ΝΠ | Αφηγήματα

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)

Αίθουσα αναμονής

*

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Μήτε που ξέρω πόσον χρόνο έχω περάσει εδώ περιμένοντας. Κάθε λίγο βγαίνει από τις πόρτες κάποιος και φωνάζει ονόματα. «Όλα πήγαν καλά». «Ήταν δύσκολα, αλλά μην ανησυχείτε!».

Ενδιάμεσα βγαίνουν τα φορεία. Τα οδηγούν στη λεωφόρο του διαδρόμου και ύστερα παίρνουν τις εξόδους για τους θαλάμους όπου βεβαιώνεται πάνω σε χαρτιά με σφραγίδες το αμετάκλητο του θεραπευτικού τεμαχισμού. Ο χειρουργημένος δε θυμάται. Μόνο πονά. «Αλλά για λίγο», του λένε.

Ακόμα να με φωνάξουν.

Ξάφνου ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνει άλλο ένα φορείο. Μα αυτό δε λοξοδρομεί. Έρχεται κατά πάνω μου δίχως κανένας να το σπρώχνει. Πάνω είμαι εγώ με μάτια ορθάνοιχτα και με φωνάζω με το όνομά μου.

—Πώς πήγε η εγχείριση;

—Πήγε καλά. Δες εδώ! Πήρα μαζί μου αυτή τη σάρκα την κομμένη. Δε μου έκανε καρδιά να την πετάξω σαν άρρωστη και περιττή. (περισσότερα…)

Ασήμαντη ερωτική ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Όλα συμβαίνουν, ξεθωριάζουν και χάνονται σα να μην έγιναν ποτέ. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει νόημα. Όλα τα στηρίγματα είναι μάταια. Χρήμα, δύναμη, εξουσία, δόξα: τεχνάσματα παρηγοριάς, άχρηστα ενώπιον του τάφου. Η προσευχή: μια τελευταία ελπίδα όταν τελειώνουν όλες οι άλλες. Η τέχνη; Στα καλύτερά της, ένα βλέμμα ηρωικό μπροστά στον θάνατο. Ο έρωτας: μια φαντασίωση ανίκανη να επιτελέσει μια λειτουργία πληρότητας. Μόλις αρθούν οι προσδοκίες που τη γέννησαν, η σχέση καταρρέει: πιστέψαμε σε κάτι που δεν ήταν παρά ένα πυροτέχνημα ενθουσιασμού, ένα σύμπτωμα της μοναξιάς και των ελπίδων μας.

~~~

Όταν είπα στην Ελπίδα ότι πέθανε ο πατέρας μου και έπρεπε να πάω στη Ρόδο για την κηδεία του η αντίδρασή της –τελείως αδιάφορη– ήταν αναμενόμενη. Το τελευταίο διάστημα τα σημάδια ότι η σχέση μας πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο ήταν ολοφάνερα. Μετά από πέντε χρόνια το σενάριο ενός χωρισμού ήταν σχεδόν σίγουρο και οι ελπίδες μου να το αποτρέψω ολοένα και λιγόστευαν. Ένοιωθα πως ήταν θέμα χρόνου να μου πει να χωρίσουμε. Κατά βάθος δεν ήμουν προετοιμασμένος για μια τέτοια εξέλιξη. Εκείνη την εποχή είχα πιάσει πάτο, ένοιωθα αδύναμος να αντιμετωπίσω τη ζωή και δεν ήξερα αν μπορούσα να αντέξω ένα ακόμα χτύπημα.

