σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Το δοκάρι με τα κίτρινα γράμματα

*

Βγαίναμε σαν καλαμιές. Φώναζε ο ένας τον άλλον και τρέχαμε στη μέση. Πεταγόταν από καμιά στροφή κάποιος τρίτος. Σε δέκα λεπτά ήμασταν τσούρμο. Κυνηγιόμασταν μέχρι να μας κοπεί η ανάσα.

Μέναμε στην τελευταία οικοδομή στο αδιέξοδο. Μπροστά είχε χωματόδρομο και ένα στενόμακρο μονοπάτι που τον χειμώνα ήταν μόνιμα λασπωμένο. Σέρνονταν σαν φίδι στις σκοτεινές βατσινιές και έβγαζε στην άλλη μεριά χωρίς τον κύκλο του τετραγώνου. Εκεί είχαμε το παλιόσπιτο για κάστρο. Μπαίναμε από την ετοιμόρροπη σκάλα στο αποθηκάκι και σκάβαμε ώς τα θεμέλια γιατί εκεί είχαν τις λίρες οι Γερμανοί. Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε ο Φάνης.

Πίσω απ’ τις βατσινιές είχε ένα παλιό ισόγειο αρχοντικό. Όταν γέμισαν φαμίλιες οι καινούριες οικοδομές, του πήραμε τον ακάλυπτο για αλάνα. Είχε μια παλιά συκιά και σκαρφαλώναμε πάνω της για ενέδρα. Του χαλάσαμε την ησυχία και μια μέρα μας έφραξε έξω. Πάει η αλάνα. Από εκεί και μετά ήταν σαν τον κακό στα καουμπόικα. Τα παιδιά είναι σκληρά μα όχι άδικα.

Στην άλλη άκρη ήταν το σχολείο. Πηδούσαμε τη μάντρα για μπάλα στο τσιμέντο. Ξυπνούσαμε τους γείτονες τα μεσημέρια. Σπάγαμε τα τζάμια με αδέσποτες και ματώναμε τα γόνατά μας.

Δεν είχε κίνηση ούτε αμάξια. Στήναμε ολυμπιακούς ή παγκόσμιο στίβου – και μαζεύονταν τα παιδιά από τις γύρω γειτονιές.

Γράφαμε διαδρομές στο χώμα με τουβλόσκονη απ’ το παλιόσπιτο και όταν ήρθε η άσφαλτος, με κιμωλίες που κλέβαμε απ’ τον πίνακα. Εκκίνηση ήταν η διασταύρωση και τέρμα το σπίτι μου. Δεν είχαμε νήμα. Τσαλακώναμε τον φράχτη του κακού. Εκείνος, βαρύς όπως ήταν, έβγαινε ξεφυσώντας με τη φανέλα του και μας πετροβολούσε. (περισσότερα…)

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Κοιτάζω πίσω στο παρελθόν. Ένα γκρίζο τοπίο η μνήμη. Ομίχλη παντού, λίγα τα ξέφωτα. Μέρη, πρόσωπα, πράγματα – ξεθώριασαν όλα. Άνθρωποι και σχέσεις: σκιές που πέρασαν και χάθηκαν. Η νιότη μου σφραγίστηκε από θανάτους αγαπημένων. Ακόμα και τώρα η απουσία τους μοιάζει με ψέμα. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι δεν έχουν πεθάνει, ότι θα ανοίξω κάποια πόρτα και θα τους δω να στέκονται μπροστά μου, χαμογελαστοί, με τα χέρια απλωμένα για αγκαλιές και φιλιά. Θυμάμαι και κάποιους που είναι ακόμα ζωντανοί. Με πίκρα διαπιστώνω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς επικοινωνία, χωρίς συναντήσεις. Γίναμε κι εμείς σαν εκείνους που κάποτε κοροϊδεύαμε, όλους εκείνους που αφήνουν μικρότητες, παρεξηγήσεις και συμφέροντα να διαγράψουν το κοινό παρελθόν τους.

Με τον αδελφό μου ήμασταν δυο ξένοι, χωρίς κανένα σημείο επαφής – δέκα χρόνια είχαμε να μιλήσουμε. Δεν ξέρω τι είχε φταίξει. Πήραμε διαφορετικούς δρόμους, ξεχάσαμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου – λες και δεν υπήρξαν όλα όσα είχαμε ζήσει, όλες οι κοινές λύπες και οι ταλαιπωρίες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Μέσα στην ομίχλη της μνήμης μου κάποιες στιγμές θυμόμουν την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί.

