σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Η μυγδαλιά

*

Απέναντι από το σπίτι της, στον φράχτη του απέναντι οικοπέδου, δίπλα στον δρόμο ακριβώς, είναι η μυγδαλιά. Οι γείτονες που τη φύτεψαν και μαζεύουν τους καρπούς έρχονται κάθε καλοκαίρι, όταν το χωριό γεμίζει κόσμο και τα πράγματα αλλάζουν, γενικά, άλλη καθημερινότητα, άλλος ρυθμός. Μετά τον Σεπτέμβρη όμως, μένει σχεδόν μόνη στη γειτονιά, τι σχεδόν, μόνη όλο το πρωινό, αφού κι ο άντρας της φεύγει για τη δουλειά του. Πάει, όμως, να πλύνει τα πιάτα, κι απέναντι ακριβώς η μυγδαλιά. Παίρνει να μαγειρέψει, τη μυγδαλιά βλέπει σηκώνοντας τα μάτια της προς το παράθυρο. Κάθεται στον καναπέ να πιει καφέ, να τη η μυγδαλιά έξω από το τζάμι. Πάει να ξαπλώσει λίγο για μεσημέρι, με το παντζούρι ανοιχτό, μην την πάρει κι ο ύπνος για πολλή ώρα και ξυπνήσει μετά μουρτζούφλω, τη μυγδαλιά έχει στα μάτια της. Δεν γίνεται κι αλλιώς, όλα τα παράθυρα του σπιτιού κατά κει ανοίγουν.

Είναι η καθημερινή της εικόνα, η καθημερινή της ζωή, Να βλέπει τον χειμώνα να έρχεται όταν γυμνώνουν τα κλαδιά της, να περιμένει με λαχτάρα να ανακαλύψει να φουσκώνουν τα μπουμπούκια της λίγο μετά τις γιορτές, να τρελαίνεται από τη χαρά της όταν ανθίζει κάτασπρη κι αέρινη και, μετά το Πάσχα, όταν καλωσυνεύει κι ο καιρός και μπορούν πια να κάθονται στην αυλή, να κόβει και κάνα τσάγαλο για μεζέ στο ούζο. Τα αγαπάει τα δέντρα, τα φροντίζει τα λουλούδια της, αλλά με τούτη τη μυγδαλίτσα είναι σαν φιλενάδες, τρέμει η ψυχή της μήπως και πάθει κάνα κακό. Ώρες ώρες σκέφτεται κιόλας μπας και δεν είναι καλά, τι της κόλλησε; Αλλά πάλι, αυτή τη χαρά, για μήνες, να βλέπει κάθε μέρα τα κλαδάκια να παίρνουν ζωή, να μαλακώνουν, κι ύστερα να έρχεται εκείνη η γιορτή με τα άσπρα, και να γεμίζει ο δρόμος κι η αυλή της αυτή τη μυρωδιά τη μελένια και τα άσπρα πέταλα… Αχ, ευτυχία χωρίς κόπο! (περισσότερα…)

Ιστορίες χωρισμών

*

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες Χωρισμών» της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου που, εικονογραφημένο από τη Μυρτώ Δεληβοριά, θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από την Κάπα Εκδοτική. «Δέκα μικρές ιστορίες που μιλούν για διαφορετικούς χωρισμούς, εστιάζοντας, παράλληλα, στα πράγματα της καθημερινότητας. Γιατί όταν χωρίζουν οι άνθρωποι ένα σωρό αντικείμενα καθημερινής χρήσης έχουν ενωθεί εναντίον τους.» (από το ΔΤ).

