*
Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή
Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;
Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.
Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη;
Στον κόσμο αυτόν
τίποτα δεν έρχεται πρώτο.
Αργία, πλήξη, θυμός.
Ανάποδες χειρονομίες.
Θεωρίες κρεμασμένες
σε επηρμένες διάνοιες.
Εκπυσοκροτήσεις.
Θαμπές ματιές,
βλέμματα αιωρούμενα,
τρέχουν να ξεφύγουν
από τι άραγε;
Από αυτά τα ίδια;
Ρημαγμένες ψυχές σέρνονται εδώ κι εκεί.
Παράλυτες ψυχές
τα σώματά τους υποκρίνονται σφρίγος
η φωνή τους χαϊδεύει
την απρέπεια.
Ασταμάτητοι και αμαθείς.
Άφησε κάτω τη σκοτεινή
και την γκρίζα ζωή.
Να, άρχισε με μια ήσυχη βροχή,
σαν κορίτσι σεμνό,
να τό βρεις πού;
Ακούγονται ανεπαίσθητα
οι σταγόνες στα φύλλα
Τι πλέξη κι αυτή
βροχή και φύλλα
κλαδιά απλωμένα να βρέχονται
δίχως να μιλούν
αδιαμαρτύρητα.
Η ζωή τους εξαρτάται από αλλού
ετεροκαθορίζονται,
τα πληγώνουν οι άνθρωποι,
όπως πληγώνουν ζώα
μα και άλλους ανθρώπους.
Οι πληγές περίσσεψαν
κατακλύζουν την πλάση.
Τί ζητάει αυτός εδώ
κουτσαίνοντας;
Κι αυτή η άλλη μόνιμα
γυρνάει στις καφετέριες
«μια μικρή βοήθεια»,
ποιος ξέρει πούθε ξέπεσε.
Δίνε, δίνε,
τί διστάζεις να δώσεις
το μικρό σου οβολό;
Τί σε σταματάει;
Κι εσύ
παιδάκι μικρό
μάθε ν’αγαπάς.
Μονάχα αυτό σε σώζει.
Μάθε το καλά, στέρεα.
Μην αμελήσεις.
Πούθε έρχονται όλοι αυτοί, μπουλούκια,
χύμα ζωές. «Ποδαυλίζουν» πάνω στους δρόμους, σε πεζοδρόμια,
συχνά με τρεχαλητό, βιάζονται, όλο βιάζονται. Δεν βλέπουν
ότι αφήνονται στο τυχαίο. Δεν ξέρουν να σταματούν πάνω
σε πρόσωπα, σε πράγματα. Να αργούν. Να αφουγκράζονται.
Νεαρά πλάσματα, τυλιγμένα σε ρούχα ομοιόμορφα,
κολλημένα στο σώμα, πρόχειρα, άλλοτε φτηνά,
άλλοτε με σφραγίδα πολυτέλειας. Κρατούν στο χέρι
ένα μηχανάκι με οθόνη. Καθρεφτίζονται μέσαθέ του.
Κατεβαίνουν σε υπόγειες στοές, πέφτουν σε απονέρια.
Βομβαρδίζονται με σωρεία εικόνων, σκιές παρατάσσονται,
κορμιά αδυσώπητα, γράμματα τρέχουν με τα ποδαράκια τους
και χάνονται.
Μάρτιος 2024
///
Κι αυτό θάνατος;
Όπως βασιλεύει αργά-αργά ο ήλιος,
Και φτάνουμε στην ώρα του δειλινού
Ώρα ακίνητη
Στιγμή μιας ιδιάζουσας άπνοιας
Μιας μυστήριας σιγής
Όπου σωπασμένα όλα
Αφουγκράζονται υπόγεια την πλάση.
Έτσι ο θάνατος.
Σωπασμένες βουβές υπάρξεις,
Αγναντεύουν χωρίς να βλέπουν,
Αφουγκράζονται άηχα σχήματα,
Όμως προσμένουν, όμως προσδοκούν,
Σε μια γλώσσα αμίλητη,
Άλεκτη,
Αγγίζοντας εκείνο το βάθος
Που υπάρχει
Πριν τις λέξεις
Εκεί που σμίγει
(Παρ’ όλα αυτά)
Ο θάνατος με τη ζωή.
Μικρά ζωύφια
Αδιόρατα
Ανεβοκατεβαίνουν στον κορμό της ελιάς.
Όσο ασημίζουν τα φύλλα
Άλλο τόσο η μυρωδιά του λαδιού
Διαπερνά τη μύτη καυστικά.
Ο ελαιώνας το δειλινό, ακατοίκητος,
Βουβός.
Πλανιέται ο θάνατος
Χωρίς να φαίνεται,
Πάντα αόρατος,
Μα συχνά λυτρωτικός,
Φέγγει εσωτερικά,
Με άγνωστους τρόπους,
Συχνά ανερμήνευτους.
Γκρίζα σύννεφα
Πάντα γκρίζα
Για να ταιριάζουν,
Υποδέχονται τη νύχτα.
Γραμμένο στο Σταυρί της Μάνης, σε επίσκεψη το 2023
///
Η κορωνίτσα*
Φωτεινό πρόσωπο
Σταθερή η προσήλωση
Το βλέμμα πεντακάθαρο
Μέσα σε δυο ολοστρόγγυλα πιατάκια
Γιατί να σπαταλιέται
Σε ψεύτικες εικόνες;
Απομιμήσεις
Βαθιάς ανοησίας
Που υποχρεώνονται να βλέπουν τα παιδιά
Σε οθόνες λαμπυριστές
Συνάμα ακούραστες
Μηχανές χωρίς διάλειμμα
Πετσοκόβουν αισθήματα
Χαλούν τα μάτια.
Σφιχτοδεμένα χέρια
Ανάμεσα σε προσδοκίες
Η λογική της καρδιάς
Σχεδόν άγνωστη
Ο κόσμος πολτός.
Κανένας δεν συγχωρεί
Δεν ξέρουν τι σημαίνει νοιάζομαι.
Τρέχουν σαν διαμονισμένοι
Κρεμούν τα συναισθήματα
Κουρνιαχτός απροσωπίας
Τσαμπιά αυτάρκειας
Άρρωστης
Κι όλοι στον ίδιο ρυθμό
Αρρυθμίας.
Γέροι και γριές κοιτούν
Κουνώντας το κεφάλι
Κι άλλοι συνομήλικοι νεάζουν.
Λοιδωρίες.
Αθυρόστομοι νεαροί
Περιστρέφονται
Με ομοιόμορφες πλαστικές κούπες στο χέρι.
Αμέτρητοι καφέδες
Παρέχονται νυχθημερόν.
Κι εσύ κορωνίτσα με το τετραδιάκι
Και τα γραμματάκια τόσα δα
–Χρωμάτισέ τα–
Σου υποδείχνουνε στα σκίτσα.
Σέρνεις βιαστικά
χρωματιστά μολύβια στο χαρτί
Πολεμάς να μάθεις να τα κρατάς∙
Τα δάχτυλά σου
Μικρά κομματάκια σάρκας εύπλαστης
Σαν και σένα
Κι αν πηδάς ανάποδα
Και στήνεις πόδια στον αέρα
Λαχτάρα ζωής σε ωθεί
Κάθισμα δεν σε χωρεί
Κι οι βλεφαρίδες σου
Φύλακες άγρυπνοι
Μην ξεστρατίσει η ματιά σου.
Μάρτιος-Απρίλιος 2024
*Κορωνίτσα: Το μικρό κορίτσι στη μανιάτικη διάλεκτο.
///
*
*
*
