ΝΠ | Αφηγήματα

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)

Όλος ο κόσμος μια σκηνή

*

— Νέλληηηη! Νέλληηηη!

Τους κοιτούσαμε, καθισμένοι εμείς στα τραπέζια μας, τρώγοντας το φαγητό μας, πίνοντας το αναψυκτικό μας, λες και ήταν ηθοποιοί εκείνοι που έπαιζαν σε ένα υπαίθριο θέατρο και εμείς θεατές που είχαμε έρθει να δούμε ένα θέαμα μετά μεσημεριανού φαγητού. Μόνο που δεν ήταν διασκεδαστικό. Δεν ήταν κατάλληλο για τόσο ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Δεν ήταν κωμωδία ούτε επιθεώρηση.

— Νέλληηηη! Νέλληηηη! φώναζαν με τρόπο σπαρακτικό και καταλάβαμε ότι είχαν χάσει το παιδί τους.

Ήμασταν σε μια μικρή πλατεία απ’ την οποία ξεκινούσαν πέντε δρόμοι: οι δυο οδηγούσαν στη λεωφόρο με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, οι άλλοι τρεις προς την παλιά πόλη που ήταν όλη πεζοδρομημένη αλλά γεμάτη με κόσμο, κυρίως με τουρίστες αλλά και ντόπιους που είχαν έρθει να ψωνίσουν στη λαϊκή.

Ήρθε ο πατέρας με αγωνία και ελπίδα να μας ρωτήσει έναν-έναν στα τραπέζια των διαφόρων εστιατορίων αν είχαμε δει ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών με ξανθά μαλλιά, ροζ μπλουζάκι και τζην βερμούδα και ένας-ένας οι θεατές του απαντήσαμε όχι αλλά αν τη βλέπαμε θα την κρατούσαμε κοντά μας τη Νέλλη μέχρι να έρθει ο ίδιος ή η γυναίκα του να την ζητήσουν.

Έφυγε ο άνθρωπος αναψοκοκκινισμένος, με τον φόβο και την ενοχή στο βλέμμα του. Με τον φόβο ότι μπορεί ποτέ να μην ξανάβλεπε το παιδί του που ίσως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή το είχε αρπάξει κάποιος με κακούς σκοπούς. Με την ενοχή ότι δεν είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός και την είχε χάσει τη μικρή από τα μάτια του. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νεκρὸς ταξιδιώτης

Ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου (2024)

*

ΟΤΑΝ ΕΥΡΕΘΗ Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.

Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.

Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου». (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Η Όλγα

*

1

Υπήρξαν γυναίκες που δεν άφησαν κανένα αποτύπωμα στη μνήμη μου και κατά πάσα πιθανότητα ούτε κι εγώ στη δική τους. Υπήρξαν και κάποιες που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου, γυναίκες που τις θυμάμαι με τρυφερότητα και νοσταλγία. Ανάμεσά τους η Όλγα, πρόσωπο αγαπημένο και αλησμόνητο.

Τη γνώρισα πριν από χρόνια, την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Ήταν χορεύτρια – έτσι δήλωνε η ίδια – στο στριπτιζάδικο της παραλιακής που εκείνα τα χρόνια ήταν στις δόξες του.