Ήταν στο δεύτερο μνημόσυνο της μάνας. Βρεθήκαμε στο νεκροταφείο και η κουβέντα πήγε σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Διαφωνήσαμε έντονα, δεν θυμάμαι για τι ακριβώς. Γύρω μας οι τάφοι ψιθύριζαν, η αλήθεια έγνεφε, κι εμείς πιάσαμε να μιλάμε για τις πιο μάταιες ανθρώπινες υποθέσεις. Στο τέλος τον άκουσα να λέει με ασυγχώρητη σοβαρότητα «είσαι άχρηστος!». Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.

Ένα βράδυ –δέκα χρόνια μετά– μου τηλεφώνησε. Νόμιζα πως είχε πάρει κατά λάθος. Τελικά ήθελε να βρεθούμε για να μιλήσουμε για το πατρικό μας σπίτι. Καθόταν και ρήμαζε τόσα χρόνια, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. Ο αδελφός μου ήθελε να το πουλήσουμε και έπρεπε να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες. (περισσότερα…)

Οι Ευανάγνωστες

*

Στίγμα: 40.64183, 22.92475 ∞ 22112009

Προορισμός: Ιθάκη

Όχημα: «e-tExNi» [επιτελούν ως ζωή]

Επιβάτες: Εκκολαπτόμενοι των κοχυλιών, κάτοικοι των μικρογραφικών στιγμών, άγνωστα, ονειροπόλα, και άλλα, άνευ λόγου, εφήμερα, συμπιεσμένα όντα που αναζητούν μια μεγαλοπρεπή έξοδο, ένα τσούρμο στοιχισμένο σε μια περιπατητική κοσμογραμμή στην πυρίκαυστη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Η μέθεξη αναμένεται να συμπεριλάβει παλιά κτίρια, ετοιμόρροπα ή αναστηλωμένα, το συμβολικό σώμα μιας γυναίκας, έναν διερχόμενο διαβάτη, αφηγούμενους και αφηγημένους, εσένα αναγνώστη.

Η περιπλάνηση ξεκινά σ’ ένα κλειστό κοντέινερ στο παλιό λιμάνι, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή για Svilengrad. Η γυναίκα τυλιγμένη με μοβ οργάντζα, απαγγέλει ψιθύρους, χτυπά το σώμα της ως κρουστό, ταπ-ταα-ταπ-ταπ-… Το πλήθος ασφυκτιά. Από κάπου μακριά ή κάπου κοντά, ακούγεται το Memoryhouse του Max Richter, ένα βιολί, ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό, δεν έχει σημασία. Αυτή θεά, ή καραβάνι που κινά και δεν ξέρουμε, θα φτάσουμε άραγε; Με μια χορευτική κίνηση σπρώχνει το πλευρικό άνοιγμα και τρέχει προς τα έξω. Μας γνέφει να την ακολουθήσουμε. Η τυχαιότητα αναγνώσιμη και ομοδιηγητική στα χέρια της ή στα χέρια ενός παντογνώστη σκηνοθέτη που μας περιγελά. Διάχυτη στον νυχτερινό ουρανό, μια μυρωδιά από υδρόθειο.

Στάση πρώτη. Στη συμβολή των οδών Πολυτεχνείου και Δωδεκανήσου. Το φανάρι ανάβει. Σβήνει. Ανάβει. Η γυναίκα, ένα βιολετί νησί στη μέση της ασφάλτου, μας υποδέχεται με κέρασμα λικέρ και γλυκό νεραντζάκι. Δύσκολο ν’ αντισταθείς σε τέτοια ομορφιά, παρά τον κίνδυνο. Αχ, σας περίμενα. Είμαι τόσο μόνη εδώ. Παρακαλώ, περάστε. Πάρτε κάτι. Είμαι τόσο μόνη. Περιεργαζόμαστε το ιερογλυφικό της σώμα και το προσπερνάμε, όπως έχουμε συνηθίσει να κάνουμε κάθε μέρα, αν και με μια μικρή συστολή – αυτό είναι που περιμένει από μας ο σκηνοθέτης; (περισσότερα…)

Τὸ σπίτι ποὺ ἔγερνε

*

Ὁ Μηνὰς ἔκοβε τελετουργικὰ τὸν παστουρμὰ μὲ τὴ φαλτσέτα, ὅπως ὁ χειρουργὸς τὸν κακοήθη ἰστό – ἀργὰ, ὑπομονετικὰ, σχεδὸν μὲ στοργή. Κάθε φέτα, λεπτὴ σὰ τσιγαρόχαρτο, ἄφηνε καὶ λίγο τσιμένι στὴν ἀκρούλα γιὰ τὴ μυρωδιά, ἀκουμποῦσε ἐπάνω της ἕνα κομμάτι καυτερὸ λάχανο τοῦρσὶ ἢ καμιὰ πιπεριὰ ξιδάτη. Τύλιγε καὶ φτιαχνε ἕναν μεζὲ στωικό, ὅπως ἔφτιαχνε τὴ ζωή του: ἀργὰ, λιτά, ἀλμυρά.