///

Μάζεψες τίποτε;

Ήταν ξεκάθαρη. Να τα μαζέψεις όλα, του είπε, και να φύγεις. «Bέβαια, μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ στο κρεβάτι. Είναι πιο εύκολο να μην χάσουν δυο άνθρωποι τη βολή τους άμα βρίσκονται πάνω στα χωρίσματα». Ευχαρίστως θα της άστραφτε ένα χαστούκι εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που επιβεβαίωνε την απόλυτη περιφρόνησή της για κείνον με το να καταδεχτεί να μοιραστούνε τελευταίο βράδυ αυτό που μέχρι χθες ήταν «το κρεβάτι τους». Καρφάκι δεν μου καίγεται. Να τι του έλεγε. Μ’ άλλα λόγια, το σώμα σου μου είναι τόσο αδιάφορο που όχι να το λιμπιστώ δεν υπάρχει φόβος αλλά ούτε και να το σιχαθώ. Στο ψυγείο συνέχιζε να κρυώνει, από τρεις μέρες ανοιγμένο, ένα μισογεμάτο μπουκάλι λευκό κρασί. Τον παλιό καιρό, θα ερχόταν προς το μέρος του, θα άρπαζε το μπουκάλι και θα έμπηγε τις φωνές. «Τώρα πια αυτό το κρασί είναι για το μαγείρεμα, για σβήσιμο»! Πόσο του άρεζε η εν μέρει ακατανόητη κουβέντα της. Για σβήσιμο. Γέμισε το ποτήρι του. Την είδε που τον κοίταξε. Μάλλον αυτό ήθελε. Να καταλάβει εκείνος πως με το συγκεκριμένο μπουκάλι σβήνονταν όλα. Η φαινομενική έγνοια, η δύναμη της συνήθειας, αχ, η πολυαγαπημένη δύναμη της συνήθειας, το προσποιητό ενδιαφέρον, η προσποιητή έκπληξη απέναντι στο προσποιητό ενδιαφέρον, όλες οι ψευτιές που χτίζουν λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα, το βασίλειο της αληθινής συμβίωσης. Τέλειωσε το κρασί του και σηκώθηκε αναστενάζοντας. Και πώς μαζεύεις τώρα τα πράγματά σου από το ίδιο σου το σπίτι; Και πώς ξέρεις ότι τα μάζεψες όλα; (περισσότερα…)

Το αγόρι με τα μεγάλα χείλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Πριν από χρόνια, σε μια πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής μου, γνώρισα ένα πλάσμα που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του και που ακόμα και σήμερα το θυμάμαι ως το «αγόρι με τα μεγάλα χείλη». Εξαντλημένος εκείνη την εποχή από τις ριπές των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, αγωνιζόμουν απλώς να επιβιώσω. Εσωτερικά βίωνα μια κατάσταση ασάφειας και σύγχυσης. Όλα όσα κατοικούσαν στο μυαλό μου –σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις, ελπίδες, προσδοκίες– πολύ συχνά μου φαίνονταν ξένα, απρόσιτα, κομμάτια ενός μυστηρίου που ήταν αδύνατο να ερμηνεύσω. Αλλά και τα πρόσωπα που συναντούσα καθημερινά και όσα μπαινόβγαιναν στη ζωή μου, ενίσχυαν κι αυτά τη σύγχυση και την αδυναμία μου να ασκήσω τον οποιονδήποτε έλεγχο στην ύπαρξή μου. Ένοιωθα έρμαιο της μοίρας και αυτή η εγκατάλειψη κατά βάθος με βόλευε καθώς λειτουργούσε ως άλλοθι για τις αποτυχίες και τα λάθη μου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γνώρισα εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα. Και παρότι η μνήμη μου είναι αδύναμη και προβληματική και μεγάλα διαστήματα της ζωής μου έχουν χαθεί λες και δεν υπήρξαν ποτέ, από την εφήμερη γνωριμία μου μαζί του θυμάμαι γεγονότα που με ξαφνιάζουν ακόμα με τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια τους.

