σύγχρονη ελληνική ποίηση

Σωτήρης Γουνελάς, Τρία ποιήματα

*

Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή

Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;

Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.

Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη; (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Χορεύοντας το κίτρινο του φόβου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Όταν πριν από κάμποσα χρόνια είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο (Πανοπτικόν, 2017), μου είχε έρθει στον νου ένα απόσπασμα από τους Δακτύλιους του Κρόνου του Μαξ Ζέμπαλντ· ένα απόσπασμα που εκκινεί από την απλή παρατήρηση ότι οι ψαράδες σπάνια πιάνουν κουβέντα με τον διπλανό τους. Στα μάτια του Ζέμπαλντ, παρόλο που έχουν όλοι τους το βλέμμα στυλωμένο στην Ανατολή και κοιτάζουν τον ορίζοντα να ροδίζει στο φως του δειλινού και της αυγής, μοιάζουν να είναι ολομόναχοι και να μην εμπιστεύονται παρά μόνο τον εαυτό τους.

«Αμφιβάλλω», γράφει, «κατά πόσο όλοι αυτοί οι άνδρες κάθονται μέρες και νύχτες ατέλειωτες στην ακτή μόνο και μόνο προσμένοντας, όπως ισχυρίζονται, να δουν τους μέρλαγκες να περνούν στα ανοιχτά, τα καλκάνια να γλιστρούν προς την επιφάνεια ή τους μπακαλιάρους να βγαίνουν στα ρηχά. Μάλλον μού φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη».1 (περισσότερα…)

Μοντέρνο τρίπτυχο

*

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

~.~

Αλλέες ευκαλύπτων, κλειδοκύμβαλα

Θυμήσου τα κορίτσια που έβαψαν τα χέρια σου
πράσινα, κόκκινα, λιλά.
Θυμήσου τα πουλιά της μέρας και της νύχτας,
τους γκιόνηδες, τους πετεινούς.

Θυμήσου τη Μαρία, την Ελένη,
την Ανδρομέδα με τ’ άστρα φυτευτά
στα μαλλιά της, στο στήθος. Θυμήσου
τον ταυρομάχο, τον Θησέα, το ιστίο το ανάλλαγο.

Θυμήσου την Ονειροτόκο, το ενύπνιο, τη μαυρίλα
βυθού που χώνεψε μάτια νεκρών,
μάτια σφαγμένων με τ’ άκρα τους σκόρπια εδώ κι εκεί.
Αλλού η κνήμη, αλλού η ωλένη, αλλού η καμάρα του ποδιού.

Την Τασία θυμήσου, το τριζόνι, το αηδόνι,
τα χέρια σου στο αίμα, τα χέρια θαμμένα στη χλόη,
μες στα τριφύλλια, μες στα κοχύλια, μέσα στον ουρανό.
Κι έπειτα, την εκταφή — την ανάσυρση των αγαλμάτων.

~.~ (περισσότερα…)

Πλάτη με πλάτη

*

Πές μου, φοράς πού και πού το μαντήλι που σού ʼκανα δώρο;
…Θά ʼταν η πρώτη φορά πού ʼχαμε πάει εκδρομή
δίχως παρέα, μοναχοί-μας. Χριστούγεννα νά ʼταν, των Φώτων;
Νύχτωνε πάντως νωρίς πάνω απʼ την πόλη, κι εμάς,
χέρι με χέρι πιασμένους, κανείς δέ μας πρόσεχε μέσα
στου γιορτινού παζαριού το εύθυμο πλήθος. Ποτέ
πρίν δέν είχαμε νοιώσει κοντύτερα ο ένας τον άλλο,
στη συμπλοκή των χεριών τόση κρυφή ζεστασιά.
Κι όταν μας είδε ο παππούς κι αράδιασε πάνω στον πάγκο
γάντια, μαντήλια, κασκόλ, «Διάλεξε – σού ʼπα – ό,τι θές.»
Σού ʼδειξε τόσα μαντήλια! Κι εσύ μου πήρες το μαύρο
με τις χρυσές πιτσιλιές κάτω στην άκρη. Γιατί;
«Μάθε επιτέλους, κουτέ – με αποπήρες γελώντας – πως φέγγει
και το μικρότερο φώς δυό φορές πιό δυνατά
μές στο σκοτάδι. Κι η αγάπη, που εσύ την περνάς για παιχνίδι,
θέλει σκοτάδι κι αυτή πρίν λαμπαδιάσει. Μα ποιός,
ποιός είναι τάχατε αυτός που θα σβήσει ποτέ τη δική-μας;»
Άμυαλη! Μόνο δυό τρείς μήνες χρειάστηκαν για
νά ʼρθει σάν κλέφτης, κρυφά, ο χωρισμός, και να μπεί το μαντήλι
μές στη βαλίτσα κι αυτό… Πές μου άν ποτέ το φοράς!

