Συντάκτης: L'apprendista

Μάγδα Τσιρογιάννη, Πέντε ποιήματα

original

Στο σπίτι

Στις τροπικές τις ζέστες του καιρού μας…

Κουράστηκα στον ανήφορο για το σπίτι
πάλι ποιήματα καθημερνά
νοικοκυριά, ξεχορταριάσματα
στις γλάστρες πεταλούδες, μέλισσες
ανθόφυλλα και στήμονες
προτύπωση παραδείσου

Βλέπω στο δέντρο τον καρπό
πλήθος τα μπερικέτια
μιλιούνια στο ευκίνητο κλαρί
τραβώ, το φέρνω στο μπόι μου
επιτομή αφθονίας

Βρήκα στο μπαούλο τις φασκιές μας
με την ευχή «Ύπνον Ελαφρόν »
με το ευφωνικό το { ν } μη μας ταράξει
μήτε το φτερό της πεταλούδας

~.~

Εντός και Εκτός

Βγάζω στον ήλιο τα προικιά, πολυτελή
αφή μεταξωτού πάνω στο δέρμα
τώρα, στα χρόνια της πληθώρας
προίκες ασήκωτες σακούλες στα σκουπίδια
για πατσαβούρες κομματιάζονται βαμβακερά
όνειδος της περίσσειας
γεμίζουμε τον τόπο αντικείμενα
προσβάλλουμε το χώρο
νεύρωση κοινωνική

Έζησα στις μονές του καλού
στο καθαρό το σπίτι, τάξη του Μουσείου
δεν τα σκοτώνω, βγάζω έξω τα βλαβερά
κάνω ειρήνη με το γένος του σκορπιού
μυσταγωγώ την καθημερινότητα
κάθε στιγμή αναστημένη
]]]]]διήγηση σαν επικράτεια
επιούσιος στίχος κατά την ώρα της μέρας

~.~

Οι Εποχές

Ω ρ α ί ε ς  Ώ ρ ε ς  της ζωής, σφραγίς αρμονίας
ζάλη το καλοκαίρι, άνοιξης ορμή
η κλίση του φθινόπωρου
συγκέντρωση του χειμώνα
να σουρουπώνει του Χριστού παραμονή
να ξημερώνει μέρα του Απρίλη

Το κατ’ εμέ ουσία, τόπος τώρα και εδώ
όπου κι εγώ ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
ευλογημένη με το ελάχιστο
στην προσφορά και στη ζήτηση
στη ζημιά και στο κέρδος
χιλιάδες έννοιες νε πατούν
κατάβαρη στη μουσική
να κυριέψει ίμερος να ενθρονιστεί
να πάρει την κυρά σε σοβαρή χαρά
και στο χορό να ρίξει το μαντίλι
να κάνει στην ποδιά της κάθισμα βαθύ
αχ ζωή μάγισσα να σε μάθω άργησα
που λέει και το τραγούδι

~.~

Στην Πόλη

Βόλος, από ψηλά, τα νεοκλασικά
τα προπολεμικά
τα μεταποιημένα προσφυγικά
προσθήκη στην προσθήκη
οικογενειακά τριώροφα
να στεγαστούν οι γενεές
πολυκατοικίες απάθλιες
σωσμένες πού και πού παλιές σκεπές
κι ένας τοίχος που ξέμεινε στον ακάλυπτο
ν΄ αναπαυτεί το μάτι στις πέτρες

Κι αλλού, απόντος του αφεντικού
ρημάζουν βελτιώσεις άχρηστες
εζήλωσαν θησαυρούς επιγείους
αταξία, γλάστρες παράταιρες, στη λοιμική της αφθονίας
άκρατη κατανάλωση, αναρχία της ευκολίας
πάντα υπάρχει κάτι να ασχημίσει το βλέμμα μου
και να συγκρίνει άλλες γλάστρες στη σειρά
βαμμένες κόκκινο βαθύ στις μυθικές αυλές
οι ανθισμένες ίριδες, αρχές του Μάρτη
σφόδρα ευώδεις με τη γλύκα λεμονιού
που μόνο και να πω την ευωδιά τους
θα δικαιώσω τους τρόπους μου