Ήμουν στην Αθήνα όταν έμαθα τα νέα για τον γέρο μου. Κι ενώ είχα αποφασίσει να μην ξαναγυρίσω στο νησί, αναγκάστηκα τελικά να αναθεωρήσω την απόφασή μου. Δεν ήταν τόσο η ανάγκη μου να θρηνήσω τον γέρο μου όσο η επιθυμία μου να συμπαρασταθώ στη μάνα μου. Δεν μπορούσα να τη φανταστώ στο νεκροταφείο ανάμεσα στ’ αδέλφιά μου κι εγώ να λείπω. Ήθελα να βρίσκομαι πλάι της. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για μια γυναίκα που η στάση της είχε υπάρξει υποδειγματική στα ταραγμένα χρόνια της ζωής μας. Ήξερα πως η παρουσία μου κοντά της θα ήταν απαραίτητη, ειδικά τη ώρα της ταφής, όταν το χώμα θα κάλυπτε το φέρετρο – η τελευταία πράξη σε ένα έργο που το φινάλε του παιζόταν κάθε μέρα για πολλά χρόνια. Ο γέρος πέθαινε καθημερινά, κι εμείς μαζί του. Τα πάθη του, οι αυτοκαταστροφές του, οι σύντομες αναστάσεις του, οι υποσχέσεις του που δεν είχε τη δύναμη να τηρήσει, κι ύστερα πάλι τα ίδια δάκρυα, οι ίδιες αγωνίες. Από κάποιο σημείο και μετά ήταν απολύτως κουραστικά όλα αυτά, μάταια, πέρα από τις δυνάμεις και τα όρια μου. Κατέληξα έτσι να γίνω ένας απλός θεατής στο ίδιο μονότονο έργο όπου ακόμα και τα δάκρυα είχαν χάσει το νόημά τους. Κι αν τελικά δάκρυσα στο άκουσμα της είδησης από τη μάνα μου στο τηλέφωνο ήταν που δεν μπορούσα να ακούω τους συγκρατημένους λυγμούς της και εκείνα τα πνιγμένα «γιατί Θεέ μου, γιατί Θεέ μου». Ένας σπαραγμός και ένα ερώτημα το ίδιο παράλογα όσο και το «γιατί» της ύπαρξής μας. (περισσότερα…)

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)

Το θερινό πνεύμα του δάσους

*

Το παρατηρώ ώρα πολύ για μέρες ολόκληρες και θαυμάζω την επιμονή και τη γενναιότητα ετούτου εδώ του θερμοκέφαλου ερπετού που με περισσή αυτοθυσία κάνει το σώμα του αντηρίδα παίρνοντας όλο το βάρος επάνω του. Κάθε πρωί καλημερίζω τον αλλόκοτο γείτονα, κι εκείνος, που μοιάζει με κακομούτσουνη σαύρα, αδιαφορώντας για τα μικρά και τα άσημα, σιωπηλός κι ασάλευτος κοιτάζει ψηλά με ανοιχτό το στόμα. Μήπως είναι μουρλό και ακούει άλλων φωνές ή κάνει πως διαβάζει σημάδια; Από το παρουσιαστικό και τα σουσούμια του για πιτσιρίκι το κόβω. Δες το. Έχει το πείσμα της άγουρης νιότης, αυτή, την ορμή της παιγνιωδους αφέλειας, την ισχυρή βεβαιότητα λοιπόν πως κάνει το ύψιστο χρέος του βάζοντας κόντρα στην πτώση της ετοιμόρροπης κουκουναριάς.

Κι όμως. Τι ειρωνεία, θεέ μου.

Η καταπονημενη γριά του δάσους, μια από τις παλαίικες κουκουναριές στα Πευκούλια, εκείνη λοιπόν, η γερμένη, έχει τη δική της την άποψη για τη ζωή και τα πράματα. Το καταλαβαίνει και ξέρει πως ήρθε η ώρα της. Και το ύστατο τελετουργικό της φυγής είναι το οριστικό λύγισμα της. Σκύβει λοιπόν ευλαβικά και χαμηλώνει τον αποκαμωμένο κορμό της να φιλήσει το χώμα που για μια ολόκληρη ζωή την κρατούσε ορθή και γόνιμη, ω ναι, με ευγνωμοσύνη ξαπλώνει κι ασπάζεται επιτέλους τη γη που θα βλαστήσει τον σπόρο της.