~.~

Όλοι μαζί για τη νίκη – των άλλων! Αυτών που μας έχουν
κλείσει μπαμπέσικα εδώ, να κολλάμε τα χέρια στις μπάρες
άβουλοι, οκνοί, φοβισμένοι, ρωτώντας σάν τί θα μας φέρουν
σήμερα για φαγητό: της στεγνής, της άχρηστης γνώσης
τʼ άχυρα, κόκαλα κρύα, λιγδερά, ρουφηγμένα απο χείλη
πρόστυχα σʼ άκεφες τάβλες, φιστίκια, ανοστιές, σαχλαμάρες,
ψέματα φρέσκα, αχνιστά, να μυρίζουν ακόμα κουζίνα,
τη συφορά σε μπουκίτσες, αστεία με βγαλμένο κουκούτσι –
όλο το σκουπιδαριό της τροφής που σε κάνει να θέλεις
κι άλλο, κι άλλο ώσπου πιά ο εμετός να σου κάψει το στόμα.

Ζήτω στους φύλακες, ζήτω! Σʼ αυτούς χρωστάμε τα πάντα:
στέγη, τροφή, σιγουριά. Για μάς πολεμάν κάποιους άγριους,
κάποιους ανήλεους εχθρούς. Κανείς δέν τους έχει αντικρίσει.
Πώς νά ʼναι τάχα; Ωμοφάγους τους λέν, βιαστές, βρεφοκτόνους,
λύκους σωστούς στο ουρλιαχτό, στο δάγκωμα, στο φαγοπότι.
Σίγουρα πάντως κι αυτοί, σάν τόσους άλλους, θα χάσουν
μάχη τη μάχη τον πόλεμο, βήμα το βήμα τη γή-τους.
Κι όταν, αιχμάλωτους πιά, τους δούμε νά ʼχουν κολλήσει
πάνω στις μπάρες τα χέρια, ρωτώντας σάν τί θα τους φέρουν
σήμερα για φαγητό – θα γνωρίσουμε λές τον εαυτό-μας; (περισσότερα…)

Στιγμή μιας μεστής ωριμότητας

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Σταύρος Ζαφειρίου,
Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου,
Νεφέλη, 2024

Ένα από τα πιο ουσιαστικά αναγνώσματα των τελευταίων χρόνων αποτέλεσε για μένα Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, η πρόσφατη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου, μετά την επίσης αξιόλογη, πρόσφατα βραβευμένη δουλειά του, Πράσινος ουρανός μπλε χορτάρι. Το βιβλίο συνθέτει με θαυμαστή ισορροπία τη βιωματική εμπειρία με την κοινωνική και πολιτική ανθρωπογεωγραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας αλλά και της Ελλάδας των ημερών μας. Ένα βιβλίο για την προσωπική και κοινωνική μνήμη, την ήττα των κοινωνικών οραμάτων, για την πίστη που αποδείχτηκε χίμαιρα αλλά διασώζεται αποκαταστημένη μέσα στην αποδοχή της φθαρτότητας, ένα βιβλίο για την κατάφαση στη ζωή, «τη δίχως νόημα, ανόητη ζωή, που αρκεί, αρκεί, αρκεί να ’ναι ζωή».