~.~

Ιστορικά

Ακολουθώντας στην πόλη μου της ιστορίας τη
]]]]γραμμή
εκεί που ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
πολίτης του κόσμου με δικαίωμα ψήφου κι εγώ
γεμάτη ταξιδεμένους, ανέστιους
ξενίζονται στην πόλη μου φεύγοντας την ανάγκη
]]]]]]τους είδα σ’ ένα υπόγειο με το μωρό στην
]]ανεμόκουνα
άντρες ανατολίτες ,σταυροπόδι καθιστοί
φευγάτοι πρόσφυγες,
χορτάρι βόσκησε ένα παιδί στη Συρία
καταραμένοι δυνατοί
κακές συνήθειες δόλο κι απάτη

Βλέπω την πόλη ξαπλωμένη ηδυπαθώς
σαν απλωμένο στο χαρτί το σώμα του ποιήματος
παραδομένη στη ρυμοτομία της ρεμβαστική
στις άχνες του μεσημεριού, στις γάζες της
]]αμφιλύκης
όταν πρωτοκατοίκησα εκεί ζούσαν ακόμα δυνατά
οι προσδοκίες της μάνας, το αίμα του πατρός
ασώματοι αυξάνονται, με μεγαλώνουν
βλέποντας κτίσματα παλιά
όπου μπορεί περαστικοί, ν’ ακούμπησε το βλέμμα
]]τους
κρατούσε ακόμα γύρω ο καημός της προσφυγιάς
η στέρηση της ελευθερίας

ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ

Δημήτρης Αγαθοκλής, Έξι ερωτικά ποιήματα

The_Kiss_-_Gustav_Klimt_-_Google_Cultural_Institute (περισσότερα…)

Γράμμα από την Καλιφόρνια

Eikones-Gia-COVID19-1

Εδώ Άγρια Δύση

Στα μονοπάτια του χρυσού περπατάω εδώ και δεκαπέντε χρόνια – αν και δεν υπάρχει πια ούτε για ψήγμα. Μακριά , κάποιες φορές πολύ μακριά, από την Ελλάδα μου.

Έκλεισε μήνας πια από την ημέρα του εγκλεισμού. Τον έβλεπα να έρχεται, αν και εδώ οι περισσότεροι το θεωρούσαν αδύνατο. Η αμερικάνικη νοοτροπία τής υπερδύναμης το θεωρούσε σχεδόν προσβλητικό να υποχρεωθούν οι Αμερικάνοι να ακολουθήσουν σε κάτι τον υπόλοιπο κόσμο. Να ακολουθήσουν; Και όχι να εξαιρεθούν; Ανήκουστο.

Σταθήκαμε τυχεροί εδώ στην Άγρια Δύση, γιατί όταν έκρουσε ο κώδωνας κινδύνου, τον άκουσαν οι υπεύθυνοι. Έγκλειστοι στα σπίτια μας εδώ κι ένα μήνα, we flatten the curve. Υπάκουσαν οι επαναστάτες Καλιφορνέζοι, ίσως γιατί τελικά παραμένουν ακόμη κοντά στη φύση και τα λουλούδια που τόσο αγαπούν. Ίσως γιατί η αγωνία της επιβίωσης είναι ισχυρότερη από κάθε επίκτητη νοοτροπία.

Τηλεόραση σκόπιμα δεν έχουμε στο σπίτι, ενημερωνόμαστε από το διαδίκτυο – κραταιό ευτυχώς, μιας και είμαστε μια πηδιά από τη Σίλικον Βάλλεϋ. Ακόμη με εντυπωσιάζει η ανωριμότητα του δημόσιου λόγου, όταν ανυπόμονοι και εκνευρισμένοι με την πρωτόγνωρη συνθήκη δημοσιογράφοι ρωτούν τον Δρ. Φαούτσι ―τον αντίστοιχο δικό μας κ. Τσιόδρα― πότε επιτέλους θα επιστρέψουμε στη ζωή μας.

Η ζωή μας άλλαξε δια παντός όμως. Θα το καταλάβουν σιγά-σιγά και οι έφηβοι Αμερικάνοι. Το να χτυπάνε με σθένος το πόδι τους κάτω, δεν αλλάζει τα δεδομένα. Το δεδομένο πως δεν μοιάζουν πια τόσο πολύ με υπερδύναμη, καθώς εξ αρχής δεν υπήρχαν τεστ ούτε για δείγμα, ενώ τώρα συχνά θέλουν δεκατέσσερις μέρες για το αποτέλεσμα. Το δεδομένο των ευρύτατων ελλείψεων, καθώς δεν υπάρχουν μάσκες, γάντια, αντισηπτικά, αλλά κυρίως αναπνευστήρες και κλίνες εντατικής, ενώ υπάρχουν εκατομμύρια άστεγοι και ακόμη περισσότεροι ανασφάλιστοι.