Στὸ τραπέζι εἶχε φρυγανιές, λίγες τσακιστὲς ξιδάτες ἐλιές, σκορδαλιὰ σπιτικὴ φτιαγμένη ἀπὸ τὴ Φεβρωνία του – γυναῖκα σεμνή, καπνεργάτρια, μὲ βλέμμα ἄγρυπνο καὶ χέρια γεμᾶτα πλὴγὲς ἀπὸ τὰ καπνὰ καὶ μιὰ ζωὴ μόχθου.

Τὸ σπίτι τους, φτωχικό, ξύλινο, ἀσάλευτο στὴν πρόθεση, ἀλλὰ ἐλαφρῶς ἔκπτωτο στὴν κατασκευή. Τό ’χε φτιάξει ὁ Μηνᾶς μὲ τὰ χέρια του, τὰ ξαδέρφια του καὶ τὸν πατέρα του, ὅλοι μαραγκοί, ὅλοι ἀπόγονοι ξεριζωμένων ἀπὸ Σμύρνη. Μὰ τὰ θεμέλια, ὅπως καὶ τὰ θεμέλια τῆς ζωῆς τους, δὲ στάθηκαν ὀλόρθια γιὰ πολύ. Μετὰ ἀπὸ φεγγάρια μερικῶν χρόνων, ὁ δεύτερος ὄροφος ἔγερνε ἐλαφρῶς στὰ δεξιά. Ἡ Φεβρωνία ἔλεγε ὅτι ἔφταιγε ποὺ δὲ σφάξανε κοκόρι. Τὴν πίστευες μόνο ὅταν ἔμπαινες στὸ σαλόνι. Τότε, ἔνιωθες πὼς ἂν κατρακύλαγες, θὰ ἔφευγες ὡς καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρο, μία κι ἔξω, στὴν πρώτη σου ἔξοδο γιὰ ἀνυπαρξία.

Μα ὁ Μηνᾶς δὲν χαλιόταν. Τὸ τραπέζι ἦταν πάντα στὸ κέντρο, ὅπως καὶ ἡ καρδιά του. Ἦταν Κυριακή. Ἡμέρα χαρᾶς. Ξεκούρασης. Οἰκογένειας. Οἱ δυὸ ἀνιψιοὶ του, ὁ Γιωργὴς καὶ ὁ Χρηστάκος, μόλις ἦρθαν ἐκατσαν κοντά του. Παιδιὰ τῆς Δέσποινας, ἀδερφῆς του, μαραγκόπαιδα στὴν ἐκπαίδευση. Περνούσαν καρφιά ἀπὸ τη μία παλάμη, χαντζαροπρίονα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μα δὲν παραπονιόνταν· μονάχα χαμογελοῦσαν. Τὰ δυὸ δικά του, μικρότερα, ὁ Χάρης καὶ ὁ Ἀνέστης, ἦταν διαβολάκια. Ἕτρεχαν, φώναζαν, ἔπαιζαν μὲ ποντικοπαγίδες ποὺ ἔφτιαχνε ὁ Μηνᾶς γιὰ πλάκα, καὶ ἂν πιανόταν κανένα ποντίκι, ἔπαιζαν βασανιστήρια. Τοῦ κάρφωναν, τοῦ ἄμοιρου, ξυλάκια στὰ μάτια, στὰ αὐτιὰ, στὸ μυαλό καὶ γέλαγαν. Παράξενα χρόνια, τὰ παιδιὰ γελοῦσαν μὲ τὸν θάνατο καὶ οἱ μεγάλοι τὰ καμάρωναν. (περισσότερα…)

Κάποτε στην Αίγινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Υπάρχουν ζευγάρια
όπου ο ένας από τους δύο,
τουλάχιστον, περισσεύει.
GRÉGOIRE LACROIX

Με το άλλο ζευγάρι γνωριστήκαμε στο κατάστρωμα του καραβιού για την Αίγινα. Ο Νίκος και η Ηρώ, εγώ και η Ολυμπία.

Την Ολυμπία την γνώρισα στο Θέατρο Βράχων, σε μια συναυλία της Αλεξίου. Αυτή καθόνταν δίπλα μου και δίπλα της καθόνταν η φίλη της. Εγώ την φίλη της ήθελα να γνωρίσω κι έπιασα κουβέντα μαζί της. Μα η άλλη ήταν απόμακρη και ψυχρή –όπως ακριβώς μου άρεσε– και δεν μου έδινε σημασία. Παλιό βάσανο κι αυτό, να μην μου δίνει σημασία αυτή που μου άρεσε. Λες και γι’ αυτό δεν μου έδινε σημασία: επειδή μου άρεσε! Ή γι’ αυτό μου άρεσε, επειδή δεν μου έδινε σημασία;

Όταν τέλειωσε η συναυλία, με πήγε σπίτι μου η Ολυμπία με την μηχανή της. Μια άγρια μηχανή εντούρο που μου έκοψε τα ήπατα. Εγώ δεν είχα βάλει ρόδα στο χέρι ακόμα. Κυκλοφορούσα με λεωφορεία και τρόλεϊ. Η φίλη της έφυγε με ταξί – φοβόντανε τα μηχανάκια.

