Συντάκτης: L'apprendista

Μικρή εισαγωγή στην ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού  κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

«Κάτι τι το μέγα!» Ο συγγραφέας Λάμπρος Αστέρης (1871-1942)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Από την επιθεώρηση και τα χαριτωμένα στιχάκια, σε ωριμότερους στίχους, και από τις μάχες, στο πάλκο, από το χωριό στην πόλη και τ’ ανάστροφα. Πώς συναντιούνται όλα αυτά μέσα σε ένα πρόσωπο;  Κακοφωτισμένος ή όχι, ο Λάμπρος Αστέρης υπήρξε σίγουρα τ’ αντίθετο απ’ τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες κι η ζωή του ήταν ένα «λίγο απ’ όλα», ένα χωριό, μια αυλή όπως εκείνη της εκκλησίας του Άι-Νικόλα στον τόπο του: «ένα χωριό μέσα στο νου γραμμένο, με το μαρμαρένιο του καμπαναριό».

Απ’ τα τετράψηλα ουράνια μέρη
που δε λογιάζονται πόσω είν’ ψηλά,
είδαν τα μάτια μου κάποιο αστέρι
κάτω ’ς την άβυσσον να ροβολά.

Το είδα και πρόσμενα το Θείο Χέρι
που όλαις η δύναμες το ακούν τυφλά,
πίσω ’ς το ψήλωμα πάλι να φέρη
το άστρο που έπεφτε ’ς τα χαμηλά.

Του κάκου! Έχάθηκε χωρίς ν’ αφήση
ούτε μι’ ακτίνα του μέσα ’ς την κτίσι
κατά την πτώσι του τη φτερωτή.

Έτσι αβοήθητη μήπως δε σβύνει,
χωρίς μι’ ακτίνα της, πίσω ν’ αφίνη
σαν το άστρο πέφτοντας και η αρετή;

*

Διαφημιζόταν ως ένα έργο με υπόθεση από τη σύγχρονη εποχή, που παράλληλα ζωντάνευαν όλα τα έθιμα και οι συνήθειες των χωριανών και των θαλασσινών μας, ενώ «αναμιγνυόταν επιτυχώς και ολίγη ιστορία της αρχαίας μας τέχνης, με αναπαράστασιν των αρχαίων μνημείων». Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Καστέλλα και στο Τουρκολίμανο καθώς εκεί ναυλοχούσε το κότερο του Εμμανουήλ Μπενάκη  “Αελλώ”.

Πρόκειται για την ταινία Έρως και κύματα, της οποίας το σενάριο έγραψε ο ποιητής και ήταν παραγωγή της Dag films Co. – σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας ήταν αντίστοιχα οι Δημήτρης και Μιχάλης Γαζιάδης, παιδιά του Αναστασίου Γαζιάδη, Πειραιώτη φωτογράφου. (περισσότερα…)

Τροπικότητες του λόγου

 του ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑΜΟΥ

 Προλεγόμενα

Μελετώντας τον Ελεγκτή & άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (εκδόσεις ΑΩ, 2024) διαπίστωσα πως η γραφή του Βαγγέλη Τασιόπουλου βρίσκεται στον αντίποδα του παραδοσιακού αφηγηματικού λόγου, καθώς στις ιστορίες του νοήματα, αισθήσεις και σχέσεις συνδέονται και αλληλεπιδρούν, αναδύοντας τελικά την οντολογική τους πλευρά και, κυρίως, τις αισθητικές διαστάσεις της συνείδησης και των περιεχομένων της.

Αναφορικά δε με τον παραδοσιακό αφηγηματικό λόγο, σημειώνω  μια παρατήρηση της Ελισάβετ Κοτζιά (2020) με βάση τη μυθοπλαστική παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα: «από δραματοποιημένη αναπαράσταση, το μυθιστόρημα μετατράπηκε σε τεκμήριο της δραματοποιημένης αναπαράστασης. Από υποτιθέμενα ζωντανή, η παρουσία των ανθρώπων υποκαταστάθηκε από τα τεκμήρια της ζωντανής παρουσίας τους. Και από υποτιθέμενα ζέων, ο λόγος υποκαταστάθηκε από το υποτιθέμενα προφορικό και γραπτό τεκμήριο της ζέουσας εκφοράς του».

Λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις πεζογράφων από την μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι σήμερα, και ιδιαίτερα την παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα, θα έλεγα πως σπάνια στον δραματοποιημένης αναπαράστασης λόγο κυριαρχεί το πλέγμα του βιόκοσμου μέσα στα συνολικά συμφραζόμενα της συνείδησης. Το τι γνωρίζουμε για την πραγματικότητα από τους συγγραφείς είναι συνάρτηση ενός συμβατικού πλαισίου σκέψης, διήγησης, δράσης και αφηγηματικής ροής σχηματοποιήσεων και στερεότυπων σ’ ένα κατά τ’ άλλα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Αντίθετα, ο Τασιόπουλος αποκλίνοντας από τα αρχέτυπα της μυθοπλαστικής ημερολογιακής αφήγησης ή ενός αρχείου μαρτυριών, συγκλίνει με την αναστοχαστική διήγηση και, κυρίως, με τον αισθητικό ρεαλισμό, καθώς αποτυπώνει τις χρονικότητες των κοινωνικών αποσυναρμολογήσεων -παρωδιακού ή τραγελαφικού και μη χαρακτήρα- που λαμβάνουν χώρα στο λαβύρινθο του σύγχρονου βιόκοσμου.

(περισσότερα…)

«Με σπασμένα φτερά γιγάντων και δάκρυ αγγελικό»: Πάνος Β. Λιαλιάτσης (1936-2025)

 *

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Θ’ ακούς πάντα τη βοή του Αργολικού
αγαπημένου που πασχίζει να σου πει τα μυστικά του.
Κι ο κάμπος με τις διψασμένες πορτοκαλιές
που τις πότισαν τα δάκρυα της μάνας σου
της καλαμιάς
Σε καρτερεί να τον δεις πάλι την αυγή του Θεού
όταν ξυπνάνε τα πουλιά και τραγουδούν το φως του.

Έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2025 ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης. Γεννήθηκε το 1936 ανήμερα των Τριών Ιεραρχών στην ιστορική Ασίνη: «στη θάλασσα της λησμονημένης Ασίνης […] μετρηθήκαμε με το χρόνο / και νικήσαμε το φθονερό του γέλιο. / Κι ο βασιλιάς ψηλά απ’ τη βίγλα του / μετρούσε περίεργος τ’ αχνάρια μας στην άμμο / πιότερο απ’ το πέρασμα των ποιητών / που τον ξύπνησαν απ’ τον αθώο ύπνο του…»

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία, ενώ μέχρι το 1972 υπηρέτησε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Αργότερα, μετά από εργασιακή περιήγηση, αποφασίζει να ασχοληθεί με αυτό που πάντα ήθελε (τη διδασκαλία), ώστε να βρίσκεται κοντά στους νέους, οπότε και εργάστηκε στη δημόσια επαγγελματική εκπαίδευση στο Άργος και στο Ναύπλιο.

Μοίρα της λευτεριάς
και της ποίησης
αγγίλωσες τα μάτια μου,
στη βουή της μνήμης
δίπλα στα κοιμώμενα κάστρα
με την αιχμηρή συνοφρύωση
δίπλα στις στέρφες κρήνες
με τα ξόμπλια της πίκρας
δίπλα στους θνησιμαίους παραθεριστές
πού τους απέμεινε μόνο
το βλέμμα της βουλιμίας
χωρίς το αίμα που θυμάται
χωρίς τη συλλογή του Τερζάκη
χωρίς τη χλόη του Καρούζου,
Ανάπλι ρίζα του έρωτα,
Ανάπλι φλέβα των οραμάτων.
(περισσότερα…)

Προειδοποίηση στοὺς νέους: Πεῖτε ΟΧΙ στὴν τεχνητὴ νοημοσύνη

*

Ἡ ἀντικατάσταση τῆς γνήσιας σκέψης ἀπὸ τὰ μεγάλα γλωσσικὰ μοντέλα ἀπειλεῖ μιὰ ὁλόκληρη γενιά. Διακυβεύεται ἡ ἐπιβίωση τοῦ νοῦ.

