Συντάκτης: L'apprendista

Δημήτρης Μακούσης, Δύο πεζά ποιήματα

012090

| Μπάαταρ |

Στον Μαραθώνα και την Ισσό, στην Μπριτάννια και στης Μογγολίας τις στέπες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την Ιερουσαλήμ, στα σκωτσέζικα υψίπεδα και της Λατινικής Αμερικής τις ζούγκλες, στην Μπογιάκα, την Λίμνη Ατιτλάν, στον Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, στην Καλλίπολη και το Βερντέν, το Στάλινγκραντ, το Βερολίνο, σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού, στο Βιετνάμ και την Κορέα, στην Μαντζουρία και το Μογκαντίσου, την Ιωνία, την Κριμαία, στο Τόκιο και την Κούβα, την Μπιάφρα και το Κουρσκ, κομμάτια απ’ την σάρκα μου σκόρπισα παντού∙ όνειρα και σπίτια ανατίναξα, σχολεία, στρατώνες, τανκς και δάση τεντωμένα. ένας εχθρός περιδιάβαινε το βλέμμα μου και μού ‘γνεφε πάντα την πιο κρίσιμη στιγμή: πότε την σφαίρα να γλιτώσω, πότε τον όλμο, την ρουκέτα, πότε το μαχαίρι που γυάλιζε στο φως του ήλιου ή στου φεγγαριού την καμπύλη λάμψη. πόσες φορές δεν στέγνωσαν το στόμα μου και η ψυχή, πόσες φορές δεν έμπηξα την μπαγιονέτα βαθιά μέσα στα κρέατα και πόσες δεν με ‘κόψαν, ακόμα κι όταν ήμουν άοπλος, αιχμάλωτος της γης τους;

πόσες φορές τον ουρανό δεν κοίταξα, συγχώρεση και δύναμη να πάρω απ’ τον Θεό, απ’ τους θεούς, από τα πνεύματα, την Φύση, τους νεκρούς κι απ’ όλους όσους θάρθουν; στον ωκεανό πόσες φορές δεν βούτηξα την πίστη —τον πάνω και τον κάτω— να βρω να την αποκαθάρω κάποιον τρόπο, μέσα ξανά για να την νιώσω, να την φορέσω σαν πρώτα αγαθή με κείνο το χαμόγελο το διαμαντένιο των μωρών; πόσες φορές, στο στήθος έχοντας καρφιά φωτογραφίες των γονιών μου, των παιδιών, της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης, στην πρώτη δεν ξεχύθηκα γραμμή; πόσες φορές το φυλακτό που μούχαν φτιάξει, στα χέρια ή τον λαιμό δεν το κρεμούσα, δεν τόχα στην στολή ραμμένο, στις τσέπες του παντελονιού; πόσες φορές δεν λύγισα στον θάνατο μπροστά, στα μάτια μου αντίκρυ φέρνοντάς τους; το χώμα της πατρίδας πόσες δεν το υπερασπίστηκα φορές και πόσες με σάρκα δεν γάνωσα δικιά μου τις ιδέες; για μιαν ιδέα, αλήθεια, και μιαν ανάσα λευτεριάς, πόσες φορές δεν έδειξα υπακοή στον όλεθρο, στης μάχης την κλαγγή, σ’ ενός ηγέτη τις διαταγές ή ενός δειλού ξεμωραμένου; πόσες φορές την νιότη μου κατάματα δεν κοίταξα για να της πω αντίο;

