σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Η ευθεία

*

Όλος ο τόπος μου μια ευθεία –ήταν δεν ήταν– 300 μέτρα. Ξεκίναγε από την λίμνη και ανηφόριζε ως πάνω στην αγορά. Δεξιά και αριστερά σπαρμένα διάφορα μικρά πλινθόκτιστα σπιτάκια και προχειροφτιαγμένες υπαίθριες παράγκες όπου οι χωριάτες κατεβαίνοντας από τα βουνά πούλαγαν τα λιγοστά τους προϊόντα.

Σκληρή γη. Ήθελε πολύ κόπο, ιδρώτα και υπομονή για να δώσει τους λιγοστούς της καρπούς. Ελιές, λάδι, αμύγδαλα, χόρτα, κατσικίσιο τυρί και φακές. Αυτά κατέβαιναν και πουλούσαν οι χωριάτες και δεν έπαιρναν ανταμοιβή μόνο λεφτά αλλά και άλλα πράγματα που χρειαζόντουσαν. Καπνό, κρασί, ρύζι, ζυμαρικά, τραχανά και κανένα παστό ψάρι. Και αν πήγαινε καλά η μέρα, έπαιρναν και κανένα ζαχαρωτό για τα μικρά.

Αριστερά της λίμνης μικρά παραπήγματα ψαράδων που ψάρευαν στο ιβάρι και πωλούσαν κι αυτοί την ψαριά τους στην αγορά. Έντονη η μυρωδιά εκεί, λίμναζαν τα νερά και δεν είχε φτιαχτεί ακόμη το πέρασμα στη θάλασσα για να ανανεώνονται. Και οι ψαράδες τόσο ποτισμένοι σε αυτή τη μυρωδιά που όταν ανέβαιναν για να πουλήσουν τους ακολουθούσε κι αυτή και οι νοικοκυρές μύριζαν ότι έρχονται και έβγαιναν στα παραθύρια να τους περιμένουνε.

Δεξιά της λίμνης βάτα, βούρκος και καλαμιές. Και σε μια ξεραμένη σούδα το πρακτορείο μεταφορών. Φορτηγά μικρά και ταλαιπωρημένα, έβγαζαν μαύρο καπνό από καμένα λάδια και μπεζίνα και αγκομαχώντας μετέφεραν πράγματα και ανθρώπους ανεβασμένους στην καρότσα για τα μεγαλύτερα χωριά όπου μπορούσαν να πάρουν το λεωφορείο για την πόλη.

Μακρύτερα, ο βάλτος της Μπαλούς. Εκεί, πριν χρόνια, μια κακότυχη που την φωνάζανε Μπαλού –άγνωστο το πραγματικό της όνομα– έπεσε θύμα κάζου μιας παρέας αγοριών, που πάνω στη χαζομάρα της ηλικίας τους την έπεισαν ότι την αγάπησε ένας ξάδερφος του αρχηγού τους που έμενε στην μεγάλη πόλη και την είχε δει όταν είχε έρθει το καλοκαίρι και τους μήνυσε ότι θα την πάρει γυναίκα του. (περισσότερα…)

Ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Γνώρισα κατά καιρούς ανθρώπους βασανισμένους, χτυπημένους από κάθε λογής συμφορές, άτομα που δεν μπόρεσα να μάθω την ιστορία τους και το παρελθόν τους. Τους έφερε η ζωή στο δρόμο μου και παρότι δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω, έγιναν κομμάτι της εσωτερικής ζωής μου και της μνήμης μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους – έτσι τον θυμάμαι ακόμα – τον γνώρισα σε δύσκολη εποχή. Η γειτονιά είχε ρημάξει, πολλές συνοικίες το ίδιο – παντού σημάδια κατάρρευσης και παρακμής. Προσωπικά, πάλευα να κρατηθώ όρθιος, να παραμείνω αφοσιωμένος στη γυναίκα μου και στο παιδί, να αντέξω την περιφρόνηση – μήνες είχε να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι.

