Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

Δοκίμιο για την υπεραγορά τροφίμων

*

Αξιότιμε κύριε,

Σας ευχαριστώ που μου δίδετε την ευκαιρία να αναπτύξω σύντομα τις απόψεις μου για τις υπεραγορές (δεν σας πειράζει βέβαια που άλλαξα το θέμα από «super-markets» προς το ελληνικότερο), γιατί πάει καιρός που έγραψα οτιδήποτε σε κάποιο φίλο κι εγώ σας βλέπω έτσι. Σαν φίλο δηλαδή.

Στο σχολείο, λοιπόν, είχαμε κάνει ένα ποίημα του Πούλιου, «Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα», και μετά το ξανακάναμε στο πανεπιστήμιο. Τη δεύτερη φορά όμως μας είπαν ότι το πρότυπο του Πούλιου ήταν ο Γκίνσμπεργκ, δηλαδή και την πρώτη μας το είχαν πει, αλλά στο σχολείο δεν κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε το ποίημα του δεύτερου. Και έλεγε το αμερικάνικο ποίημα για μια συνάντηση στην υπεραγορά και ήταν το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα όταν μου δώσατε την κόλλα με την ερώτηση: «Τι σημαίνει για σας σούπερ-μάρκετ;» Θυμήθηκα έναν στίχο που μεταφρασμένος μου φάνηκε αστείος («Τι έκανες, Γκαρθία Λόρκα, ανάμεσα στα καρπούζια;»), ενώ στα αμερικάνικα μου φάνηκε ωραίος. Όπως και να ’χει, είναι ωραία να περπατάς σε τέτοιους χώρους και να συναντάς σπουδαίους ποιητές, έστω και μέσα στην παρακμή. (περισσότερα…)

Στην Κοίμηση της Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η γνωστή ποιητική συλλογή Ἄνθη εὐλαβείας, που περιλαμβάνει έμμετρες συνθέσεις των σπουδαστών της Φλαγγινείου Σχολής της Βενετίας, εκδόθηκε στη Βενετία το 1708. Σε αυτή περιέχονται στιχουργήματα συντεθειμένα στην αρχαία και νέα ελληνική, καθώς και στην ιταλική. Το «άσμα» που μεταφράζεται εδώ προέρχεται από τα αρχαιοπρεπή συνθέματα και το θέμα του, όπως και όλης της συλλογής, είναι το εγκώμιο της Θεοτόκου, με αφορμή τον εορτασμό της κοιμήσεώς της. Το ποίημα φέρει τον χαρακτηρισμό «ἆσμα σαπφικὸν» και πράγματι ακολουθεί τη μετρική μορφή της λεγόμενης «σαπφικής ωδής»: Τετράστιχες στροφές, με τρεις ενδεκασύλλαβους και έναν πεντασύλλαβο. Συνδιαλεγόμενος με αυτή τη διάταξη, επέλεξα τετράστιχες στροφές με τρεις ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους και έναν καταληκτήριο ιαμβικό επτασύλλαβο. Πεζή μετάφραση του ποιήματος μπορεί κανείς να βρει στο: Α. Καραθανάσης (επιμ.), Ἄνθη εὐλαβείας, Αθήνα 1978, σ. 48. Από αυτή την έκδοση (σ. 24-25) παρατίθεται μετά τη δική μου μεταφραστική δοκιμή το πρωτότυπο.

///

ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
KAI ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

Άσμα σαπφικό

Άσπιλη νύμφη, μέγιστη Μαρία,
των αοράτων κι αισθητών η δόξα,
του Θεού των όλων πάναγνη μητέρα,
χαρά πολλή σ’ εσένα!

Διαμένεις πια σε ουράνια κατοικία,
με τρόπαια που σ’ όλους διαμηνύουν
τις άρρητες, τις θείες αρετές σου
και τα επιτεύγματά σου. (περισσότερα…)

Αποικία

*

Να σε μετράνε, θάλασσα, να μη χορταίνουν
κι εμείς να σε μαθαίνουμε τριγύρω απ’ τη φωτιά·
με στίχους μαγικούς να δροσιζόμαστε
κι απ’ την ανάσα των φτωχών μας φίλων
τα βρώμικα μαλλιά μας ν’ ανεμίζουν.

Μη δώσεις, λένε, στον ιθαγενή νεφέλες
μόνο γραφίδα-ακόντιο στη θήρα
κι άσ’ τον με φαντασία να πλανάται.
Μα πρόσεξε! Το μέρος που του αναλογεί
πρέπει να συντηρεί μια θύμηση νωθρή.

