Γνωρίζοντας τη Σοβιετική Ένωση

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Κυρίες μου και κύριοι, καλημέρα σας.
Όλοι στη γυμναστική σας.
Η ώρα είναι 06:01 ακριβώς
και κανείς δεν έχει ξυπνήσει για γυμναστική,
ενώ όσοι έχουν ξυπνήσει αυτή την ώρα
δεν έχουν καμία απολύτως ανάγκη από γυμναστική…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ

Το 1982 εκλέχτηκα Πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλιοπωλών Αθηνών. Την περίοδο εκείνη η Μόσχα επιχειρούσε να αναδείξει τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου που οργάνωνε στην πόλη ο Εθνικός Οργανισμός Προστασίας Πνευματικών Δικαιωμάτων της Σοβιετικής Ένωσης, σε ένα παγκόσμιο πολιτιστικό και εμπορικό βέβαια γεγονός που θα στεκόταν επάξια απέναντι στη διεθνή αποδοχή που είχαν ήδη κατακτήσει οι Εκθέσεις Βιβλίου της Φρανκφούρτης και του Λονδίνου. Σε συνεργασία με το δικό μας Υπουργείο Πολιτισμού αποφασίσαμε να λάβουμε μέρος στην Έκθεση της Μόσχας με ένα (1) Εθνικό Περίπτερο στο οποίο θα συμμετείχαν όσοι Εκδοτικοί Οίκοι επιθυμούσαν.

Καταφέραμε να στήσουμε ένα ευπρεπές Περίπτερο με αξιοπρόσεκτη τη συμμετοχή αρκετών από τους πιο αξιόλογους Ελληνικούς Εκδοτικούς Οίκους. Είχαμε τελειώσει με τα οργανωτικά του Περιπτέρου και είχαμε διανείμει αρκετό πληροφοριακό υλικό ( αφίσες, καταλόγους βιβλίων και Εκδοτικών Οίκων κ.ά.) σε όλα τα Εθνικά Περίπτερα των Χωρών που συμμετείχαν στην Έκθεση. Η Διεύθυνση της Έκθεσης μας είχε παραχωρήσει αυτοκίνητο και οδηγό-μεταφραστή. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο δυο-τρεις του Συλλόγου μας και κινηθήκαμε για το ξενοδοχείο.

Είχαμε μόλις αφήσει το χώρο της Έκθεσης και ο προσεκτικός οδηγός μας προσπαθούσε να διακόψει το ρεύμα των αυτοκινήτων που κινούνταν στη μεγάλη, κεντρική όπως φαινόταν, πλατεία για να οδηγηθούμε στην έξοδο που μας εξυπηρετούσε. Παρατήρησα σε πολλά σημεία της πλατείας δεκάδες μικρά παιδιά με φωσφορίζουσες στολές, έμοιαζαν με στολές τροχονόμων, να κινούνται βιαστικά και να δίνουν εντολές στους οδηγούς οι οποίοι στο σύνολό τους συμμορφώνονταν με τις, όπως φαινόταν οδηγίες, των μικρών τροχονόμων. Αργότερα πληροφορηθήκαμε πως επρόκειτο για μαθητές των τελευταίων τάξεων κάποιων Δημοτικών σχολείων τα οποία εκτελούσαν καθήκοντα τροχονόμων στο πλαίσιο μαθημάτων κυκλοφοριακής αγωγής.