Πρέπει να έμενε σε κάποιο σπίτι κοντά στο δικό μας – δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποιό ακριβώς. Τον έβλεπα συνήθως βραδινές ώρες όταν γύριζα απ’ τη δουλειά. Τα ρούχα του ήτανε ταλαιπωρημένα – φόρμες που έμοιαζαν με πιτζάμες και τρύπιες χειμωνιάτικες παντόφλες. Τις πρώτες φορές δεν έδωσα σημασία. Με τον καιρό κατάλαβα ότι βάδιζε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο, μέχρι κάποιο σημείο, λες και φοβόταν να απομακρυνθεί απ’ τη γειτονιά, σαν φοβισμένο παιδί που δίσταζε να βγει από τα μέρη που ήξερε.

Ήταν γύρω στο ένα ογδόντα, αδύνατος, καμπουριαστός. Φορούσε πάντα αθλητικό καπέλο και μiα φορά που τον είδα να το βγάζει διαπίστωσα πως ήταν καραφλός με λίγα μαλλιά στους κροτάφους και τον αυχένα. Δεν ήταν εύκολο να υπολογίσω την ηλικία του αλλά τον έκανα γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, αγέλαστο και με ένα βαθύ παράπονο σαν κι αυτό που κάνει τα πρόσωπα των παιδιών έτοιμα να κλάψουν. Το βλέμμα του ήταν πάντα ριγμένο στο δρόμο, απέφευγε να το σηκώσει. (περισσότερα…)

Η Μάγδα και το σπίτι

*

της ΑΦΡΟ ΞΥΛΑΝΘΗΣ

Σ’ εκείνο το σπίτι όλα ήταν στραβά. Ο τοίχος ήταν στραβός, οι καρέκλες ήταν στραβές, ακόμα και το τραπέζι ήταν στραβό και με κάτι πόδια τεράστια, τόσο μάλιστα που όποτε ήθελε να στηρίξει τους αγκώνες της πάνω του, κατέληγε να στριφογυρνά στη θέση της και να βλαστημά. Η Μάγδα δεν είχε επιλέξει κανένα από τα έπιπλα του σπιτιού. Μετά τον τελευταίο της χωρισμό αναγκάστηκε να επιστρέψει προσωρινά στους γονείς της – προσωρινά, είχαν περάσει τρία χρόνια. Η επιστροφή στο σπίτι τους την πήγαινε πίσω στην εφηβεία της, όταν στη διπλανή πολυκατοικία κατοικούσε μια οικογένεια με τα διπλάσια χρόνια από τη δική τους. Οι γονείς είχαν βγει στη σύνταξη προ αμνημονεύτων χρόνων, αλλά η κόρη έμενε ακόμα μαζί τους. Τότε δεν το καταλάβαινε, το έβρισκε άθλιο και μάλλον ήταν, ιδίως εκείνες τις εποχές που οι περισσότεροι τριαντάρηδες αγόραζαν δεύτερο αυτοκίνητο και πήγαιναν διακοπές στη Μαγιόρκα. Στα τριάντα τέσσερα πλέον, η Μάγδα μετρούσε τις αποτυχημένες της σχέσεις και μέχρι και η ίδια λυπόταν τον εαυτό της. Στις περισσότερες, η μιζέρια είχε εισχωρήσει σαν νερό που έσταζε απ’ το ταβάνι, μια άκακη στάλα τη φορά, ώσπου στο τέλος όλα σάπιζαν.