Καθε πράμα στον καιρό του, θα σκέφτηκε, κάνοντας τόπο σε αυτά που φυτρώνουν. Κι ας αντιδρά το στραβάδι, το σπλάχνο της, που ασθμαίνοντας σαν το θεριό αντιστέκεται στην ατιμωτική τους παράδοση. Καλώς το πράττεις κλωνάρι μου και σε ευχαριστώ που με κρατάς μην πέσω απότομα, με τρυφερότητα σαν να ακούστηκε να του λέει η σοφή αιωνόβια, τιμώντας έτσι και το μεγαλείο της αναίτιας πράξης με ένα ανεπαίσθητο θρόισμα. Ακούστηκε σαν επιθανάτιος ρόγχος. Ας είναι. Γνωρίζει καλά η ηλικιωμένη κυρά, όλοι το ξέρουν, πως το χρεωμένο καθήκον των όντων του παράκτιου δάσους, είναι, με πίστη στο κοινό τους καλό, να αφουγκράζονται τις άηχες φωνές και τα σημάδια που δίδει το μεγάθυμο πνεύμα του. (περισσότερα…)

Η υστερική

*

Η όπερα Ελπίς Πατρίδος ήταν πραγματικά έξοχη και θα μπορούσε να είναι μια τέλεια βραδιά, αν δεν μου είχε χαλάσει τη διάθεση ένα από αυτά τα ασήμαντα περιστατικά που μερικές φορές σφηνώνονται στο μυαλό απειλώντας, έστω και πρόσκαιρα, την αισθητική απόλαυση. Είχα καθυστερήσει να κάνω κράτηση και οι φτηνές θέσεος που είχα βρει ήταν από τις χειρότερες, το γνώριζα εξαρχής. Αυτό που δεν γνώριζα ήταν ότι τελικά θα πήγαινα μόνος μου στο Μέγαρο, μιας και η φίλη μου η Ελένη, λάτρις της όπερας και συνήθης συνοδός μου σε συναυλίες, το ακύρωσε τελευταία στιγμή.

Είχα πάει, επομένως, λίγο ανόρεχτα αυτή τη φορά. Δίπλα μου κάθισε μια γυναίκα με λίγο παλιομοδίτικο στυλ και αριστοκρατική φυσιογνωμία, γύρω στα 55. Δεν θα την είχα καν προσέξει αν δεν αντιδρούσε με τόλμη, όταν στην μπροστινή μας σειρά ένα ζευγάρι άρχισε να διαπληκτίζεται — στην αρχή ψιθυριστά.

—Παρακαλώ ησυχία! είπε με σταθερή φωνή την πρώτη φορά,

—Ενοχλείτε! λίγο πιο δυνατά τη δεύτερη,

—Ντροπή σας πια! με φανερό θυμό την τρίτη, που ήταν και αποτελεσματική, αφού το ζευγάρι σηκώθηκε και εγκατέλειψε την ημιφωτισμένη αίθουσα, ενώ μια αντρική φωνή καθώς απομακρυνόταν ακούστηκε να υποτονθορίζει προς τη μεριά μας:

—Υστερική! (περισσότερα…)

Mario Andrea Rigoni, Αλληλογραφία με αγαπητή δεσποινίδα

*

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Αγαπητή δεσποινίς Άμπρα,

μην αναρωτηθείτε πώς γνωρίζω το όνομά σας ούτε πώς κατάφερα να βρω τη διεύθυνση για να στείλω αυτό το γράμμα. Όταν θα το έχετε διαβάσει, ίσως και πριν φθάσετε στο τέλος, θα συνειδητοποιήσετε πως είναι περιττό το ερώτημα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο, πιστέψτε με, από το να εντοπίσει κανείς, αν το επιθυμεί, το όνομα και τη διεύθυνση ενός προσώπου˙ μέχρι και τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του. Επιπλέον, μένω σε ένα κτίριο που βλέπει στο δικό σας, σε διαμέρισμα (δεν σας λέω σε ποιον όροφο), από όπου φαίνεται τόσο η είσοδος όσο και τα παράθυρά σας. Το ερώτημα που πρέπει να θέσετε –ίσως πολύ περισσότερο θα έπρεπε να το θέσω εγώ– είναι άλλης φύσεως. Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά˙ μάλιστα, η απάντηση θα μπορούσε να βρίσκεται στο ίδιο το γράμμα, πιθανώς κρυμμένη ανάμεσα στις γραμμές.