Τα πτώματα δεν περπατούν στους δρόμους
που απλόχερα μας φτιάξαν· διάβασε
την ιερή περγαμηνή να δεις τι λέει
κι αν δεν μπορείς, θα σου το πει η βροχή. (περισσότερα…)

Άσματα από χαμένα έπη (Χειρόγραφο Πατρών)

*

ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΑ
(παραλλαγή Χ)

Μέσα στου δάσους την καρδιά
μετά της μάχης τη φωτιά.

Αμ. Μικρός τι θέλησες να γίνεις;
Δ. Χορευτής. Αμ. Πες μου, τι συνέβη;
Δ. Έγινα· το κορμί μού χάριζε ζωή
κι ήταν η μουσική κλαγγή… και φοβερή βουή.
Αμ. Αυτό, καλέ μου, μην μου κρύψεις·
ο φόβος μούσκευε τα γένια σου
στα χείλη σαν ξαπόσταινες
των ετοιμόρροπων βουνών;
Δ. Στους άντρες δάκρυ δεν αρμόζει.
Αμ. Και μες στη νύχτα, κάτω απ’ το φεγγάρι;
Δ. Στη λάμψη του μονάχος… Αμ. Μόνο αυτό;
Δ. Και φοβισμένος. Σύντροφος με κάποιον
που δεν τον είχα ξαναδεί, σε σώμα
φτωχό και ρημαγμένο. Αμ. Τώρα στέκεσαι
κοντά μου. Δ. Ναι… Είναι σαν να βρήκα την καρδιά μου.
Αμ. Αλίμονό μου, δεν αρκεί! Δ. Γιατί;
Αμ. Πρέπει να γίνεις η δικιά μου.

Και φίλιωσαν τα δυο κορμιά
σαν δυο σταγόνες στη δροσιά. (περισσότερα…)

Lou Reed, Φασαρία στον δρόμο

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Το τραγούδι «Φασαρία στον δρόμο» («Street hassle») συμπεριλήφθηκε στον ομώνυμο δίσκο του Λου Ρηντ, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1978. Ο σκοπός του Ρηντ ήταν να γράψει ένα συνθετικό κομμάτι που θα απηχούσε την επιρροή συγγραφέων όπως ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, ο Τένεσση Ουίλλιαμς και ο Χιούμπερτ Σέλμπυ. Τα τρία μέρη συνδέονται μέσω των μοτίβων και της κοινής τους ατμόσφαιρας και δεν αφηγούνται την ίδια ιστορία.

Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο, μία καλοβαλμένη γυναίκα αγοράζει τις υπηρεσίες ενός ζιγκολό. Η αφηγηματική φωνή εναλλάσσεται μεταξύ του αφηγητή και της γυναίκας. Το δεύτερο απαρτίζεται από τον θεατρικό μονόλογο ενός εμπόρου ναρκωτικών, ύστερα από τον θάνατο μίας κοπέλας από υπερβολική δόση. Ο αποδέκτης του μονολόγου είναι ο συνοδός του θύματος. Το τρίτο μέρος ανοίγει με τα λόγια μίας αντρικής φωνής (στον δίσκο ερμηνεύεται από τον Μπρους Σπρίνγκστην) που σκιαγραφεί τη συντριβή μιας κοπέλας ύστερα από το βίωμα της ερωτικής απογοήτευσης. Το τραγούδι ολοκληρώνεται με τον σπαρακτικό μονόλογο της δεύτερης, καθώς αποζητά τα δύο πράγματα που φαίνεται να έχασε για πάντα: Το πρόσωπο που ποθούσε και την ίδια την αγάπη.

Σημειώνεται ότι έχουν γίνει κάποιες προσαρμογές, ώστε η ανάγνωση να δίνει την εντύπωση ενός ποιήματος και όχι μηχανικής μεταγραφής στίχων τραγουδιού. Έτσι, τα πολλαπλά «sha-la-la» που ακούγονται στο τραγούδι αφαιρέθηκαν και έγιναν μικρές προσθήκες στη στίξη. Μετά τη μετάφραση παρατίθενται οι στίχοι στο πρωτότυπο.

