μένω σε ένα κτίριο που βλέπει στο δικό σας, σε διαμέρισμα (δεν σας λέω σε ποιον όροφο), από όπου φαίνεται τόσο η είσοδος όσο και τα παράθυρά σας. Το ερώτημα που πρέπει να θέσετε –ίσως πολύ περισσότερο θα έπρεπε να το θέσω εγώ– είναι άλλης φύσεως. Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά˙ μάλιστα, η απάντηση θα μπορούσε να βρίσκεται στο ίδιο το γράμμα, πιθανώς κρυμμένη ανάμεσα στις γραμμές.

Πρέπει να ξέρετε πως μια ξαφνική απόλυση –από εκείνες που σήμερα τρομοκρατούν πολύ κόσμο, αλλά που στην περίπτωσή μου συνοδεύτηκε και από μια μεγάλη αποζημίωση και από μιαν αξιοπρεπή σύνταξη, κάτι το οποίο όντως με εμποδίζει να παραπονιέμαι!– με έφερε στην αξιοζήλευτη κατάσταση να αφιερώνω όλο τον χρόνο μου σε έναν απλό σκοπό: την παρατήρηση του κόσμου. Θα σας φανεί παράξενο, όμως δεν μου είχε συμβεί ποτέ πριν. Για ποιον λόγο; Είναι απλό: ήμουν πολύ απασχολημένος. Εσείς, που κάθε πρωί ξυπνάτε στις επτά γιατί στις οκτώ πρέπει να είστε στο δικαστήριο και καμιά φορά καταλήγετε να μακιγιάρεστε στο αυτοκίνητο, μπορείτε να με καταλάβετε. (περισσότερα…)

Ο Σωτήρης κι η Διαμάντω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Λέγαν πως ήταν όμορφη στα νιάτα της, πέρναγε μισή μέρα στον καθρέφτη και οι άντρες παλαβώναν για την θεια μου την Διαμάντω. Εγώ την γνώρισα μεγάλη. Κι όσο κι αν κοίταζα στο σώμα και στο πρόσωπο, ίχνη δεν έβρισκα ομορφιάς λησμονημένης παρά μια βαϊσμένη μπαστουνόγρια, δύστροπη και τσιγκούνα.

Την πιλάτευε ο άντρας της, ο Σωτήρης:

«Να πάρουμε ένα ψυγείο, Διαμάντω! Καρανιάσαμε όλο το καλοκαίρι να πίνουμε το νερό αλισίβα».

«Ψυ… ψυγείο; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

«Να πάρουμε μια τηλεόρα, Διαμάντω! Παιδιά, σκυλιά δεν έχουμε, να βλέπουμε τίποτα να ξεθολώνει το μάτι μας».

«Τηλεόρα; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Όλα είχαν λεφτά για την θεια μου την Διαμάντω και μόνον εκείνη δεν είχε. Τα ’κανε κομπόδεμα κι άνοιγε τρύπα από σκατό για να τα κρύψει.

Ο καημένος ο Σωτήρης! Παρηγοριόντανε καπνίζοντας το ’να τσιγάρο πίσ’ απ’ τ’ άλλο.

Φρένιαζε η Διαμάντω:

«Τα τσιγάρα έχουνε λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Α, όλα κι όλα! Κάλλιο να ’κοβε τ’ αυτί του ο Σωτήρης παρά να ’κοβε το κάπνισμα. Τέτοιο αυτί που είχε, θα το ’κοβε ευχαρίστως, βέβαια: μεγάλο και πληγιασμένο πάντα, έσταζε αίμα και γέμιζε πύον. Του έβαζε μια χαρτοπετσέτα πάνω, που κόλλαγε μετά και ούρλιαζε να την βγάλει. Ανάθεμά το γι’ αυτί! Και γιατρειά να μην έχει… (περισσότερα…)

Να σας τον τυλίξω ή θα τον φάτε εδώ;

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

Ο Βαγγέλης είναι 39 Μαΐων ή, για την ακρίβεια, Απριλίων και εργάζεται ως ντελιβεράς στο σουβλατζίδικο: «Καλύτερα σουβλάκι παρά παξιμαδάκι», τίτλος εμπνευσμένος από το επάγγελμα του πατέρα του ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν νεκροθάφτης και ως εκ τούτου στωικός φιλόσοφος.