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνη με σταμάτησε την ώρα που γύριζα στο σπίτι από μια ακόμα δύσκολη βάρδια στο καρνάγιο. Ήμουν βρώμικος, σκονισμένος, με ρούχα διαλυμένα και με τη μέση μου σακατεμένη από τα βάρη και τις συνθήκες της δουλειάς. Ένοιωθα άσχημα με τον εαυτό μου, με την εικόνα μου, με τη ζωή μου γενικότερα. Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τον χωρισμό μου και το παιδί το έβλεπα μια φορά το μήνα. Οικονομικά ήμουν σε οριακή κατάσταση και με εννιακόσια ευρώ μηνιάτικο μόλις που τα έβγαζα πέρα. Είχα ξεχάσει τον έρωτα και το σεξ και το σενάριο μιας σχέσης σπάνια το σκεφτόμουν. Μοναδική πηγή ανακούφισης εκείνα τα χρόνια ήταν τα βιβλία, το διάβασμα και τα ημερολόγια που έγραφα – μια θεραπεία που με κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας από την τελική χειρονομία.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ που βρέθηκα με την Όλγα στο παραλιακό ταβερνάκι (εκείνη με προσκάλεσε) αναρωτιόμουν τι μπορούσε να θέλει μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα από μένα – έμοιαζε με μοντέλο στο πρόσωπο και στο σώμα. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να με γνωρίσει από καιρό. Μου είπε ότι ερχόταν τα απογεύματα στην παραλία δίπλα στο καρνάγιο πότε μόνη της και πότε με μια φίλη της. Με έβλεπε που τάιζα τα σκυλιά που ήταν φύλακες του χώρου. Μου είπε ότι της άρεσε πολύ ο τρόπος που τα φρόντιζα και τα χάιδευα. Μου είπε ακόμα ότι της άρεσε το πάνω μέρος του σώματός μου – λόγω της ζέστης έβγαζα το μπλουζάκι όταν έκανα τις βαριές δουλειές. (περισσότερα…)

Μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη

*

Ο Στεφανοκουμής μπορεί να πλησίαζε τα πενήντα, μα όντε επροπάθιε έτριζεν ο τόπος. Φορούσε εκείνα τα βαριά τα στιβάνια, έστριβε και τη μουστάκα του και ήτανε ολάκερος μιαν εμορφιά.

Και δεν ήταν μονάχα η εμφάνιση του επιβλητική. Όσοι τον γνωρίζανε στα Χανιά τονε θαύμαζαν και για την καθάρια ψυχή ντου. Ντόμπρος ο Κουμής, πάντα ήτονε δίκαιος με ούλους τσι αθρώπους. Και στην παρέα πρώτος. Να πει την καλή του κουβέντα, να γελάσει, να πει το ριζίτικο του και μετά να σύρει και ντρέτα το ζάλο του.

Από την μέρα όμως που μπήκε στο σπιτικό του εκείνοσάς ο λιγδιάρης ο παρατρεχάμενος του βουλευτή και του πε για τα κοπέλια του, πως μπορεί να τα διορίσει όπου θέλει άμα…, ο Στεφανοκουμής εσυννέφιασε. Επροπάθιε στο δρόμο ζαλισμένος και σκεφτότανε τα κοπέλια του, τον Σήφη και τον Παναγή. Ήξερε την δύσκολη ζωή απού ’χανε στο χωριό. Γι’ αυτόν δεν τον ένοιαζε μήτε για το Λενιώ. Τα κοπέλια του όμως;

Είπε το ναι ο Στεφανοκουμής. Το ’πε στον λιγδιάρη και ο αναθεματισμένος τον κράτησε τον λόγο του. Εβόλεψε καταπώς υποσχέθηκε και τον Σήφη και τον Παναγή.

Από τότες, κάθε φορά που είχε εκλογές, ο Κουμής έτρεχε ξοπίσω από το βουλευτή. Τον κράτησε κι αυτός το λόγο του. Μα το Λενιώ όμως ανησυχούσε. Έβλεπε τον άντρα τση πια, να περπατεί σαν τον γάτη. Μετά από λίγο καιρό τον έβλεπε και καμπούριαζε εξαιτίας της συνήθειας που απόκτησε να σκύβει για να μην τονε βλέπουνε οι γνωστοί του. Ασπρίσανε τα μαλλιά του γρήγορα και τ’ αστραφτερά του μάθια εξεθώριασαν. Εσταμάτησε και τσι παρέες και καταγινόταν μόνο με τα χωράφια του.