Δυο-τρία απ’ αυτά τα παιδιά βρισκόταν ήδη μπροστά και δίπλα στο αυτοκίνητό μας. Άνοιξα το παράθυρό μου και έδωσα ένα πακέτο με μερικές αφίσες σε ένα από τα παιδιά αυτά. Αστραπιαία οι αφίσες ξεδιπλώθηκαν και τα παιδιά έμειναν να παρατηρούν τα εικονιζόμενα. Δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω αμέσως τι ακριβώς έγινε. Το σύνολο των παιδιών της πλατείας άφησαν τις θέσεις τους και όρμησαν στο παιδί που είχα δώσει τις αφίσες και στο αυτοκίνητό μας. Η όποια κυκλοφοριακή τάξη διαλύθηκε. Οι οδηγοί φώναζαν, κορνάριζαν και χειρονομούσαν ακατάπαυστα. Η πλατεία σε δευτερόλεπτα μεταμορφώθηκε σε μια τυπική περιφερειακή πλατεία του Καΐρου. Έδωσα μερικές ακόμη αφίσες στα παιδιά με τα απλωμένα χέρια δίπλα μας. Δυο, τρία, πέντε λεπτά κράτησε αυτό το κυκλοφοριακό αλαλούμ μέχρι να εμφανιστούν οι επαγγελματίες τροχονόμοι και να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια κάποια τάξη. Οι μικροί τροχονόμοι οδηγήθηκαν στα πεζοδρόμια και αρκέστηκαν να μελετούν τα απρόσμενα αποκτήματά τους!

Απομακρυνόμενοι θυμήθηκα τον εαυτό μου, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, με συμμαθητές μου από το σχολείο να παρακολουθούμε στο Δημοτικό Γήπεδο των Χανίων Αμερικανούς ναύτες να παίζουν το δικό τους football. Περιμέναμε εναγωνίως τα διαλλείματα τους για να πάμε κοντά τους με τα χέρια μας απλωμένα και το μάτι μας να γυαλίζει παρακολουθώντας τους να ανοίγουν κάτι θεόρατες κούτες με μαγικά πράγματα μέσα. Αυτοί χαμογελώντας – εκείνοι οι μαύροι με τα κάτασπρα δόντια και τα κόκκινα μάτια, πόσο τρομαχτικοί φάνταζαν στα μάτια μου Θεέ μου – όλοι μαζί ερχόντουσαν κοντά μας και μας πέταγαν στον αέρα τσίχλες, σοκολάτες και κουτάκια με κόκα κόλα, μερικές φορές και κανένα τόπι! Το χαμόγελό τους γινόταν ξεκαρδιστικό γέλιο παρακολουθώντας την πραγματική μάχη που δίναμε οι μικροί πεινασμένοι –μερικοί από μας στ’ αλήθεια πεινασμένοι– για τα εξωτικά καλούδια που δοκιμάζαμε. Εμείς όντας οργανωμένοι σε μικρές επιμέρους ομάδες, μετά το τέλος της μάχης και των ρίψεων, μαζευόμαστε και ακριβοδίκαια μοιραζόμαστε τις κατακτήσεις μας. Τότε δεν ήταν μόνο τα «κορίτσια» που περίμεναν τον «στόλο». Με την ίδια προσμονή τους περιμέναμε κι εμείς τα παιδιά, για την τσιχλίτσα, τη γλυκιά σοκολάτα και την κόκα κόλα μας.

Εκεί στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Μόσχα είχα την πρώτη μου συνάντηση εργασίας με τους Εκπροσώπους του Οργανισμού Προστασίας Πνευματικών Δικαιωμάτων της Σοβιετικής Ένωσης. Στη ρωσική γλώσσα η συντομογραφία του Οργανισμού ήταν VAAP. Ποτέ δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τι ακριβώς σήμαιναν τα αρχικά αυτά. Ήταν πάντως πολύ γνωστά και με ιδιαίτερο κύρος και επιρροή σ’ όλες τις Σοβιετικές Δημόσιες Υπηρεσίες… Συναντηθήκαμε με τους Εκπροσώπους του VAAP δυο-τρεις φορές και μου πρότειναν να αναλάβω την αντιπροσώπευση του Οργανισμού στην Ελλάδα. Δέχτηκα. Η αντιπροσώπευση αυτή περιλάμβανε τη διαμεσολάβηση της «γνώσης» για την παραχώρηση, σε Ελληνικό Εκδοτικό Οίκο, του δικαιώματος έκδοσης και εκμετάλλευσης στην Ελλάδα βιβλίων Σοβιετικών συγγραφέων, όπως επίσης και την εκπόνηση ενός προγράμματος κυκλοφορίας στη Σοβιετική Ένωση και στην Ελλάδα μιας σειράς βιβλίων λογοτεχνίας, ιστορίας, λαϊκού πολιτισμού και τεχνών, τα οποία θα επιλέγαμε και θα συμφωνούσαμε από κοινού.