Το βιβλίο αποτελεί μια πλατιά ποιητική σύνθεση που αρθρώνεται σε οκτώ άνισες σε μήκος ενότητες, οργανικά δεμένες μεταξύ τους όχι μόνο με τις ποιητικές επωδούς – σπονδύλους που επαναλαμβανόμενες διατρέχουν τα επιμέρους κείμενα αλλά και μέσω των σταθερών ποιητικών τόπων που αναπτύσσονται στην εκτύλιξη των κειμένων. Σε αυτή την πορεία ο Ζαφειρίου ξεκινάει από το συγκεκριμένο για να σκάψει σταδιακά το πνευματικό του υπέδαφος, από το επιμέρους στη διασύνδεσή του με ένα υπέρτερο νόημα που όσο προχωράει το βιβλίο τού αποκαλύπτεται παραμυθητικά. Σε αυτή τη μνημονική διαδικασία το φευγαλέο μα αιώνια εγγεγραμμένο στην προσωπική μνήμη αποκαθίσταται ως η περιουσία που αποκτήθηκε από την περιπέτεια αλλεπάλληλων διαψεύσεων και επανακατάκτησης του ουσιώδους. Διαδικασία επώδυνη και ταυτόχρονα επουλωτική όπως και οι αντινομίες με τις οποίες ο Ζαφειρίου αναμετράται στο βιβλίο.

Δηλωτική αυτού του κλίματος η δεύτερη, πλατιά ενότητα, «Το τέρας στο υπόγειο» όπου ξεκινά από την προσωπική γενεαλογία στη γενέθλια Θεσσαλονίκη ομολογώντας από τον πρώτο στίχο τη μέθοδο και την πρόθεση: (περισσότερα…)

Ένα κορίτσι και άλλα ποιήματα

*

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ

Πάλι νωρίς άνθησε η αμυγδαλιά.
Πάλι πρώιμα.
Έτσι που ο Μάρτης
μ’ ένα δυό κρύα
πάλι θα την ξεράνει.

Όμως εκείνη δεν την νοιάζει.
Ό,τι ήθελε να μου κάνει
το έκανε.

~.~

ΤΗΣ ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑΣ

Η Γαρυφαλλιά ανθίζει
από τον Απρίλιο μέχρι και τον Νοέμβριο.
Η Γαρυφαλλιά
χρειάζεται φροντίδα
γιατί είναι ευαίσθητη
θερμοκρασίες
πάνω από 35 βαθμούς μπορεί να την εξασθενήσουν
να την μαράνουν. Τότε
πρέπει να αφαιρούνται επιμελώς τα μαραμένα άνθη
και τα ξερά κλαδάκια της.
Η Γαρυφαλλιά στενοχωριέται σε μικρές
γλάστρες, γίνεται χαμηλή
γιατί είναι ευαίσθητη
και το πότισμα –όσο συχνό–
δεν της αρκεί…

Κι εσύ,
προτίμησες το Λιάνα

~.~ (περισσότερα…)

Αφήστε τα Λυκόσκυλα να σας μυρίσουν

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Aγγέλα Καϊμακλιώτη
Λυκόσκυλα
Βακχικόν, 2024

Με την έκτη ποιητική συλλογή που φέρει τον επιθετικό, αλλά και πολύσημο τίτλο Λυκόσκυλα, η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, μετά από μια έντονη εκφραστική κρίση που την οδήγησε, μάλιστα, στην πρόσκαιρη δήλωση ότι δεν θα ξαναγράψει, επιστρέφει πιο δυναμικά στο αλωνάκι της ποίησης, διατηρώντας τους βασικούς θεματικούς και μορφολογικούς άξονες της δουλειάς της, αλλά κι από την άλλη συμπληρώνοντας και επεκτείνοντάς τους, φτιάχνοντας ποίηση αξιόλογη. Πιο συγκεκριμένα, ενώ εντοπίζουμε τον κυρίαρχο -και στις προηγούμενες συλλογές της- πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό με έμφαση στο τραύμα της τουρκικής εισβολής, της ημικατοχής και της προσφυγιάς, στην ανά χείρας συλλογή αυτή η δεσπόζουσα αίσθηση της πίκρας (δεν είναι τυχαίο ότι η προηγούμενη συλλογή της τιτλοφορείται Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα) συνυφαίνεται για πρώτη, ίσως, φορά τόσο βαθιά και σύνθετα με τον έντονο υπαρξιακό προβληματισμό-βίωμα της ποιήτριας, αλλά και με την κυρίαρχη αίσθηση προσωπικού και κοινωνικού αδιεξόδου μέσα σε έναν κόσμο αλλοτριωμένο και έκπτωτο.