///

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ και η οδός Βύρωνος μύριζε σάπια φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή αγορά εκείνης της μέρας. Σε ορισμένα σημεία το πεζοδρόμιο ήταν αδιαπέραστο από τα πλαστικά τελάρα, τα λιωμένα φρούτα και τα πατημένα φύλα των λαχανικών. Οι κάδοι απορριμμάτων ήταν ξεχειλισμένοι και σε μικρή απόσταση υπήρχαν λευκές συσκευασίες από φελιζόλ με εντόσθια ψαριών και γλοιώδεις εκκρίσεις. Τα υγρά είχαν διαποτίσει ένα μέρος του πεζοδρομίου και η μπόχα ήταν αφόρητη. Ο δρόμος ανάμεσα στο δημοτικό στάδιο και στα μεσαιωνικά τείχη γυάλιζε από το ανοιξιάτικο ψιλόβροχο και την αντανάκλαση των φώτων πάνω στο οδόστρωμα. Η ευωδιά των βρεγμένων πεύκων και των χορταριών πνιγόταν μέσα στη πηχτή μυρωδιά της σαπίλας που εισχωρούσε παντού στην ατμόσφαιρα και στη νύχτα και ξυπνούσε μέσα μου παλιά συναισθήματα για μια πόλη που με άφηνε διχασμένο ανάμεσα στην αγάπη και τον οίκτο.

Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει αλλά η φυσική στοά που δημιουργούσαν τα πεύκα πάνω από το κεφάλι μου συγκρατούσε την ορμή της βροχής και μόνο σε κάποια ανοίγματα ένοιωθα τις ψιχάλες να ακουμπούν το πρόσωπό μου. Κουρασμένος, αργοκίνητος, αηδιασμένος με το βρώμικο πεζοδρόμιο, συλλογιζόμουν τη ζωή μου, τις αιτίες της κατάστασής μου, τη σιωπή και τη μοναξιά που με περίμεναν για μια ακόμα νύχτα, την απουσία μιας γυναίκας ή ενός φίλου, τη λαχτάρα για ένα φιλί και ένα χάδι, συλλογιζόμουν ακόμα μια σειρά από αφηρημένα γεγονότα που θα άλλαζαν ριζικά την προσωπική μου κατάσταση και θα μου έδιναν το δικαίωμα να πιστέψω ότι η ζωή μου δεν ήταν μια μάταιη και τελειωμένη υπόθεση. (περισσότερα…)

Το πάζλ του Οδυσσέα

*

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΣΩΣΤΟΥ»

Καθώς κοίταζε το πόμολο της πόρτας αναζήτησε μια τεθλασμένη χαρακιά στ’ αριστερά. Δε θυμόταν πώς είχε γίνει, αλλά ήταν το πρώτο που έψαχνε, όταν βρισκόταν μπροστά στην πόρτα. Τη βρήκε η προσμονή του πρώτα κι ύστερα το βλέμμα του.

Σχεδόν έξι χρόνια είχαν περάσει. Είχε φύγει θυμωμένος. Τον έπνιγε το δίκιο. Ήταν τη μέρα που είχε επιστρέψει ο μικρότερος αδελφός του. Τέσσερα χρόνια φευγάτος κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Πάντα ο κανακάρης που του τα δικαιολογούσαν όλα. Αυτός από την άλλη, πάντα ο ένοχος. Ο πρωτότοκος που του είχαν κλέψει την ευκαιρία του λάθους. Το «σωστό» είχε τρυπώσει σαν ασθένεια μέσα του. Ο μικρός είχε ζητήσει λεφτά από τον πατέρα και πήρε των ομματιών του.

Όσο έλειπε ο αδελφός του όλα ήταν σωστά. Κάθε πρωί ξεκινούσε ευλαβικά τη ρουτίνα του. Πήγαινε στη δουλειά του πατέρα του. Όλη μέρα μαζί. Στην αρχή, είχε ιδέες πολλές. Να προχωρήσει η επιχείρηση. Να εκσυγχρονιστεί. Μελετούσε, κατέστρωνε πλάνα. Φανταζόταν με χτυποκάρδι ότι θα τα παρουσίαζε  στον πατέρα του κι εκείνος θα τον κοίταζε με περηφάνια. Κάθε φορά, κάτι έλειπε. Κάτι δεν είχε υπολογίσει σωστά. Με τόσο «σωστό» μέσα του και πάλι να μην μπορεί να φτάσει το «κατάλληλο», το «αποδεκτό».

