Δημήτρης Περοδασκαλάκης

Η μελανή όψη του καθρέφτη

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Δημήτρης Περοδασκαλάκης,
Πώς πιάνεται κανείς απ’ τους καθρέφτες;
Ποιήματα [2005-2018], Κουκκίδα 2025

Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Κρητικός δημιουργός που ζει και εργάζεται στην Κρήτη, σε αυτό τον τόμο συγκεντρώνει την ποιητική δουλειά του έως το 2018, μια δουλειά που τη συνέχει ο στοχασμός πάνω στο άρρητο της ζωής μυστήριο ζυμωμένο από το χρόνο και το θεό, βλέποντας την κτίση, από τις απλές χειρονομίες του βίου έως τις υπαρξιακές εσχατιές, με μια ήρεμη στοχαστικότητα που αν και αποδέχεται το αφετηριακό της μαύρο συναινεί συμφιλιωτικά στο μυστήριό της, με ποιήματα μικρά ενός ρυθμικού και συγκρατημένου λυρισμού θρησκευτικής χροιάς. Ο χρόνος, ο θάνατος και ο θεός είναι τα ετερώνυμα μιας ύλης ενιαίας και ανάερης, του θαύματος που εντός μας ενοικεί και δίνει στο φευγαλέο της ζωής τη μουσική της. Φανερώματα αυτού του θαυμαστού υπάρχουν παντού γύρω μας, γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν διαχέονται σε θεωρητικές περιπλανήσεις αλλά αγκυρώνονται με ευκρίνεια σε αυτά τα μικρά φανερώματα: ο αέρας στα δέντρα, το γεράνι της αυλής, τα πουλιά, το γατί που κυνηγά το κουβάρι, το φεγγάρι του Οκτώβρη.

Στην ενότητα «Δεκατέσσερις χειραψίες με τον χρόνο» από την πρώτη συλλογή, Μες στο λευκό και μες στο μαύρο (2005), αυτή η αισθαντική μουσικότητα του χρόνου διατρέχει όλα τα ποιήματα:

Ι
Τα πιο απότομα φαράγγια
τα ’χουν τα μάτια των ανθρώπων.
Κει ο Θεός κάθε πρωί ποτίζει τα τζιτζίκια του
πριν να τα στείλει με το θέρος
στην αυλή μας.
Διάφανη και υγρή τη φέρνουνε
τη μνήμη μας
και την κρεμούν στα φύλλα της μουριάς
να γίνεται μετάξι.

IV
Είναι ο μεγάλος ποταμός που μας ξυπνά
και μας κοιμίζει στις ροές του.
Στις όχθες του δε γίνεται να στέκεις
το ρέμα σε καλεί και σε ναυλώνει.
Υποχρεωτική η πλεύση
με μία την κατεύθυνση και μόνο.
Τα σώματά μας το κατέχουνε καλά.
Τι κουβαλούν τόσο νερό στα σωθικά τους;

Στη μαθητεία του νερού
γνωρίζουν να προφέρουνε το Χρόνο.

Χ
Είναι το άγγιγμα που θέλει
η ομορφιά
είναι το φίλημα που γίνεται
στον κήπο
είν’ το θρινάκι που μιλάει
με τα στάχυα
πριν τα σηκώσει και τα δώσει
στο βοριά.

Μες σ’ ένα αλώνι που γυρίζει διαρκώς
χιλιάδες χρόνια
χιλιάδες κόκκοι που ’πεσαν στη γη
να πατηθούν και να βλαστήσουν.

Όλα κυλούν μες σ’ ένα δάκρυ καθαρό. (περισσότερα…)