Από την άλλη πλευρά, ιδιωτικά, οι καλιφορνέζοι κάνουν σε γενικές γραμμές ό,τι τους έχει ζητηθεί. Και βεβαίως έχουμε όλοι μαζί τρελαθεί από το πρωί να κάνουμε ζουμ, γκουγκλ χάνγκ-άουτς και ό,τι άλλο υπάρχει διαθέσιμο για να συνεχίσουμε να κινούμαστε. Και το απόγευμα να βγαίνουμε για τρέξιμο, για περπάτημα, να βγάζουμε τα σκυλιά βόλτα ―πάντα τηρώντας αποστάσεις ασφαλείας και καχυποψίας― και κυρίως να μυρίζουμε την άνοιξη που οργιάζει ανενόχλητη. Παντού.

Τώρα πια η απόσταση ανάμεσα στην άγρια δύση μου και την Ελλάδα, εκμηδενίστηκε. Απόσταση είναι κάτι που χρειάζεται να διανυθεί. Τώρα που κανείς δεν μπορεί να τη διανύσει, έχει αυτo-αναιρεθεί.  Δεν υπάρχει απόσταση. Είμαστε όλοι εδώ.

ΙΩΑΝΝΑ ΛΕΚΚΑΚΟΥ

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Παρασκευή

megali-paraskeui-eikona

~.~

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας

Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.
Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;
Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.
Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.
Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.
Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας. (περισσότερα…)

Σχετικά με το σαθρό υλικό του ανθρώπου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Isaiah_BerlinΤο βιβλίο Το σαθρό υλικό του ανθρώπου αποτελείται από επτά δοκίμια που έγραψε ο Αζάϊα Μπερλίν μέσα σε διάστημα σαράντα ετών. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από τη φράση του Καντ ότι τίποτε εντελώς ίσιο δεν μπορεί να προέλθει από ένα ξύλο τόσο στραβό όσο ο άνθρωπος. Τη φράση χρησιμοποίησε παραφρασμένη ο φιλόσοφος Ρόμπερτ Κόλλινγουντ, σε διάλεξή του το 1929, από όπου την άκουσε για πρώτη φορά ο Μπερλίν. Πρόκειται για απλό αλλά και πυκνογραμμένο βιβλίο, φορτωμένο από παραθέματα. Όλα τα δοκίμια τα διατρέχει η αντίληψη ότι κατά τον 19ο αιώνα συντελέστηκε ένα ρήγμα στην ευρωπαϊκή σκέψη: πρόκειται για την παρακμή των ουτοπικών ιδεών που κυριαρχούσαν από την εποχή του Πλάτωνα για δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτή η παρακμή έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική κατάσταση του σήμερα.

Ο Μπερλίν υποστηρίζει ότι αυτή η καίριας σημασίας αλλαγή επήλθε με τα έργα δύο συγκεκριμένων στοχαστών: του Βίκο και του Χέρντερ. Ενώ ο πρώτος υπέδειξε ότι υπάρχουν ριζικές διαφορές ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους που διανύει ένα έθνος και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, ο δεύτερος προχώρησε περισσότερο τονίζοντας ότι κάθε πολιτισμός φέρει το δικό του αξιακό σύστημα και έχει μια αναλάβει τη δική του μοναδική αποστολή μέσα στον κόσμο. Τόσο ο Βίκο όσο και ο Χέρντερ, μοιάζει να υπονοεί ο Μπερλίν, υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο Ιστορικιστές (ίσως και πρόδρομοι της Ερμηνευτικής), και επηρέασαν πάρα πολύ τον σύγχρονο φιλελεύθερο Ουμανισμό.

Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να νομίσει κανείς πως πρόκειται για σχετικιστές στοχαστές, καθώς και οι δύο αποδέχονται ότι υπάρχουν θεμελιώδεις αξίες που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, απλώς δεν ταυτίζονται αναγκαία μεταξύ τους. Επομένως, αντίθετα με άλλους επιφανείς διανοουμένους (π.χ. Μαρξ, Νίτσε, Φρόϋντ), οι Βίκο και Χέρντερ δεν ανήκουν στο σχετικισμό, αλλά υποστηρίζουν μια «πολιτισμική πολυαρχία».
Το αποτέλεσμα των ιδεών των Βίκο και Χέρντερ ήταν να καταρρεύσει το δεδομένο σχήμα που θεωρούσαν δεδομένο από την Αρχαιότητα έως τον 18ο αι. Αυτό το σχήμα αποτελούταν από τρεις θέσεις:

  • Κάθε μεγάλο ερώτημα του ανθρώπου επιδέχεται μία και μόνο ορθή απάντηση.
  • Αυτή η απάντηση είναι δυνατό να ανακαλυφθεί κάποτε.
  • Το σύνολο των ορθών απαντήσεων στα επί μέρους ερωτήματα πρέπει να είναι αρμονικό και να μην υπάρχουν συγκρούσεις της μιας με την άλλη.

Όταν τελικώς, και εν πολλοίς χάρη στη συμβολή των Βίκο και Χέρντερ, ανατράπηκε αυτός ο τρόπος σκέψης, έγινε για πρώτη φορά αντιληπτός ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής: οι επιμέρους αξίες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και επομένως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις συμβιβάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Για παράδειγμα, συχνά συγκρούεται η ελευθερία με την ευτυχία ή η ελευθερία με την ισότητα. Είναι αδύνατο αυτές οι αξίες, αν και θετικές, να εναρμονιστούν πλήρως. Αυτό είναι το δράμα της ζωής μας. Με την ανατροπή του προηγούμενου μοντέλου, εμφανίστηκε το σαρωτικό κίνημα του Ρομαντισμού, που επεδίωκε να ανατρέψει μέχρι τότε όλα τα δεδομένα πρότυπα. Πράγματι, εκεί που ο Ορθολογισμός προέβαλλε τη γνώση, ο Ρομαντισμός αποθέωνε τη βούληση, εκεί που ο Ορθολογισμός υποστήριζε την οικουμενικότητα και το σύνολο, ο Ρομαντισμός αντιπρότεινε το άτομο και τις ιδιαίτερες επί μέρους διαφορές των ανθρώπων στην παράδοση (θρησκεία, γλώσσα, ιστορία).

Isaiah Berlin

Με την έλευση του Ρομαντισμού αντικαταστάθηκε το πρότυπο του σοφού που γνωρίζει όλες τις απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα, από εκείνο του ήρωα που ακολουθεί το προσωπικό του όραμα και ζητάει όλο και περισσότερη ελευθερία για να εκφραστεί. Ενώ όμως έδρασε ως επανάσταση για την απελευθέρωση του ατόμου από την εργαλειοποίηση του ορθολογιστικού τρόπου σκέψης μετά τον Διαφωτισμό, ο Ρομαντισμός στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα νέο καταπιεστή: φέρνοντας στο προσκήνιο τη βούληση, την ηρωολατρία και τον τραγικό χαρακτήρα της ζωής, οδήγησε στη δημιουργία μορφωμάτων ολοκληρωτισμού (κομουνισμός, φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός) που προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων.

Μάλιστα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήδη από το ξέσπασμα της Γαλλικής επανάστασης (1789), ο Ζοζέφ ντε Μαιστρ, που συνόψιζε τον παλιό κόσμο του έθνους, της θρησκείας και της μοναρχίας, προειδοποιούσε προφητικά για τους κινδύνους που ενείχε η θεμελίωση του κόσμου αποκλειστικά στη λογική και την πλειοψηφία. Επιπλέον, οι σύγχρονες μορφές ολοκληρωτισμού θεωρούνται από τον Μπερλίν αναβιώσεις όσων χάθηκαν από την κυριαρχία του μονόπλευρου Ορθολογισμού.

Ακόμη και οι πρόσφατες αναβιώσεις του εθνικισμού, δημιουργός του οποίου ήταν ο Χέρντερ, αποτελεί απόδειξη ότι με την επικράτηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού παραμερίζονται και στις μέρες μας βίαια οι εθνικές αξίες που ύμνησε ο Ρομαντισμός. Ποιο είναι το συμπέρασμα του Μπερλίν; Τόσο ο Διαφωτισμός (18ος αι.) που ύμνησε τον ορθό λόγο, όσο και ο Ρομαντισμός (19ος αι.) που ύμνησε τα συναισθήματα, ξεκίνησαν ως απελευθερωτικά κινήματα για να καταλήξουν σε μια νέα μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου: πρόκειται για τη βιομηχανική εργαλειοποίηση και τη φανατική βουλησιαρχία αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τον Μπερλίν, το δίδαγμα από αυτά είναι ότι πρέπει να προκύψει μια στάση ζωής που θα αρνείται τη μονομέρεια για χάρη της ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου. Είναι ανάγκη να τεθούν τα θεμέλια μια ανεκτικής και πλουραλιστικής κοινωνίας που θα αποφεύγει τις ακρότητες του παρελθόντος που κόστισαν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Η σκέψη του Μπερλίν, όπως εκφράζεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, απορρίπτει κάθε ουτοπία ως βίαιη και επικίνδυνη για την ανθρώπινη ευημερία, ενώ πρεσβεύει ότι ποτέ δεν μπορεί να δοθεί μια οριστική λύση στα διαχρονικά μας προβλήματα.