Ο Βαγγέλης είναι ένας σύγχρονος νέος με παραδοσιακές καταβολές. Τελεί μνημόσυνο ανυπερθέτως κάθε χρόνο στους εκλιπόντες Καζαντζίδη-Παντελίδη, αλλά, όταν γνωρίζει καινούργια άτομα –και δη γυναίκες– ισχυρίζεται ότι αγαπά τη ραπ. Έχει μάθει και τα ονόματα δύο συγκροτημάτων από τον δεκατετράχρονο ανηψιό του και είναι κομπλέ.

Στην ερωτική του ζωή, ο Βαγγέλης υπήρξε επανειλημμένως το θήραμα γυναικών που ήθελαν να τον παντρευτούν. Εξαιτίας όλων αυτών των τραυματικών εμπειριών απέκτησε τη λεγόμενη «φοβία του τυλίγματος», την οποία και δεν κατάφερε να ξεπεράσει αν και ακολουθώντας τις συμβουλές της ψυχολόγου του, εκτέθηκε για ένα τρίμηνο στις εξαιρετικά στρεσογόνες συνθήκες του τυλίγματος σουβλακίων και γύρου ως άλλη ψυχολογική ομοιοπαθητική μέθοδο. Τα χέρια του έτρεμαν κάθε φορά που τύλιγε το σουβλάκι με την πίτα.Με τον γύρο, άγνωστο γιατί, ένιωθε κάπως καλύτερα.  Ίσως επειδή ο γύρος τού άρεσε περισσότερο. Από όλη αυτή την τραυματική εμπειρία, ο Βαγγέλης αποκόμισε δεκαεφτά επιπλέον κιλά που προστέθηκαν στα 108 που ήδη κουβαλούσε. (περισσότερα…)

Η Ακρόπολη από την ταράτσα μας

*

Η ζωή μας στο σπίτι τής οδού Πηλέως κυλούσε και μέσα, στις δυο μεγάλες ανισόπεδες κάμαρες, και έξω, στην βεράντα τής κάτω κάμαρας, μα κυρίως στην πάνω τεράστια ταράτσα με την κληματαριά, το μεγάλο πλεονέκτημα του σπιτιού. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, δηλαδή από νωρίς την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο, περνούσαμε πιο πολύ έξω. Αλλά και τις καλές μέρες τού χειμώνα η ταράτσα και η βεράντα γινόταν, για μένα τουλάχιστον, χώρος μελέτης. Έβγαζα το σκαμνάκι μου και διάβαζα κάτω από τον ζεστό ήλιο.

Μερικές φορές κοίταζα κάτω, μέσα στον πλατύ διάδρομο της «σπιταρώνας» της κυρίας Μερόπης και ζήλευα που δεν κατοικούσαμε κι εμείς σε ένα τέτοιο σπίτι με πολλά και μεγάλα δωμάτια. Παρηγοριόμουν όμως, γιατί το πλούσιο φως τού ήλιου, που έλουζε τη βεράντα και την ταράτσα μας, κι εγώ απολάμβανα, δεν έβλεπα να μπαίνει κάτω. Πώς θα χαιρόμουν το διάβασμα έξω, αν μέναμε στο κάτω «πλούσιο» σπίτι; Πλούσιο;…

Και πώς, όταν τις νύχτες τού καλοκαιριού η ζέστη γινόταν αφόρητη, όλη η οικογένεια θα μετακόμιζε στην ταράτσα; Το βορειοδυτικό μέρος της δεν το έπιανε ποτέ ο ήλιος το πρωί· εκεί, πάνω στις φρεσκοπλυμένες κόκκινες τσιμεντόπλακες, απλώναμε μια κουβέρτα κι ένα κατωσέντονο για όλους κι έπαιρνε ο καθένας δικό του μαξιλάρι, δικό του πανωσέντονο και κοιμόμασταν μακάρια ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από τον καθαρό έναστρο ουρανό.

Ολόκληρη την ύπαρξή μου διαπερνούσε η μαγεία τής αδιατάραχτης νύχτας. Κι έμενα ξύπνια όσο άντεχα, να παρατηρώ τα αμόλυντα και λαμπερά αστέρια, που δεν τα εξαφάνιζε το τεχνητό φως της πόλης· διέκρινα τη μικρή και τη μεγάλη άρκτο, όπως είχα διαβάσει στο βιβλίο της Γεωγραφίας, τη φαρδιά γαλακτερή καμπυλωτή λουρίδα τού γαλαξία, τις φάσεις τού φεγγαριού, την πανσέληνο, του Αυγούστου κυρίως, κι έκανα όνειρα… (περισσότερα…)

Η κοινοτοπία των τάφων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Η είδηση ήταν πρωτοσέλιδο σε τοπική εφημερίδα. «Νεκρός σε τροχαίο ο γιος γνωστού επιχειρηματία της περιοχής μας».

