Στέλιος Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΔΥΝΑΜΗ

Δυο εχθρούς έχει η κραυγή μου
Τους διαφημιστές και τους επιμελητές
Γι’ αυτό κι εγώ θα γράψω λέξεις
και θα την κρύψω στις σκιές τους
Στα κενά ανάμεσά τους
Στις εισπνοές σου.

~.~

ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ

Αυτοί, οι μιλημένοι με τον θάνατο
ακροβατούν στις πέτρες του μεσημεριού
Λύτρα φωτός, μια ταραχή του βυθού ηδονική
ριπή πόθου από τα έγκατα των κρατήρων

Δίχως να πουν ποτέ το μεγαλύτερο γιατί
δικαιώνουν το μηδέν
Ακουμπούν το τίποτα
Ακούν την απόγνωση του κυπαρισσιού

Αρχίζουν της φωτιάς κρουστό χορό
Παίρνουν τη στάχτη
και πλένουν τα λινά ασπρόρουχα του γάμου
Τα άλλα τα μοιράζουν

Ανταλλάσσουν τη στέρφα πλάνη της αθανασίας
με την πολύτιμη εφήμερη ζωή
Όντα γεννημένα από το άπειρο
επιστρέφουν στη φθορά.

~.~

ΣΤΕΡΕΥΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Σαν όνειρο η νύχτα κρέμεται άδεια
και γράφει κώδικες κι όλο βαθαίνει
Αδιάφορη περνάει η ζωή
Σαν ξένη
Της φαντασίας φτιάχνω μαύρο χτένι

Σε ανερμάτιστη οθόνη
βλέπω ―με μορφασμούς πιθήκων― προσωπεία
και δίχως ήχο δίχως μια αιτία
ν’ ανοιγοκλείνουν στόματα γελοία

Μικρό πουλί ηλιοφώτιστο τη μνήμη θα τρώει
Το εντός παλεύει αγρίμι για να θυμάμαι ακόμα τι έχει γίνει
Στερεύει ο χρόνος δίχως ιστορία
Στα λαμπερά ερείπια ψάχνω
μία ανέλπιστη καινούρια ουτοπία.

~.~

ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Αν θες να ξυπνήσεις το πρωί σε άλλη ζωή,
το βράδυ πρέπει να πεθάνεις.

Κι άρχισα να περπατώ
ιχνηλατώντας αντινομίες
Ένας κρύφτηκε σε κάτοπτρα διαμελισμένου χρόνου
Ένας άλλος έτρεξε να φιλήσει παγωμένα χρυσάνθεμα
Δύο δέσανε τα μάτια και ζήσανε μια θέαση δική τους
Κάποιος καθηλώθηκε στο σταυρό του
Την άλλη ημέρα αναλήφθηκε
Όταν φτάσαμε στο πάρκο με τ’ αγάλματα βγήκαν παιδιά να παίξουν
κι έγιναν έντομα αλλάζοντας τα μέτρα
Άλλοτε γίνονταν πουλιά αλλάζοντας τα σχήματα
Συνέχισα να περπατώ σε μια ελάχιστη πραγματικότητα
Πριν ―μυρωδιά σανδαλόξυλου και βανίλιας― νυχτώσει
ταΐσαμε τους γρύπες των ακροκέραμων
Μετά γυρίσαμε στη ίδια σιωπή
με τις αμαρτίες θαμμένες σε προσευχές.

~.~

ΑΠΟΨΕ ΦΟΡΕΣΑ ΜΑΥΡΑ

Απόψε φόρεσα μαύρα
Τέρμα τα κόκκινα κι οι γόβες
Απόψε φόρεσα μαύρα
Κάθομαι στο ξέφωτο και περιμένω
Δεν έχω κανέναν να νοιαστώ
Τις γιαγιάδες μου τις σκότωσα
Ναι, τις σκότωσα με αυτό εδώ το όπλο
Δεν φοβάμαι πια
Κάθομαι εδώ και περιμένω
μήπως φανεί κανένας καριόλης λύκος
Με το όπλο μου γεμάτο
Γι αυτόν
ή για μένα.

Ο κυνηγός, ακόμη, θα περιμένει να με σώσει.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