Η συνεργασία μας αυτή με τον VAAP περιελάμβανε επίσης και κάτι ακόμα ιδιαίτερα ελκυστικό. Ο ιδιοκτήτης της «γνώσης» θα μπορούσε να επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, κάθε χρόνο, για ένα μήνα κάθε φορά, μόνος του ή και με τη σύζυγο ή τη σύντροφό του. Τα εισιτήρια και τα ξενοδοχεία παραμονής θα ήταν όλα καλυμμένα από τον VAAP. Θα μου παρείχαν επίσης και μία ημερήσια χρηματική αποζημίωση που θα καταβαλλόταν όμως σε εθνικό νόμισμα! Ο μήνας αυτός στη Σοβιετική Ένωση θα σήμαινε δεκαπέντε μέρες δουλειά στη Μόσχα ή όπου αλλού προέκυπτε και τις υπόλοιπες δεκαπέντε ημέρες επίσκεψη και γνωριμία με τις δεκαπέντε Σοβιετικές Δημοκρατίες και τις 116 Σοβιετικές Εθνότητες.

Διερωτήθηκα πολλές φορές γιατί αυτή η επιλογή των Σοβιετικών στη «γνώση», ενώ υπήρχαν στην Αθήνα Εκδοτικοί Οίκοι και Εκδότες με πολλών χρόνων παρουσία σε συγγενείς ιδεολογικούς χώρους με έναν μάλιστα απ’ αυτούς να έχουν ήδη μια κάποια συνεργασία. Η εξήγηση που έδωσα στον εαυτό μου είχε δύο κυρίως όψεις: Η πρώτη δικαιολογούσε τη συνεργασία με τη λογική της προσέγγισης στο Προεδρείο του Ελληνικού Εκδοτικού Συνδικαλιστικού μας Οργάνου. Η δεύτερη πιθανότατα συνδεόταν με μία φήμη που με ακολουθούσε και που είχε να κάνει με μια συμπάθεια που εξέφραζα πάντα για τις αρχές του σοσιαλισμού. Δεν είχαν πληροφορηθεί φαντάζομαι την άποψη που κυριαρχούσε στον ρηχό πολιτικό μου στοχασμό, ότι δηλαδή ο κομμουνισμός σαν μια επικρατούσα, σύγχρονη θρησκεία επέλεξε να μακροημερεύσει τηρώντας κατά γράμμα τις αρχές που αδιαλείπτως και με διαχρονική σκληρότητα επιβάλουν στους πιστούς τους τα Ιερατεία όλων ανεξαιρέτως των μεγάλων θρησκειών. Ο λόγος που δεν μακροημέρευσε το Σοβιετικό καθεστώς έχει βεβαίως να κάνει με την έλλειψη του μεταφυσικού στοιχείου που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ορίζει τα πράγματα στις λοιπές θρησκείες.

Θυμάμαι μια συζήτηση με τον αγρότη παππού μου όταν ήμουν 14 ή 15 χρονών. Εντυπωσιασμένος από τις ουμανιστικές θεωρίες του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού του έλεγα πως:

— Εγώ παππού σε μια τέτοια χώρα θέλω να ζήσω. Εκεί έχουν όλοι δουλειά, έχουν όλοι φαγητό και έχουν γιατρό να προσέχει την υγεία τους.

Και ο παππούς μου:

— Και το μουλάρι μας παιδί μου έχει φαγητό και δουλειά κάθε μέρα και όταν πρέπει και χρειάζεται ο γιατρός είναι εδώ για να το δει! Είναι όμως πάντα μουλάρι. Έτσι μεταμορφώνεται και ο άνθρωπος όταν δεν είναι ελεύθερος να κάνει, να λέει και να γράφει αυτά που θέλει….

