σύγχρονη ελληνική ποίηση

Αυτοανθολογούμενοι: Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Ο ποιητής έξω, Άγρα 2004, Δικαίωμα προσδοκίας, Άγρα 2008, Δανεικά αγύριστα, Κίχλη 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Hellenica – το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας: Aνθολογία νέων Ελλήνων  ποιητών (Γαβριηλίδης 2009), και στα γαλλικά από τον Μισέλ Βόλκοβιτς, δημοσιευμένα στον 5ο τόμο της Ανθολογίας που επιμελείται ο ίδιος με τίτλο Έλληνες ποιητές του 21ου αι. από τις εκδόσεις Le miel des anges, 2017. Συμμετείχε επίσης στην ανθολογία Austerity Measures σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, Penguin 2016, καθώς και στην ανθολογία Dichtung mit Biss, Edition Romiosin, 2018 σε γερμανική μετάφραση Τόρστεν Ίσραελ. Για μια οκταετία δημοσίευε βιβλιοκριτικές αλλά και κείμενα συνεντεύξεων στο ΠεριΩδικό της πόλης (Καβάλα). Από το 2001 ζει μόνιμα στην Καβάλα.

(περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Τρία Ποιήματα

 

Συνθήκη Οικογενειακή

Έδενα τα προαγορασμένα μου παπούτσια
και με γρυπή τη στάση βαττάριζα
σαν τους ναύτες, που μπορεί να γύρισαν
τον κόσμο όλο, μα το έκαναν ναυλοχώντας.
Ομογάστριοι δεν ήμασταν,
είχαμε όμως τον ίδιο ακράτητο πατέρα.
Τα μάτια της ήτανε αμυγδαλωτά,
εμβλήματα δισχιδή που ευωδίαζαν μια καταλαλιά,
σα να συνέβαινε πάντα κάτι.
Στο ημίφωτος στεκόμασταν ζαβά
σε γόνδολα μου φαινόταν βενετσιάνικη
με ηβικό τον ενθουσιασμό μα με μαβή τη διάθεση.
Με τον Φροστ διαρρηγνυόμασταν συνεχώς
ώσπου ήρθε τελικώς απ’ το διάδημα η γνωμάτευση,
«Ο έρωτας σε νησσοτροφείο απαγορεύεται αυστηρώς!»

~.~

Με το πλατύ του ξίφους

Μια παχιά αγελάδα, δαμάλα,
με μια βερβερίτσα να τρέχει στους ώμους της,
έβοσκε πλάι σ’ ένα προτείχισμα.
Με αριστοτελική ενδελέχεια
εκδήλωνε μια πανοραμική θέρμη
κι ένα πηκτό χαριτόβρυτο βούισμα.
Τα βυζιά της εκβάλλονταν σαν του πετεινού
το λειρί, μαρσιποφόρα και καταφύγιο
για όσους από τους μεταπράτες ήτανε στρυφνοί. .
Άμωμο κι ακρυστάλλωτο το γάλα της,
σα να ’βγαινε φρέσκο από γυψωρυχείο,
βανάδιο για τους διαβητικούς και για όλων
των δεδουλευμένων τους απαιτητικούς.
Όντας καλατζής με βαθμό και πηλήκιο,
φύλαγα λίγο για μετά διότι ήξερα πολύ καλά
πως στο άνετο μου το σκήνωμα,
σαν το κρασί το ραζακί θα το ’πινα μονομιάς
και θα κελάρυζα με τσέβδισμα ροχαλίζοντας τα εξής,
«Πο πο πόσο ωρ ωρ ωραία είναι τα τα τα όνειρα,
τι τι τι άσχημη που που που ‘ναι η ζωή!»

~.~

Με το τσίνουρο στο μάτι

Συννέφιασε βρε πουτάνα γη.
Έναν γίγαντα θα πλέρωνα
να ενθυλάκωνε τον ήλιο σου.
Αν και χαμίνι εγώ μ’ αυτά,
θυσίες πολλές θα έκανα
να υπερκάλυπτα όλα του τα θαφτικά.
Μα στα βιβλία οι γίγαντες παραπατούν
απ’ τα πόδα στα από ’κεί
αερομάντηδες όντας πολύ ψηλοί
μα και συνάμα αψίκοροι και υπερόπτες,
μαγκλαράδες απ’ τη γηθοσύνη την πολλή.
Έτσι στολισμένοι και κροσσωτοί
μ’ ορυμαγδό θα πατίκωναν ολόκληρη τη γη
κι ο παλαβός ο ήλιος πάλι να ξεπροβάλλει,
βεκίλης δραπέτης του υποκόσμου,
να μας καθαγνίσει διατηρώντας μας σε σαλαμούρα,
ξομπλιάζοντας ο αλητάμπουρας.