Την Παρασκευή βγήκα με την Ολυμπία, έχοντας κρυφή ελπίδα πως θα έφερνε μαζί και την φίλη της. Τζίφος! Ήρθε με την θηριώδη μηχανή της, με φόρτωσε σαν τσουβάλι και με γύριζε πέρα-δώθε στην Αθήνα.

Καταλήξαμε σ’ ένα ουζάδικο στον Πειραιά. Τζατζίκια και τυροκαυτερές, ξινομυζήθρες και ρεβιθοκεφτέδες, γαρίδες και μυδοπίλαφα. Γέμιζαν τα ποτήρια κι άδειαζαν. Άφριζαν οι μπύρες, τσιτσίριζαν οι σόδες, χοχλάκιζαν τ’ ανθρακούχα. Ο λογαριασμός διαρκώς μεγάλωνε κι η Ολυμπία δώσ’ του και παράγγελνε. Μπουκιά δεν κατέβαζε αν το τραπέζι δεν γέμιζε, έστω κι αν τσιμπολόγαγε σαν σπουργίτι. Μωρέ, ας ήταν και η φίλη της μαζί και θ’ άνοιγα και σαμπάνια!

Όλο «γεια μας» και «γεια μας» και πονηρά γελάκια ήταν, η θεόμουρλη!

Καταλάβαινα μια χαρά πού το πήγαινε, αλλά εμένα με χάλαγε τόση σπατάλη. Κι όλη αυτή η αλητεία σε γυναίκα δεν μ’ άρεσε. Ήταν σκούρο και το δέρμα της, τραχιά και η φωνή της και πετάγονταν οι φλέβες του λαιμού όταν μίλαγε κι ανεβοκατέβαινε το καρύδι του Αδάμ σαν αντλία. Ομορφοπλασμένη κατά τ’ άλλα, «πηδήσιμη» στην καθομιλουμένη, αλλά… δεν μ’ άρεσε! (περισσότερα…)

Η «Φόνισσα»

*

Ο ήχος της σφαίρας, που χανόταν στο κενό, αντήχησε σαν ουρλιαχτό λύκου. Ο Αλέξανδρος Καζαντζίδης, ετών 48, ιδιωτικός υπάλληλος, οικογενειάρχης με δυο παιδιά και εξοχικό στην όμορφη Θάσο, έσφιγγε με τρεμάμενα δάχτυλα, το αγαπημένο του πλαγιόκαννο δίκαννο, μάρκας Fabarm, 12 cal. διαμετρήματος, στολισμένο με σκαλιστό ξύλο καρυδιάς στο κοντάκι και μια γυαλιστερή ατσάλινη κάννη, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξερνούσε έναν παράξενο άσπρο βαρύ καπνό. Το χακί στρατιωτικό τζάκετ του, κατακίτρινο πια από χρόνια χρήσης, βρωμούσε μούχλα, μπαρούτι και ιδρώτα. Τα πεύκα, πάνω από το κεφάλι του, κουνούσαν νευρικά τα κλαδιά τους σαν χέρια, εξαιτίας της ασύντακτης αποχώρησης των πουλιών που είχαν τρομάξει από τον πυροβολισμό. Ο αέρας μύριζε πυρίτιδα, υγρό χώμα και σάπια φύλλα. Δύο σταγόνες μαύρο αίμα στάλαξαν στις λαστιχένιες μπότες του.

«Λες να πέτυχε τη Φόνισσα;» μουρμούρισε ο Νικόλας, ένας νέος κυνηγός, προς τον αρχηγό της ομάδας των «γουρουνάδων».

«Μπα, με τίποτα, θα ακούγαμε και τη δεύτερη τουφεκιά, το τελείωμα, αν είχε πετύχει η πρώτη».