~.~

τοῦ ΑΑΡΟΝ ΜAKΛΗΝ

Μετάφραση Αμαρυλλίς Δεληγιάννη

Θέλω νὰ σᾶς προειδοποιήσω: στὴν χώρα μας ἐξελίσσεται μιὰ συνωμοσία μὲ στόχο ὅλους ἐμᾶς. Τὰ κομπιουτεράκια στὶς τσέπες μας καὶ οἱ ὀθόνες ποὺ μᾶς περιβάλλουν, ἔχουν ἐδῶ καὶ χρόνια συνδυάσει τὴν ἀπίστευτη πρόσβαση σὲ ὅλες τὶς πληροφορίες τοῦ κόσμου μὲ ὅλο καὶ πιὸ ἀδίστακτες ἐπιθέσεις στὴν ἱκανότητά μας νὰ συγκεντρωνόμαστε καὶ νὰ ἐπιτελοῦμε αὐτὸ ποὺ ὁρισμένοι ἀποκαλοῦν «ἐργασία εἰς βάθος». Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ ἀπὸ καιρό. Ὅλοι δίνουμε αὐτὴ τὴ μάχη κάθε μέρα καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναπτύξομε τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν κερδίσουμε.

Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι καινούργιο καὶ πολὺ πιὸ καταστροφικό, εἰδικὰ γιὰ σᾶς, τοὺς νέους, ποὺ βρίσκεστε ἀκόμα στὴν καρδιὰ τῆς ἐκπαίδευσης τελειοποιῶντας τὴν ἱκανότητά σας νὰ συλλογίζεσθε, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα (ὅσο σοκαριστικὸ κι ἂν φαίνεται αὐτὸ) μόλις τώρα ξεκινῶντας ἕνα ταξίδι σοβαρῆς ἀνάγνωσης καὶ γραφῆς ποὺ τελικὰ θὰ ἀποκαλύψει, σὲ περίπου δέκα χρόνια, τὰ ἐρωτήματα ποὺ θὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσουν.

Μετὰ ἀπὸ περίπου ἄλλα δέκα χρόνια, θὰ ἀρχίσετε νὰ ἔχετε κάποιες πρόσκαιρες ἀξιοπρεπεῖς ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα καὶ στὴ συνέχεια θὰ ἀφιερώσετε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς σας ἐπεξεργαζόμενοι τὸ εὐρύτερο νόημα καὶ τὶς συνέπειές τους. (Ἐκτὸς κι ἂν δουλέψετε πιὸ γρήγορα ἀπὸ μένα!)

(περισσότερα…)

Μοχάμεντ ελ-Κουρντ, Κανένας Μωυσής δεν πολιορκείται

*

Ο Μοχάμεντ ελ-Κουρντ γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1998. Είναι Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής. Διεθνώς γνωστός έγινε με τα κείμενά του όπου περιγράφει τη ζωή των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ και την λοιπή Δυτική Όχθη.

Επιλογή-μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Αυτός είναι ο λόγος που χορεύουμε

Για την Κάρμελ

Πατρίδα στη μνήμη μου είναι ένας πράσινος φθαρμένος καναπές
και η γιαγιά μου σε κάθε ποίημα:
κάθε γιασεμί να πλήττει την ανάκρουση,
κάθε ανάκρουση να πλήττει τα δακρυγόνα,
τα δακρυγόνα να κουράρονται με γιαούρτι και κρεμμύδι,
με την άσκηση στην αντοχή,
με γυναίκες να τραγουδούν, κρούοντας
κατσαρόλες και τηγάνια
με αναθέματα και hasbiyallah.

Αυτοί δουλεύουνε τα τανκς, εμείς ξέρουμε από πέτρες.

