Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

 

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Σωστά Ιφιγένεια σε λεν· και τώρα,
που οι χαραμάδες στένεψαν, μας λείπει
η δύναμη που κρύβεις. Μην τρομάξεις
αυτούς που τόσο σ’ αγαπούν, μη φύγεις
για κάποιο αλόγιστο ταξίδι. Γύρνα,
μα σε βωμό παράλογο μην κάτσεις.
Συλλογίσου, μετά τη δίκαιη ψήφο
το αντίδοτο του θάνατου θριαμβεύει·
διώχνει το ανώφελο σκοτάδι· ζήσε
για εκείνους που το δράμα συνεχίζουν.

~.~

Η ΔΕΙΝΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ

Έδωσαν λύρα στον παλιάτσο για να τραγουδήσει,
μα δεν μπορούσε, κι όσο κι αν περιγελούσε
οι καλεσμένοι πρόσεξαν το τρέμολο στα χείλη
και το παράπονο στην άλλοτε δεινή φωνή του.
Μετά του ’φέραν πάπυρο, γραφίδα· «γράψε», του είπε
ο βασιλιάς, που τόση αγάπη του είχε, κι όμως πάλι
κανένας στίχος λυρικός δεν βγήκε απ’ την ψυχή του.
Με βλέμμα σκοτεινό, τα μάτια του ριγμένα χάμω,
ο οξυδερκής διασκεδαστής σηκώθηκε να φύγει.
Και γέλιο δεν ακούστηκε, μειδίαμα δεν είδα·
καθένας αντιμέτωπος με τη συνείδησή του.

~.~

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ

Νυχτώνει και τελειώνει το χαρτί·
ανάθεμα τα σκοτεινά χωρία
και την αμφισημία· σαν γατί
πετάχτηκε και ―ορκίζομαι στον Δία―

ο χώρος δεν τον χώραγε· τρελός,
το στέρνο του χτυπούσε κι αντηχούσε
η φωνή του στ’ αβέβαιο του φωτός.
Σκόνταψε κάπου· Θεέ μου, πώς πονούσε!

Μεγάλος κόσμος κι αν μικρός· ιδίως
όταν κοιτάζεις τον κατάστερο ουρανό.
Μακάρι να μη χάσουμε τον δρόμο,
να μη βρεθούμε στον μοιραίο μας γκρεμό.

Ο δάσκαλος λησμόνησε τη χθεσινή βραδιά·
το φως που τον πλημμύρισε,
τη ζέση στα παραδομένα μέλη· φεύγει,
όπως μετά τον έρωτα
από τα χείλη ξεγλιστρά το μέλι.

~.~

ΤΩΡΑ ΓΙΝΟΜΑΙ ΤΟ ΟΡΩΜΕΝΟ

Σβήνει λοιπόν το φως απ’ το καντήλι·
κοιτάζω και τα μάτια τρεμοπαίζουν.

~.~

ΑΓΑΘΙΑΣ ΟΡΩΝ ΟΛΙΓΩΡΙΑΝ

Εἰμὶ μὲν οὐ φιλόοινος

Μου αρέσει το κρασί για να μεθώ με σένα.
Σαν στο συμπόσιο ξανασυναντηθούμε
σωστά θα με διαβάσεις πάλι· διψασμένος,
θα φλέγομαι στον πυρετό. Και πριν κεράσεις,
τα χείλη σου στην κούπα μου θ’ αποτυπώνεις
και μυστικά θα ενώνουμε τα στόματά μας.
Γιορτή που δεν αργεί, φωτιά που δεν θα σβήνει·
τίποτα μη φοβάσαι. Κράτα λίγο ακόμα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