Η κηδεία θα γινόταν στις τρεις. Δεκέμβρης μήνας. Δυνατός βοριάς, κρύο ανελέητο. Δεν είχα καμιά όρεξη  να βγω έξω. Και μόνο η σκέψη του έξω μου προκαλούσε ρίγος. Προτιμούσα τη θαλπωρή του γραφείου. Η παγωνιά ξυπνούσε μέσα μου ενοχλητικές αναμνήσεις. Θα πήγαινα όσο πιο αργά μπορούσα, να προλάβω την τελευταία πράξη. Αναπάντεχο φινάλε για τον Μάριο. Μόλις τριάντα δύο χρονών. Σκοτώθηκε επί τόπου. Η συνοδός του, μια ρωσίδα, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο. Υπερβολική ταχύτητα, αλκοόλ πάνω από το όριο, οι επίσημες εξηγήσεις. Η εφημερίδα έγραφε για «χρήση κοκαΐνης». Η σπορ μερσεντές έγινε μια άμορφη μάζα, τσαλακώθηκε σαν κουτάκι αναψυκτικού. Μόλις που την είχε αγοράσει με λεφτά κερδισμένα από τις επενδυτικές συμβουλές μου. Και μετά, μια λάθος κίνηση. Μια στιγμή απροσεξίας ή αλαζονείας. Και να το αποτέλεσμα. Μια θέση στο χώμα. Δυο τετραγωνικά στο νεκροταφείο, στην ανατολική μεριά της πόλης. Δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εκεί ήταν θαμμένος κι ο γέρος μου. Ό,τι είχε απομείνει.

Κατά τις δύο χτύπησε το τηλέφωνο. Η Νίκη, η γραμματέας μου. Τρυφερή η φωνή της, όπως πάντα. Με ενημέρωσε πως ήταν ο Στάθης στη γραμμή, ο πιο ιδιότροπος και μίζερος πελάτης μου. Με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Νόμιζε πως το χρηματιστήριο έδινε τσάμπα  λεφτά. Όταν βγάζαμε γρήγορα και καλά κέρδη με έκανε θεό. Με την πρώτη αναποδιά και τα ξαφνικά γυρίσματα της αγοράς άρχιζε τον εξάψαλμο. Δεν άντεχε να βλέπει ένα κόκκινο ποσοστό στο χαρτοφυλάκιο του ούτε για μια μέρα. Δύσκολη περίπτωση αλλά μεγάλο κεφάλαιο. Και απόλυτα συνεπής στις προμήθειες του, σ’  αυτό δεν είχα παράπονο. Το συμφέρον ήταν αμοιβαίο. Από καθαρά επαγγελματικής πλευράς θα ήταν λάθος στην παρούσα φάση να διακόψω τη συνεργασία.  Εκείνη  όμως την ώρα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελα να μιλήσω.  Έπρεπε όμως. Για χάρη του σχεδίου μου τέτοιοι συμβιβασμοί ήταν αυτονόητοι. Το σχέδιο. Η Πειθαρχία. Οι στόχοι. Τέτοιες λέξεις όριζαν την ζωή μου. Ήμουν αυτές οι λέξεις. (περισσότερα…)

Ελεύθερος Μουνοσπάστης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι κάτοικοι του Αγίου Πέτρου ξύπνησαν την Κυριακή για να πάνε στην εκκλησία. Η απόσταση από τα σπίτια τους έως τον οίκο του Θεού, όμως, μετετράπη εις οδόν της απωλείας, καθότι παραμόνευε στο διάβα τους ο ίδιος ο εξαποδώ, καρφιτσωμένος στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων τους υπό την μορφήν βδελυράς δακτυλογραφημένης φυλλάδος.

Και μόνον τον τίτλο να διάβαζε κανείς, έπρεπε να κλείσει από τώρα καζάνι στην κόλαση: «Ελεύθερος Μουνοσπάστης» έγραφε πάνω-πάνω.