Έμενε στον δεύτερο όροφο, οι γονείς της στον πρώτο, το μαγαζί βρισκόταν στο ισόγειο. «Όλα βολικά στο ίδιο οικόπεδο», έλεγαν οι γονείς της.  Στα χαρτιά, το μαγαζί ήταν δικό της. Οι γονείς της, όμως, θεωρούσαν ότι δεν είχε την πείρα που απαιτούσε η διοίκηση μιας επιχείρησης κι έτσι στην ουσία παρέμενε υπάλληλος. Δούλευε εκεί τα απογεύματα. Τα πρωινά, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και περιποιούταν νύχια, ενώ τα δικά της έμεναν πάντα απεριποίητα. «Καλά, ολόκληρο μαγαζί έχουμε», έλεγε η μητέρα της, «τι πας και κάνεις τη νυχού;». Η Μάγδα είχε μάθει τις φράσεις απ’ έξω: «Και το πτυχίο», θα συνέχιζε η μητέρα της, «τι το πήρες το πτυχίο;». Αν και οι γονείς της δεν της επέτρεπαν να πάρει αποφάσεις για το μαγαζί, η Μάγδα διαχειριζόταν τους λογαριασμούς, αφού εκείνοι δε θα το έκαναν ποτέ. Οι επιστολές από τους προμηθευτές, από τη Δ.Ε.Η., από την εφορία, από την τράπεζα και τις ασφαλιστικές μαζεύονταν σχηματίζοντας μια στοίβα. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν. Θα έφτιαχνε τα νύχια όλων των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής, αν χρειαζόταν.

Συνήθως ανέβαλλε να ετοιμαστεί για τη βάρδιά της στο μαγαζί και πήγαινε ένα λεπτό πριν την ώρα της. Γυρνούσε από τα ραντεβού και, παρά την κούρασή της, την κατέκλυζε μια ανάγκη ν’ ανακατατάξει τα πάντα. Έβγαζε όλα τα πορσελάνινα σερβίτσια και τα τύλιγε με σελίδες διαφημιστικών καταλόγων, με την ελπίδα να αγοράσει καινούργια χωρίς πουλιά και κότες ή μετέφερε το τραπέζι από την κουζίνα στο σαλόνι. Μα επειδή το σπίτι είχε τις ιδιομορφίες του, όπως τα τελειώματα των τοίχων σε καμπύλες αντί για γωνίες, τα περισσότερα πράγματα κατέληγαν στην αρχική τους θέση. Το ίδιο συνέβαινε και στους υπόλοιπους χώρους. Το μπάνιο είχε μια χάλκινη μπανιέρα στην άκρη, εντοιχισμένα ντουλάπια και πλακάκια στο χρώμα του σάπιου μήλου· ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να τα ξηλώσει μόνη της. Το μονό, άβολο κρεβάτι, το κρεβάτι των παιδικών της χρόνων, επέστρεφε πάντα στη μέση της κρεβατοκάμαρας, δίπλα στο κομοδίνο από μαόνι, υλικό που οι γονείς της είχαν προτιμήσει για τα περισσότερα έπιπλα. Χωρίς να θέλει να παραδεχτεί την αδυναμία της να επέμβει στην πραγματικότητα, η Μάγδα επέμενε ότι η συρταριέρα ταίριαζε στον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στην ίδια μεριά στο σαλόνι έστεκε ο καθρέφτης με τον σκαλιστό μπουφέ και μπροστά από την μπαλκονόπορτα βρισκόταν ο γκρίζος καναπές. Οι πίνακες με τα τοπία και τις βουκολικές σκηνές έπρεπε να παραμείνουν στον τοίχο, εφόσον ήταν δώρο της άτεκνης αποθανούσας θείας, που τους είχε κληροδοτήσει αρκετά χρήματα ώστε να πληρώσουν την προκαταβολή του σπιτιού – και η αλήθεια ήταν πως μόνον αυτήν είχαν πληρώσει. Η Μάγδα δεν θυμόταν καθόλου εκείνη τη θεία. Ο υπερμεγέθης πίνακας με το καΐκι που φαινόταν σαν να το κατάπιναν τα κύματα τής αρκούσε για να καταλάβει τι είδους άνθρωπος ήταν.      (περισσότερα…)

Παραμονή Χριστουγέννων 1914 μ.Χ. – Στα χαρακώματα της Φλάνδρας

*

Ο χειμώνας του 1914 έσφιγγε σαν θηλιά τα χαρακώματα της Φλάνδρας. Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αντίκριζαν ο ένας τον άλλο μέσα από τη λάσπη και το αίμα του Μεγάλου Πολέμου.

—Τη μάσκα θα τη φοράς κι όταν κοιμάσαι, κι όταν κατουράς, ακόμη κι όταν γαμάς! Ακούς, σκατόπαιδο, παλιομαλάκα; Θα σου σώσει τη ζωή!