Πρέπει να ξέρετε πως μια ξαφνική απόλυση –από εκείνες που σήμερα τρομοκρατούν πολύ κόσμο, αλλά που στην περίπτωσή μου συνοδεύτηκε και από μια μεγάλη αποζημίωση και από μιαν αξιοπρεπή σύνταξη, κάτι το οποίο όντως με εμποδίζει να παραπονιέμαι!– με έφερε στην αξιοζήλευτη κατάσταση να αφιερώνω όλο τον χρόνο μου σε έναν απλό σκοπό: την παρατήρηση του κόσμου. Θα σας φανεί παράξενο, όμως δεν μου είχε συμβεί ποτέ πριν. Για ποιον λόγο; Είναι απλό: ήμουν πολύ απασχολημένος. Εσείς, που κάθε πρωί ξυπνάτε στις επτά γιατί στις οκτώ πρέπει να είστε στο δικαστήριο και καμιά φορά καταλήγετε να μακιγιάρεστε στο αυτοκίνητο, μπορείτε να με καταλάβετε. (περισσότερα…)

Ο Σωτήρης κι η Διαμάντω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Λέγαν πως ήταν όμορφη στα νιάτα της, πέρναγε μισή μέρα στον καθρέφτη και οι άντρες παλαβώναν για την θεια μου την Διαμάντω. Εγώ την γνώρισα μεγάλη. Κι όσο κι αν κοίταζα στο σώμα και στο πρόσωπο, ίχνη δεν έβρισκα ομορφιάς λησμονημένης παρά μια βαϊσμένη μπαστουνόγρια, δύστροπη και τσιγκούνα.

Την πιλάτευε ο άντρας της, ο Σωτήρης:

«Να πάρουμε ένα ψυγείο, Διαμάντω! Καρανιάσαμε όλο το καλοκαίρι να πίνουμε το νερό αλισίβα».

«Ψυ… ψυγείο; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

«Να πάρουμε μια τηλεόρα, Διαμάντω! Παιδιά, σκυλιά δεν έχουμε, να βλέπουμε τίποτα να ξεθολώνει το μάτι μας».

«Τηλεόρα; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Όλα είχαν λεφτά για την θεια μου την Διαμάντω και μόνον εκείνη δεν είχε. Τα ’κανε κομπόδεμα κι άνοιγε τρύπα από σκατό για να τα κρύψει.

Ο καημένος ο Σωτήρης! Παρηγοριόντανε καπνίζοντας το ’να τσιγάρο πίσ’ απ’ τ’ άλλο.

Φρένιαζε η Διαμάντω:

«Τα τσιγάρα έχουνε λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Α, όλα κι όλα! Κάλλιο να ’κοβε τ’ αυτί του ο Σωτήρης παρά να ’κοβε το κάπνισμα. Τέτοιο αυτί που είχε, θα το ’κοβε ευχαρίστως, βέβαια: μεγάλο και πληγιασμένο πάντα, έσταζε αίμα και γέμιζε πύον. Του έβαζε μια χαρτοπετσέτα πάνω, που κόλλαγε μετά και ούρλιαζε να την βγάλει. Ανάθεμά το γι’ αυτί! Και γιατρειά να μην έχει… (περισσότερα…)

Να σας τον τυλίξω ή θα τον φάτε εδώ;

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

Ο Βαγγέλης είναι 39 Μαΐων ή, για την ακρίβεια, Απριλίων και εργάζεται ως ντελιβεράς στο σουβλατζίδικο: «Καλύτερα σουβλάκι παρά παξιμαδάκι», τίτλος εμπνευσμένος από το επάγγελμα του πατέρα του ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν νεκροθάφτης και ως εκ τούτου στωικός φιλόσοφος.

Ο Βαγγέλης είναι ένας σύγχρονος νέος με παραδοσιακές καταβολές. Τελεί μνημόσυνο ανυπερθέτως κάθε χρόνο στους εκλιπόντες Καζαντζίδη-Παντελίδη, αλλά, όταν γνωρίζει καινούργια άτομα –και δη γυναίκες– ισχυρίζεται ότι αγαπά τη ραπ. Έχει μάθει και τα ονόματα δύο συγκροτημάτων από τον δεκατετράχρονο ανηψιό του και είναι κομπλέ.