Στους βομβαρδισμούς της Γάζας το 2008
η ιεροτελεστία μου βλέποντας τηλεόραση
ήταν να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο θρήνο
και το αιγυπτιώτικο τσιφτετέλι,
ανερμάτιστος ανάμεσα σε μίσος και λατρεία,
σωρεύοντας και στοιβάζοντας τους λόγους των δερβίσηδων για να ζει κανείς
άλλοτε υιοθετώντας τους
άλλοτε βουτώντας απλώς το ψωμί μου στην ανοχή,
γνωρίζοντας πως τα παιδιά στο Καν Γιούνις δεν έχουν ψωμί,
βουτηγμένα στα μπάζα μιας οροφής…

Αν με ρωτήσεις από πού είμαι, μην περιμένεις μονολεκτική απάντηση.
Έσο έτοιμος, καθιστός, νηφάλιος κι εν εγρηγόρσει.
Αν το να ακούς για κόσμους άλλους από τον δικό σου
σε αναστατώνει,
πιες τη θάλασσα,
κόψε τα αφτιά σου,
φύσηξε άλλη μια φούσκα να φουσκώνει τη φούσκα σου και την υποκρισία.
Ανατίναξε άλλη μια πόλη από κορμιά στο όνομα του φόβου. (περισσότερα…)

«Τρανή ζωή του τραγουδιού σε αδράχνω»: Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909)

Σκίτσο που απεικονίζει τον ποιητή από το εξώφυλλο της Ελληνικής Δημιουργίας (τχ. 86, «Η Μάνη και οι λογοτέχνες της – Πασαγιάννηδες»).

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Διαβάζοντας τις Λυρικές παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη, δημοσιογράφου, ποιητή και εκδότη («είμαι ποιητής / δεν γράφω στίχους, μα σφιχτοδένω το φεγγάρι / με των αντίλαλων τους ήχους»), το αντάμωμα με ένα άλλο βιβλίο του, τα Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, με οδήγησαν σε έναν ομόσταβλό του, τον Σπήλιο Πασαγιάννη, του οποίου η ζωή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως επίσης κι όσα ακολούθησαν μετά τον θάνατό του.

Πλανεμένη φωνή, που με ποτίζεις ήλιο,
εσένα ακούω μονάχα στον αιθέρα.
Τάμα πανέμορφο κρατούν
παρθένες στο κεφάλι,
με το υπερούσιο το κρασί
γιομάτες ωραιοσκάλιστες λαγήνες·
διάπλατα οι θύρες ανοιχτές
με τις θλιμμένες Μάνες,
που άσπρα ντυμένες καρτερούν
να με γαμπροστολίσουν.

Πρωτοπαρουσιάζεται στη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών, στην εφημερίδα Μούσαι της Ζακύνθου, την οποία εκδίδει ο Λεωνίδας Ζώης, με την «Πρωτομαγιά της Χτικιασμένης», ενώ στη Φιλολογική Ηχώ της Κωνσταντινούπολης δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.
Έλα να σμίξουμε γλυκά. Θυμήσου με και μένα,
που τόσα χρόνια ρέβουμαι στης ερημιάς τους πόνους.
Διάβηκαν χρόνια και καιροί οπού σου τρώει τα νιάτα
η άσπλαχνη η ξενιτιά με το τυράγνισμά της.
Το έρμο το κορμάκι σου στα ξένα παραδέρνει,
και στα πικρά τους βάσανα, και στις ανεμοζάλες,
θα μαραζώσει, θα καεί, θα σβήσει κολασμένο.
Τα ξένα δε σε γέρασαν; δε σ’ έφαγαν τα ξένα;
Φεύγα τα ξένα, κι είν’ οχιές, φίδια φαρμακωμένα,
και φαρμακώνουν και ρουφούν το αίμα σου καλέ μου.
Έλα, γιατί βαλάντωσα και ρέψε την καρδιά μου
αφ’ όντας ξενιτεύτηκες και πήγες σ’ άλλους τόπους.
Έλα να ιδείς το γιόκα μας λεβέντη, παλικάρι
από μωρό που τ’ άφησες και μίσεψες καλέ μου.
Έλα να ιδείς την όμορφη και λυγερή μας κόρη
που μ’ άφησες μικρή μικρή και τώρα θα την εύρεις
με τις πλεξούδες σαν οχιές, παρθένα βυζωμένη.
Έλα να ζήσουμε μαζί μες το νοικοκυριό μας
να ’χουμε τα χωράφια μας, να σπέρνουμε τα στάρια,
που άσκαφτα κι ανόργωτα είν’ τόσα χρόνια τώρα,
Να ’ρχετ’ ο θέρος με καλό, που ’ναι ξανθά τα στάχυα,
μαζί να τα θερίζουμε, μ’ ολόγλυκα τραγούδια,
Και να το τρώμε το ψωμί χωρίς πικρά φαρμάκια.
Να ’ρχετ’ ο τρύγος εύτυχος τ’ αμπέλι να τρυγάμε,
τα ζουμερά σταφύλια του κρασί να τα πατάμε;
Να ’χουμε στο κατώγι μας ολοχρονίς για πιόμα.
Να ’χουμε το λεβέντη μας, και τη χρυσή μας κόρη,
να τραγουδούν στο πλάι μας της νιότης τα τραγούδια,
να μας θυμίζουν τους καιρούς που διάβηκαν για πάντα,
να μας γλυκαίνουν την καρδιά με το χαμόγελό τους,
να μας χαρίζουνε ζωή, παρηγοριά κι ανάσα,
κι έτσι τα χρόνια να περνούν για μας ευτυχισμένα.
Χωρίς καημούς και βάσανα και πόνους και φαρμάκια.
Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες. (περισσότερα…)

