ελληνική ποίηση

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 62. Γιάννης Καρπούζης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Στέλιος Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΔΥΝΑΜΗ

Δυο εχθρούς έχει η κραυγή μου
Τους διαφημιστές και τους επιμελητές
Γι’ αυτό κι εγώ θα γράψω λέξεις
και θα την κρύψω στις σκιές τους
Στα κενά ανάμεσά τους
Στις εισπνοές σου.

~.~ (περισσότερα…)

Μια οργισμένη ποιητική καταγραφή του παρόντος

Δημήτρης Γκιούλος
Αστικά δύστυχα
Θίνες 2020

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου το διάβασα δυο φορές. Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ανισότητες ήταν η απόφαση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά στη δεύτερη ανάγνωση προστέθηκε και η ζωηρή αίσθηση που σου αφήνουν ορισμένα βιβλία από την ιδιάζουσα ταυτότητα της γραφής και το, εικαζόμενο, ποιον του φορέα της γραφής. Τριανταεξάχρονος ο δημιουργός, στην πρώτη ποιητική δοκιμή του, με κείμενα αυτοπαρατήρησης, αυτοβιογραφικά, που μετρούν τη συνήθη, ελαφρώς προβληματική, οικογενειακή γενεαλογία, τη μέτρια ενηλικίωση, την υπεσταλμένη εξέγερση της αριστερής ιδεολογίας, το μεροκάματο του δύσκολου έρωτα, τη σκληρή οικονομική συνθήκη του μη σταδιοδρομήσαντος από άποψη, την μπετόν αρμέ αστική καθημερινότητα, την οδύνη του πρώτου πραγματικού θανάτου στη ζωή, της μάνας, την οργή που στρεφόμενη, πρώτον, κατά του εαυτού γίνεται σαρκασμός και, δεύτερον, κατά της κοινωνικής φενάκης γίνεται καταγγελία που δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

 

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Σωστά Ιφιγένεια σε λεν· και τώρα,
που οι χαραμάδες στένεψαν, μας λείπει
η δύναμη που κρύβεις. Μην τρομάξεις
αυτούς που τόσο σ’ αγαπούν, μη φύγεις
για κάποιο αλόγιστο ταξίδι. Γύρνα,
μα σε βωμό παράλογο μην κάτσεις.
Συλλογίσου, μετά τη δίκαιη ψήφο
το αντίδοτο του θάνατου θριαμβεύει·
διώχνει το ανώφελο σκοτάδι· ζήσε
για εκείνους που το δράμα συνεχίζουν.

~.~ (περισσότερα…)

Δημήτρης Αρμάος, Μικρή εισαγωγή στην ποιητική του (2/5)

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου. 

 

 

 

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΥΡΟΥ

Μικρή εισαγωγή στην ποιητική του Δημήτρη Αρμάου

Ὅλο καὶ κάτι σπάει . . . κάποιοι τὸ σπᾶνε . . . δὲ θ’ ἀξίζει
(Βίαιες εντυπώσεις, σ. 334)

Ο ευσύνοπτος τόμος με τα 220 ποιήματα και τον τίτλο Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007 —ευσύνοπτος αν σκεφτεί κανείς πόσα ποιήματα έχουμε της Ντίκινσον και του Κάμμινγκς, του Παλαμά και του Ρίτσου· αρκετός αν αναλογιστεί τα 154 σονέτα του Σαίξπηρ, τα 154 ποιήματα του Καβάφη, τα πολύ λιγότερα όσων χάθηκαν πολύ νωρίς· εντούτοις, υπεραρκετός στεκούμενος ως αυτοδύναμη οντότητα— δεν είναι συγκεντρωτικός μα καταστατικός ενός ορίζοντα προβληματισμών που έκλεισε. Και από τον τίτλο άλλωστε λείπει το οριστικό άρθρο· πρόκειται για μιαν επιλογή βίαιων εντυπώσεων, για τα highlights ενός βίαιου βίου. Παραλείπει δημοσιευμένα ποιήματα, ξαναγράφει όσα εν τέλει αφήνει —συχνότατα με ριζικές αλλαγές—, προσθέτει αδημοσίευτα, αναδιαρθρώνει τη σειρά όχι με χρονολογικό κριτήριο, αλλά μὲ τὴν πρόθεση ν’ ἀκολουθήσουν τὸν εἱρμὸ μιᾶς συναισθηματικῆς καὶ πνευματικῆς ἐξέλιξης.[1] (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Δύο ποιήματα