Στην ερωτική του ζωή, ο Βαγγέλης υπήρξε επανειλημμένως το θήραμα γυναικών που ήθελαν να τον παντρευτούν. Εξαιτίας όλων αυτών των τραυματικών εμπειριών απέκτησε τη λεγόμενη «φοβία του τυλίγματος», την οποία και δεν κατάφερε να ξεπεράσει αν και ακολουθώντας τις συμβουλές της ψυχολόγου του, εκτέθηκε για ένα τρίμηνο στις εξαιρετικά στρεσογόνες συνθήκες του τυλίγματος σουβλακίων και γύρου ως άλλη ψυχολογική ομοιοπαθητική μέθοδο. Τα χέρια του έτρεμαν κάθε φορά που τύλιγε το σουβλάκι με την πίτα.Με τον γύρο, άγνωστο γιατί, ένιωθε κάπως καλύτερα.  Ίσως επειδή ο γύρος τού άρεσε περισσότερο. Από όλη αυτή την τραυματική εμπειρία, ο Βαγγέλης αποκόμισε δεκαεφτά επιπλέον κιλά που προστέθηκαν στα 108 που ήδη κουβαλούσε. (περισσότερα…)

Η Ακρόπολη από την ταράτσα μας

*

Η ζωή μας στο σπίτι τής οδού Πηλέως κυλούσε και μέσα, στις δυο μεγάλες ανισόπεδες κάμαρες, και έξω, στην βεράντα τής κάτω κάμαρας, μα κυρίως στην πάνω τεράστια ταράτσα με την κληματαριά, το μεγάλο πλεονέκτημα του σπιτιού. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, δηλαδή από νωρίς την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο, περνούσαμε πιο πολύ έξω. Αλλά και τις καλές μέρες τού χειμώνα η ταράτσα και η βεράντα γινόταν, για μένα τουλάχιστον, χώρος μελέτης. Έβγαζα το σκαμνάκι μου και διάβαζα κάτω από τον ζεστό ήλιο.

Μερικές φορές κοίταζα κάτω, μέσα στον πλατύ διάδρομο της «σπιταρώνας» της κυρίας Μερόπης και ζήλευα που δεν κατοικούσαμε κι εμείς σε ένα τέτοιο σπίτι με πολλά και μεγάλα δωμάτια. Παρηγοριόμουν όμως, γιατί το πλούσιο φως τού ήλιου, που έλουζε τη βεράντα και την ταράτσα μας, κι εγώ απολάμβανα, δεν έβλεπα να μπαίνει κάτω. Πώς θα χαιρόμουν το διάβασμα έξω, αν μέναμε στο κάτω «πλούσιο» σπίτι; Πλούσιο;…

Και πώς, όταν τις νύχτες τού καλοκαιριού η ζέστη γινόταν αφόρητη, όλη η οικογένεια θα μετακόμιζε στην ταράτσα; Το βορειοδυτικό μέρος της δεν το έπιανε ποτέ ο ήλιος το πρωί· εκεί, πάνω στις φρεσκοπλυμένες κόκκινες τσιμεντόπλακες, απλώναμε μια κουβέρτα κι ένα κατωσέντονο για όλους κι έπαιρνε ο καθένας δικό του μαξιλάρι, δικό του πανωσέντονο και κοιμόμασταν μακάρια ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από τον καθαρό έναστρο ουρανό.

Ολόκληρη την ύπαρξή μου διαπερνούσε η μαγεία τής αδιατάραχτης νύχτας. Κι έμενα ξύπνια όσο άντεχα, να παρατηρώ τα αμόλυντα και λαμπερά αστέρια, που δεν τα εξαφάνιζε το τεχνητό φως της πόλης· διέκρινα τη μικρή και τη μεγάλη άρκτο, όπως είχα διαβάσει στο βιβλίο της Γεωγραφίας, τη φαρδιά γαλακτερή καμπυλωτή λουρίδα τού γαλαξία, τις φάσεις τού φεγγαριού, την πανσέληνο, του Αυγούστου κυρίως, κι έκανα όνειρα… (περισσότερα…)

Η κοινοτοπία των τάφων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Η είδηση ήταν πρωτοσέλιδο σε τοπική εφημερίδα. «Νεκρός σε τροχαίο ο γιος γνωστού επιχειρηματία της περιοχής μας».