Πάντα το άσπρο θα διάλεγε
σ΄ ένα σύμπαν νταμωτό.
Πάντοτε με μαύρο θα πληρώναμε
των ματιών μας τα διαπύλια.

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

 

Αναγνώσματα του Νέου Ελληνισμού

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ

α΄
Καθόμουν στο μπαλκόνι μου με συντροφιά τον Μάη·
τη δροσερή της ύπαρξη που πέρναγε από κάτω
δεν θ’ άκουγα, σχεδόν απών, αν πάνω σε κλαδάκι
ήχος μικρός δεν κούρνιαζε και μήνυε σα χάδι
την ομορφιά που απλώθηκε στο ταπεινό λιβάδι.

β΄
Αχ στείλε μου ερωτόκριτε λουλούδι κι ας πεθάνω
και το είδωλο που ευθύς θα δεις σ’ εσένα θα πετάξει·
τέτοια θυσία κάνουμε για την αγάπη μόνο,
διαμάντια ασήμι και χρυσό κανένας δε λογιάζει
μπροστά στον φτερωτό θεό που τους θνητούς αγιάζει.

γ΄
Φιλέψου φίλη μην αργείς στην αρετή σου αγγέλλω
κανένας κήπος δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου·
μέσα στα χείλη μου θα βρεις το μυστικό που ψάχνεις
και κράτα το στα στήθια σου σα να ’ναι σταυρουδάκι
σε θαλπωρή που δε θα βρει στη μάνα του ελαφάκι.

δ΄
Με τέτοια λόγια ηδονικά γεννιέται το παιχνίδι
και στη σιωπή που τα κρατά σιγοφουντώνει η φλόγα·
μα πριν η μάχη κερδηθεί και πριν χαθεί το γιόμα
έγινα πένα και χαρτί και το κορίτσι ρίμα·
ρυάκι που μου ξεγλιστρά και φευγαλέο κύμα.

~.~

ΘΑΥΜΑΣΙΟΙ

Καλός ο πόνος στη ζωή
κι η θλίψη ακόμα πιο καλή·
γεννούν την αγκαλιά και τη συμπόνια.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλό το γέλιο κι η χαρά
– αντίδοτο για τη φθορά·
τη μαύρη τρέπει σε φυγή διχόνοια.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλό το γλέντι στην αυλή,
καλή κι η ρίμα στο χαρτί·
κι ο ζέφυρος και το νερό δροσίζουν.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλός ο ζωηρός Ρωμιός
καλός κι ο λόγιος Γραικός·
μαζί μπορούν κι ας μην το αποφασίζουν.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσιοι άνθρωποι».

Κώστας Κουτσουρέλης, Μεταφραστική ακαδημία

 

 

Μεταφραστική Ακαδημία

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Απ’ τη βεράντα, η λίμνη
ένα ειδύλλιο.
Μέσα στην αίθουσα σειρά
τα εξώφυλλα, ράφια καλλίγραμμα, ντάνες
βιβλία παντού σου κλείνουν όλο νόημα
το μάτι. Λες και στ’ αλήθεια
θέλουν να σου πουν –ποιος ξέρει–
κάτι.

~ . ~

HOMME DE LETTRES

Μ’ ένα μειδίαμα διαυγές
σταθμίζει ακούραστα,
ορθοτομεί πνευματωδώς και
συνοψίζει. Στο δείπνο αργότερα
πίνοντας πνεύμα εφάμιλλο
τρίζει με κέφι
τα μπροστινά του δόντια.

~ . ~

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Αν μου προσφέρετε τη γλώσσα σας,
θα σας προσφέρω κι εγώ τη δική μου.

~ . ~

BRANDENBURGER TOR. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εδώ κι εσύ
έχεις δικαίωμα στη σιωπή,
θυμίζει ο στίχος ( Ράινερ Κούντσε )
καθώς μπαίνεις.
Απ’ έξω το ψιχαλητό. Η Μεσευρώπη
στην καρδιά του Αυγούστου.
Εμπρός στην Πύλη ο ξεναγός
κραυγαζει στη διαπασών
κι έχει βραχνιάσει.

~ . ~

ΠΡΟΤΟΜΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Στάσου, δες, άκου :
λαχανιασμένη στο λαιμό
χάλκινη ανάσα.

~ . ~

ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΣΤΟ ΒΗΜΑ

Μαλλιά ξανθά γεμάτα φως,
δόντια κατάλευκα,
κόκκινα χείλη.