Τα λόγια του λοχία Τσέισον Μπακ του 2ου Τάγματος «Γκόρντον Χάιλαντερ» αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του. Η μάσκα τον έπνιγε, δεν την άντεχε στιγμή. Στεκόταν φρουρός στο χαράκωμα, παρατηρώντας τις κινήσεις των Γερμανών απέναντι. Τις είχε μάθει πια απ’ έξω: την ακριβή ώρα που ο καθρέφτης έκανε σκοπιά, ποιος κάπνιζε, ποιος ούρλιαζε, ποιος έκλαιγε, ποιος αψηφούσε το κράνος με το γελοίο καρφί στην κορυφή.

Τους είχε δώσει ονόματα και τα ψιθύριζε μέσα του: Hans, Wilhelm, Friedrich… Η ομίχλη απλωνόταν απόκοσμη πάνω από τα άταφα πτώματα με τα ορθάνοιχτα μάτια και στόματα, παγωμένα σε αφύσικες στάσεις.

—Έεε, Νικ, πρόσεχε τους Φρίτσηδες απέναντι, έρχονται Χριστούγεννα και θέλω να γράψω στους δικούς μου, φώναξε ο Άντριου Χολμς τελειώνοντας τη σκοπιά του.

Και τότε, σαν από θαύμα, οι Γερμανοί άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματά τους. Αντί για όπλα κρατούσαν ένα έλατο. Το έστησαν και άρχισαν να το στολίζουν, περιμένοντας τους απέναντι να τους ακολουθήσουν.

O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
Du grünst nicht nur zur Sommerzeit
Nein, auch im Winter, wenn es schneit
O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
 
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!
Thy leaves are constant ever green,
Not only in the summertime,
But in the winter’s frost and rime.
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!

Έθαψαν μαζί τους νεκρούς τους. Αντάλλαξαν σοκολάτες με τσιγάρα. Έπαιξαν ποδόσφαιρο στη νεκρή ζώνη. Για λίγο, ο πόλεμος σώπασε.

Μα ο Άντριου Χολμς κείτεται τώρα νεκρός, με μια σφαίρα στο μέτωπο και τα πνευμόνια του δηλητηριασμένα. Δεν ήταν πια Χριστούγεννα.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

*

*

*

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)

Αιώνια λιακάδα, ο Χουάν

*

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία βροχή. Ο ήλιος λάμπει ακαταπόνητος παρά τις ανησυχίες, τις προβλέψεις, τις ικεσίες. Η χώρα θεωρείται επισήμως η πιο άνυδρη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι το σημείο αναφοράς, κι όχι  μόνο για τις βροχοπτώσεις. Σε τέτοια ατμόσφαιρα άκρατης ηλιοφάνειας, τα προβλήματα φαίνονται συχνά μικρότερα. Σαν οπτικές οφθαλμαπάτες της ερήμου. Το φως τυφλώνει και ζεσταίνει, ο ασυννέφιαστος, γαλάζιος ουρανός μοιάζει με προστατευτική αγκαλιά. Ποιος μπορεί να υποφέρει όταν έξω ο καιρός είναι υπέροχος;

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μια ιδανική θερμοκρασία είκοσι βαθμών Κελσίου σύμφωνα με τις εμπειρικές μου μετρήσεις δεσπόζει εδώ και βδομάδες. Ανοίγω τα παράθυρα καθώς η σιωπή περιβάλλει το σπίτι και βλέπω την καταπράσινη πρασιά του γείτονα made in P.R.C[1] από ανθεκτικό πλαστικό να τείνει να φύλλα της στον ανύπαρκτο αέρα. Πίσω απ’ την πρασιά ακούγεται το γουργουρητό του συστήματος αυτοκαθαρισμού μιας πισίνας. Η δυνατότητα έξυπνης προσαρμογής προσφέρει εκπληκτικά πλεονεκτήματα. Στην περιοχή μας οι πωλήσεις συνθετικού χλωροτάπητα, πλαστικών λουλουδιών και τεχνητών δέντρων φτιαγμένων σαν  αληθινά, εκτοξεύθηκαν απ’ τον προηγούμενο χρόνο.