Πολλά χρόνια αργότερα διαπίστωσα πως η σκληρή κριτική του παππού μου αφορούσε και απασχολούσε ένα πλήθος σοβιετικών ανθρώπων που ήθελαν να είναι και να συμπεριφέρονται περισσότερο σαν πραγματικοί πολίτες μιας ευνομούμενης και δημοκρατικής χώρας.

Μια εβδομάδα μετά την άφιξή μου στη Μόσχα για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου βρίσκομαι στο αεροδρόμιο για την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Εκτός από τη βαλίτσα με τα ρούχα μου κουβαλώ και δύο σχετικά μεγάλες χαρτόκουτες γεμάτες με βιβλία. Η μεταφράστρια και μόνιμη συνοδός μου η Λουντμίλα, αφού παρέδωσα το διαβατήριο και τις αποσκευές μου στους αρμόδιους με ρώτησε αν την χρειάζομαι άλλο. Της απάντησα πως όχι, την ευχαρίστησα και όταν πια είχε χαθεί από τον οπτικό μου ορίζοντα κατάλαβα πως έκανα λάθος ελευθερώνοντάς την.

Με αγγλικά Άραβα εργάτη πληροφορούμαι πως έχω 32 κιλά υπερβάλλον βάρος και οφείλω να καταβάλλω στο παρακείμενο ταμείο τουλάχιστον …την αξία της βαλίτσας με τα ρούχα και όλα τα υπάρχοντά μου για να μπορέσω να ταξιδέψω. Προσπάθησα να τους εξηγήσω περί δώρων του VAAP, περί του ότι ήμουν επίσημος προσκεκλημένος τους, περί του ότι μετρητά δεν υπήρχαν στην τσέπη μου …πλην αγόρευα εις ώτα μη ακουόντων. Ζήτησα από τους αρμοδίους να φωνάξουν κάποιον με καλύτερα αγγλικά μήπως και βρεθεί κάποια λύση.

Ω του θαύματος αυτοπροτάθηκε κάποιος Πολωνός που ταξίδευε και αυτός για Αθήνα και όντας η αφεντιά μου σε υπερένταση και εκνευρισμό τον παρακαλώ να τους πει πως είναι θλιβεροί γραφειοκράτες, πως προσβάλλουν και εμένα και τον VAAP που μου χάρισε τα βιβλία, πως δεν είναι σοσιαλισμός αυτός και συνέχισα «στολίζοντας» πολλαπλώς και προφανέστατα αδικαιολογήτως τους ατυχείς υπαλλήλους, δεδομένου ότι δεν είχα κάποιο χαρτί που να αποδείκνυε τα όσα ισχυριζόμουν. Ο Πολωνός «μεταφραστής» με άκουγε προσεκτικά και μόλις τέλειωσα πλησιάζει το πρόσωπό του στο αυτί μου και μου ψιθυρίζει: «Συγνώμη, δεν μπορώ να πω εγώ τέτοια πράγματα!» Πριν συνειδητοποιήσω τι μου είχε πει ο καλός μου συνταξιδιώτης είχε εξαφανιστεί από κοντά μου.

Απογοητευμένος και προκειμένου να με αφήσουν να ταξιδέψω τους ζητώ να μου δώσουν ένα στυλό και μια κόλλα χαρτί. Γράφω επάνω το όνομά μου και τη διεύθυνση του VAAP και τους παρακαλώ να κρατήσουν τα βιβλία και να φροντίσουν να παραδοθούν στη διεύθυνση που τους έδωσα. Απήλθα ανακουφισμένος και επέστρεψα ασφαλώς στην Αθήνα. Δυο μέρες αργότερα, περί το μεσημέρι, δυο ευγενείς κύριοι από τη Σοβιετική Πρεσβεία μού έφεραν τα βιβλία στο σπίτι!

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

Απόσπασμα από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του συγγραφέα Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου.

*

*