Ο μικρός γύρισε μια μέρα απροειδοποίητα, όπως είχε φύγει. Δεν του παραπονέθηκε κανείς. Όλοι τον αγκάλιασαν με θέρμη. «Μας έλειψες», του είπαν. Τι είχε λείψει, λοιπόν; Το «λάθος». Αυτό που γίνεται αλλιώς Όταν επέστρεψε, το «λάθος» κατέλαβε και την πιο μικρή γωνιά της ζωής τους, σαν αέρας που ανοίγει με δύναμη ένα παράθυρο και εισβάλλει και στο πιο απόμερο σημείο. Τρύπωσε ακόμα και στα μάτια του πατέρα του και καθώς τον έβλεπε πώς κοίταζε τον μικρό κατάλαβε πως το «κατάλληλο» είχε επιτευχθεί.

Το ίδιο βράδυ, έφυγε ξαφνικά. Δούλεψε σκληρά. Μόνος. Όλα από την αρχή. Ανακάλυψε το «κατάλληλο» σχέδιο. Εφάρμοσε τα πλάνα του που πέτυχαν. Έβγαλε χρήμα με ουρά μα με τους δικούς του ξέκοψε οριστικά. Ούτε κουβέντα. (περισσότερα…)

Το Κλήμα Λάζαρος

*

Το διήγημα «Το Κλήμα Λάζαρος» του Δ. Ε. Σολδάτου παρουσιάζεται θεατροποιημένο αυτό το Σάββατο 12.4.2025 –ανήμερα του Λαζάρου– από τον ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο (κιθάρα, μαντολίνο, τραγούδι: Αρετή Κοκκίνου) στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ώρα έναρξης 19:15.

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Μόνο εκεί που υπάρχουν τάφοι υπάρχει ανάσταση.
FRIEDRICH NIETZSCHE

Δίπλ’ απ’ το πατρικό μου στο χωριό –εκεί που τώρα βρίσκεται το Silenus Bill’s Bar– υπήρχε παλιά ένα ελαιοτριβείο. Η ευωδιά του φρεσκοστυμμένου λαδιού φλόμωνε τα ρουθούνια μας. Απ’ τ’ άγρια χαράματα βοούσε το μελισσομάνι των λιτρουβιαραίων. Βογκούσαν τα τρακτέρ στην ανηφόρα, φορτωμένα σακιά τίγκα στον ελαιόκαρπο. Βουνό το λιοκόκκι. Άχνιζαν τα τσόλια στον φράχτη σαν γδαρμένα τομάρια. Κι εμείς –λιμασμένα παιδιά της γειτονιάς– κλωθογυρίζαμε εκεί γύρω, ώσπου κάποιος γνωστός να μας φωνάξει να ιδούμε τις μυλόπετρες που αλέθουν και να μας τρατάρει μια πρωμάδα: ψωμί πυρωμένο στην φωτιά, αλειμμένο με ζεστό φρέσκο λάδι. «Όταν μεγαλώσω», έλεγα, «θα γίνω λιτρουβιάρης! Θα πίνω ούζο 12 και θα καπνίζω άφιλτρα τσιγάρα Καρέλια».

Πριν προλάβω να μεγαλώσω, το λιτρουβιό έκλεισε. Το παραπάνω χωριό από το δικό μας ερήμωσε. Κι έτσι, το Δημοτικό Σχολείο μεταφέρθηκε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο, που το μισό διαμορφώθηκε σε διδακτικό χώρο και το άλλο μισό παρέμεινε κλειδωμένο, με σκουριασμένα καζάνια κι αραχνιασμένες μυλόπετρες. Καμιά φορά, κατά την διάρκεια του μαθήματος, ακούγαμε το «κριτς-κριτς» των ποντικών από δίπλα.