(περισσότερα…)

Γεώργιος Πισίδης, Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ποίημα εγκωμιαστικό για τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), με θέμα τις πολεμικές επιτυχίες του έναντι των Περσών και των Αβάρων, αλλά και την ανατροπή του προηγούμενου αυτοκράτορα, Φωκά, στα τέλη του 610. Το στιχούργημα, όπως και συμβαίνει και σε άλλα του Πισίδη για τον Ηράκλειο, κατασκευάζει την εικόνα του ιδανικού Βυζαντινού αυτοκράτορα: Είναι ο εκλεκτός και το όργανο του Θεού, μία ακριβής αποτύπωση του Χριστού, καθώς και ένας ευσεβής, δραστήριος και ικανός πολεμιστής. Σε ποιητικό επίπεδο, ο Πισίδης έφερε τη μεγάλη αλλαγή στη βυζαντινή λογοτεχνία, καθώς αυτός πρώτος επέβαλε τη χρήση του ιαμβικού τριμέτρου του αρχαίου δράματος στη βυζαντινή ποίηση, καταφέρνοντας να τερματίσει την πρωτοκαθεδρία του ομηρικού μέτρου που ίσχυε μέχρι τότε. Στους επόμενους αιώνες οι Βυζαντινοί λόγιοι τον θεωρούν σταθερά ως τον κορυφαίο ποιητή του δικού τους «λογοτεχνικού κανόνα».

///

Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο, που ήρθε από την Αφρική
και ανέβηκε στον θρόνο, και κατά του αυτοκράτορα Φωκά

Τα λόγια δεν αρκούν για να σε περιγράψουν·
ο Θείος Λόγος όρισε ψηλά να στέκεις
εκεί που ο λόγος τούτος ο ρευστός δεν φτάνει.
Πολλοί σ’ υμονολογούν, το βλέπω, βασιλιά μου,
δεινοί πολεμιστές, καβάλα στα άλογά τους,
που δεν διακρίνονται για το σοφό μυαλό τους
κι ο χαρακτήρας τους θεϊκή σκευή δεν έχει.
Όμως σ’ εμένα φαίνεται σωστό να υμνήσω
τη φρόνηση, την οδηγό της θείας ψυχής σου.
Από ψηλά την έλαβες για πανοπλία
κι έτσι στις Ιερές Γραφές τον νου σου στρέφεις· (περισσότερα…)

Ο Εραστής της Πορφύρας (Μια ανταπόκριση)

*

Ποιητική ανταπόκριση στη χθεσινή
ωραία μετάφραση του φίλου Ν.Κ.

~.~

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Ακίνητος αν κι η καρδιά μου τρέχει
προσμένω τώρα την αγαπημένη
κι απέξω κι από μέσα μόνο βρέχει·
που βρίσκεται η μονάκριβή μου Ελένη;

Την είδα χθες που μίλαγε μ’ εκείνο
τον άτιμο προδότη. Μη φοβάσαι,
η ζήλια μακριά μας· δεν σ’ αφήνω
έτσι εύκολα. Μονάχα πού κοιμάσαι

να ξέρω κι είμαι εντάξει. Δεν σε βλέπω
κι απέξω κι από μέσα τρικυμία.
Τα μάγια, τις κατάρες θ’ αποτρέπω
για χάρη σου, κι ας ήσουν –τι αηδία!–

(περισσότερα…)

Τρία βυζαντινά ερωτικά ποιήματα

*

Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

1. Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος
(5ος-6ος αι.), στ. 203-218

[ Ο μονόλογος του Λέανδρου ]

«Κόρη, για την αγάπη σου τα κύματα θα σκίσω
κι ας είναι η θάλασσα δεινή κι εχθρός μου το νερό της.
Κινώντας για την κλίνη σου το ρεύμα δεν θα τρέμω
και διόλου δεν θα φοβηθώ το πέλαγος που ουρλιάζει.
Μα κάθε νύχτα που περνά για τον υγρό εραστή σου
τον άγριο τον Ελλήσποντο θα διαπερνά με θάρρος.
Την Άβυδο, την πόλη μου, μακριά πολύ δεν κτίσαν.
Ένα λυχνάρι μοναχά στον πύργο σου εκεί πάνω
στη νύχτα ας φέγγει τη βαθιά. Κι όταν θα το κοιτάζω
καράβι θα ’μαι του Έρωτα κι ο λύχνος σου ένα αστέρι·
εκείνον θα ’χω για οδηγό, τον Βοώτη δεν θα βλέπω
κι ο τολμηρός Ωρίωνας βοηθός μου δεν θα γίνει
κι ούτε την άβροχη τροχιά θ’ ακολουθώ της Άρκτου,
σαν έρχομαι από απέναντι προς το γλυκό λιμάνι.
Μόνο, καλή μου, πρόσεχε τους δυνατούς ανέμους
μήπως τυχόν τον σβήσουνε και χάσω την ψυχή μου,
τον λύχνο τον λαμπρό ταγό που ορίζει τη ζωή μου».