Το γεγονός πως ζούμε ανάμεσα σε νταμάρια όπου τίποτα δεν φυτρώνει, δεν εμποδίζει κάποιον να ξαπλώσει στη σκιά του συνθετικού κλώνου ενός πεύκου, αν και είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι αγοραστές προτιμούν να διακοσμούν τους κήπους τους με ψιλόλιγνους φοίνικες τους οποίους συνδυάζουν συνήθως με ‒αειθαλείς‒ ανθισμένες βουκαμβίλιες. Η προσομοίωση βλάστησης έχει κάνει θαύματα σ’ αυτή τη σχεδόν ηφαιστειογενή περιοχή. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)

Η γλώσσα των αγγέλων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Παύλου του Αποστόλου, Α΄ Προς Κορινθίους 13,1

Υπάρχει ένα μπαρ στην επαρχία μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, στο τέλος του λασπωμένου χωματόδρομου, μετά την απότομη στροφή, πλάι στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Φάντασμα της ομίχλης καταδικασμένο στην απομόνωση, με την υγρασία του κάμπου και την οσμή της κοπριάς κολλημένη στα τζάμια. Τις νύχτες τα χαμηλά φωτάκια του φαντάζουν πρόσωπα παιδιών αδικομαλωμένων. Οι πελάτες του μπαινοβγαίνουν σιωπηλοί και βιαστικοί, λες και φοβούνται πως φωσφορίζει ο πόθος τους στο μισοσκόταδο. Αμαρτωλό μπαράκι, που μυρίζει νοθευμένο πιοτό και φτηνό τσιγάρο. Μακρόστενο σαν προχειροφκιαγμένο φέρετρο, που ανοίγεις το καπάκι –την πόρτα ήθελα να πω– και βρίσκεσαι σ’ έναν κόσμο άλλο, ζυμωμένο από τις ιερότερες θεότητες του κόσμου αυτού: τις ψευδαισθήσεις σου.

Εκεί –οδηγημένος κάποτε απ’ την ερημιά– γνώρισα την Μαρία, μια δεκαεννιάχρονη Βουλγάρα με μάτια κάρβουνα που σ’ έκαναν στάχτη. Οι καταρράκτες των μαλλιών έπεφταν στους ώμους της, όπως πέφτει η νύχτα σε δυο λόφους χιονισμένους που λάμπουν απ’ το φεγγαρόφωτο.

Είχε εκπληκτική προφορά στα ελληνικά, λες και ζούσε στον τόπο μας δέκα χρόνια κι ας ήταν μόλις τέσσερα. Η ταχύτατη εκμάθηση γλωσσών παρουσιάζεται κατά κανόνα στους ευφυείς ανθρώπους. Τώρα πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς να δουλεύει στην κόλαση της νύχτας, είναι εξίσου αξιοπερίεργο με το πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς σ’ αυτήν την κόλαση ν’ αναζητάει τον παράδεισο. Η μόνη πειστική απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν «για να την συναντήσω».

Έρωτας κεραυνοβόλος εκατέρωθεν. Στον μήνα πάνω παράτησε το μπαράκι. Νοικιάσαμε γκαρσονιέρα κοντά στο Φρύνι και ήμαστε συνέχεια μαζί. Εγώ μόλις είχα γυρίσει απ’ την Αθήνα. Στην αρχή άνεργος. Ύστερα έπιασα μια  χαμαλοδουλειά. Η Μαρία έκανε το κουμάντο της, τα περασμένα χρόνια, και με τις αποταμιεύσεις της μπορούσε να βγάλει λίγο καιρό μέχρι να βρει κάτι να κάνει. (περισσότερα…)