Κι ευθύς αμέσως το σύντομο σημείωμα του εκδότου:

«Αγαπητοί ΧΩΡΙΑΤΕΣ του Αγίου Πέτρου, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μετά από συλλογή υλικού δύο ετών, η εφημερίδα μας δύναται να γράφει τα τοπικά νέα του χωριού. Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Από εκεί και κάτω κυλούσε ο βόρβορος της αμαρτίας ορμητικός κι αφρισμένος και παράσερνε του παπά τα γένια και της μαϊμούς τον κώλο: (περισσότερα…)

Το νέο μουνί

*

του ΘΑΝΟΥ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Στην επίδειξη μόδας του Maison Margiela, που συνέλαβε ιδιοφυώς ο John Galliano και έλαβε χώρα κάτω από τη γέφυρα Alexandre III, στις 26 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, εντός της μαύρης φαντασμαγορίας, στο αστραφτερό σκοτάδι προβάλλει το μουνί ενός μοντέλου –για όσους έχουν μάτια να το δουν, όχι να το δουν: είναι ένα μεγάλο μουνί, ένα μουνί ωραίο, υπέροχο, βαθύ, οδυνηρό, σαν πρόσωπο, πλούσιο σε τρίχωμα –έχει πολλά μαλλιά–, μια ιδέα μπλάβο, όπως τα νεογνά στη γέννα. Το μουνί αυτό είναι ένα νέο μουνί. Το νέο αυτό μουνί που βγήκε μαζί με το νέο φεγγάρι δεν είναι ένα μουνί που διατίθεται∙ ο μίσχος του ενώνει το φύλο και το άχθος: είναι ένα μουνί που θέλει να πεθάνεις αργά στην αυτοκρατορία του.

Λεπτομέρεια εικόνας από την επίδειξη μόδας του Maison Margiela.
Επεξεργασία: Νάντια Μεϊδάνη.

*

*

*

 

 

 

 

 

Η απογραφή

*

Η βοηθός του γιατρού ήταν κατηγορηματική: πρέπει να εκτελέσετε τη συνταγή στο φαρμακείο του ΕΟΠΥΥ εντός του έτους. Άρα, σκέφτηκε επιστρέφοντας σπίτι, η μόνη μέρα που έχω είναι αύριο – ας ελπίσω ότι θα έχουν το φάρμακο. Πρωί πρωί έβαλε τα αθλητικά της, πήρε την τσάντα-ψυγείο για το φάρμακο και ξεκίνησε ευδιάθετη χάρη στην ανοιξιάτικη μέρα – τέλειωνε ο Δεκέμβρης και το θερμόμετρο δεν έδειχνε κάτω από 16ο. Ευτυχώς η Καλλιθέα ήταν κοντά, απόσταση που έκανε άνετα πεζή – κανονικά δεν θα ’βρισκε μεγάλη ουρά. Το φαρμακείο ήταν στη Δαβάκη, σε ένα άθλιο κτίριο, το οποίο είχε απέξω δύο παγκάκια για να κάθονται έξι από τους συνήθως είκοσι έως και σαράντα ανθρώπους που περίμεναν τη σειρά τους.

Πλησιάζοντας την παραξένεψε το γεγονός ότι δεν περίμενε κανείς ούτε όρθιος ούτε καθιστός, σημάδι ότι το φαρμακείο ήταν κλειστό. Όταν έφτασε απέξω διάβασε: Μεταφερθήκαμε Κολοκοτρώνη 146, Τζιτζιφιές. Θα ’χει πολύ κόσμο αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς, το φάρμακο είναι απαραίτητο αν θέλει να διατηρήσει το φως της, αρκεί να το έχουν. Προσπαθώντας να είναι αισιόδοξη, αποφάσισε να περπατήσει ώς τις Τζιτζιφιές, για να νιώθει ότι δεν πάει αναγκαστικά αλλά για άσκηση.

Η διαδρομή αποδείχτηκε μεγαλύτερη από όσο περίμενε. Περπατούσε μία ώρα και πάλι είδε κι έπαθε να βρει το κτίριο. Αντίθετα από την τεράστια ουρά που περίμενε ότι θα βρει, κανείς δεν περίμενε και η πόρτα ήταν κλειστή με σιδεριά περίφρακτη. Έπρεπε να πλησιάσει πολύ κοντά και να βάλει τα γιαλιά της για να διαβάσει. Κλειστόν λόγω απογραφής, Απευθυνθείτε στο φαρμακείο του Ρέντη. Απίστευτο! Τι τους κόστιζε να βγάλουν ανακοίνωση ώστε να μην ταλαιπωρείται ο κόσμος… (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος ψάλτης

*

Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.

Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ, ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου, τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾽ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῷ καθ᾽ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾷ, παρουσιάζεται, δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾽ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος. Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθησαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζῃς καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃς ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλῆν παραλλαγὴν κατ᾽ ἔτος;

Ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν, τὸ νὰ ἐκδίδωνται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικωτέραν ὕλην κατὰ Κυριακήν, εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ, τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀκοπωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφάς, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.

(περισσότερα…)