Θαρρώ πως μου είπανε –δεν ξέρω αν είναι αλήθεια– πως κάθε μέρα ο Στεφανοκουμής εμίκραινε μέχρι –λέει– που μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη τόσο δα μικρή που την πήρε και την σκόρπισε ο αγέρας…

Το σίγουρο πάντως, γιατί ήμουνα εκεί, είναι πως στα σαράντα του Κουμή, οι γιοί του είχανε κάθε λογής κεράσματα για τον κόσμο που ήρθε στο μνημόσυνο. Στο κάτω κάτω της γραφής, τα κοπέλια έπρεπε να τιμήσουνε τον πατέρα τους που τους έκανε αθρώπους..

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

*

*

*

Ηλειακές μνήμες του 1969

*

Στη μνήμη του πατέρα μου

Φέτος το ταξίδι για το χωριό του πατέρα μου δεν ήταν ατέλειωτο, όπως τότε, αρχές της δεκαετίας του ’50, που ταξιδεύαμε με τον καρβουνιάρη, φορώντας ό,τι πιο πρόχειρο, για να μην λερωθούμε από τη μουτζούρα του. Ήταν πιο γρήγορο κι από το ταξίδι που κάναμε, αργότερα, με το «πολυτελές», και αρκετά ταχύτερο, ωτομοτρίς.

Τώρα, μετά από πολλά χρόνια, ταξιδεύαμε άνετα με το ΙΧ του πατέρα μου και σταματούσαμε όπου θέλαμε, όποτε θέλαμε. Κι όταν φτάσαμε στην Αμαλιάδα, δεν χρειάστηκε να φορτώσουμε, όπως τότε, τις αποσκευές μας πάνω στη σκεπή τού λεωφορείου-σακαράκα, όπου μέσα στοιβάζονταν οι επιβάτες με προορισμό την Εφύρα και το Σιμόπουλο. Εμείς κατεβαίναμε πάντα πιο πριν, στού Μπεζαΐτη, όπως έλεγαν τότε την Κεραμιδιά, τρίτο χωριό μετά το μεγαλοχώρι του Χάβαρη και τη μικρή Ντάμιζα.

Η διαδρομή από την Αθήνα ώς το χωριό μου φαινόταν μαγευτική. Όλα γνωστά, τα είχα δει πολλές φορές, μα σήμερα μου φαίνονταν καινούργια, διαφορετικά από άλλοτε· δεν μου ’κανε όρεξη να ρίξω ούτε ένα βλέμμα στο βιβλίο, που είχα πάρει μαζί μου για το μακρύ ταξίδι. Όλη την ώρα παρατηρούσα γύρω αμίλητη και σκεπτόμουν… σκεπτόμουν…

Απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής φτάσαμε στο σπίτι του αδελφού τού πατέρα μου. Όλοι μάς περίμεναν στην αυλή, κάτω από την πελώρια, σχεδόν αιωνόβια μουριά, την ίδια όπου σκαρφάλωνε παιδί ο πατέρας μου. Το παλιό σπίτι όμως, το πατρικό, δεν υπήρχε πιά. (περισσότερα…)