Οι «γουρουνάδες» ήταν μια ομάδα κυνηγών, αποτελούμενη από 12 με 15 μέλη, που συνήθιζαν να κυνηγούν αγριόχοιρους στα βουνά της Παλιάς Καβάλας και των γύρω περιοχών. Η μέθοδος τους δεν είχε κανένα ιδιαίτερο μυστικό. Οι νεότεροι και πιο άπειροι κυνηγοί, αγκυροβολημένοι στην κορφή του βουνού, έκαναν φασαρία συγχρονισμένα, ώστε να «ξυπνήσουν» τα γουρούνια, η επόμενη ομάδα, πιο έμπειρων, ήταν παραταγμένοι σε προκαθορισμένα στρατηγικά σημεία, ώστε να κατευθύνουν την ορμητική κάθοδο της αγέλης προς ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, και στο τελείωμα, στην πιο τιμητική θέση, ο πιο έμπειρος κυνηγός, περίμενε να έρθει αντιμέτωπος με το πρώτο αγριογούρουνο και να του τερματίσει την τρεχάλα και τη ζωή, με ένα αιφνιδιαστικό καυτό μονόβολο στο μέτωπο. Για τον Αλέξανδρο, σήμερα ήταν η πρώτη του φορά ως ο «τελευταίος» της γραμμής. (περισσότερα…)

Loggia

*

Τα δωμάτια είχαν δυσθεώρητο ύψος — στο σούρουπο, για παράδειγμα, το ταβάνι εξαφανιζόταν. Συχνά ξυπνούσε με ασαφή την αίσθηση του ύψους· τον προσγείωνε μια κουκουβάγια που δεν την είχε ακούσει ποτέ να κράζει, αλλά αιωρούνταν σταθερά από ένα κλαδάκι ιτιάς, που φύτρωνε κάθετα από μια ρωγμή στο κούφωμα του βορινού παραθύρου, ακριβώς πάνω απ’ το κρεββάτι του. Ήταν μια παράξενη κουκουβάγια: η πλάτη της ασημοπράσινη, τα νύχια της κίτρινα. Συνήθιζε να στριφογυρίζει γύρω από το κλαδάκι με τέτοια ταχύτητα, ώστε έμοιαζε με χρυσόμυγα — σαν κι αυτές που έδενε με σπάγκο και τις είχε για κατοικίδια όταν ήταν παιδί.

Ρωγμές υπήρχαν παντού. Κάθε τόσο του έφερναν στον νου τον σεισμό του ’81· κι έπειτα, μια ολόκληρη ακολουθία από μικροσεισμούς που του είχαν τύχει αργότερα, στην ενήλικη ζωή του, λες και η ανάμνηση ήταν ο κύριος σεισμός και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι ως αποτέλεσμα της μνήμης και όχι των τεκτονικών μετατοπίσεων.

Ήταν κάπως άβολο που το κρεβάτι βρισκόταν στη γωνία, δίπλα στην πόρτα του δικηγορικού γραφείου. Πολλές φορές, στον ύπνο του, έμπαιναν πελάτες ή επισκέπτες και του έπιαναν την κουβέντα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το κοριτσάκι που περίμενε να τελειώσει η μητέρα της το ραντεβού με τη δικηγόρο. Είχε θλιμμένα μάτια και κρατούσε την καρδιά της μέσα σε μια δερμάτινη θήκη — έμοιαζε με θήκη στυλογράφου. Επέμενε να βγάλουν μαζί μια σέλφι. (περισσότερα…)

Προστάτης άγγελος

*

Ποιος έχει γλιτώσει κι από πόσα ατυχήματα; Ποιο είναι το στατιστικό όριο του μοιραίου, του ανεπίστρεπτου;

Πρώτη Δημοτικού. Κρατούσε τη δερμάτινη σάκα του, το κοντραπλακέ με τις λέξεις από πλαστελίνη –Λόλα, μήλο;– και πέρασε χωρίς να κοιτάξει τον κεντρικό και μοναδικό σχεδόν τότε, ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Πετάχτηκε έξω η μάνα με το φρενάρισμα, τα γράμματα της πλαστελίνης γράψανε το πεπρωμένο στο οδόστρωμα, σώος ο μαθητής. Μπορεί να συνεχίσει στη Δευτέρα.