Ο βασιλιάς πλανήτης

*

Έχτισε το σπίτι του γύρω από αυτό το κουπί. Εκεί που το κάρφωσε, έφτιαξε την εστία. Το ξύλο της θάλασσας ήταν το πρώτο που κάηκε όταν άναψε την πρώτη φωτιά. Τόσο ψηλά και πίσω απ’ τα βουνά, ετούτοι οι άνθρωποι δεν είχαν λέξη για τη θάλασσα, γιατί ο νους τους δεν είχε δει τίποτα άλλο απέραντο πέρα απ’ τoν ουρανό των αμέτρητων αστεριών. Όταν με τα χέρια τούς έδειξε την κίνηση των κυμάτων, εκείνοι τον κοίταξαν με σαστιμάρα. Ένας έξυσε το κεφάλι του και έδειξε προς τον ουρανό. Τότε ένας άλλος γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. Κάποιος ακόμα φούσκωσε τα μάγουλα του και έκανε πώς φυσά σαν άνεμος. Ναι ναι βέβαια, τα πλωτά σύννεφά, η θάλασσα των αστεριών. Λίγο νερό – το τελευταίο θαλασσινό – κύλησε από την άκρη του ματιού του πλάνητα με το ξύλινο κουπί, έπεσε ακριβώς μέσα σ’ ένα βαθύ αυλάκι ρυτίδας, χαραγμένης προ πολλού στο δέρμα, όταν ένα βράδυ τρικυμίας κανένας θεός δεν του απάντησε σε βοήθεια και το πρόσωπο του έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια. Το νερό μέσα στο αυλάκι κύλησε γρήγορα και έσβησε. Δεν έκλαψε ξανά ποτέ του. Εδώ θα έγραφε το τέλος της ζωής του. Κάρφωσε το κουπί και κοίταξε τον ουρανό. Εδώ πάνω ήταν πολύ κοντά, έβλεπε τα αστέρια να τρίζουν στις θέσεις τους, τα άκουγε. Κανένας ουρανός που είχε δει δεν έμοιαζε μ’ αυτόν.

Το σπίτι χτίστηκε γρήγορα, με πέτρα. Σ’ αυτό τον τόπο ο πλάνητας φάνηκε να ξεχνά γρήγορα τους παλιούς τρόπους. Πήρε γυναίκα, έκανε παιδιά. Δεν θυμόταν το όνομα της παλιάς του γυναίκας, μόνο τη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου ένα ζευγάρι μάτια εμφανίζονταν μπροστά του πριν κοιμηθεί, δεν τα γνώριζε, αλλά ήταν σαφές ότι αυτά τον ήξεραν, τον μαχαίρωναν πρώτα στα βλέφαρα, απανωτά, μετά στην κοιλιά και λίγο πριν το θάνατο πετιόταν απ’ τον ύπνο του αλαφιασμένος κι έβλεπε δίπλα του την άλλη γυναίκα κι αμέσως το παρόν τον έσωζε από τη μνήμη ενός παρελθόντος που είχε από καιρό θαφτεί. Έγινε μέρος της κοινότητας εύκολα. Έμαθε τα λόγια τους, μπήκε μέσα στις δουλειές του τόπου, έχτισε μαζί τους, έσπειρε και θέρισε, έφτιαξε φράχτες και κυνήγησε ιαγουάρους, έμαθε να ξεχωρίζει τη φωνή του κόνδορα από της άρπυιας, και να βρίσκει στο ζωνάρι του γαλαξία τούς σκοτεινούς αστερισμούς της αλεπούς και του βοσκού. Στο τέλος φόρεσε τα ρούχα τους. Άρεσε πολύ σε όλους. Το πολυμήχανο μυαλό του που έβρισκε λύσεις μηχανικής σε απλά τους προβλήματα στέγασης και ύδρευσης, οι αβροί τρόποι του που είχαν μια ευγένεια ψεύτικη που τους μαράζωνε από επιθυμία, το παράστημά του που έμοιαζε ξένο όπως κάποιου θεού που έπρεπε πάντα να τους απομένει ξένος σαν θεός, τους άρεσαν πολύ. Τόσο που μια μέρα του είπαν πως τον κάνουν βασιλιά τους.

