Δεν έγινε

*

Για τον Τιμ που του άρεσε ο Ρέυμοντ Κάρβερ

Στεκόταν σαν σκιάχτρο κι ατένιζε το τίποτα. Θαρρούσε πως είχε στο δεξί χέρι τη βαλίτσα, εκείνη που είχαν αγοράσει σε στιγμές αγάπης στην Καλιφόρνια. Όταν τον ξύπνησε η φωνή της και κοίταξε χαμηλά, είδε ότι στην πραγματικότητα κρατούσε μία τσάντα για τα ψώνια. Από τα χείλη του έτρεξε λίγο σάλιο.

«Την κόλασή μου!» έκανε η γυναίκα. Η αγαπημένη της έκφραση, τόσο σε στιγμές έκπληξης όσο και αγανάκτησης.

«Τζιλ, άκου…»

Ο Μπομπ πάσχισε να δομήσει μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ύστερα από δεκαπέντε δεύτερα βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Το χνότο του απέπνεε, αναμενόμενα πια, αλκοόλ. Το αριστερό του χέρι τιναζόταν πάνω κάτω, τάχα εξηγώντας και τονίζοντας, τελικά με ζωή δική του, ξέχωρη από αυτήν του ανθρώπου στον οποίον ανήκε.

«Άκου…»

Η Τζιλ τέντωσε το αυτί στον ξύλινο χώρο.

«Δεν ακούω τίποτα».

Ο Μπομπ μόρφασε, κάτι μεταξύ πικρίας και ειρωνείας. Δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνη.

«Φύγε απ’ τη ζωή μου, Μπομπ!»

Το σκιάχτρο προσπαθούσε ν’ αντιληφθεί την ύπαρξή του. Μπορούσε να κουνηθεί, να στρίψει, ν’ ανοίξει την πόρτα και να φύγει; Μπορούσε να ξαναβρεί το χαμένο μυαλό του;

Δεν σάλευε, το πρόσωπο πάντα στο τίποτα.

Η Τζιλ πήρε βαθιές ανάσες· ετοιμαζόταν ν’ ανοίξει το στοματάκι της και να ξεράσει τα γνωστά, μόνο που τώρα θα τα εννοούσε. Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, Μπομπ. Έχεις ακουστά τα σπίτια της δεύτερης ευκαιρίας; Ε, τούτο δω δεν είναι από κείνα! Άνοιξ’ την πόρτα και σπάσε, την κόλασή μου!

Το σκιάχτρο είχε ξαφνικά μία έκλαμψη: Βρίσκεται εδώ και τώρα, τα πράγματα με τις διαστάσεις τους – να το τραπέζι, να κι η φρουτιέρα, να και το σάντουιτς… Μόλις ανοίξει η πόρτα θα ’χουν φύγει αυτά και θα υπάρχει άλλο τώρα, άλλο εδώ, και θα ’ναι μόνος κι αβοήθητος στον σκοτεινό δρόμο με τα γρήγορα αμάξια και την τσάντα που πέρασε για βαλίτσα.

«Άκου…», ψέλλισε, κι εννοούσε το άλλο «άκου», που σημαίνει: «Γύρω μας σιωπή, παντού σιωπή. Εσύ δε φοβάσαι;» Μα η Τζιλ είχε πονηρευτεί, δεν θα ’πεφτε στην παγίδα του πάλι.

«Φύγε!»

Το δικό της χέρι υπάκουσε στο μυαλό που το εξουσίαζε. Ο δείκτης ήταν καρφωμένος στο σκοτάδι εκεί έξω.

Φάνηκαν σημάδια πως το σκιάχτρο θα κουνιόταν. Το σκυφτό κορμί άλλαξε σχήμα, με μια βαθιά ανάσα η κοιλιά φούσκωσε κάμποσο και σταδιακά ξεφούσκωσε. Τα πόδια άρχισαν να δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, αβέβαια ακόμα.

«Άντε!» πρόσταξε η Τζιλ. Σχεδόν τον είχε καταφέρει.

Βηματάκι στο βηματάκι, ο Μπομπ έφτασε την πόρτα. Σήκωσε το αριστερό χέρι κι έπιασε το πόμολο. Η μεγάλη κίνηση. Ξεφύσηξε σαν αερόστατο και συμμάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει. Τελευταία σκέψη: «Άκου…».

Είχε σχεδόν βγει, μα τότε ξεπετάχτηκε από το δωμάτιό της η Ρέυ. Χίμηξε καταπάνω του και μ’ ένα σάλτο χάθηκε μες στην αγκαλιά του.

«Μπαμπά, μη φύγεις!»

Τον έσφιγγε με πάθος, αχόρταγα.

«Μπορεί να μου σβήνεις τη μισή μου έκθεση, να μου πετάς τις λέξεις απ’ το παράθυρο σα να ’μαι καμιά αρχάρια, μα σ’ αγαπώ, που να πάρει ο διάολος! Μη φύγεις!»

Ο άνδρας βρέθηκε σε πλήρη σύγχυση. Ο αέρας έφερνε στα αυτιά τα κλάματα της κόρης του και τα συνήθη λόγια της γυναίκας. Πού βρισκόταν όμως και γιατί; Η Ρέυ μύριζε κρεμοσάπουνο. Ο Μπομπ έκλεισε τα μάτια κι εισέπνευσε τη μυρωδιά. Άφησε από το δεξί χέρι τη σακούλα κι αγκάλιασε και με τα δυο το κορίτσι. Ένα ζεστό σώμα. Θαλπωρή. Όπως πριν πηδήξει τη φοιτήτριά του, πριν την γκαστρώσει, πριν τον διώξει η γυναίκα του από το σπίτι, πριν γεννηθεί τούτο δω.

«Χριστέ μου», σκέφτηκε, «τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε! Σ’ ευχαριστώ».

 

Καθώς τον κατάπινε το πηχτό σκοτάδι άκουγε τη Ρέυ να τον φωνάζει, με κάθε βήμα πιο μακριά της.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*