Η λογοκλοπή δεν είναι ποίηση διότι η ποίηση δεν είναι λογοκλοπή

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Ξεκινώ αυτό το σημείωμα σχετικά με το φαινόμενο της λογοκλοπής, συνθέτοντας τρία παλαιότερα, αδημοσίευτα στον λογοτεχνικό και στον βιβλιοκριτικό Τύπο, σημειώματα, του 2001, του 2009 και του 2016, τα οποία εξοπλίζουν την τοποθέτησή μου με ορισμένες προκαταρτικές νύξεις, οι οποίες θαρρώ πως είναι αναγκαίες.

Αυτός που χρησιμοποιεί οτιδήποτε εκτός από τον εαυτό του για να κατανοήσει τον εαυτό του και κατά συνέπεια το σύμπαν γύρω του, είναι ιδεολόγος της πνευματικής οκνηρίας. Αντιθέτως, ο ποιητής είναι ποιητής επειδή ο ίδιος αποτελεί το μέσο, το εργαλείο, κατανόησης του εαυτού του και κατά συνέπεια του σύμπαντος γύρω του.

Αυτή η, άλλοτε ειδική και άλλοτε περιπτωσιακή, εκδήλωση «χρήσης» εξωτερικών υποκειμένων και μη δικών μέσων για να φτάσει κανείς στην υπόληψη του εκδοθέντος ποιητού αποσαφηνίζει -δίχως να χρειαστεί να φτάσει στα όρια της επεξηγηματικής μεθόδου- πως ο ψωρικός είναι ψωρικός στο κίνητρό του, όπως ο ανόητος είναι ανόητος στη γλώσσα του.

Το πράττειν μπορεί να εκκολάπτει όμως το πράττειν αυτό εκκολάπτεται. Συνεπώς  πληρέστερη επίφαση είναι εκείνη που εξαργυρώνεται πλήρως απ’ τα κέρδη της, από τον μοναδικό εγωκεντρισμό που σχετίζεται, τρόπον τινά, με την ποιητική τέχνη: του ανθρώπου που, είτε γράφει είτε διαβάζει, θέτει το γούστο του, ήτοι τα πανοράματα της σκιάς του,  υπεράνω της ποίησης.

Κάθε φορά που εμφανίζεται ποιητής ο οποίος προσφέρει το καλύτερα δομημένο πρόσχημα άρνησης της πολιτισμικής κατάρρευσης -υπό την έννοια πως εσχάτως τη διασώζει- δηλαδή μια ανασκοπική διασύνδεση τεκμηρίων, είτε αυτή επικαλείται τη μελλοντική της διάρκεια είτε όχι, μα ειδικότερα όταν την επικαλείται χρησιμοποιώντας το μέλλον ως γινωμένο περιέχον∙ αναγνωρίζεται ως λίαν σημαντικός, συχνά ως άριστος. Είτε ως εκπλήρωση, δηλαδή, που φέρει την ενσάρκωση, την ανάληψη ενός μοιραίου ποιητικού σχήματος, που υπήρξε προορισμένο, είτε πρόκειται για οριακή διαδικασία μετάπλασης του ποιητικού αυτοπροσδιορισμού∙ η επινόηση, η δημιουργία, περιορίζεται σε μία διασυνδετική ποιητική, δεν υφίσταται όντως δημιουργία, επινόηση γλώσσας, είδους ή περιεχομένου. Δεν υφίσταται ποίηση. Τόσο η εκπλήρωση όσο και η μετάπλαση στην οποία αναφέρθηκα, εντάσσουν στην συμπληρωματικότητά τους τη λογοκλοπή.

Η λογοκλοπή είναι μια δραστηριότητα διαδεδομένη και οι μέθοδοί της δεν είναι λιγότερο γνωστές απ’ αυτή. Δεν έχει κανείς παρά να διασταυρώσει δύο ή περισσότερα κείμενα για να διαπιστώσει την ύπαρξή της. Αυτή η δουλειά της διασταύρωσης δεν είναι μόνο άχαρη, αλλά και χρονοβόρος. Κι όμως, προς όφελος κάποιων ποιητών και ποιημάτων, εμφανίζονται ανά καιρούς ορισμένοι που διαθέτουν και τον χρόνο και το ενδιαφέρον για να ασχοληθούν με την διασταύρωση κειμένων. Πράττουν καλώς.