Κάποτε και το δικό μας χωριό άδειασε. Ο κόσμος πήγαινε στις μεγάλες πόλεις να βρει δουλειά. Το σχολείο έκλεισε. Μετακόμισε στον παρακάτω οικισμό. Και το παλαιό ελαιοτριβείο του Καμαρίλα νοικιάστηκε σε μια εξηντάχρονη Εγγλέζα μετρίου αναστήματος, με βαμμένο ξανθό μαλλί και αέρα φλεγματικής λαίδης. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν. Μόνον πως την έλεγαν Τζόυ, που στην γλώσσα της θα πει Χαρά, μα οι χωριάτες το εκλάμβαναν ως Ζωή. Αμάξι δεν είχε. Έρχονταν και την έπαιρναν οι φίλοι της με τα δικά τους αυτοκίνητα και τα χαράματα την ξανάφερναν.

Ήταν γλεντζού!

Κυκλοφόρησαν πολλές φήμες για λόγου της, πως έτρεχε το χρήμα απ’ τα μπατζάκια της, πως είχε ιδιωτικό νησί στην πατρίδα της, αλλά βαρέθηκε την ζωή που έκανε και διάλεξε το μέρος μας για να περάσει τα τελευταία της χρόνια, αφήνοντας πίσω τις πολυτέλειες και τις ομίχλες της Αγγλίας και κάνοντας μια καινούργια αρχή κάτω απ’ τον λαμπρό ήλιο της Ελλάδας.

Με τον καιρό η Τζόυ άρχισε ν’ αλλάζει…

Οι φίλοι της αραίωσαν. Αν ήθελε κάπου να πάει, έπαιρνε ταξί ή πήγαινε με τα πόδια. (περισσότερα…)

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)

Πένθος λογοτέχνου


*

Αλήθεια σου το λέω· ταράχτηκα πολύ με τον χαμό του Γ. Είμ’ όλη μέρα στα τηλέφωνα. Μίλησα μόλις με τον Κ. Πριν απ’ αυτόν με είχε πάρει η Ν. Μας έχει όλους συγκλονίσει. Δεν θ’ αργήσουμε να βάλουμε μπρος ένα αφιέρωμα στην ποίηση του. Καλά, δεν είναι καιρός ακόμη. Απ’ τη βδομάδα που ’ρχεται τα σχέδια. Είναι το μούδιασμα που αφήνει το φευγιό, κατάλαβες; Θα μιλήσουμε και με τη Ζ, τον Β, τη Δ. Το επόμενο τεύχος πρέπει να του αφιερωθεί, έχουμε δρόμο να καλύψουμε στην ύλη. Εγώ; Θα αναλάβω μια σύντομη μελέτη. Στην πρώιμη φάση της ποίησής του θα εστιάσω. Μα για την ώρα σιωπή. Είναι το κενό που μας κοιτάζει μες στα μάτια, η απώλεια που βαραίνει στον ώμο μας. Η γλώσσα που φτωχαίνει.

Δεν ξεχνώ την πρώτη μας γνωριμία. Ήμουνα νέος – τι νέος, σχεδόν παιδί. Η συλλογή δεν είχε ακόμα δείξει. Κάνα δυο ποιήματα είχανε όλα κι όλα ακουστεί, τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι είχα στείλει στο Π. μού το ’χαν απορρίψει (σε προσωπική μας συνομιλία αργότερα, ο Δ μου ζήτησε συγγνώμη και γι’ αυτό). Ίσα που είχα πάρει το πτυχίο μου και έπιανα το μεταπτυχιακό σε τόπο άλλον. Κρύο, σκοτεινιά, αμφιβολίες. Δύσκολες μέρες άπλωναν μπροστά. Και έπειτα, σ’ εκείνη την παρουσίαση που μιλούσε, πώς με κοίταξε με βλέμμα όλο ζωηράδα σαν πήγα και του ’σφιξα το χέρι, και πώς μου δήλωσε σιβυλλικά: «Τα ποιήματά σας αξίζουν προσοχής… και κάτι περισσότερο…». Εκείνο εκεί το «περισσότερο», εκείνο το «κάτι παραπάνω» μού έτρωγε την ψυχή… Σαν τι να εννοούσε; Το μάτι του σπινθήριζε – γαλάζια φλόγα που ’καιγε τους μέσα μου δισταγμούς. Πλημμύρησα ευχαρίστηση απέραντη. Λες κι είχα κάπου φτάσει· στο χ, το ψ σκαλί της σκάλας. Σίγουρα κάπου πέρα από το πρώτο κείνο που ’μουνα. Τα είχα καταφέρει –μα ταπεινά έσκυψα το κεφάλι. Γνώριζα πως δεν αρκεί. (περισσότερα…)