Η οδός Παλαιολόγου στο Χαλάνδρι συνδέει τη Φιλοθέη με την Αγία Παρασκευή. Τα αυτοκίνητα  τη δεκαετία του ’70 ακόμα λιγοστά. Ανεβαίνοντας προς το Γυμνάσιο έριχνε η παρέα ό,τι ξύλα πεύκου έβρισκε, κουκουνάρες, στη μέση του δρόμου κι έκανε χάζι με το ζιγκ-ζαγκ των αυτοκινήτων να τ’ αποφύγουν. Είπαμε, μυαλό δεν είχαμε! – και γιατί άλλωστε; Λίγο μετά άρχισε ο κόσμος να ξηλώνει –με λοστούς, ακόμα και με τα χέρια– τις γραμμές του Μουτζούρη που πήγαινε παλιότερα στο Λαύριο, για να μπορεί να περνάει απέναντι. Η λατρεία της ασφάλτου, των ορυκτών καυσίμων και το μένος κατά του Τρικούπη είχε βέβαια ξεκινήσει νωρίτερα. Χάθηκε η εικόνα της μαύρης ατμομηχανής μέσα στους καπνούς· έβγαινε έξω από την πόρτα, μόλις την άκουγε να σφυρίζει και τη χάζευε – κάτι από τον πίνακα του Ουίλλιαμ Τέρνερ, χωρίς την αγγλική βροχή. Μετά ασφαλτοστρώθηκε παράλληλα από τις γραμμές και η οδός Παπανικολή και έγινε άνοδος. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν μετά το ’80 και ο συμμαθητής μας ο Αντώνης έβαζε στοίχημα για να διασχίσει και τα δυό ρεύματα με το ποδήλατο, χωρίς να κοιτάξει. Έπαιρνε φόρα, έδινε μια και πέρναγε. Είχε, φαίνεται προστάτη άγγελο τότε· γιατί αργότερα στον καρκίνο του, εκείνος μάλλον κουράστηκε μαζί του. Δεν είχε την ίδια τύχη η κυρία Ανθή, μητέρα του φίλου μας που προσπάθησε να περάσει την Παπανικολή βάζοντας το κεφάλι κάτω. Έμεινε με ένα χέρι σακατεμένο το υπόλοιπο του περίκλειστου αλλά υπερήφανου βίου της. Από τότε δεν ξαναφάγαμε νεραντζάκι γλυκό. (περισσότερα…)

Στον Θεό που εμπιστεύεσαι

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον Κύριο να εμπιστεύεσαι με όλη σου την καρδιά
και στην δική σου σύνεση να μην στηρίζεσαι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 3:5

Κάποτε στην Αθήνα γνώρισα τον Γκάμπριελ, έναν Αιθίοπα φοιτητή της Ιατρικής. «Όταν τελειώσω», έλεγε, «θα γυρίσω στην χώρα μου να βοηθήσω τους συμπατριώτες μου που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Υπάρχει πολλή δυστυχία εκεί κάτω». Αυτό ήταν τ’ όνειρό του.

Κάναμε συχνά παρέα και μιλούσαμε για πράγματα που μιλιούνται δύσκολα. Κι αν μιληθούν, δεν απαντιούνται εύκολα.

Ήμουν οργισμένο νειάτο, πνεύμα σπινθηροβόλο κι ετοιμοπόλεμο. Ήθελα να γίνω η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του συστήματος. Ήξερα, βέβαια, πως το σύστημα είναι πολυπρόσωπο και πολυδαίδαλο –η μυθική Λερναία Ύδρα: ένα κεφάλι κόβεις, δύο φυτρώνουν στο διηνεκές– κι έχει εκπαιδεύσει τον καθένα μας να το υπηρετεί, όπως φέρνει το σκυλάκι τις παντόφλες στον αφέντη του. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε τον αφέντη που θα μας σκλαβώσει και νομίζουμε την σκλαβιά μας για ελευθερία. Και το χειρότερο; Το γνωρίζουμε αυτό, αλλά δεν πιστεύουμε πως είναι αλήθεια. Γιατί το σύστημα –το λέει και η λέξη– έχει σύστημα, που δουλεύει εμφανώς και υπογείως –με ακρίβεια μηχανισμού ελβετικού ρολογιού– ενώ εμείς είμαστε σκορποχώρι. Κι ο σκοπός του συστήματος είναι ακριβώς αυτός: να παραμείνουμε σκορποχώρι.

Οδηγοί μου τα διαβάσματά μου.

Ξεκίνησα με Καζαντζάκη. Ξετίναξα το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και το «Άκου ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Συνέχισα με «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου, με Μπακούνιν και Μαρξ. Καταβρόχθισα τους Μπρεχτ, Όργουελ, Καστοριάδη, Καμύ. Ξεκοκάλισα «Παλαιά», «Καινή Διαθήκη», «Κοράνι» κι εντρύφησα στην «Θιβετιανή» κι «Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών». Ξεψάχνισα Βούδα και Προσωκρατικούς. Ρούφηξα τα θεολογικά βιβλία του αδερφού μου μέχρι ενός και συναρπάστηκα απ’ τα συγγράμματα του αείμνηστου Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου: «Η ορθόδοξη απολογητική εις την εποχήν μας», «Περί το πρόβλημα του αγαθού και του κακού εκ της απόψεως του όλου», «Η ουσία της θεολογίας», «Είναι η θεολογία επιστήμη;», «Ο μηδενισμός – η γένεσις και η υπέρβασίς του».

Με τέτοια διαβάσματα, έκανα σκόνη τον Γκάμπριελ, ο οποίος προσπαθούσε να με αντιπαλέψει με κάτι βιβλικές περικοπές, σαν ένα κουνούπι που επιχειρεί να καταρρίψει ελικόπτερο.