Στο «λογοτεχνικό»  περιβάλλον μιας χώρας όπου ο αγώνας για το πάνω χέρι έχει εκτοπίσει σχεδόν όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες και διεργασίες, δεν αποτελεί έκπληξη το εκτεταμένο φαινόμενο της λογοκλοπής. Απεναντίας, αυτό το περιβάλλον όπου βασιλεύει η αισθητική καπηλεία, η μικρομέγαλη εξουσία των διαχειριστών ορισμένων ψηφιακών και έντυπων λογοτεχνικών επιθεωρήσεων, η συστηματική και στοχευμένη συκοφάντηση λογοτεχνών, οι χειραγωγήσεις, οι λοιδορίες, οι παραχαράξεις και οι δικαστικές περιπέτειες, φαίνεται πως αποτελεί το καταλληλότερο καταφύγιο για αυτήν.

Οι μυσαροί που περνούν την ώρα τους ασχολούμενοι με τις ζωές και τις επιδόσεις των άλλων είναι αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς να εξαφανίζουν τα χνάρια τους. Πώς να βγαίνουν λάδι από κάθε βρομερή πράξη. Ξέρουν τι πρέπει να εξαφανίσουν και τι χρειάζεται να κρατήσουν ώστε να το επιδείξουν για να καταπλήξουν το κοινό τους, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από κοινό, τα πάντα είναι κοινό.

Με την έκταση που έχουν λάβει αυτά τα φαινόμενα αναρωτιέται κανείς ποιος έχει απομείνει καθαρός, έχων δυνατότητα κρίσης αυτής της κατάστασης. Και γιατί το λέω αυτό. Διότι η λογοκλοπή, λ.χ., δεν είναι κάτι που διαπιστώνεται μόνον με τον βροντώδη τρόπο της αποκάλυψης κατόπιν σύγκρισης δύο, ή και περισσοτέρων, κειμένων εκ των οποίων έχει προκύψει, ως προϊόν κλοπής ένα άλλο. Αυτή, αν θέλετε, είναι η πιο γνωστή μορφή λογοκλοπής. Υπάρχει και μία ακόμη, πιο διαδεδομένη και μάλλον πιο επικίνδυνη «λογοκλοπή» (υπό την έννοια της πάγιας εγκατάστασής της ως αποδεκτής και αξιολογούμενης λογοτεχνικής μορφής).

Πρόκειται για λογοκλοπή υπό την έννοια της αφαίρεσης του λόγου, της λογοτεχνικής ουσίας, όχι όμως προς χρήση, μα προς απόδειξη εξαφάνισης, προς επιτηδευμένη απόδειξη απουσίας του μεγαλειώδους, ώστε να αναθαρρέψει και να παγιωθεί, με λογοτεχνικούς όρους, η κακομοιριά, η μετριότητα. Ετούτη η λογοκλοπή, παρότι πιο χονδροειδής και εκτεταμένη από την γνωστή σε όλους λογοκλοπή, ανιχνεύεται μόνο με την απλή μέθοδο της ανάγνωσης. Με το κορφολόγημα που εφαρμόζει στο γραπτό κείμενο η διάνοια, το πνεύμα. Η λογοκλοπή για την οποία κάνω λόγο εδώ, αποκαλύπτεται μέσω της αβουλίας που η ίδια παρουσιάζει όταν έχει λάβει τη μορφή ενός γραπτού, ενός εντύπου. Αποκαλύπτεται μέσω της παγερής αδράνειας από την οποία διακατέχεται το κείμενο. Οι λέξεις λαμβάνουν μα δεν προσφέρουν. Ο ρόλος του κειμένου είναι ένας, να παγιώσει τους συσχετισμούς και τις διανοητικές αναλογίες του αναγνώστη, καθηλώνοντάς τον στο προϋπάρχον. Ο λόγος έχει κλαπεί από το κείμενο, έχει βιαίως αποσπαστεί, και το κείμενο όντας πλέον πιο ανήμπορο από τον αναγνώστη, τον αχρηστεύει. Ο αναγνώστης σκοντάφτει πάνω στις γνώριμες πτυχές του εαυτού του, πάνω στις καλοδιατηρημένες υπερβολές, επικάθεται αναπαυτικά πάνω στις ακαταμάχητες αντιπροσωπεύσεις της πολυαγαπημένης του καθίζησης. Η κλοπή του λόγου. Η κλοπή από εσένα για εσένα τον ίδιο. Ο αφανισμός του κεφιού, η πάταξη του εναπομείναντος σθένους. Αλλιώτικα ο κλέφτης θα είναι αναγκασμένος να παίξει με τη φωτιά. Αλλιώτικα θα χαθεί στην απεραντοσύνη της μειονότητας. Θα χάσει τον πλουραλισμό των μυσαρών. Αυτή είναι η κλοπή της γλώσσας. Να απομείνει μονάχα ένας άναρθρος, μα δημοφιλής, κοχλασμός.