Ο πλάνητας ένιωσε την ανακοίνωση σαν μια σφαίρα σίδερο δεμένη στο πόδι. Όταν κάρφωσε το κουπί στο χώμα, ήξερε πως είχε βρει μια άλλη ζωή, έναν άλλο εαυτό, άγραφο χάρτη. Τώρα το δάσος ήταν γνώριμο από άκρη σ’ άκρη. Η γυναίκα του το ίδιο ζεστή κάθε νύχτα, εκτός που πια, η αλήθεια είναι, είχε αρχίσει το δέρμα της και κρύωνε στις άκρες, πάει να πει πως πέθαινε κι εκείνη σιγά σιγά όπως όλοι τους. Τα μαλλιά της γέμιζαν στάχτη που δεν έφευγε. Ο θόρυβος των αστεριών ερχόταν σε κάθε παρατεταμένη σιωπή, καθαρός σαν κρύσταλλο, τον βεβαίωνε για τη μεγάλη μαύρη θάλασσα που παράδερνε πάνω από τα κεφάλια τους. Τα παιδιά του τα έβλεπε σαν χλωρά κλαριά, τα συμπονούσε, τα αγαπούσε κάποτε, μα μην μπορώντας να αρνηθεί το βάρος τους, παραδεχόταν πως υπήρχε βάρος σε τούτη δα τη σχέση. Τα γνώριμα πρόσωπα όλων, που ήξερε πια να μετρήσει τις ιδιοτροπίες τους και τις χαρές τους, άρχιζαν να έχουν απαιτήσεις από εκείνον. Ήταν έτοιμα να δεχτούν την προσταγή του σε αντάλλαγμα της προστασίας του. Όλα αυτά του έμοιαζαν κάπως κουτά και πληχτικά. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε πως η ζωή τυλιγόταν γύρω του σαν σάβανο. (περισσότερα…)

Τρεις εποχές

*

Μια απάντηση, ένα τηλεφώνημα. Οτιδήποτε για να καταλάβει, ένα sms έστω. Οι τελευταίες ώρες αυτής της άχαρης αναμονής. Μέχρι το μεσημέρι θα ’χεις νέα μου, της είχε πει. Προσπάθησε να καταλάβει απ’ το ύφος του· τον τόνο της φωνής· το βάδισμά του καθώς απομακρυνόταν. Αν αλήθεια το ήθελε ή απλώς υποκρινόταν. Δεν τα κατάφερε. Τον άκουσε να βγαίνει τραβώντας μαλακά την πόρτα. Απ’ το παράθυρο τον είδε να απομακρύνεται καθώς ψιλόβρεχε κι αμέσως τον ένιωσε πολύ μακριά. Ή έτσι φάνηκε. Μπορεί κι όχι. Έδειχνε να ‘χει αλλάξει όχι μόνο η φωνή και το περπάτημά του. Το πρόσωπο κι η έκφρασή του ήταν αλλιώτικα. Ακόμη και τα γένια. Είχε απότομα μεγαλώσει, όπως διακρίνει εύκολα κανείς βλέποντας παλιές φωτογραφίες (εδώ είσαι εσύ;). Απλώς αυτός διαφορετικός σ’ όλα πήρε ύψος την άνοιξη. Τα περισσότερα αγόρια ψηλώνουν καλοκαίρι.

Ήταν δική του ιδέα; Δική της; Δεν θυμάται· μάλλον δική της. Πάντως, είπε ναι αμέσως. Τί σημασία μπορεί να ’χει αφού θέλουν κι οι δυο. Δεν το είχε πει σε κανένα, δεν ήθελε να την γρουσουζέψουν. Αν η απάντηση ήταν η επιθυμητή θα το ’λεγε στην αδελφή του. Μέχρι τότε το κρατούσε κρυφό απ’ όλους. Είχε υπολογίσει τί να πάρει μαζί και τί να αφήσει. Τα ’χε γράψει και τα ’χε χωρίσει στο μυαλό της, σε ομάδες. Είχε αποφασίσει να αγοράσει και μερικά πράγματα, να αντικαταστήσει όσα θα ’μεναν πίσω. Είχε βρει κιόλας το κρεβάτι. Έμενε μόνο η απάντηση. (περισσότερα…)

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)