H κριτική της κριτικής της κριτικής της κριτικής

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κλειδωμένο μαγαζί:
εἴσοδος μόνο γιὰ μέλη,
κι’ ἂν τεντώσω τὸ σχοινὶ
τότε πάνω μου εἶχα βέλη.
ΜΑΝΙ

Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακυκλώνεται στὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα περιοδικὰ ἡ γνωστὴ ἱστορία τῆς κριτικῆς, τοῦ ποιός μπορεῖ ἢ δύναται νὰ τὴν ἀσκεῖ, γιατί τὴν ἀσκεῖ πολὺ ἢ λίγο, τί ἐπιδιώκει γράφοντάς την, κι’ ἄλλα παρόμοια ποὺ κρατᾶν σὲ φόρμα τοὺς ντόπιους ἑτοιμόπολεμους γραφιάδες. Μάλιστα, οἱ συζητήσεις αὐτὲς ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια κυρίως σὲ νεκρὲς περιόδους, λ.χ. λίγο μετὰ τὴ χριστουγεννιάτικη παύση ἢ κατὰ τὸ καλοκαίρι – πιθανότατα ἐπειδὴ ἡ ἀπουσία δράσης ἐνοχλεῖ τοὺς πάντοτε διψασμένους γιὰ κατάθεση ἀπόψεων καὶ νύξεων κριτικούς. Κάποιος κακόβουλος θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ χρονία αὐτὴ συμπίπτει καὶ μὲ τὸν προκυφθέντα ἐλεύθερο χρόνο τῶν γραφόντων, οἱ ὁποῖοι –ἐλλείψει αὐτῶν τῶν ἴδιων περιστάσεων ποὺ στηλιτεύουν– αὐξάνουν τοὺς βαθμοὺς πρεσβυωπίας τους καὶ βλέπουν καλύτερα τὴν καμπούρα τοῦ ἄλλου. Παίρνω ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς κακόβουλες Κασσάνδρες, ἂν καὶ ὁ μύθος τὶς δικαιώνει. Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ σκέψη ἐκ τοῦ πονηροῦ, λίαν κακόβουλη καὶ διαβλητική. Μακριὰ ἀπὸ μένα αὐτά.

