Day: 28.01.2022

Αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κολτσίδας,
Βροχή περασμένη,
Μελάνι, 2020

Ο Χρήστος Κολτσίδας, αν και 31 ετών, μοιάζει να κατέρχεται από την παράδοση των ποιητών που έχουν βιώσει την μυθολογία της δημοτικής ποίησης ως πραγματικότητα και εσωτερικεύσει την δωρική λιτότητα του τόπου καταγωγής στη γραφή τους. Ο ίδιος είναι Θεσσαλός, από την Καρδίτσα, αλλά σε αυτό θυμίζει τους Ηπειρώτες ποιητές (Χρήστο Μπράβο, Μιχάλη Γκανά, Βασίλη Γκουρογιάννη και άλλους), οι οποίοι μεταπλάθουν το υλικό του μύθου με μέσο τα σπαράγματα της περασμένης ζωής του τόπου που απαρτίζεται από ανθρώπους σημασιακούς, άρωμα παλιάς γιορτής με τα κλαρίνα, κρυφά περάσματα του τόπου που έχει στοιχειώσει από τα αγαθά πνεύματα της μνήμης. Όλη αυτή η μισοσβησμένη ανθρωπογεωγραφία της κοινότητας εγγράφεται σαν ρίζωμα στο γενετικό κύτταρο της όρασης. Ο Κολτσίδας, βέβαια, σε μια γενιά νεότατη ακόμα, έχει και μια άλλη προοπτική στο θεματολόγιό του, αλλά η ψυχική καταγωγή είναι αυτή της ορεσίβιας επαρχίας που μετρήθηκε πόντο πόντο από τον αυτόχθονα μύθο και ιστορία.

Αυτό που σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα δημοτικό της αγάπης, της τάβλας του χορού ή μοιρολόγι τώρα απεκδύεται τη διαφάνεια του περιστατικού. Κρατάει το απόσταγμα μιας διήγησης όταν έχουν διαφύγει τα συμβάντα και μένει η κρυπτική χειρονομία της, απαθανατισμένη αποσπασματικά, διατηρώντας όχι το σώμα αλλά την μυθική της επιβίωση. Γι’ αυτό και αυτό το αποθησαύρισμα εκβάλλει στο σώμα του ποιήματος με τα πιο απλά υλικά της γλώσσας: φράση μικρή, ολιγόστιχο ανάπτυγμα, φειδωλά επίθετα, περιορισμένη πρωτοπρόσωπη αναφορά. Κάποιες φορές, μια κύμανση από ρυθμικές παραδοσιακές φόρμουλες («Θα ξανάρθει τότε το πουλί – το πιο μικρό, το τρίτο – που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια […]») και καταποντισμένα πρόσωπα (η φωνής «εκείνης της Χρυσούλας», η μνήμη ενός ακίνητου Θωμά που «Μάνα δε γνώρισε και βύζαξε / μαστάρι της κατσίκας.»). Πρόσωπα και τρόποι ως αινιγματικές επιβιώσεις αυτού που θα ήταν η μεγάλη συνεκτική ιστορία της ανθρώπινης ζωής και που τώρα λειτουργούν ως σκιώδεις μνημοδείκτες μιας εξίσου μεγάλης ιστορίας που είναι ο χρόνος: απαλείφει μεν τα καθέκαστα ταπεινώνοντας τον άνθρωπο στο κοινό μέτρο της λησμονιάς, αλλά μνημειώνει το πέρασμά του. Ανάλογα και η ποίηση, απαλείφει τους παλιούς σκοπούς, αλλά ο μυελός της εντόπιας μνήμης της μεταστοιχειώνεται ως ένας διακριτός τροπισμός του γηγενούς στα λόγια των νεότερων. (περισσότερα…)