υπήρξα σαν τον άνεμο πουλί, ταξιδευτής στης γης κάθε γωνιά, ιδεαλιστής και αφελής, έξυπνος και πλανεμένος, νικημένος και νικητής. πάντοτε μόνος μου, μέσα βαθιά, με τους μονάχους μου συντρόφους, για αξίες ν’ αγωνιζόμαστε και ιδανικά, για του κόσμου την αλλαγή και το δίκιο των ανθρώπων, για της κατάκτησης την έξαψη, την δύναμη, το πιότερο ψωμί, για τα λουλούδια και τις πέτρες που μας μάγεψαν μικρά, τους δρόμους στους οποίους ερωτευτήκαμε και για τα σπίτια που στην κοιλιά τους κρύβανε παιχνίδια παιδικά και αναμνήσεις των παλιών καιρών μας. αγνός υπήρξα και σκύλος λυσσασμένος πάνω στης φωτιάς την ένταση και την δίψα του μολυβιού, πάνω στης λεπίδας την παγωνιά και του μίσους το βλέμμα. δεν υποχώρησα ποτέ, δεν λιγοψύχησα. πάντοτε κράτησα την θέση μου σαν άξιος στρατιώτης, αγωνιστής κι επαναστάτης. μόνο που κάποιες φορές αναρωτιόμουν, λίγο πριν η αυλαία πέσει και μες στην γκρίζα άγνοιά μου, πώς θα ήταν η ζωή αλλιώς, δίχως τον βρυχηθμό του τέρατος, δίχως του ανθρώπου την σκληράδα και την καθαρότητα του αναγκεμού, χωρίς θυσίες και βλαστερά οράματα.

ο πόλεμος με έθρεψε και μ’ άφησε φορές χιλιάδες νηστικό∙ δύο μεριές κι αυτός σαν την ζωή μας έχει. μα πάντοτε στο τέλος, του πηχτού αίματος η γεύση μένει η πικρή και το μαύρο δέρμα στο χρώμα. τα πάντα σέρνουν το κολοσσιαίο τίμημά τους. κι εγώ γεννιέμαι μπάαταρ. σαν τέτοιος κάθε φορά πεθαίνω στο αιώνιο γκάστρωμα των εποχών, που τα χαρτιά σε όλους άνισα μοιράζει: δεν ζητάς, δεν παίρνεις, δίνεις μοναχά. κι ο καθένας χάνει καθετί ανάλογα το βιος του. η παρτίδα ας αρχινίσει πάλι —όποιος σαν κι εμένα είναι ξέρει καλά πως τίποτε δεν θα την αποτρέψει. τα ψέματα κι οι αυταπάτες απ’ το δικό μας δεν ξεδιψούν παγούρι. στης νυχτός τον ποταμό το πρόσωπο αντιφεγγίζει, κι έτσι κανείς τις συστροφές και τους παράδρομους μπορεί να δει, τις διακλαδώσεις και τα μονοπάτια που ολόγιομος ο κόσμος περπατάει. μοίρα και τύχη στο ίδιο στέκουν κεφαλόσκαλο κι εμείς στον οίκο μας απλώς προσκεκλημένοι. απόψε δεν θα βλαστημήσω ήττα μήτε νίκη θα χαρώ. θα καρτερώ βαστώντας τ’ όπλο και μέσα μου θα ψάχνω για ν’ αγγίξω την στιγμή, στα χέρια σου πούχε κυλήσει, το βράδυ προτού να ξαναφύγω —ετούτο το λυχνάρι θα ψέλνει την φωνή σου και τα βήματά μου θα φωτίζει, μέσα στου σκότους την σιβηρική αυλακιά και της δόξας το αχόρταγο πάθος, ελπίζοντας για μια φορά ότι δεν θα χαθώ και πάλι.