Η λογοκλοπή (στην ποίηση, στο δοκίμιο, στην πεζογραφία, στα άρθρα, στις κριτικές) είναι καθεστώς – αυτό το θέτω επανειλημμένα εδώ και κάμποσα χρόνια. Λογοκλοπή δεν αποτελεί μόνο η ευκόλως αποδείξιμη, κατόπιν σύγκρισης, απτή χρήση ξένων κειμένων μα και η χρήση προϋπαρχόντων κειμένων η οποία συνθέτει ένα κείμενο ή ένα βιβλίο κατά τον τρόπο που ο γράφων δεν χρειάζεται να επινοήσει μα απλώς να ανασυνθέσει τα γνωσιακά και αισθητικά στοιχεία που τον ενδιαφέρουν.

Η αποδοχή της λογοκλοπής ξεκινά στα λογοτεχνικά περιοδικά. Στην πλειονότητά τους περιοδικάριοι και υπεύθυνοι ύλης αποδεικνύονται εξίσου αδιάβαστοι και ημιμαθείς με την πλειονότητα όσων αποστέλλουν κείμενα προς δημοσίευση. Οι ηνίοχοι αυτών των λογοτεχνικών αρμάτων, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν, να εντοπίσουν, πως ένα μεγάλο μέρος των κειμένων που δημοσιεύουν, αποτελεί ελαφρά παραλλαγή ή αντιγραφή προϋφιστάμενων έργων. Αυτό σημαίνει πως τουλάχιστον δύο γενιές λογοκλόπων ευημερούν στην Ελλάδα καθόλα ανεκτές, εγκυροποιημένες. Μια δεύτερη ακαδημία έχει γεννηθεί, μόνο που ετούτη, ακόμη χειρότερη από την προϋπάρχουσα, πρωτεύει στη φενάκη: τη μοναδική προϋπόθεση που καθιστά τις παραλλαγές και τις αντιγραφές δημοσιεύσιμη ύλη.

Το αυτό συμβαίνει και στον τομέα των εκδόσεων όπου η λογοκλοπή ανθεί κατά τους δύο τρόπους που προανέφερα.

Άπαξ, λοιπόν, και τεθεί ζήτημα συγκεκριμενοποίησης της λογοκλοπής, η έρευνα πρέπει να ξεκινήσει από τα λογοτεχνικά περιοδικά και να ολοκληρωθεί στις εκδόσεις βιβλίων.

Ένα τέτοιο ζήτημα, βεβαίως, δεν πρόκειται να τεθεί γιατί εκείνο που τελικώς ενδιαφέρει δεν είναι η λογοτεχνία μα το θεαθήναι, η συμπτωματική κοινότητα και το όποιο κέρδος αυτή αποφέρει. Αυτό το εξιδεικευμένο κέρδος προσδιορίζει εν πολλοίς τη γραμματεία ενός παρ-αισθητικού σοβινισμού, ο οποίος ακμάζει τόσο στο λεγόμενο πεζοδρόμιο της ποίησης όσο και στις πανεπιστημιακές αίθουσες.

Ας αναφέρω ένα παράδειγμα: ο κύριος Γαραντούδης μπορεί να διδάσκει(;) τι είναι η ποίηση σ’ εκείνους που δεν έχουν διακρίνει και αντιληφθεί τις μεθόδους και το περιεχόμενο της ποίησης, καθώς και σ’ εκείνους που θα εξακολουθήσουν να χρίζουν εκπαίδευσης σχετικά με το τι είναι ή δεν είναι η ποίηση. Δεν διδάσκει όμως και δεν δύναται να διδάξει αναγνώστες και ποιητές. Αντιθέτως, οφείλει να διδαχθεί απ’ αυτούς. Ο κύριος Γαραντούδης προασπίζεται ένα μαγαζί (συνειδητά δεν χρησιμοποιώ καν τη λέξη κατάστημα), ένα κλειστό σύστημα θεσπίσεων οι οποίες λειτουργούν σε ένα ακόμη πιο κλειστό κύκλωμα προσώπων των οποίων την πραγματική ειδικότητα γνωρίζουν μόνον τα ίδια αυτά πρόσωπα – δεν προασπίζεται την ποίηση και ουδέποτε, με βάση τα δημοσιευμένα του έως σήμερα κείμενα, την προασπίστηκε, προασπίστηκε και ανέδειξε τις προσπάθειες συγκεκριμένων προσώπων, προασπίστηκε, δηλαδή, επιλεκτικά ορισμένες πτυχές της ποιητικής οι οποίες ως είχαν και ως έχουν μήτε ίδρυσαν τη νέα ελληνική ποίηση, μήτε προήγαγαν τη λεγόμενη σύγχρονη ποιητική ελληνοφωνία. Ή εάν ίδρυσαν κάτι ή το προήγαγαν, αυτό δεν διασάλευσε την προχωρητική της συνέπεια. Ο κύριος Γαραντούδης, λοιπόν, όταν προβαίνει σε ελεεινές δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες είτε ουδετεροποιείται είτε απαλλάσσεται η λογοκλοπή και η απουσία δημιουργικής επινόησης στον τομέα της ποίησης, δεν χρίζει απάντησης, μα απαξίωσης.