Άταφες μνήμες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Λοιπόν, αγαπητέ μου, δε γνωριζόμαστε. Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Φάνης. Το επίθετο; Δεν έχει σημασία. Χειραψία; Βλέπω διστάζετε να μου δώσετε το χέρι σας. Δεν πειράζει, καταλαβαίνω. Σε όλους μας έχουν μείνει κατάλοιπα από την εποχή του κόβιντ. Βαθιές πληγές, δεν είναι εύκολο να κλείσουν. Μην ανησυχείτε, δεν θα επεκταθώ. Άλλωστε τώρα πια ξέρουμε αρκετά.

Κάθε εποχή, αγαπητέ μου, έχει τις πληγές της. Η Ρόδος μετρά τις δικές της. Και δεν είναι μόνον οι πλημμύρες. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς κάποιο δράμα, μικρό ή μεγάλο. Πήγα να πω τα πάθη μου και βρήκα άλλα τόσα – έτσι έλεγε η μάνα μου. Τα δικά μου βάσανα δεν είναι σοβαρότερα από άλλων. Προβλήματα υγείας δεν έχω, οικονομικά τα φέρνω βόλτα, έστω και δύσκολα. Οπότε μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ζητήσω κάτι. Μόνο, αν θέλεις, μπορείς να ακούσεις τις φλυαρίες μου, ή έστω να προσποιηθείς, μου αρκεί. Άλλωστε κι εγώ πολύ συχνά προσποιούμαι. Όλοι υποκρινόμαστε. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η φυσική μας κατάσταση.

Τρεις μέρες τώρα είμαι κλεισμένος στο δωμάτιο. Νοιώθω ξεχασμένος – από ποιους; Προδομένος – υπερβολές. Χρόνια τώρα η ίδια πίκρα: επίμονη, ακαθόριστη. Το δωμάτιο: ίδιο κι αυτό με κείνο των παιδικών μου χρόνων, ασφυκτικό, με σημάδια υγρασίας ψηλά στους τοίχους. Τι κάνω εδώ μέσα; Συντηρώ την ύπαρξή μου με αναμνήσεις, ερμηνείες, διαβάσματα, γραψίματα – ελάχιστη παρηγοριά. Κάθε τόσο κάποια άσχετη κλήση – υπενθύμιση της μοναξιάς μου. Άσκοπο ξόδεμα ζωής; Ίσως. Όλες οι πράξεις είναι αυθαίρετες και μάταιες. Κάνουμε το ένα ή το άλλο από ανάγκη, συνήθεια ή προκατάληψη. Τι σημαίνει χρήσιμη ή άχρηστη ζωή; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως το να υπάρχεις είναι μια ανεξήγητη εμπειρία. Και σύντομη: μια αστραπή, ένα πυροτέχνημα.

Έξω βρέχει ακόμα. Η ίδια ιστορία ξανά. Δυο μέρες βροχής και να το αποτέλεσμα. Καταστροφή και διάλυση. Δρόμοι πνιγμένοι στη λάσπη. Αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο ανακατωμένα με καλάμια και σκουπίδια. Εκατοντάδες σπίτια και μαγαζιά πλημμυρισμένα. Μια γέφυρα συντρίμμια. Οδοστρώματα κομματιασμένα από την ορμή του νερού. Μια λαμπερή βιτρίνα και ένα θλιβερό παρασκήνιο. Και η αιτία; Η απληστία, αγαπητέ μου, κυρίως η απληστία. Ρέματα, χωράφια, λόφοι, βουνά, παραλίες – δεν άφησαν σπιθαμή άχτιστη, παντού βίλες και ξενοδοχεία. Όσο για τις υποδομές – πενήντα χρόνια ανάπτυξης και το νησί παραμένει τριτοκοσμικό. Τι είπατε; Υπερβάλλω; Ε τότε δεν έχουμε παρά να πάμε μαζί μια βόλτα στους δρόμους της πόλης. Δεν ξέρω  για σας αλλά εμένα με πιάνει η ψυχή μου με όσα βλέπω. Δρόμοι σακατεμένοι, με χιλιάδες λακκούβες, πληγωμένοι και χαρακωμένοι σαν σώματα που υποφέρουν και ζητούν βοήθεια. Όσο για τα πεζοδρόμια – ελάχιστα είναι της προκοπής, τα περισσότερα είναι διαλυμένα, ταπεινωμένα και βρώμικα.   (περισσότερα…)