zoom-backgrounds-00020

| Timeo Danaos et dona ferentes |

Είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος που με ταχύτητα τρέχει φωτός. ανοίγουμε την αγκαλιά στο τέρας, το έγκλημα μ’ έπαρση εφηβική καλωσορίζουμε, τον «άνθρωπο» διαστρέφουμε σε όχημα διαφυγής, σ’ υπεκφυγή μεταλλαγμένη, σε παρά φύσιν δίλημμα και πτώση κατά φύσιν —ριπή εξ επαφής. και τι άραγε «άνθρωπος» θα πει; ποια γενίκευση εκμαυλισμένη ορίζει τον ρυθμό του; ποια ερμηνεία, τάχα, ενδογενής τα σπλάχνα του συστήνει; στης αυταρέσκειας την επικράτεια και την δουλοπρεπή υπόκλιση στον πάτρωνα καθρέφτη, κίνδυνος είναι κατάματα κανείς του να κοιτάζει: μπορεί πάλι ν’ αρχινίσει την όψη του να βλέπει∙ κι είναι βαθιά ο εχθρός στις ρίζες μπηγμένος του κορμιού. τον όλεθρο υπηρετούμε μίας ζαλάδας εποχής, σε τραπεζών λογαριασμούς μηδενικά καλλίπυγα, που μ’ αναίσχυντη μας δένουν ρητορεία, πορτοφολάδων με ορθάνοιχτα μυαλά∙ και χύνοντ’ έξω τα δικά μας από πάθη κι απόναν αυθάδη μαστροπό ανθρωπισμό∙ αλίμονο: τούτος μπορεί θαρρώ κι ο μελλοθάνατος νάναι αντικατοπτρισμός των ύστερων σάρκινων μελών μας.

το κεφάλι θα σκύβουμε στο τέρας μονομιάς κι εκείνο θα μας κατατρώει ενδοτοιχώς. πως οι άρχοντες θ’ αυταπατόμαστε είμαστ’ εμείς∙ ορατών τε πάντων και αοράτων, αυτουργοί ηθικοί και δολοφόνοι ευθύς. κι όταν το ένστικτο θ’ αρχίσει να κραυγάζει —αν κάτι στα χέρια θα βαστά του ναρκοληπτικού το ηλεκτροσόκ— νους πια δεν θα υπάρχει να συνδέσει τις κουκκίδες. στάχτη μονότονα σπαραχτική θα κείται, κάποιες παλιές θολές εικόνες εορτών και συνεδρίων φέιγ βολάν, πολύχρωμα πανό, μπαλόνια ψυχαναγκαστικών, με τις φυλακές μαζί της αυτοκρατορίας ν’ ανοίγουνε ολόθερμη αγκαλιά. αυτή μεγάθυμη, απ’ τα μέγαρα τα στιλβωμένα και τα πεζοδρόμιά της, θα μας σφουγγίζει με βραβεία, στα φιλάνθρωπα μπράτσα της θα μας ζουλάει, στο χείλος θα μας σπρώχνει του κόκκινου νυχιού της, έναν-έναν για να μας γκρεμίσει με μιαν έσχατη κλωτσιά. είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος με τα ξεπαστρεμένα μάτια, πούχει τα χέρια στα πόδια του δεμένα, χωρίς πατρίδα, δίχως οικογένεια και παιδιά στην γειτονιά να παίζουν, χωρίς αγάπη για τον εαυτό μας, χωρίς αγάπη στ’ αλήθεια για κανέναν. είμαστε δήμιοι θλιβεροί, οι πιο υποτακτικοί ένοχοι, συνηρημένοι αυτόχειρες σε μία πρόστυχα ξεκοιλιασμένη γλώσσα. είμαστε πρόσφυγες δίχως πια γη για να προστρέξουμε, αφού άλλη λεύτερη δεν έμεινε καμμία.    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |59. Δημήτριος Δημητριάδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, Milano si sente N.Y.

Γιάννης Πατίλης

Milano si sente N.Y.

μνήμη Σέρζιο Μπάσι
Ἰταλοῦ ρὸκ τραγουδιστῆ, θύμα τοῦ covid-19
Κρέμα τῆς Λομβαρδίας, 16.03.20

Νέα Ὑόρκη τότε ὅλα θυμίζαν,
καὶ στὸ δικό σου, Σέργιε, τὸ Μιλάνο,
στὸ ἔδικτο ὅπως τῶν Μεδιολάνων,
νέας Γενιᾶς τὰ ὄνειρα ἀνθίζαν,

ἐνῶ τῆς Μαντουνίνας σου χρυσίζαν
φιλιὰ ψηλὰ ἀπ’ τὸ Ντουόμο ἀπάνω
ποὺ ἀπὸ τῆς καρδιᾶς τ’ ἀνεμοπλάνο
σκόρπιζε στοὺς φτωχοὺς τοὺς δίχως ρίζα.