[Σημείωση: Στο ποίημα του Μουσαίου, δύο νέα παιδιά, η Ηρώ και ο Λέανδρος, βιώνουν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Υπάρχει όμως το πρόβλημα της απόστασης, καθώς τις πόλεις τους τις χωρίζει ο Ελλήσποντος. Το σχέδιο που συλλαμβάνει ο Λέανδρος, και τελικά εφαρμόζουν οι ερωτευμένοι, είναι παράτολμο: Το αγόρι κολυμπά κάθε βράδυ από την πόλη του σ’ εκείνη της αγαπημένης του, ενώ αυτή φροντίζει το φως του λυχναριού της να του δείχνει τον δρόμο. Η άφιξη της βαρυχειμωνιάς οδηγεί στο τραγικό τέλος, με τον χαμό του ζευγαριού. Ακόμα κι έτσι, ο θάνατος βρίσκει τα σώματα των δύο νέων το ένα δίπλα στο άλλο. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος σχολιάζει: «Και στην τελευταία αυτή συμφορά κατάφεραν ν’ απολαύσουν ο ένας τον άλλο».]

~.~ (περισσότερα…)

Ελληνικό καλοκαίρι

*

ΤΑ ΞΥΛΑ

Θυμάμαι
μικροί που θυσιάζαμε τον χρόνο μας
στα δέντρα, αυτούς τους εύθραυστους θεούς
που ακόμα κι όταν θύμωναν
παρέμεναν στον τόπο μας γονείς ή φίλοι.

Μα τι συνέβη;
Θυμήσου το καλύβι που έχτισες
τον έρωτα που χάραξες στον σώμα ενός·
θαρρώ δεν ήταν άλλο
πλην τρόποι για να πεις πώς πέθανε ο θεός
με τούτες τις μικρές αυτοχειρίες.

///

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΟΥ

Δεσμεύομαι
θυσιάζομαι σαν άλλος Προμηθεύς.
Εκλέγομαι και γεύομαι,
μες στην πορφύρα, με το Κράτος και τη Βία,
θεόσταλτα εισαγόμενη αμβροσία·
γίνομαι τότε κύκνος, βιάζω τον εαυτό μου
–αισίως στη δεκάτη μου θητεία–
για ν’ αποδιώξω τη δυσβάσταχτή μου ανία
και ζήσω όπως προρρήθηκε: σεπτός Επιμηθεύς.

///

ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Αθήνα
εύμορφη νύμφη στα σκοτάδια
τα φώτα της μητρόπολης αχλάδια
που δρόσιζαν τον ουρανίσκο
στα τέλη του όγδοου μήνα.

Και μες στα διψασμένα φύλλα
στοιχειά και στίχοι του Ευριπίδη,
φωνή μιας σάρκας τετραπέρατης:
«Μην την κοιτάζεις μόνο· μίλα!»
Τιμή στη μαύρη πέτρα της
και στο μεταλλαγμένο μύδι.

Αθήνα, θίνα της θαλάσσης!
(άκαιρη καθαρεύουσα:
ο επίλογος της πλάσης.)

///

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΚΡΥΦΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Αγαπημένο βοριαδάκι
το βράδυ που την ξαναείδα
το σώμα μου ήταν υγιές.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

 

 

Νεκρόδειπνος 2024

*

Μέρος Α΄: ΝΥΚΤΟΣ ΕΝ ΑΜΟΛΓΩ

Γλυκιά δροσιά·
κυνηγούσα έναν άγγελο Κυρίου
πλησίαζα και ξέφευγε –παιχνίδι λες–
και κάποτε καθόμασταν στο καλντερίμι
κι ανάμεσά μας το ψωμί με τις ελιές.
Και ζέσταινε και ζέσταινε· του ζήτησα βεντάλια
μα ξαφνικά κυμάτισαν τα δυο φτερά
κι ο αέρας ανακάτεψε τα ατίθασα μαλλιά μου.

Η γη πια δεν κρυβόταν·
κάτω απ’ τον ήλιο τον δεινό άνοιξα
το στόμα κι είπα: ρίξε μια σταγόνα,
σ’ εσένα έχω κρεμάσει την πνοή μου.
Κι ακούστηκαν τα δυο φτερά του
ανάμεσα σε σύννεφα χιλιάδες
και γέμισε το δέρμα μου νερό.