Σταυριδάκι ή ζωάκι;

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι αληθινοί παράδεισοι είναι εκείνοι που έχουμε χάσει.
MΑRCEL PROUST

Ανεβαίνοντας την ανηφόρα του Αγίου Χριστοφόρου, απ’ την αριστερή πλευρά, και προσπερνώντας τα γκλουβισάνικα αχούρια του Πρίκωλου και του Βιτσέλια, έβλεπες μπρος σου το καφενείο του μπαρμπα-Νίκου.

Το θηλυκό κυπαρίσσι –με τ’ απλωμένα κλαριά– στην αυλή βούιζε απ’ τα τσιροπούλια τον χειμώνα κι απ’ τα τζιτζίκια το καλοκαίρι. Καρφωμένη στον κορμό του –σαν την επιγραφή στον σταυρό του Χριστού– η πινακίδα της στάσης του ΚΤΕΛ.

Λίγα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες με ψάθινα καθίσματα περίμεναν τον Νάσο, τον Μήτσο, τον Δρόση, τον Χρήστο, τον Σπύρο, τον Λάμπρο, τον Οδυσσέα και τον Χαρίλαο να ξεκινήσουν την παράσταση: ν’ αλληλοτσακωθούν, ν’ αλληλοσκοτωθούν, ν’ αλληλοκεραστούν· να ορίσουν την ώρα που ο νεριάρης θ’ ανοίξει την βάνα στο δικό τους αυλάκι για να ποτίσουν· ν’ ανακατώσουν τα τραπουλόχαρτα, να βροντοχτυπήσουν τα πούλια στα τάβλια, να χύσουν στα ποτήρια τα ξίδια, να φλακιάσουν τις τσιγάρες τους και να πουν παλαιές ιστορίες με μισόκλειστα μάτια, για σπορές και γεννήματα, για προξενιά και παντρολογήματα, για κυνήγια και ψαρέματα.

Κατόπιν έρχονταν απ’ τ’ αχούρια τους οι Γκλουβισάνοι. Στα φτωχοκάλυβα τούτα οι αγρότες της Εγκλουβής –του ορεινού χωριού που βρίσκεται πίσω απ’ την Ελάτη– έμεναν προσωρινά, ώσπου να μαζέψουν τις ελιές τους. Κατέβαιναν απ’ το βουνό με κάτι πανύψηλα μουλάρια, που δάγκωναν αγριεμένα τα χαλινάρια τους.

Η πρώτη γυναίκα του παππούλη μου, η Κυριακή, ήταν απ’ την Εγκλουβή – Πατράλαινα. Ο θρύλος θέλει για κάποια πρόγονό της –την προ-προβαβά μου την Βαγγελιώ– να σκοτώνεται με δόλο από τ’ αδέρφια της ο Αργύρης ο ντελμαντζής, επειδή της είπε «τι άσπρο ποδάρι πόχεις, ωρή Βαγγελιώ». Για το Κοντρί του Αργύρη –που δεν είναι αυτό που δείχνουνε στο Δημοσάρι–  κάνει λόγο ο Βαλαωρίτης στο «Ξεριζωμένο δέντρο»:

Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζεις άλλους,
εμέ μ’ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ’ εστοίχειωσε το αίμα του, κ’ είμαι θεμελιωμένο,
για να φωνάζω ανάθεμα σ’ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ’ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ’ Αργύρη ο τάφος…