Κάθε οριστική λύση στα ανθρώπινα προβλήματα είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ορισμένοι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένοι συμβιβασμοί.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Πέμπτη

Megali_Pempti

~.~

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Πέμπτη

(16 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.

~.~

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.

~.~

Πἐρα ἀπ’ τὴν Κατανάλωση

Χτυποῦσα τὰ χέρια μου στὰ γαλάζια κρύσταλλα τ’ οὐρανοῦ
σὲ κατάμαυρο μέλλον ἐξοντωμένος.
Ἤτανε Σάββατο κι ὁ φτωχὸς Ἰησοῦς
ὁ ξιπόλητος ἐρωμένος τῆς ἀγωνίας
ὁ ξέχειλος ἀπ’ τὴ σκιὰ τῶν λαῶν ἐπιστάτης
περίμενε τὰ χαρωπὰ γραΐδια στὸ μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμὸ σὰ νὰ ποτίζει περιβόλια
ὁ τρεμουλιάρης ἱερέας κι ὁ καθαρὸς
ἀέρα ὁ ὑπνοφόρος
Εὐρώπη, Εὐρώπη δὲν εἶσαι τίποτ’ ἄλλο,
εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ!

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τετάρτη

akolouthia-toy-niptiros

~.~

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τεταρτη

(15 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Σχέδιο γιὰ τὸ Μέλλον τοὺ Οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλά
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμῶνα
δὲν προσμένω σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ’ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φᾶσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ’ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερά ταξιδεύω
πάνω ἀπ’ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.

Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τυμπάνων σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ’ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατί τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.

Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ’ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ. (περισσότερα…)

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τρίτη

Megali_Triti

~.~

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τρίτη

(14 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Μικρὴ Κλίμαξ τῆς Ψυχῆς καὶ τοῦ Θανάτου

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ’ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μιὰ φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ’ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ’ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μιὰ στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἄγγελους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἰμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Δευτέρα

Megali_Deftera

~.~

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Δευτέρα

(13 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Σκουληκιοῦ

Ἄκου Κύριε τὸν καλό σου φίλο
ποὺ ἀγαπᾷ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς τάφους.
Ἐσὺ εἶσαι ὅ,τι μὲ συνδέει μ’ ἕναν καρπὸ καὶ μ’ ἕναν τάφο.
Καί τὸν καρπὸ ἀσχημίζω καί τὸν τάφο.
Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι θέλημά σου
γέννημα στὴν ἀπέραντη καρδιά σου…
Δὲν ἔχω ἐρωτήματα
καὶ ταξιδεύω μὲ κίνηση ἀργὴ πρὸς τὸν Πατέρα.
Μάταιος ὁ κόσμος ἀλλὰ πέρασμα.
Καὶ μάταια τὰ μάτια τῆς σαρκός μου
γλυκὰ ποὺ ἀγγίζονται μὲ λουλούδια.
«Δὲν ἔχεις ἐρωτήματα;» ― μοῦ λέει τὸ φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα ἐσὺ τάχα ρωτᾷς αὐτὴ τὴ νύχτα;
Ἢ μὲ ρωτοῦν τὰ νέφη ποὺ σὲ ἀκολουθοῦν;
Χαίρομαι τὴν εὐφορία τοῦ ἀργύρου σου
καὶ τὴ διαπερνῶ μὲ τὴν πίστη.
Αὐτή ’ναι ἡ ἀξία ἐμᾶς τῶν σκουληκιῶν
ποὺ δὲν ἔχουμε παρὰ μονάχα ἕνα δρόμο…
Τὸ χῶμα εἶν’ ἡ μοίρα μου ἀντίκρυ τῶν ἄστρων.
Ἀγάπη ὄνειρο θαλασσὶ τύλιξέ με.
Ποιά εὐφροσύνη δὲν σοῦ παραστέκει;
Ἀγάπη, πράξη καὶ οὐσία τοῦ θεοῦ μου
σερνάμενο κι ἂν εἶμαι πλέω στὴ χαρά.