Το τραύμα του τόπου, λοιπόν, μαζί με το τραύμα της ύπαρξης, με άλλα λόγια, η φιλοσοφικά βιωμένη εθνική και υπαρξιακή αγωνία που χρωματίζει τις σελίδες της ανά χείρας συλλογής με παρούσα την ποιητικά γόνιμη αγωνία της μοναξιάς, της αναπόδραστης φθοράς, του θανάτου και του χρόνου συνδυάζεται λειτουργικά με την αποδέσμευση μιας ορισμένης σκοτεινότητας του νοήματος -όχι ωστόσο στο σημείο που να καθιστά το κείμενο αναγνωστικά δύσβατο- η οποία συμπληρώνεται μοντερνιστικά αφενός με μιαν αυξημένη δραματικότητα, και αφετέρου με τη στροφή της ποιήτριας σε πιο παραδοσιακές φόρμες (π.χ. τραγούδι, χρήση ομοιοκαταληξίας)˙ μορφές οι οποίες αφενός επαναφέρουν το αισθητικό ζήτημα της «επαναμάγευσης του στίχου» και της ρυθμικότητας-μουσικότητας του ποιητικού λόγου και αφετέρου επιχειρούν να ελαφρύνουν το βαρύ, πικρό κλίμα ιδιωτικού και συλλογικού αδιεξόδου που κυριαρχεί στη συλλογή. (περισσότερα…)

Plage d’Εurope και άλλα σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ἀπὸ κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Χαμογελάει μ’ εὐγένεια, σοῦ εἶναι συμπαθής.
Δικαιολογεῖται, κόπτεται, μορφάζει :
«Ἐγὼ ; Ὄχι βέβαια ! Οἱ συνθῆκες οἱ ἐπαχθεῖς . . . »

Συχνὰ σοῦ ὁρκίζεται. Μὲ ὕφος καμικάζι
ποὺ θυσιάστηκε, ἀπαιτεῖ νὰ τῆς σταθεῖς :
«Τῆς μηχανῆς ἤμουν ἐγὼ τὸ τελευταῖο γρανάζι !
Κι ὁ θάνατος ; Ἀπὸ καιρὸ προαναγγελθείς . . . »

Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Μιλάει τὴ γλώσσα τῆς βλακείας φαρσί.
Πιστεύει στ’ ἄστρα, παραμύθια ἀναχαράζει,

ἔχει ἕνα βλέμμα τόσο ἀθῶο καὶ θρασύ . . .
Εἶναι γιὰ λύπηση – κι ὡστόσο σ’ ἀηδιάζει.
Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ εἶσαι Ἐσύ.

2012

~.~ (περισσότερα…)

Το πεινασμένο κοράκι

*

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΑΚΙ

Ο Σώτος ο γιδοβοσκός και η Γατσού* του Φάνη
πήγαμ’ οι τρεις μας εκδρομή στου Ντούλα το Στεφάνι.**
Εκεί ο Τόμας Έλιοτ μας πήρε στην αυλή του
κι ανέκδοτα μας έλεγε απ’ την εδώ ζωή του.
Που πήγε να καθρεφτιστεί μες τον κουβά της Νίνας
Κ’ είδε αντίς τη φάτσα του κάποιο σοφό της Κίνας.
Για δείπνο τον καλέσαμε. Ήρθε κι ο Καραγκιόζης.
Γουστάρω την παρέα τους. — «Κοράκι γιατί κρώζεις
πένθιμα εκεί στον πάσσαλο του φράχτη καθισμένο;»
«Γιατ’ είστε όλοι αθάνατοι, κι εγώ ειμαι πεινασμένο».

*Είναι η γάτα του Θεσσαλονικιού φίλου μου Θεοφάνη Σβε, που εγώ τη βάφτισα.
** Όταν οι Τούρκοι ήρθαν στο Πυργί για το παιδομάζωμα, οι πρόκριτοι έκρυψαν τα δικά τους παιδιά κι έδωσαν τον Ντούλα, τον γιό της χήρας. Ο Ντούλας έγινε αξιωματικός των Γενιτσάρων και, δεκαπέντε χρόνια μετά, γύρισε με στράτευμα στο χωριό του. Μάζεψε όσους ήσαν από 18 χρονώ κι επάνω και τους έριξε στον μεγάλο γκρεμό, πάνω από τον Ζέρβα, παραπόταμο του Αχελώου.

~.~

ΛΕΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ:

Να ’κανα ένα ποίημα…, πολύ το θέλω Γιάννη…
Στον άλλο κόσμο οι ποιητές γιορτή να ’χουνε κάνει
και ο Κικέρων να ρωτά «Πώς κι έτσι μωρ’ αδέρφια;»
«Τον Υφαντή προσμένουμε, γι’ αυτό κι έχουμε κέφια».