Όλα αυτά –και άλλα πολλά– συζητιόντανε στα καφενεία τότενες, λες και γινήκανε μόλις χτες και δεν συμβήκανε πριν κάτι αιώνες. Εκεί μάθαινες όλους τους αγίους –απ’ τα βλαστήμια– κι όλη την Πατριδογνωσία που δεν διδάσκονταν στο σχολείο. Εκεί βλέπαμε, καμιά φορά, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και την Μάχη, με τον λοχία Σώντερς, πριν καταφθάσουν οι μεγάλοι. Η τηλεόραση του μπαρμπα-Νίκου ήταν η καλή νεράιδα με τ’ ασπρόμαυρα παραμύθια. (περισσότερα…)

Το Σημάδι του Λαζάρου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 

20 Οκτωβρίου 2024

Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη διάβασα την παρακάτω είδηση:

ΗΠΑ: Άνδρας εγκεφαλικά νεκρός ξύπνησε την ώρα που οι γιατροί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Ένα απίστευτο περιστατικό σημειώθηκε σε νοσοκομείο του Κεντάκι, όπου ένας 36χρονος άνδρας που είχε υποστεί ανακοπή και, σύμφωνα με τους γιατρούς, ήταν εγκεφαλικά νεκρός, ξύπνησε την ώρα που οι χειρουργοί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Η οικογένειά του Άντονι Τόμας «TJ» Χούβερ δήλωσε σε τοπικά ΜΜΕ ότι η περίπτωσή του εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία για τη δωρεά οργάνων επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπός τους βίωσε έναν αληθινό εφιάλτη. Ενώ ήταν νεκρός, σύμφωνα πάντα με το ιατρικό πρωτόκολλο, ξαφνικά, την ώρα που η ομάδα των χειρουργών του αφαιρούσαν τα όργανα, αναστήθηκε…

 

Πριν από τριάντα χρόνια

Η κηδεία του θείου μου του Λάζαρου θα ήταν μια τυπική κηδεία ενός ηλικιωμένου ανθρώπου αν δεν είχαν συμβεί εκείνα τα περίεργα σκηνικά κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών και οι εικόνες που αντίκρισα χαράχτηκαν πολύ βαθιά στη μνήμη μου.

Σαν άνθρωπος ο θείος Λάζαρος ήταν μονόχνωτος, αγενής και σκληρός με τους άλλους. Το μούτρο του ήταν μονίμως συνοφρυωμένο – και καλημέρα να του έλεγες μπορεί και να σε έβριζε. Είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του στα χωράφια, με τις καλλιέργειες και τα ζώα του. Η μπόχα που άφηνε στο πέρασμά του ήταν ανυπόφορη. Για αρκετά χρόνια πριν πεθάνει ζούσε σε μια παράγκα στο χωράφι του. Ακούστηκε πως τον είχε διώξει η θεία μου η Καλλιόπη. Κατά καιρούς ακούγονταν διάφορα. Υπήρχαν και φήμες που δεν ήθελα να τις πιστέψω  – το σενάριο να παρέσερνε ο θείος παιδιά στο κτήμα του και να ασελγούσε πάνω τους μου φαινόταν αδιανόητο. Τον βρήκαν πεθαμένο στην παράγκα και κάποιοι είπαν ότι τον σκότωσαν για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά εγκλήματά του. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο θείος, ανάμεσα στ’ άλλα, ήταν τρομερά φιλάργυρος. Στην παράγκα, μέσα σε κουβάδες καλυμμένους με κοπριά βρήκαν σακούλες με πολλά εκατομμύρια δραχμές, τυλιγμένα σαν καρούλια, τα περισσότερα κατεστραμμένα από την υγρασία και τη μούχλα. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε. Δεν βρέθηκαν σημάδια που να δείχνουν δολοφονία. Με βάση το πιστοποιητικό θανάτου ο θείος είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια στα εβδομήντα του – «ανακοπή καρδιάς» έμαθα από τη θεία μου ότι έγραφε το επίσημο έγγραφο. (περισσότερα…)

H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες. (περισσότερα…)