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μια Εισαγωγή

vaioforos3

*

Συντονιζόμενο μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀνασύρει ἀπὸ τὴ λήθη πέντε ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινὸ ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Νίκου Καρούζου, οἱ ὁποῖες ἀναγνώσθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος τοῦ 1987 (καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν Μεγάλη Δευτέρα ἕως καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευή) στὸ Πρῶτο Πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ. Τὶς προσεχεῖς, λοιπόν, ἡμέρες, θὰ δημοσιεύουμε καθημερινὰ τὰ ἠχητικὰ ἀποσπάσματα τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Καρούζου μέσῳ ἑνὸς συνδέσμου στὸ κανάλι τοῦ YouTube τοῦ περιοδικοῦ μας, ὁ ὁποῖος σύνδεσμος θὰ ἀναδημοσιεύεται στὴν καθεμιὰ ξεχωριστὴ ἀνάρτηση, ἐνῷ οἱ ἀναγνώσεις αὐτὲς θὰ συνοδεύονται ἀπὸ τὰ μεταγεγραμμένα ποιήματα τῆς κάθε ἡμέρας. Ξεκινῶντας, λοιπόν, ἀπὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀρχίζουμε τὴν ὁπτικοακουστικὴ περιδιάβαση στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν συντροφιὰ μὲ τὸν Νίκο Καροῦζο μ’ ἕνα ἐμβριθές, κατατοπιστικὸ σημείωμα τοῦ Γιάννη Πατίλη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς παραχώρησε τὸ ἀκουστικὸ ὑλικό, καὶ τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε κι’ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινὸ βῆμα.

~.~

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγαλοβδομαδιάτικη περιδιάβαση ἑνὸς σπουδαίου Ἕλληνα ποιητῆ

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

Τί­πο­τα δὲν ἀγ­γί­ζει τὶς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κες βι­ο­λέ­τες;
τί­πο­τα—: μο­νά­χα ὁ ἀ­κάν­θι­νος Ἰ­η­σοῦς.
Ν.Κ. «Ἡ ἐ­πω­νυ­μί­α τοῦ πέν­θους»
*

Ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ὑ­πάρ­χει ὡς ἕ­νας σπου­δαῖ­ος ὑ­παρ­ξια­κὸς καὶ με­τα­φυ­σι­κὸς ποι­η­τὴς με­γά­λης πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­νοι­χτο­σύ­νης ποὺ στοὺς ἐ­ξε­γερ­μέ­νους —γλωσ­σι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ— στί­χους του δε­ξι­ώ­θη­κε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­γω­νι­ώ­δη προ­σμο­νὴ τό­σο τὴν παύ­λεια μέλ­λου­σαν πό­λιν τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ὅ­σο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὰ ἐ­λευ­θε­ρω­τι­κὴ ἀ­ναρ­χι­κὴ οὐ­το­πί­α τῆς Ἀν­τι-ε­ξου­σί­ας.

            Ἑ­στι­ά­ζον­τας στὴν με­τα­φυ­σι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γω­νί­ας του, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ποί­η­σή του, ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, τὴν Ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Χρι­στοῦ (1953), ἕ­ως τοὺς τε­λευ­ταί­ους, ἕ­να μή­να πρὶν πε­θά­νει, στί­χους του, εἶ­ναι —ἄλ­λο­τε λυ­τρω­τι­κῶς ἀλλὰ συ­χνό­τε­ρα ἀ­γω­νι­ω­δῶς— δι­α­βρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ ση­μεί­ου-Χρι­στός.