Η κηδεία θα γινόταν στις τρεις. Δεκέμβρης μήνας. Δυνατός βοριάς, κρύο ανελέητο. Δεν είχα καμιά όρεξη  να βγω έξω. Και μόνο η σκέψη του έξω μου προκαλούσε ρίγος. Προτιμούσα τη θαλπωρή του γραφείου. Η παγωνιά ξυπνούσε μέσα μου ενοχλητικές αναμνήσεις. Θα πήγαινα όσο πιο αργά μπορούσα, να προλάβω την τελευταία πράξη. Αναπάντεχο φινάλε για τον Μάριο. Μόλις τριάντα δύο χρονών. Σκοτώθηκε επί τόπου. Η συνοδός του, μια ρωσίδα, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο. Υπερβολική ταχύτητα, αλκοόλ πάνω από το όριο, οι επίσημες εξηγήσεις. Η εφημερίδα έγραφε για «χρήση κοκαΐνης». Η σπορ μερσεντές έγινε μια άμορφη μάζα, τσαλακώθηκε σαν κουτάκι αναψυκτικού. Μόλις που την είχε αγοράσει με λεφτά κερδισμένα από τις επενδυτικές συμβουλές μου. Και μετά, μια λάθος κίνηση. Μια στιγμή απροσεξίας ή αλαζονείας. Και να το αποτέλεσμα. Μια θέση στο χώμα. Δυο τετραγωνικά στο νεκροταφείο, στην ανατολική μεριά της πόλης. Δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εκεί ήταν θαμμένος κι ο γέρος μου. Ό,τι είχε απομείνει.

Κατά τις δύο χτύπησε το τηλέφωνο. Η Νίκη, η γραμματέας μου. Τρυφερή η φωνή της, όπως πάντα. Με ενημέρωσε πως ήταν ο Στάθης στη γραμμή, ο πιο ιδιότροπος και μίζερος πελάτης μου. Με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Νόμιζε πως το χρηματιστήριο έδινε τσάμπα  λεφτά. Όταν βγάζαμε γρήγορα και καλά κέρδη με έκανε θεό. Με την πρώτη αναποδιά και τα ξαφνικά γυρίσματα της αγοράς άρχιζε τον εξάψαλμο. Δεν άντεχε να βλέπει ένα κόκκινο ποσοστό στο χαρτοφυλάκιο του ούτε για μια μέρα. Δύσκολη περίπτωση αλλά μεγάλο κεφάλαιο. Και απόλυτα συνεπής στις προμήθειες του, σ’  αυτό δεν είχα παράπονο. Το συμφέρον ήταν αμοιβαίο. Από καθαρά επαγγελματικής πλευράς θα ήταν λάθος στην παρούσα φάση να διακόψω τη συνεργασία.  Εκείνη  όμως την ώρα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελα να μιλήσω.  Έπρεπε όμως. Για χάρη του σχεδίου μου τέτοιοι συμβιβασμοί ήταν αυτονόητοι. Το σχέδιο. Η Πειθαρχία. Οι στόχοι. Τέτοιες λέξεις όριζαν την ζωή μου. Ήμουν αυτές οι λέξεις. (περισσότερα…)

Ελεύθερος Μουνοσπάστης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι κάτοικοι του Αγίου Πέτρου ξύπνησαν την Κυριακή για να πάνε στην εκκλησία. Η απόσταση από τα σπίτια τους έως τον οίκο του Θεού, όμως, μετετράπη εις οδόν της απωλείας, καθότι παραμόνευε στο διάβα τους ο ίδιος ο εξαποδώ, καρφιτσωμένος στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων τους υπό την μορφήν βδελυράς δακτυλογραφημένης φυλλάδος.

Και μόνον τον τίτλο να διάβαζε κανείς, έπρεπε να κλείσει από τώρα καζάνι στην κόλαση: «Ελεύθερος Μουνοσπάστης» έγραφε πάνω-πάνω.

Κι ευθύς αμέσως το σύντομο σημείωμα του εκδότου:

«Αγαπητοί ΧΩΡΙΑΤΕΣ του Αγίου Πέτρου, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μετά από συλλογή υλικού δύο ετών, η εφημερίδα μας δύναται να γράφει τα τοπικά νέα του χωριού. Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Από εκεί και κάτω κυλούσε ο βόρβορος της αμαρτίας ορμητικός κι αφρισμένος και παράσερνε του παπά τα γένια και της μαϊμούς τον κώλο: (περισσότερα…)