Στὸ κέντρο τῆς συζήτησης, λοιπόν, τίθεται μέσες-ἄκρες τὸ ἐρώτημα «ποιός ἀσκεῖ τὴν κριτική», τὸ ὁποῖο καλλωπίζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «πῶς ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν κριτική», ἄσχετα ἂν τελικὰ τίποτα ἀπ’ τὰ δύο δὲν ἰσχύει  – ἀλλ’ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Προσωπικά, ἂν καὶ δὲν βρῆκα διαθέσιμο εἰσιτήριο γιὰ τὴ συζήτηση, σκέφτηκα νὰ γράψω δυὸ-τρεῖς σκέψεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα διευκρινίσω τὴ θέση μου – τὸ πλέον ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς new age γραφιάδες «positionality». Ἂν λάβω ὐπόψιν τὸ πῶς ὁρίζεται ἡ κριτικὴ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ποὺ τὴν ἀσκοῦν, τότε ἐπουδενὶ λόγῳ εἶμαι κριτικός. «Κρίνω» τείνει νὰ σημαίνει «διακρίνω», ἐντούτοις πέρα ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Jauss καὶ τοῦ Iser δὲν ξανάδα κάποιο πρόγραμμα σπουδῶν ποὺ νὰ βγάζει «κριτικούς» σκέτα· ὅσον ἀφορᾶ τὴν κριτικὴ τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, ἀπ’ αὐτὰ ὑπάρχουν νὰ φᾶν κι’ οἱ κότες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ φαίνεται νὰ λαμβάνει διαστάσεις ἐπαγγελματικές, ἤτοι προκύπτει κατόπιν σπουδῆς, μαθητείας, τριβῆς καὶ ἐν γένει μὴ-ἐρασιτεχνικῆς ἐνασχόλησης. Κατ’ ἄλλους, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἑπομένως ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ πρόκειται περὶ ἑνὸς beneficium. Δὲν πληρῶ προϋποθέσεις γι’ αὐτὴ τὴ δωρεά, οὔτε οἱ σπουδές μου μ’ ἔβγαλαν κριτικό, ἀλλὰ κάτι ἄλλο, ἑπομένως πάει αὐτό…  Ἐπιπλέον, βάσει τῶν πρόσφατων γραφομένων, ἰδίως ἡ «κριτικὴ τῆς κριτικῆς» ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπαΐοντες, τοὺς διαπιστευμένους, τοὺς ἔχοντες εἰσιτήριο βρὲ ἀδερφέ. Ὅπως ἔγραψα σαφῶς παραπάνω, δὲν βρῆκα εἰσιτήριο. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὔτε τὴν «κριτικὴ τῆς κριτικῆς», διότι αὐτὸ θὰ μὲ ἐπέστρεφε στὴ θέση τοῦ κριτικοῦ βάσει ἁπλῶν μαθηματικῶν ἀποκλεισμῶν. Ἔχοντας, ὡστόσο, τὴ βαθιὰ πίστη ὅτι ἡ κριτικὴ συνιστᾶ τεκμηριωμένη ἀρέσκεια/ἀπαρέσκεια μὲ τὴν παράλληλη –προαιρετικὴ ἐνίοτε– ἐπικουρικὴ χρήση ἐπιστημονικῶν μεθόδων –ἐὰν κι’ ἐφόσον μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πλήρης ἐπαληθευσιμότητα–, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία συνθήκη τῆς τριβῆς μὲ τὸ κρινόμενο προϊὸν ὡς προϊόν-και-μόνον (εἴτε εἶναι φαγητό, γλυκό, βιβλίο ἢ κριτικὸ κείμενο), θὰ ζητοῦσα τὴν ἄδεια νὰ ἐκφραστῶ παρακάτω ὡς κριτικὸς τῆς κριτικῆς τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς.

Κύρια ἀφορμὴ στάθηκε τὸ οἰκεῖο κείμενο τῆς Ἄννας Ἀφεντουλίδου στὸν Ἀναγνώστη. Λιγότερο δὲ ἐκεῖνο τῆς Βαρβάρας Ρούσσου, κυρίως λόγω τῆς μορφῆς του, μιᾶς καὶ τὰ εἴκοσι-ἐννέα εὔλογα ἐρωτηματικά του περισσότερο θέτουν ἐρωτήματα παρὰ ἀποφάνσεις πρὸς συζήτηση. (περισσότερα…)

«Τη λευτεριά μου ορίζω με το θάνατό μου»: Κώστας Θρακιώτης (1909-1994)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Με τα λουλούδια
και με τους βατράχους;
 
Τι έρχεστε εσείς με τις ανόητες Γραφές
Και τα χρεόγραφα του Σίτυ
Να δώσετε μια καινούργια ενέργεια στους πεθαμένους;
 