Φτάνει ένας στίχος
κι όλα σκοτεινιάζουν.

~ . ~

ΕΙΔΥΛΛΙΟ, ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Νερά αρυτίδωτα,
ιστία λευκά, κουπιά.
Σ’ αυτήν την όχθη βρήκανε
νεκρό τον Κλάιστ μια μέρα.

~ . ~

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΟΜΟΤΕΧΝΩΝ

Λέξεις απλώνουμε, μου λέει,
τίποτ’ άλλο.
Εκεί έξω, στη βροχή,
να μη στεγνώσουν.

~ . ~

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ

Στήθος βαθύ, καλεστικό.
Καλό λιμάνι απάνεμο
για τη φωνή την ξένη.

~ . ~

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Πλήθος, ποδοκροτήματα,
γεύσεις από τη νέα Πρωσσία,
η μέθη απ’ τα μικρόφωνα,
ο ίλιγγος του χορού.

Το διάβασμα :
ένα χούι κατά μόνας.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν τον Αύγουστο του 2006. Βασίζονται σε εντυπώσεις μου από τη Θερινή Ακαδημία των Μεταφραστών του Βερολίνου (Sommerakademie für Übersetzer), όπου έλαβα μέρος προσκεκλημένος του Literarisches Colloquium της γερμανικής πρωτεύουσας, σ’ ένα ειδυλλιακό παλιό αρχοντικό πλάι στις όχθες της Wannsee.

 

 

 

Στυλιανός Αλεξίου, Σώματα και Στιγμές

 

Εισαγωγή-Ανθολόγηση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

(περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Η θεά Μέθη

 

Η ΘΕΑ ΜΕΘΗ

«Ιδού το δαχτυλίδι, αν επιμένετε.
Σπάνιος αμέθυστος, ιώδης,
χωρίς ραβδώσεις ή κηλίδες,
γλυπτή φέρει τη μορφή της θεάς Μέθης.
Ανήκε στην αδελφή του Μεγαλέξανδρου
Κλεοπάτρα, τη δολοφόνησε ο Αντίγονος στις Σάρδεις
γιατί αποδέχτηκε πρόταση γάμου του Πτολεμαίου.

»Επί εικοσιτέσσερις αιώνες
το χάρηκαν ηγεμόνες
και άριστοι συντηρητές κράτησαν τη φθορά μικρή.
Ο Ασκληπιάδης απ’ τη Σάμο ύμνησε
την οξύμωρη εικόνα: ο λίθος φυλαχτό,
που από τη μέθη προστατεύει,
έχει της θεάς Μέθης τη μορφή.
Να κρατά την κάτοχό του νηφάλια μπορεί
μόνο αν έχει μεγαλείο βασιλικό.

»Βεβαιώθηκε η γνησιότης
από επιτροπή ξένων ειδικών.
Άγγίξτε το, στου οίκου μας τον πλειστηριασμό
ας είστε ο πρώτος πλειοδότης».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Αυτοανθολογούμενοι: Ελένη Σιγαλού

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Ελένη Σιγαλού (Ιωάννινα, 1964) ζει στην Πάτρα όπου εργάζεται ως καθηγήτρια φυσικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος (Ηριδανός, 2013) και Ιουλίου Όχλησις και 61 Χαϊκού (Κουκούτσι, 2016). Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

⸙ ⸙ ⸙

(περισσότερα…)

Mikvé

 

της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Στην παλιά πόλη του Μονπελλιέ, στη Γαλλία, υπάρχει ένα μεσαιωνικό εβραϊκό καθαρτήριο λουτρό, ένα Mikvé, που χρονολογείται γύρω στον 12ο με 13ο αιώνα. Δεν χρησιμοποιείται σήμερα. Ο επισκέπτης το βλέπει μόνο ως μνημείο του παρελθόντος. Είναι χτισμένο έτσι, ώστε το πιο βαθύ σημείο του να επικοινωνεί με υπόγειο ποτάμι. Το νερό διαπερνά τις πέτρες της θεμελίωσης.