«Δεν είμαι θρήσκος», του έλεγα «– ακριβώς το αντίθετο! Τριβελίζουν το μυαλό μου υποψίες φριχτές: Αν οι Γραφές λεν αλήθεια, κι ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα, κι αυτοί με την σειρά τους γέννησαν τον Κάιν και τον Άβελ, τότε πώς συνεχίστηκε το ανθρώπινο είδος; Ή τα παιδιά κοιμήθηκαν με την μητέρα τους ή με τις αδερφές τους, που αργότερα θα έκανε ενδεχομένως η Εύα. Άρα, και στις δύο περιπτώσεις, ο κόσμος είναι απόρροια αιμομιξίας, την οποία η εκκλησία… αντιμάχεται!

»Και να ’ταν μόνον αυτό! Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε γιατί έκανε τον Κατακλυσμό του Νώε και κατέστρεψε την ανθρωπότητα; “Γιατί ήταν αμαρτωλή”, θα μου πεις. Ε, και; Μήπως τώρα δεν είναι; Κι αν ο Θεός λογαριάζεται πάνσοφος, όπως λένε, δεν ήξερε τι θα συμβεί; Κι αν το ήξερε, γιατί δεν το εμπόδισε; “Γιατί σέβεται την ελεύθερη βούληση του  ανθρώπου”, θα πεις. Αν την σέβεται, τότε γιατί δεν σεβάστηκε και την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων να αμαρτήσουν και τους έπνιξε σαν γατσούλια στον Κατακλυσμό, όπως τους αφάνισε σαν σκνίπες στα Σόδομα και στο Γόμορρα; (περισσότερα…)

Βρώμικη ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.

Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.

Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.

Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.

Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.

Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών  για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.

Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα». (περισσότερα…)

Οι δύο εκκλησίες

*

Μεταξύ Κορίνθου και Ηραίου, υπάρχει ένα χωριό με το όνομα Σάββας – ή τουλάχιστον έτσι το αποκαλούσαν οι κάτοικοί του. Δεν κατάφερα ποτέ να το ξαναβρώ, αν και είχε σμιλευτεί στη μνήμη μου σαν να το είχα δει χθες. Το χωριό με τις δύο αντικριστές εκκλησίες.

Έκανα τη διαδρομή δεκάδες φορές, κάθε φορά δοκίμαζα νέους τρόπους: πέρασα από τις Αρχαίες Κλεωνές και την περιοχή των Δερβενακίων, οδήγησα γύρω από τις Μυκήνες και το Φίχτι, προσπάθησα να το εντοπίσω ακόμα και μέσω παράλογων παρακάμψεων, όπως διασχίζοντας τη Νεμέα κι ακολουθώντας τον δρόμο παράλληλα του Ινάχου ή περνώντας από το Χιλιομόδι. Εξέτασα την κάθε πιθανή εκδοχή, την κάθε διακλάδωση που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο χωριό κι ανακάλεσα τις παύσεις και τις επιβραδύνσεις της πρώτης μου διαδρομής που με έφεραν τυχαία στο Σάββας. Ωστόσο οι ελπίδες μου συρρικνώνονταν όποτε πλησίαζα στο Ηραίο. Την επομένη, θα ξεκινούσα πάλι από την αρχή.

Φυσικά, κανένας χάρτης της Πελοποννήσου δεν απεικόνιζε το χωριό και σε καμία πινακίδα δεν αναγραφόταν η λέξη Σάββας. Οι κάτοικοι γύρω από την περιοχή όπου είκαζα ότι βρισκόταν το Σάββας δεν είχαν ακούσει ποτέ γι’ αυτό, κι έτσι αναγκάστηκα να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Ήταν χειμώνας όταν το είχα βρει. Παράξενος χειμώνας. Δεν έπεφτε σταγόνα στα βουνά. Στο βάθος, κάπου μακριά, ένα σύννεφο, βαρύ και σκούρο, απλωνόταν απ’ τη μιαν άκρη τ’ ουρανού ως την άλλη. Ένα τελευταίο κιτρινωπό φως έλαμψε κάτω απ’ το σύννεφο κι αισθάνθηκα σαν να μου δινόταν κάποια προειδοποίηση. Εκείνη τη στιγμή, μ’ έπιασε ζαλάδα κι έπιασα το τιμόνι αδύναμα. Έπρεπε να φάω.