Καὶ τώρα ποὺ λυθήκανε οἱ ὅρκοι,
σὲ σύνορα κλειστά, σπίτι μαράζι,
μὲ θάνατο ποὺ παίρνει μαῦρα μέτρα

φέρετρα ἀπὸ τοῦ κόβιντ τὴ φαρέτρα,
ἡ μοίρα τῆς Γενιᾶς μας, Σέργιε, μοιάζει
ἀκόμη πιὸ πολὺ στὴ Νέα Ὑόρκη.

[ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας]

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |58. Θωμάς Ιωάννου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Β΄)

[Συνέχεια από το α΄ μέρος της Εισαγωγής]

Καθεστώς τρόμου

6.La prensaΑυτό όμως που καθιστά πραγματικά αβίωτη τη ζωή στη σημερινή Νικαράγουα είναι το καθεστώς απόλυτου τρόμου, με το οποίο έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος ο λαός της. Αν, στους τόσους μήνες της εξέγερσης, ο Ορτέγα δεν χρειάστηκε να κινητοποιήσει το στρατό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάνει μια χαρά τη δουλειά του με την αστυνομία, τη Νεολαία του κόμματος του, κυρίως όμως με τις ανώνυμες και απρόσωπες παρακρατικές ομάδες των κουκουλοφόρων, οι οποίοι εισβάλλουν οπλισμένοι ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε και, αφού σκοτώσουν, βασανίσουν και λεηλατήσουν, αναζητούν ατιμώρητοι κι ανενόχλητοι τους επόμενους αντιρρησίες. Προετοιμάζοντας το παρόν αφιέρωμα, διαβάσαμε κι ακούσαμε για το πλήθος πολιτών που έχει χάσει εδώ και μήνες τον ύπνο του και είδαμε συνομιλητές μας να τινάζονται όρθιοι με τον παραμικρό ήχο στο περιβάλλοντα χώρο, περιμένοντας τους…‘“βατράχους”[1] (βλ. τραγούδι «Ο βάλτος»). (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Α΄)

Μια (επ)ανά(σ)ταση εν προόδω

1

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τον Απρίλη του 2018, όταν η κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στην Νικαράγουα εξελίχθηκε στην αιματηρότερη διαμάχη στην ιστορία της χώρας από την εποχή της Επανάστασης. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που ο ξεσηκωμός των «ολίγιστων», όπως τους αποκάλεσε η σύζυγος του Προέδρου, Πρώτη Κυρία και Αντιπρόεδρος της Νικαράγουας, Ροζάριο Μουρίγιο, είχε ως συνέπεια τη δολοφονία 325 ατόμων (με υπολογισμούς που ανεβάζουν τους νεκρούς σε 568), τον τραυματισμό 2.000, τη φυλάκιση άλλων 2.000 ως πολιτικών κρατουμένων και την αναζήτηση ασύλου, ήτοι την εξόριση, άλλων 60.000-100.000. Πώς αλλιώς, αφού αυτοί οι «ολίγιστοι» είναι το 75% του λαού της Νικαράγουας, ο οποίος έκτοτε ζει υπό το καθεστώς απόλυτου τρόμου, στο έλεος παραστρατιωτικών και οπλισμένων παρακρατικών ομάδων και ενός ζεύγους που παραμένει λυσσασμένα στην εξουσία. Μπροστά όμως στους 50.000 νεκρούς Νικαραγουανούς του εμφυλίου το 1980, πώς να μη φανούν στην Μουρίγιο τα παραπάνω “νούμερα” πταίσμα; Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |56. Δημήτρης Καρακίτσος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα. (περισσότερα…)

Θάνος Γιαννούδης, Υπερσιβηρικός

71dgvFpdVqL._SL1200_

Υπερσιβηρικός

Μνήμη Ορ. Λάσκου

“Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση”
Ντ. Μιζγκούλιν (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
γεμάτος με σκόνη μυριάδων σταθμών
– στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
παιδιά που αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει αυτή η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

 

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα τάχα το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι.