Σχεδόν ταυτόχρονα μα καθόλου υποκριτικά

*

Τι γύρευαν τα τρία κορίτσια που αγάπησα στο σπίτι μου αυτό το απομεσήμερο; Γιατί μετά από τόσα χρόνια με θυμήθηκαν; Πώς με βρήκαν στο απόμερο αυτό νησί, όπου πλέον ζω αποκομμένος σχεδόν από το κόσμο; Οφθαλμαπάτη σκέφτομαι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και όμως είναι πράγματι εκεί, έξω από την πόρτα μου. Τα τρία κορίτσια που αγάπησα ταυτόχρονα σχεδόν τί να θέλουν από εμένα; Παρά τις πολλές μου απορίες τις καλοδέχομαι. Καθόμαστε στο ένα και μοναδικό για όλες τις χρήσεις δωμάτιο μου. Προσφέρω κρύο νερό και εκείνες κοινότυπες κουβέντες. Η σημερινή ζέστη, η θερμοκρασία που γενικώς ανεβαίνει, η κλιματική κρίση που εντείνεται, η πολιτική, η οικονομική και η κοινωνική παρακμή για να φτάσουμε στο τέλος στην πολιτιστική υποκουλτούρα. Θεατρόφιλες οι δύο από αυτές, από όσο θυμάμαι, και εγώ κάποτε ποιητής… Είχα εκδώσει δύο συλλογές, αφού τις άφησα ή με άφησαν, ούτε που το θυμάμαι, με τους ευφάνταστους τίτλους Η Απώλεια και Το Ανέφικτο. Άραγε τις έχουν διαβάσει; Δεν τολμώ φυσικά να ρωτήσω.

Στο τρίτο ποτήρι νερού οι κοινοτυπίες στερεύουν και έρχεται το αναμενόμενο «Γιατί;». Οι τρεις αγάπες μου οι παλιές που ήρθαν και με βρήκαν, όλες μαζί μα και εναλλάξ στο τέλος με ρωτάνε: «Γιατί αυτή η σχεδόν ταυτόχρονη και απολύτως υποκριτική αγάπη;» Και εγώ ο ένας και υπαίτιος δε σχολιάζω ούτε το σχεδόν ούτε το απολύτως μα ούτε και σε εκείνο το γιατί δίνω απαντήσεις. Εναλλακτικά ωστόσο προσφέρω ούζο, φτιάχνω το μεζέ που θυμόμουν ότι άρεσε σε όλες, βάζω μουσική, τα αγαπημένα τους κομμάτια φυσικά που και μόνος μου άλλωστε ακούω συχνά. Πίνουμε, τρώμε, αστειευόμαστε, χορεύουμε και, όταν το δωμάτιο μου το μικρό αρχίζει να μας στενεύει, βγαίνουμε στην βεράντα μου. Στενή και αυτή μα ανοίγεται για να μας καλοχωρέσει. (περισσότερα…)

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)

Αίθουσα αναμονής

*

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Μήτε που ξέρω πόσον χρόνο έχω περάσει εδώ περιμένοντας. Κάθε λίγο βγαίνει από τις πόρτες κάποιος και φωνάζει ονόματα. «Όλα πήγαν καλά». «Ήταν δύσκολα, αλλά μην ανησυχείτε!».

Ενδιάμεσα βγαίνουν τα φορεία. Τα οδηγούν στη λεωφόρο του διαδρόμου και ύστερα παίρνουν τις εξόδους για τους θαλάμους όπου βεβαιώνεται πάνω σε χαρτιά με σφραγίδες το αμετάκλητο του θεραπευτικού τεμαχισμού. Ο χειρουργημένος δε θυμάται. Μόνο πονά. «Αλλά για λίγο», του λένε.

Ακόμα να με φωνάξουν.

Ξάφνου ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνει άλλο ένα φορείο. Μα αυτό δε λοξοδρομεί. Έρχεται κατά πάνω μου δίχως κανένας να το σπρώχνει. Πάνω είμαι εγώ με μάτια ορθάνοιχτα και με φωνάζω με το όνομά μου.

—Πώς πήγε η εγχείριση;

—Πήγε καλά. Δες εδώ! Πήρα μαζί μου αυτή τη σάρκα την κομμένη. Δε μου έκανε καρδιά να την πετάξω σαν άρρωστη και περιττή. (περισσότερα…)