(περισσότερα…)

Θάνος Γιαννούδης, Αναγέννηση

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου

«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)

Νικολέτα Κούτη, Γεύμα στο πάρκο

800px-Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Γεύμα στο πάρκο

Ένας ποιητής, σκυφτός στην άκρη του εστιατορίου
Πίνοντας μια κόκκινη γουλιά
Αναλογίζεται
Πώς να ηχούν οι ήχοι από τα μαχαιροπίρουνα
Στ’ αυτιά εκείνου του αστέγου που ευτυχώς πρόλαβε τη θέση στο παγκάκι.
Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχει τα τζιτζίκια παρέα το καλοκαίρι,
Και ίσως να πιάνουν και καμιά ψιλοκουβέντα.
Ξέρει πάντως πως όταν σηκωθεί από το μαγαζί,
Θα διασχίσει το πάρκο γυρνώντας το βλέμμα του γρήγορα,
Και θα ψάξει την χώνεψη από το φιλέ μινιόν
Σ’ ένα στέκι με ακριβό ουίσκι
Και άλλους διανοούμενους να συζητούν
Την αδικία της ζωής.
Έπειτα θα επιστρέψει σπίτι του,
Και θα γράψει
Ένα θριαμβευτικό ποίημα για την βαριά μελαγχολία του στην όψη εκείνου του ανθρώπου.
Βέβαια δεν θα αναφέρει ότι ούτε την μυρουδιά του δεν άντεξε
Ούτε τα άπλυτα μαλλιά του να κοιτάξει.
Σίγουρα όμως εκτελεί το χρέος του,
Και γι’ αυτό, θα ανάψει ένα πούρο σκεπτόμενος.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ


(Πίνακας: Edouard Manet, Le déjeuner sur l’herbe)

Ποιητικά υβρίδια στην υπηρεσία του ανώτατου σκοπού

Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ, Αθήνα, Αντίποδες, 2019

 της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Στο πρώτο βιβλίο του Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ (Αθήνα, Αντίποδες, 2019) τα κείμενα στο σύνολό τους δίδουν την εντύπωση ότι συντάσσονται (και παρατάσσονται) πρωτίστως βάσει μιας αισθητικής προσέγγισης απέναντι στη γλώσσα − όπως λίγο πολύ εξάλλου κάνει κάθε ποιητής και κάθε καλλιτέχνης γενικότερα. Στην περίπτωση του Γαρουνιάτη όμως, η γλώσσα μοιάζει να ακολουθεί τη μέθοδο ή την τεχνική μιας άλλης τέχνης που γνωρίζει καλά ο ποιητής, εκείνην της γραφιστικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κείμενα εξελίσσονται και ελίσσονται άνευ λόγου και νοήματος∙ κάθε άλλο μάλιστα. Χωρίς να πρόκειται για οπτική, concrete ή για άλλου παρόμοιου είδους ποίηση, η επιλεγμένη διάταξη των στίχων πρώτα και η συνεκτική διάταξη των ποιημάτων ακολούθως, προσδίδουν στο βιβλίο έναν ενιαίο εσωτερικό ρυθμό, ο οποίος δίδει το εναρκτήριο κελάηδημα (rossignol στα γαλλικά σημαίνει αηδόνι) ήδη από το πρώτο ποίημα. Αυτό το μήνυμα έχει ήδη δοθεί, κατά πώς υπονοεί ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος του βιβλίου «Ηχητικό μήνυμα» με μικρό γράμμα αντί κεφαλαίο, πριν από το ίδιο το ποίημα, πριν από το ίδιο το βιβλίο, πριν από το συγκεκριμένο γεγονός:

(περισσότερα…)

Φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών, Γαβριηλίδης, 2019

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αφανών γυναικών, ο τίτλος της τελευταίας, έκτης, συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά, από τον Γαβριηλίδη. Οι αφανείς γυναίκες της γραφής του είναι οι παλαιές γυναίκες- εμβλήματα μιας αντοχής που έρχεται από ξεχασμένες δεκαετίες της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας αλλά και οι σύγχρονες, έκκεντρες και απέριττα υπαρκτές γυναίκες της αστικής ανωνυμίας. Τις βρίσκεις σε κάτι παλιές ιερατικές φωτογραφίες τοίχου, μια ανθρώπινη ράτσα ανθεκτική και αποσιωπημένη από την ιστορία, αλλά και σε πνιγηρές κουζίνες απόγευμα Κυριακής, στις πιάτσες της οδού Αθηνάς, σε απροσδιόριστα επαρχιακά καταλύματα ως σίβυλλες της μοναξιάς του φύλου τους, σε μια transit ύπαρξη, όπως τη συλλαμβάνει και τη δημιουργεί το βλέμμα του παρατηρητή ή του μνήμονα. Η γραφή του εδώ, πιο μεστή απ’ ο,τι σε παλιότερες δουλειές, είτε σκηνοθετεί ακαριαία στιγμιότυπα σε σύντομες αποτυπώσεις ή, λιγότερο συχνά, συνυφαίνει σε πλατιές ελεύθερες συνθέσεις τον προσωπικό στοχασμό με φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα.

(περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μάτι

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΜΑΤΙ

]]]]]]Απόκοπος, κοιμήθηκα λιγάκι,
και τότε βλέπω τέρας κι εφιάλτη:
μια κόκκινη γραμμή που δεν τελειώνει,
μα κτήνος σαν ατάιστο καλπάζει.
καταβροχθίζει δέντρα, σπίτια, δρόμους,
και δίχως σάρκα ανθρώπινη δεν παύει.
Και σκέφτηκα: «Τα μάτια μου ματώνουν».
και μάταια δάκρυα μ’ έκαψαν ώς χίλια.

]]]]]]«Ξυπνάτε με», φωνάζω, κι ας μονάχος
στο μαύρο τούτο τίποτα που μένει.
Ένα κενό. Κουλουριαστός σαν φίδι
τη λύτρωση του ξύπνιου μου προσμένω.
Στο δέρμα χίλιοι τόσοι σατανάδες
τα χέρια τους απλώνουν: «Μίλησέ μας!»
Τον ύπνο αναζητώ μέσα στον ύπνο.
Όλα θα ’χουν τελειώσει πριν ξυπνήσω.

]]]]]]Και μια φωνή πανάλαφρη μ’ αγγίζει,
αγγέλου σαν νεόκοπου, που ψάχνει
τον δρόμο του παράδεισου και κλαίει.
«Μικρέ, γιατί τη λήθη μου αποδιώχνεις;
Δεν φταίω εγώ, λοιπόν τι με ταράζεις;
Τεσσάρων και τριάντα χρόνων βάρος
―τόσο φορτίο μέχρι εδώ σηκώνω―
ν’ αντιπαλέψει πώς με τους αιώνες;»

]]]]]]«Συγχώρεσε του πόνου μου το θάρρος,
μα δεν συγκράτησα παρά μια ζέστη
και μια υγρασία φοβερή, σαν βρόχο
στην άβγαλτη φωνή μου. Μα έλα, πες μου,
τη σκάλα που οδηγεί στον πάνω κόσμο
πώς είναι να τη βρω; Ξέρεις τι θέλω,
στους ζωντανούς νέο χαράς να φέρω,
πως οδηγός και βοηθός θα στέκω
όταν τον δρόμο της ζωής δεν βρίσκουν».

]]]]]]Και σκέφτομαι, πια δρόμος δεν υπάρχει,
γιατί τ’ αφτιά μας σαν οχιάς κουφαίνουν.
Κι οι κήποι μας ασφόδελους δεν έχουν,
μ’ αγάπανθους και σμάρια από κηφήνες.
Δεν φτάνει ο λόγος σας. Είμαστε μόνοι.
Απόκριση ζητούσα να του δώσω,
μα πριν προφτάσω ξύπνησα. Και τώρα
καμώνομαι πως δεν καλοθυμάμαι.
Αναίσθητος σαφώς, ίσως κοιμάμαι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