Ο έντεχνος μετατοπισμός ενός πραγματικού, αποδεδειγμένου  προβλήματος που μαστίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία, στο επίπεδο συγκριτικής αναφοράς προς τις ανάγκες ανασύνθεσης και ανασυγκρότησης του ποιητικού λόγου οι οποίες ίσχυσαν στις αρχές του περασμένου αιώνα, καταδεικνύει το εύρος μιας τερατώδους ημιμάθειας και μιας θλιβερής παρασιώπησης.

Στο ξεκίνημά του ο ποιητικός μοντερνισμός, η πιο σωστά ένα μέρος του ποιητικού μοντερνισμού, εκείνο που δεν αποκολλήθηκε ποτέ από την προστατευτική ζώνη της θεσμοποιημένης λογοτεχνικής έκφρασης, είχε, κατά πως καταγράφηκε και τεκμηριώθηκε, ανάγκη ορισμένες διακειμενικές αναγωγές, ορισμένες γλωσσο-γνωσιακές συγκλίσεις. Για τη σύστασή τους, ιδιαίτερα γνωστοί μα και άσημοι ποιητές προέβησαν σε λιγότερο αθώα όσο και διόλου αθώα κειμενικά δάνεια μα και σε ωμές λογοκλοπές, τις οποίες αργότερα παρουσίασαν πιο μεθοδικά ως εργαλειακές μεσολαβήσεις της ποιητικής τους.

Σήμερα κάτι τέτοιο -μολονότι το συστημικότερο κομμάτι του μεταμοντερνισμού εξακολουθεί τη χρήση του- αποτελεί απερίφραστα λογοκλοπή.

Οπωσδήποτε το φαινόμενο της λογοκλοπής δεν αφορά μόνο τον κύριο Βλαβιανό αλλά και μία σειρά από λιγότερο και περισσότερο γνωστούς νεοέλληνες ποιητές. Επί του προκειμένου όμως, εάν ο κύριος Βλαβιανός χρειάζεται συνήγορο, τότε ο κύριος Γαραντούδης οφείλει όχι μόνο να τεκμηριώσει κατά ποιον ή ποιους τρόπους ο κύριος Βλαβιανός είναι ποιητής του ρεύματος του συστημικού μεταμοντερνισμού (;), μα και ποια επαγωγική ή άλλου είδους σχέση τον συνδέει με τους ποιητές του πρώιμου μοντερνισμού(;) και, επίσης, να τοποθετηθεί επισταμένως πάνω στο ζήτημα απουσίας ή μη απουσίας της δημιουργικής επινόησης – διότι συγκριτική ανασύνθεση μπορεί να υπάρξει μόνο στον βαθμό που δεν μπορεί να υπάρξει επινόηση από δεύτερο χέρι.

Η λογοκλοπή ως συμβατότητα, καθιερωμένη πια ως ηθικό και λογοτεχνικό θέσφατο, γιγαντωμένη λόγω της δημιουργικής αδυναμίας που χαρακτηρίζει εν γένει τη νεότερη ποίηση εμφωλεύει επιτυχημένα καθώς εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς η αυτονομία και πρωτοτυπία. Η επινόηση και η ιδιοσυγκρασία παρακάμπτονται μέσω του δικαιώματος της λογοκλοπής, από τους «πλέον άξιους ποιητές».

Οι υποστηρικτές αυτής της εξαιρετικής ανοησίας θα χρειαστεί να εξετάσουν την τέχνη της ποίησης από την αρχή, από τα προκαταρκτικά της σημεία καθώς δεν γνωρίζουν πως η λογοκλοπή δεν έχει μήτε είχε ουδεμία σχέση με τη λεγόμενη διακειμενική κατάκτηση,  η οποία δεν κρίθηκε και δεν πρόκειται ουδέποτε να κριθεί από τους υποστηρικτές μιας τέτοιας χωλότητας όπως η θεσμοποίηση της λογοκλοπής. Η διακειμενική κατάκτηση είναι κριτική επανεξέταση, ανασύσταση ενός περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν εντοπίζεται ως λογοκλοπή, δεν πρόκειται για αντιγραφή, ούτε για δάνειο, ούτε για παράθεση ξένου κειμένου – πρόκειται για δημιουργική διάρρηξη, όχι μάλιστα προς το άλλο κείμενο, μα, αντιθέτως, προς το ίδιο κείμενο.

Ο Βλαβιανός δεν εφάρμοσε ουδέποτε τη διακειμενική κατάκτηση, εφάρμοσε πολλάκις τη λογοκλοπή, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Βλαβιανοί της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