Τις χώρες ετούτες στον πάγο Κοζάκοι
διαβαίναν στ’ αλόγου τις σέλες ορθοί
―μ’ αυτές τις εικόνες κοιμόμουν παιδάκι,
μα το παραμύθι ξανά δεν θα ’ρθεί―
Μονάχα οι ράγες χτυπούν δυνατά
κι ο δρόμος μου μοιάζει σκοπό να μη φέρει
και πάντα ο ανήξερος φίλος ρωτά
γιατί στις χαρές η καρδιά μου υποφέρει.

Φιλιά κι αρραβώνες και κόρες κι εγγόνια
και κάπου στη δύση το Βλαδιβοστόκ.
Γιατί, τότες, βάφουν αλλιώς τα βαγόνια
αφού τ’ αγοράσαν απ’ όμοιο στοκ;
Αλίμονο! Ο κόσμος βαδίζει τυφλά
κι ανόμοιοι ανθρώποι την ίδια ζουν πλάνη
– ακόμα και το ίδιο το Φως σκουντουφλά
καθώς διαλαλούν πως κι αυτό θα πεθάνει!

Ποιοι να ‘χουν το σθένος ενός Μαγιακόφσκι
ν’ αλλάξουν το τέλος που έχει οριστεί;
Εντός τους μιας άλλης ζωής θα υποφώσκει
το χάος, μα τούτης θα μένουν πιστοί.
Ο μέσα παλμός τους θα σβήνει κι αυτός,
με φόντο μια λήθη χωρίς ανδριάντα
κι η ποίηση μόνη σανίδα φωτός
μιας νιότης στραβής που τραβά στα τριάντα.

Αιώνια Ρωσία που σ’ άρπαξαν τώρα
οι κόκκινοι, οι μαύροι… (γυρνά το εκρεμμές)
Ρημάζουν τις στέπες ξανά τροχοφόρα
μα εμάς σταθερές ταξιδεύουν γραμμές.
Κι αν βγάζουν μια λάμψη τ’ αστέρια τους, φευ!
παραίσθηση μοιάζει που κρύβει το φως μου.
Στρατιές Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ραντισέφ
θα δείξουν το δρόμο στην άκρη του κόσμου.

Γι’ αυτούς θα σταθώ μπρος στης ζήσης το ρέμα
που ρέπουν οι αγώνες κοντά στο κενό,
στον τόπο που χτίσανε δάκρυα κι αίμα,
στη γη που απαντά τις κραυγές που μηνώ.
Οι γυάλινοι πύργοι πώς μοιάζουν σταυροί
στα γύρω μας δάση το χιόνι σαν φτιάχνει,
μα ―αν κάποιος πιστέψει σ’ αυτούς― θε να βρει
ξανά το Θεό που εβυθίσθη στην πάχνη.

Σιμά μου χιλιάδες που αντέξαν το ψύχος
και ζουν μες στο σκότος το σιβηρικό
που μόνος τους πόθος κι απόκοσμος ήχος
“Να πέσουμ’, αρκεί να σβηστεί το Κακό!”
Η μέρα της κρίσης του πλήθους θ’ αργεί
κι ως τότε μονάχη η Σιωπή θα επιχαίρει,
μα αυτοί θα διαβαίνουν σαν ίσκιοι τη γη,
χωρίς μεν Θεό, με σταυρό όμως στο χέρι.