MIKVÉ

Λάμπει πράσινο το νερό
πάντα στη μνήμη
στενή πέτρινη σκάλα
υγρή και γλιστερή
βαριά πελεκημένα κομμάτια πέτρας
με λείο ανάγλυφο μέτωπο
καμάρες και παραπέτα
μικρά πλαϊνά χωρίσματα

Κατεβαίνω προσεκτικά τη σκάλα
γυμνά πέλματα
περνούν μπροστά μου
μαλακά βήματα
αστράγαλοι ευκίνητοι
λεπτά άσπρα υφάσματα
καταβύθιση στο πράσινο νερό

Το υπόγειο ποτάμι
δεν αφρίζει
δεν κυλάει βράχους και άμμο
διαπερνάει τις πέτρες σιωπηλό
διαπερνάει το έδαφος
το υπόγειο ποτάμι
ανεβαίνει
δε βιάζεται
δε φοβάται τα χρόνια
μέρες και μέρες και μέρες
δε φοβάται τη στέρηση
δικά του φώτα
περνούν κάτω
στα παλιά θεμέλια της πόλης

Εκείνη η κόρη
έμπαινε με ήρεμες κινήσεις στο νερό
χιτώνας σφιχτά υφασμένος
μαύρα πλεγμένα μαλλιά

Δεν έχει αρώματα
λουλούδια
μουσικές
αντανακλάσεις της φωτιάς

Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Μπαίνουν βαθιά
κατεβαίνουν
απλώνονται
αντηχούν στις καμάρες
Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Θα τις περάσει
πράσινες
μαζί του
από τους πόρους της γης και της πέτρας
Θα τις απλώσει
στα υπόγεια ρεύματα
πέρα από τα παλιά θεμέλια
πέρα από χρόνους
μέρες και μέρες και μέρες
Μυστικές λέξεις του μυαλού
αντηχούν στις καμάρες.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Το δαχτυλίδι του Μαρδόνιου

 

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

Αγόραζε αγαθά πολυτελή,
χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της
και τα επέστρεφε την άλλη μέρα
εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα.
Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς
να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ,
πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.

Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό,
στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό
με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα.
Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο
στον μακρινό Έλληνα σύζυγο.
Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα:
«Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό
λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό».
Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει,
όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Υψηλές κορυφώσεις, πάσχουσα σύνθεση

 

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μανόλης Πρατικάκης, Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, Αρμός, 2021

Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, η τελευταία συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη αναμετράται με τον αγώνα του ’21, τον οποίο συλλαμβάνει και στοχάζεται ως την κορυφαία ιδρυτική πράξη του νεοελληνισμού. Μια δουλειά με υψηλές επιμέρους κορυφώσεις, κυρίως στην αποτύπωση του χθόνιου ήθους της γλώσσας και του εθνικού ιδεότυπου, αλλά πάσχουσα εν μέρει στην σύνθεση και κυρίως στην ερμηνευτική πρόταση που προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος προσέρχεται μάλλον αμήχανος στα διάφορα επετειακά ανακαλήματα της εθνογένεσης.

Το ’21 είναι ένα κατεξοχήν επικίνδυνο θέμα, καθώς ο δημιουργός που καταπιάνεται με αυτό καλείται να εκχερσώσει τις ιδεολογικές απολιθώσεις και τη στερεοτυπική πρόσληψη περί έθνους που επισώρευσε η κατεστημένη παιδεία, η ημιμάθεια και ο εθνικός φρονηματισμός. Οι πόλοι στους οποίους έχουν έως τώρα κινηθεί οι επιμέρους αναγνώσεις του εστιάζονται από τη μια στην εκ νέου μνημειοποίηση του και από την άλλη στον  αναστοχασμό υπό το πρίσμα του παρόντος,  αναστοχασμός που χρειάζεται να φτάσει έως την αποδόμηση της μουσειακής αγιοποίησής του, αν είναι να προκύψει η αναπαρθένευση της όποιας σχέσης μας με το παρελθόν. Το κύριο ζητούμενο που ανακύπτει από αυτές τις επετειακές υπομνήσεις είναι βεβαίως η σχέση του νεοελληνισμού με τους καταστατικούς μύθους του και τις ιδεολογικές αφετηρίες που ορίζουν οι θεσμικές ερμηνείες της Ιστορίας. (περισσότερα…)

Θοδωρής Καλογερόπουλος (1.8.1955-1.8.2021)

 

 

Τ Ρ Ι Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
όνειρα καίνε
μέσα σε φλόγες και καπνούς
τα μάτια κλαίνε

Κι εγώ σε μαύρους ουρανούς
είμαι χαμένος
με αλυσίδες σε τροχούς
είμαι δεμένος

Λύσε με τώρα να μπορείς
λευτέρωσέ με
σώσε με τώρα αν μπορείς
και λύτρωσέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα απόψε να με βρεις
λευτέρωσέ με

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
φεγγάρια καίνε
λόγια μεγάλα μην ακούς
ψέματα λένε

Αυτή τη νύχτα του χαμού
όνειρα καίνε
μα εσύ αστέρι τ’ ουρανού
βοήθησέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα πιο κάτω να με βρεις
λευτέρωσέ με (περισσότερα…)