Ψηλά, πράσινα βουνά χωρίς τελειωμό και δρόμοι χωρίς εξόδους. Συνέχισα έτσι γι’ αρκετή ώρα, ώσπου πρόσεξα έναν γέροντα να περπατά ξυπόλητος σ’ ένα άνοιγμα στην απέναντι λωρίδα. Φαινόταν κουρασμένος κι ατημέλητος, στην πλάτη φορούσε ένα γαλάζιο σακίδιο έτοιμο να σκάσει κι υποπτευόμουν ότι είχε μέρες να πλυθεί – μια δυσωδία με κατέκλυσε απ’ το παράθυρο. Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και τον χαιρέτησα. Χαμογέλασε και με το χαμόγελο εμφανίστηκαν δόντια τριγωνικά σαν αγκάθια. Κανείς άλλος δε βρισκόταν στον δρόμο, οι καλοκαιρινοί επισκέπτες είχαν φύγει από καιρό και οι περισσότεροι ντόπιοι δεν πήγαιναν για μπάνιο στο Ηραίο μες στη νύχτα. «Είσαι με τα καλά σου;», θα έλεγε η αδελφή μου αν με έβλεπε, «Κλέλια, πότε θα πάρεις τη ζωή σου στα σοβαρά;». Έδειξα το άνοιγμα με το χέρι και ρώτησα αν υπήρχε κάποιο χωριό εκεί. Ο γέρος έγνεψε. «Ευχαριστώ», είπα και συνέχισα. (περισσότερα…)

Ο μαγικός κόσμος των πουλιών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ξύπνησε από τιτιβίσματα πουλιών. Πετάρισε τα μάτια κοιτώντας τριγύρω: στο κουρτινόξυλο, στο κομοδίνο, στο κρεβάτι, πουλιά… Κόκκινα, κίτρινα, μαύρα, γαλάζια, λευκά, σταχτοπράσινα, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, πουλιά… Με μικρές και μεγάλες φτερούγες, με περίεργες ουρές, με παράξενα ράμφη, με αλλόκοτες και μελωδικές φωνές, πουλιά… Άλλα τον κοίταζαν από μακριά, μερικά πλησίασαν κοντύτερα, κάποια κάθισαν στους ώμους του, στο στήθος, στα χέρια, πουλιά…

Έκλεισε τα βλέφαρα και σκέφτηκε:

«Όνειρο, βλέπω όνειρο! Τώρα θ’ ανοίξω τα μάτια και θα έχουν εξαφανιστεί».

Τινάχτηκε, λες και ξύπναγε από εφιάλτη. Ξαναντίκρισε τριγύρω πουλιά, παντού πουλιά…

Ιπτάμενοι εισβολείς απ’ το πουθενά, πτερόεντες επισκέπτες απ’ το ανεξήγητο κοίταζαν με τα στρογγυλά ματάκια τους. Τα κοίταζε κι αυτός.

«Καλημέρα!» ακούστηκε μια βραχνή φωνή δίπλα του.

Τρόμαξε! Του μιλούσε ένας παπαγάλος.

«Άι, στο καλό!» είπε δυνατά.

«Στο καλό!» είπε κι ο παπαγάλος.

«Θα τρελαθώ!» ψέλλισε ο άνθρωπος.

«Μα γιατί;» μίλησε πάλι ο παπαγάλος.

«Τι έκανε λέει; Μιλάς κανονικά; Οι παπαγάλοι επαναλαμβάνουν εκείνα που ακούν, δεν μιλούν σαν άνθρωποι!»

«Μα, δεν μιλώ σαν άνθρωπος, εσύ μιλάς σαν παπαγάλος!»

Ο άνθρωπος έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο. Κατόπιν κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε κάμποσες φορές, λες κι ήθελε να βεβαιωθεί πως το μυαλό του ήταν στην θέση του.

«Καλά, γιατί κάνεις έτσι;» είπε ένας κούκος που κάθονταν στο κομοδίνο.

Ο άνθρωπος γούρλωσε τα μάτια.

«Ονειρεύομαι, αυτό είναι! Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα… Κοιμάμαι όρθιος! Σε λίγο θα μου πει κι ο κούκος πως δεν μιλάει ανθρωπινά, αλλά πως εγώ κάνω “κούκου κούκου”».

«Ε, ναι, εσύ κάνεις “κούκου κούκου”. Πού είναι το περίεργο;»

«Πού είναι το περίεργο που μιλάω κουκίσια; Πού είναι το περίεργο;»

«Δεν μιλάς μόνον κουκίσια και παπαγαλίσια», είπε ένα κοράκι που κάθονταν στο κουρτινόξυλο, «μιλάς και κορακίσια και κουκουβαγίσια! Και γενικά μιλάς όλες τις γλώσσες των πουλιών!»

«Μιλάω… όοολες τις γλώσσες των πουλιών;»

«Ναι, όοολες!» επιβεβαίωσε κι ένα μεγάλο ξωτικό πουλί, με τεράστιο ράμφος και κιτρινοπράσινες φτερούγες. (περισσότερα…)