Στην τούνδρα βαδίζει για πάντα η ζωή μας
και σπάμε τον πάγο στροφή τη στροφή,
μ’ αξίνα τους στίχους, με τ’ άστρο της ρίμας,
με κάθε στιγμή που ξανά δεν θα ’ρθεί.
Σπιτάκια, χωριά, ώς κι η Μόσχα ―για δες!―
θα κλίνουν το γόνυ μπροστά σαν περνάει,
μ’ ολόφωτες μέρες, με κρύες βραδιές
– μα τώρα, σωπάστε! Η γραμμή ξεκινάει…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Θησαυρός αναγνώσεων #2

zoom-backgrounds-00009

Σχετικὰ μὲ τὸν Δεύτερο Θησαυρὸ Ἀναγνώσεων

Μὲ πενήντα-πέντε πλέον ἑβδομάδες παρουσίας στὸ ἑλληνικὸ διαδίκτυο, ἡ Διαρκὴς Ποιητικὴ Ἀνθολογία ἔκρινε σκόπιμο νὰ προβῇ σ’ ἕνα σύντομο σταμάτημα ἀνασκόπησης, προτοῦ συνεχίσει τὴν πορεία της πρὸς τὰ ἐμπρός, πάντοτε ἀκολουθῶντας τὶς ἀφετηριακές της ἐξαγγελίες, τὶς ἀπαρέγκλιτες ἀρχές της καὶ τὴν ἐπιδίωξη μιᾶς ὅσο τὸ δυνατὸν δικαιότερης, πληρέστερης καὶ ἀντιπροσωπευτικότερης παρακολούθησης κι’ ἀνθολόγησης τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ποίησης ποὺ γράφεται ἀπὸ συγγραφεῖς γεννημένους ἔπειτα ἀπὸ τὸ σημαδιακὸ γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ 1974. (περισσότερα…)

Γράμμα από τα Τρίκαλα

Στις απόκριες λόγω κορωνοϊού δεν βάλαμε μάσκες. Μετά η ζωή άλλαξε. Δεν χρειαστήκαμε τις καθημερινές, περάσαμε κατευθείαν στις ιατρικές. Όσοι βρήκαν δηλαδή, γιατί εξαρχής υπήρξε μεγάλη έλλειψη. Έμεινε το πρόσωπό μας γυμνό. Και το γυμνό πρόσωπο είναι εύθραυστο σαν το γυαλί και συχνά κόβει. Κάθομαι πολλές ώρες στο μπαλκόνι και κοιτώ. Μετά γράφω επιστολές στον εαυτό μου. Φωτογραφίζω μια εποχή και μια πραγματικότητα. Γεννά μια ηδονή η αποτύπωση του πρωτόγνωρου. Φαντάζομαι έτσι θα ένιωθε ο Όττο Ντέπε, ο Γερμανός ανταποκριτής που παρακολουθούσε ζωντανά στα άδυτα της NASA το 1969 την προσσελήνωση του Απόλλωνα 11. Τότε ζούσαν την προσσελήνωση του Απόλλωνα 11, τώρα ζούμε την προσγείωση του COVID-19. Αποτυπώνω μικρά στιγμιότυπα με τη σιγουριά ότι οι άνθρωποι μοιάζουν. Υποθέτω πως παντού, σε όλη τη χώρα, θα έχουμε παρόμοιες συμπεριφορές, ότι το μικρό είναι ένδειξη του ευρύτερου. Δεν πιστεύω ότι η καινούρια κατάσταση θα μας αλλάξει προς το καλύτερο. Ο καθένας είναι όπως είναι. Αυτός που βλέπει αλλιώς τα πράγματα λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών, σύντομα, μόλις αλλάξουν, θα δει πάλι με τον τρόπο που έβλεπε. Ο σκληρός εργοδότης θα γίνει ακόμη πιο σκληρός, το θύμα περισσότερο θύμα και οι αδύναμοι δεν θα ξέρουν πού να κρυφτούν. Λίγοι θα αλλοιωθούν εσωτερικά σαν τον Οιδίποδα. Θα τους καταλάβουμε, γιατί θα κυκλοφορούν τυφλοί και θα προφητεύουν. Δεν ξέρω ωστόσο η έκρηξη του ηφαιστείου που σιγοβράζει πόσο καταστροφική θα είναι. Εύχομαι η σκόνη και τα αέρια να μην κρύψουν τον ουρανό, γιατί πολλοί θα πεθάνουν από ασφυξία. (περισσότερα…)