Σουρούπωνε και βράδιασε και μαύρισαν τα σπίτια. (περισσότερα…)

Τρία βυζαντινά ποιήματα του 11ου αιώνα

*

Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

1. Ανωνύμου

Στον τάφο του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου

Ο βασιλιάς ορίζει μοναχός του
το μέρος που θα θάψει τη σορό του.
Εγώ ο Βασίλης, της πορφύρας θρέμμα,
στήνω τον τύμβο μου στη γη του Εβδόμου,
όπου θα βρω την ποθητή μου σχόλη
απ’ τους αρίφνητους, φριχτούς πολέμους.
Το δόρυ δεν ξαπόστασε, το ξέρεις,
ο βασιλιάς των Ουρανών σαν είπε
της Γης εδώ να γίνω ο βασιλιάς σας.
Τα μάτια μου δεν γνώρισαν τον ύπνο
τι ποιος για τους Ρωμαίους θα νοιαζόταν,
στη Δύση στρέφοντας το βέβαιο βλέμμα
ή στης Ανατολής τους πέρα τόπους;
Άραβες, Βούλγαροι κι Αρμένιοι, Σέρβοι
το ξέρουν πως σου λέω την αλήθεια.
Και τώρα που τον τάφο μου κοιτάζεις
αντάμειψέ με με τις προσευχές σου.

~.~ (περισσότερα…)

Η ματιά της Αντιγόνης

*

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΑΠΟΨΕ

Μέσα από τις κουρτίνες που ανεμίζουν
ακούω και βλέπω να ζυγώνει –θόρυβος
πολύς!– το ταίρι κι η κλεψύδρα της ζωής·
κι από το δάπεδο η αφή
και μυρωδιές με την κρυφή,
κανείς σας που δεν ξέρει, προσευχή
εκτός από… Κι αυτό το γέλιο που με κομματιάζει

κι αυτό το δάκρυ, νέα συναρμογή
και ξέρεις, είπες, πρέπει να χαμογελάμε
κι ας ξέχασες να κλείσεις τον διακόπτη
κι η βρύση ας στάζει –ξέρω πως νυστάζει
το καθαρό σου βλέμμα· λίγο ακόμα–
αυτό και τίποτα άλλο: «η βρύση ας στάζει»
κι αποκοιμήθηκες στην αγκαλιά μου.

Σ’ ευχαριστώ που μίλησες για την αγάπη απόψε.

~.~

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Δωροδοκεί τον Χρόνο
με τα χρυσά μαλλιά της
με αντάλλαγμα οξυγόνο.

Σαν ένα περιδέραιο
ακάματης αξίας
ο φόβος διακοσμεί τον τράχηλό του.

Φιλοτεχνούν το τέλος τους
κάθε στιγμή που υπάρχουν
κι αφήνουν μια πηγαία κραυγή·
«απόδειξη πως ήμουνα κι εγώ πάνω στη γη».

~.~

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΝ ΘΗΒΑΙΣ

Να τος! Ψηλός, πλατύστερνος ο Κρέων·
της εξουσίας θύμα, της αρχής ο θύτης
αρρενωπός μέχρι να δύσει ο ήλιος
και μια ανιψιά τού βγάλει γλώσσα. Μα για στάσου,
ποιος από σας μπορεί να διώξει το χτικιό;
Ω Κρέων, Κρέων, σώσε μας κι αφού το κάνεις
φύγε. Θα συζητιέται για πολύ θαρρώ
εκείνο το αναπόφευκτο Κακό – «πολιτικό»
κατά πώς λέμε εμείς. Τι χάος, τι φριχτή εποχή·
ένα κορίτσι τρομαγμένο, το άλλο σ’ αψηφά
και τούτο το νεκρό κορμί να συμβολίζει
ποιος ξέρει τι και ποιος γιατί… Σταθείτε εδώ,
το πλήθος που βουβά τσιρίζει και κοιτά·
εδώ και τώρα θέλουμε προβλήματα και λύσεις!

Αντάρα φοβερή σας έχει βρει.
Προσέξτε τη ματιά της Αντιγόνης
την εμμονή στον πόθο τον κρυφό της·
τιμή, δικαιοσύνη
–ή μάλλον όχι· αγάπη, μόνο αγάπη–
για τον νεκρό αδελφό της.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