Ασήμαντη ερωτική ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Όλα συμβαίνουν, ξεθωριάζουν και χάνονται σα να μην έγιναν ποτέ. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει νόημα. Όλα τα στηρίγματα είναι μάταια. Χρήμα, δύναμη, εξουσία, δόξα: τεχνάσματα παρηγοριάς, άχρηστα ενώπιον του τάφου. Η προσευχή: μια τελευταία ελπίδα όταν τελειώνουν όλες οι άλλες. Η τέχνη; Στα καλύτερά της, ένα βλέμμα ηρωικό μπροστά στον θάνατο. Ο έρωτας: μια φαντασίωση ανίκανη να επιτελέσει μια λειτουργία πληρότητας. Μόλις αρθούν οι προσδοκίες που τη γέννησαν, η σχέση καταρρέει: πιστέψαμε σε κάτι που δεν ήταν παρά ένα πυροτέχνημα ενθουσιασμού, ένα σύμπτωμα της μοναξιάς και των ελπίδων μας.

~~~

Όταν είπα στην Ελπίδα ότι πέθανε ο πατέρας μου και έπρεπε να πάω στη Ρόδο για την κηδεία του η αντίδρασή της –τελείως αδιάφορη– ήταν αναμενόμενη. Το τελευταίο διάστημα τα σημάδια ότι η σχέση μας πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο ήταν ολοφάνερα. Μετά από πέντε χρόνια το σενάριο ενός χωρισμού ήταν σχεδόν σίγουρο και οι ελπίδες μου να το αποτρέψω ολοένα και λιγόστευαν. Ένοιωθα πως ήταν θέμα χρόνου να μου πει να χωρίσουμε. Κατά βάθος δεν ήμουν προετοιμασμένος για μια τέτοια εξέλιξη. Εκείνη την εποχή είχα πιάσει πάτο, ένοιωθα αδύναμος να αντιμετωπίσω τη ζωή και δεν ήξερα αν μπορούσα να αντέξω ένα ακόμα χτύπημα.

Ήμουν στην Αθήνα όταν έμαθα τα νέα για τον γέρο μου. Κι ενώ είχα αποφασίσει να μην ξαναγυρίσω στο νησί, αναγκάστηκα τελικά να αναθεωρήσω την απόφασή μου. Δεν ήταν τόσο η ανάγκη μου να θρηνήσω τον γέρο μου όσο η επιθυμία μου να συμπαρασταθώ στη μάνα μου. Δεν μπορούσα να τη φανταστώ στο νεκροταφείο ανάμεσα στ’ αδέλφιά μου κι εγώ να λείπω. Ήθελα να βρίσκομαι πλάι της. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για μια γυναίκα που η στάση της είχε υπάρξει υποδειγματική στα ταραγμένα χρόνια της ζωής μας. Ήξερα πως η παρουσία μου κοντά της θα ήταν απαραίτητη, ειδικά τη ώρα της ταφής, όταν το χώμα θα κάλυπτε το φέρετρο – η τελευταία πράξη σε ένα έργο που το φινάλε του παιζόταν κάθε μέρα για πολλά χρόνια. Ο γέρος πέθαινε καθημερινά, κι εμείς μαζί του. Τα πάθη του, οι αυτοκαταστροφές του, οι σύντομες αναστάσεις του, οι υποσχέσεις του που δεν είχε τη δύναμη να τηρήσει, κι ύστερα πάλι τα ίδια δάκρυα, οι ίδιες αγωνίες. Από κάποιο σημείο και μετά ήταν απολύτως κουραστικά όλα αυτά, μάταια, πέρα από τις δυνάμεις και τα όρια μου. Κατέληξα έτσι να γίνω ένας απλός θεατής στο ίδιο μονότονο έργο όπου ακόμα και τα δάκρυα είχαν χάσει το νόημά τους. Κι αν τελικά δάκρυσα στο άκουσμα της είδησης από τη μάνα μου στο τηλέφωνο ήταν που δεν μπορούσα να ακούω τους συγκρατημένους λυγμούς της και εκείνα τα πνιγμένα «γιατί Θεέ μου, γιατί Θεέ μου». Ένας σπαραγμός και ένα ερώτημα το ίδιο παράλογα όσο και το «γιατί» της ύπαρξής μας. (περισσότερα…)

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)