~.~

ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, σχολαστικός εγίνη,
κι από ’να φόβο απόκρυφο τους άξιους αφήνει
παράμερα, κι ο φθόνος του, τους μόνους που εγκρίνει
είν’ όσοι γνώρισαν μ’ αυτόν τα ίδια μεγαλεία
και τη ζωή τους πέρασαν μες στα νεκροτομεία.

~.~

ΠΟΛΕΙΣ ΠΟΤΑΜΩΝ

Φλώρινα, Φλωρεντία, Σόφια, Κάιρο,
Παρίσι, Σκόπια, Φιλιππούπολη, Λονδίνο, Μόναχο,
Πετρούπολη, Βιέννη, Μπραντισλάβα, Σπάρτη, Ρώμη,
Βουδαπέστη, Βαβυλώνα, Βερολίνο, Βελιγράδι, Πράγα,
Κίεβο, Ισφαχάν, Δελχί, Μπουένος Άιρες, Σαν Πάολο,
Βαγδάτη, Τόκυο, Χόγκ Κόγκ, Μαδρίτη,
Βαρσοβία, Μόσχα, Λισσαβώνα,
Ουρανός.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Λιποβαρής στοχασμός, μετέωρη φόρμα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ειρήνη Ρηνιώτη,
Κόκκινη γραμμή,
Άγρα, 2023

Η Ειρήνη Ρηνιώτη καλλιεργεί μια γραφή ελλειπτική, σε απλή γραμματική φόρμα, υπαινικτικά υπόφωτη. Αυτή η φόρμα απέδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα στο προηγούμενο βιβλίο της μέσω της οικονομίας του υπαινιγμού και της απέριττης στοχαστικότητας. Στο πρώτο ποίημα της νέας της συλλογής μοιάζει να ακολουθεί αυτή την πορεία, όπως δείχνει το εναρκτήριο κείμενο της πρώτης από τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου:

Συνάντηση

Στη μνήμη του πατέρα μου

Συναντηθήκαμε στις όχθες τ’ ουρανού. Πλάνιζε τον κορμό μιας λεύκας. Με ροκανίδια ύφαινε διάστικτο ρούχο, όπου επάνω του κεντούσαν οι μοδίστρες των νεφών σκίουρους, πουλιά και φύλλα.

Σαν έρθει η ώρα το φοράς, είπε. Ν’ απλώσεις ρίζες μες στη γη. Να γίνεις δέντρο.

Εδώ κινείται στην προνομιακή της περιοχή, την διακριτική απόδοση της μελαγχολίας της ύπαρξης μέσω της εικόνας και ενός λεπταίσθητου λόγου εν μέσω της περιρρέουσας σιωπής και της έρρυθμης παύσης, τη χρήση της οποίας η Ρηνιώτη γνωρίζει καλά να χειρίζεται. Η ένδυση όμως ενός λεπτού ποιητικού σώματος με το περικείμενο κενό της σελίδας μπορεί να είναι ένδειξη ποιητικής νοημοσύνης ή αμηχανίας. Η λιτότητα, για να αποδώσει, χρειάζεται μεστή συμπύκνωση, ειδάλλως αποβαίνει ισχνό χνάρι μιας σκέψης που πριν διαπιστωθεί στην ολότητά της σβήνει, εκβάλλοντας έναν μικρό σπινθήρα εκεί που θα περίμενε ο αναγνώστης μια ακαριαία πυράκτωση. Είναι μεγάλη γοητεία να μπορεί το μόλις ειπωμένο να αναδίδει τις υπόρρητες τροπές του κόσμου που υποδηλώνει μπροστά στα μάτια σου. Στο νέο της βιβλίο η Ρηνιώτη δεν κατορθώνει κάτι τέτοιο. Η σάρκα του στοχασμού είναι λιποβαρής, μετέωρη στη μινιμαλιστική φόρμα. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στα είκοσι τέσσερα «Στιγμιότυπα» της τρίτης ενότητας όπου παρατάσσονται ολιγόλογες σκέψεις που πριν αρθρωθούν εκπνέουν: (περισσότερα…)

«Τρεις εναντίον ενός» και άλλα σονέτα

*

ΣΤΑΓΟΝΑ

Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…

Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»

Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!

‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…

~.~

(περισσότερα…)