Στ’ ολογάλαζο κενό
Μια καινούργια στολή και πανοπλία
Όταν,
 
Η ντροπή κυλάει στις φλέβες σας
Κι ο αγέρας μας
Είναι μολεμένος και βαρύς
Απ’ την αναπνοή σας μονάχα
Όπου σκοτώνει τα λεύτερα πουλιά;

Ο Κώστας Θρακιώτης –ψευδώνυμο του Θαλή Προδρόμου–, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, λαογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1909 και έζησε για λίγο στην Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας, αφού ο πατέρας του Θεοδόσιος ήταν διευθυντής στην Λεονταρίδειο Σχολή, και η μητέρα του επίσης δασκάλα, ενώ τις γυμνασιακές του σπουδές τις περάτωσε στο Σουφλί, όπου μαζί με συμμαθητές του, εξέδιδε το μαθητικό περιοδικό Έβρος.

Ω, φέρτε μου τις παιδικές φωλιές των τζιτζικιών
Κι ένα γαρούφαλλο ματωμένο
απ’ το ματόκλαδο της αυγής
Φορτωμένο είναι τ’ όνομά σου από πέτρα κι όνειρα
Και το ποτήρι σου ξέχειλο απ’ το Θρακιώτικο κρασί…

Αφότου πέθανε ο πατέρας του, στα δέκα του χρόνια, το 1919, αποβιβάστηκε στον Πειραιά με τη μητέρα του και αργότερα τελείωσε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε καθηγητής στην Μέση Εκπαίδευση καθώς και σε Δραματικές Σχολές. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Τα προικοσύμφωνα

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συ, ποῦ ἔχεις κάλλη γιὰ προικιὰ καὶ χάρες γι’ ἀντιπροίκια
γιὰ νὰ πατῇς νἀνθίζουνε καὶ τἄδροσα χαλίκια,
μὰ ποῦ γιὰ μὲ μονάχα
ἥσκιο βαρὺν ἐσκόρπισε θανάτου ἡ ἐμορφιά σου,
ἄκουσε κάτι ποῦ θὰ πῶ γερτὸς στὰ γόνατά σου
σὰν παραμύθι τάχα.
Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Γύρω στα 1900, το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ αναθέτει στον Βρετανό συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποττ (1874-1947) ερευνητική αποστολή στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία με στόχο τη συλλογή εθνογραφικού υλικού. Ο ίδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Εμμάνουελ Κόλλετζ. Ο Άμποττ μετά από ένα διάστημα παραμονής σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Δράμα, πριν πάρει τον δρόμο για το Άγιον Όρος, διέμεινε για λίγο και στην Καβάλα. Στο βιβλίο του The tale of a tour in Macedonia –είχαν προηγηθεί άλλοι δύο τόμοι λαογραφικού περιεχομένου: το Songs of Modern Greece (1900) και το Μacedonian Folk-Lore (1903)–, ανάμεσα στις λοιπές πληροφορίες αναφέρεται και η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας για τον τόπο τους, μιας και ο Άμποττ επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί.

Όσο ετοιμάζονται για το δεκάωρο ταξίδι του γυρισμού με τα καΐκια –ο χρόνος σήμερα είναι περίπου μιάμιση ώρα με το πλοίο της γραμμής–, γράφει ο συγγραφέας, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους. Αυτοί οι ταπεινοί εργάτες γιορτάζουν την ημέρα της επιστροφής τους στις εστίες τους. Μερικές από τις συνθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παθητικές όσον αφορά το ύφος τους και είναι γεμάτες από παράδοξα ευφυολογήματα. Οι τελευταίες περιγράφουν τα δεινά του ξενιτεμού, την αφιλόξενη ξενιτιά και την αδιαφορία των ξένων για τον ξενιτεμένο που νοσταλγεί την πατρίδα του, κι οι Θασιώτες νιώθουν την κοινή φρίκη που εκφράζεται εμφατικά στο λαϊκό δίστιχο  που λέει ότι η τύχη του ζητιάνου κι η κακή του μοίρα δεν είναι τόσο πικρές όσο η ξενιτιά. (περισσότερα…)