            Ἡ πτω­χι­κὴ ζω­ή του σὲ δύ­σκο­λους και­ρούς, ἡ ἐξ ἀ­νάγ­κης ἀλ­λὰ καὶ ψυ­χι­κῆς ἰ­δι­ο­συ­στα­σί­ας πλα­νό­δια βι­­ο­τή του, οἱ πο­λὺ ἀν­θρώ­πι­νες ἕ­ξεις του στὸ πο­τὸ καὶ τὸ τσι­γά­ρο, ὅ­λα αὐ­τὰ φό­ρα-παρ­τί­δα στὸ στί­χο του, ἕ­ναν στί­χο ποὺ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ με­τὰ ἀ­θε­τοῦ­σε ἐ­πι­δει­κτι­κῶς τὶς συμ­βά­σεις τῆς τέ­χνης του καὶ ποὺ στὴν γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­φά­νειά του ἡ λε­κτι­κὴ και­νουρ­γί­α συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὸν ἀ­γο­ραῖ­ο λό­γο, δη­μι­ούρ­γη­σαν γιὰ τὴν ποί­η­σή του ἕ­να κύ­μα συμ­βι­ω­τι­κῆς συμ­πά­θειας σὲ πλῆ­θος νε­ώ­τε­ρους ἀ­να­γνῶ­στες – πρω­τί­στως δὲ σὲ κεί­νους ποὺ βρί­σκον­ταν καὶ βρί­σκον­ται ἔ­ξω ἢ καὶ στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν με­τα­φυ­σι­κῶν του ἀ­νη­συ­χι­ῶν! Ὡς κα­τε­ξο­χὴν σταυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὰ πά­σης φύ­σε­ως ἀρ­νη­τι­κὰ βι­ώ­μα­τα τῆς τρα­γι­κῆς μέ­νου­σας πό­λε­ως τοῦ και­ροῦ του, ὅ­πως καὶ κά­θε ἐ­πο­χῆς, ἐν σχέ­σει πρὸς ἄλ­λους κα­τα­φα­τι­κό­τε­ρους καὶ με­τα­φυ­σι­κῶς εὐ­φο­ρι­κό­τε­ρους σπου­δαί­ους ποι­η­τὲς τῆς πα­ρά­δο­σής μας, ὅ­πως ὁ Τά­κης Πα­πα­τζώ­νης ἢ ὁ πρό­ω­ρα χα­μέ­νος Γι­ῶρ­γος Σα­ραν­τά­ρης. (περισσότερα…)

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Ένα σχόλιο με αφορμή τη νουβέλα Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, Αθήνα, 2019)

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως σάτιρα ορίζει το πέμπτο βιβλίο του ο Δημήτρης Καρακίτσος, με μια καθόλου ασυνήθιστη συγγραφική πρακτική, η οποία εντούτοις δεν παύει ποτέ να γοητεύει και να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγαπά να συνδιαλέγεται (και να συνεργάζεται) ποικιλοτρόπως με τον συγγραφέα και το κείμενο (την ίδια στιγμή που συμβαίνει και το αντίστροφο, βεβαίως). Με αυτή την κλασική περικειμενική πρακτική λοιπόν, δηλαδή μια συγγραφική δήλωση επί του είδους στη σελίδα τίτλου, ο συγγραφέας κλείνει από την αρχή το μάτι στον αναγνώστη∙ διευκρινιστικά, επιβεβαιωτικά, καταφατικά, διαζευκτικά, εμπιστευτικά και με πολλούς άλλους τρόπους, διευρύνοντας ουσιαστικά -και κυρίως αυτό- ακόμα περισσότερο τα (ερμηνευτικά) ενδεχόμενα και τις (ειδολογικές ή άλλες) δυνατότητες του κειμένου. Στην περίπτωση του Ζαχαρία Σκριπ δίδεται η εντύπωση ότι με την επιλογή του προσδιορισμού του είδους της σάτιρας (ή του σατιρικού τρόπου) ο Καρακίτσος μάς λέει: «Ναι, είναι σάτιρα, σωστά το καταλάβατε» ή «Ναι, είναι και σάτιρα» ή «Σάτιρα φυσικά, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;». Ωστόσο, εν μέσω ανοιχτών ειδολογικών/μορφολογικών και ερμηνευτικών ενδεχομένων, ο Ζαχαρίας Σκριπ σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Ή εν πάση περιπτώσει, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παραμένοντας στο περικείμενο, του οπισθοφύλλου αυτή τη φορά,  με αυτό το «σατιρικό κλείσιμο του ματιού στο ρυπαρό μας παρόν», τι είδους σύγχρονες καταστάσεις σατιρίζονται σε αυτό το βιβλίο, που αφηγείται γεγονότα του 1914; Ο βαρύς (και επίκαιρος) αναστεναγμός «Πού να ’σαι τώρα ρε Ζαχαρία;» με ποια ή ποιες αφορμές εκφέρεται; (περισσότερα…)