ποίηση

Μάγδα Τσιρογιάννη, Πέντε ποιήματα

original

Στο σπίτι

Στις τροπικές τις ζέστες του καιρού μας…

Κουράστηκα στον ανήφορο για το σπίτι
πάλι ποιήματα καθημερνά
νοικοκυριά, ξεχορταριάσματα
στις γλάστρες πεταλούδες, μέλισσες
ανθόφυλλα και στήμονες
προτύπωση παραδείσου

Βλέπω στο δέντρο τον καρπό
πλήθος τα μπερικέτια
μιλιούνια στο ευκίνητο κλαρί
τραβώ, το φέρνω στο μπόι μου
επιτομή αφθονίας

Βρήκα στο μπαούλο τις φασκιές μας
με την ευχή «Ύπνον Ελαφρόν »
με το ευφωνικό το { ν } μη μας ταράξει
μήτε το φτερό της πεταλούδας

~.~

Εντός και Εκτός

Βγάζω στον ήλιο τα προικιά, πολυτελή
αφή μεταξωτού πάνω στο δέρμα
τώρα, στα χρόνια της πληθώρας
προίκες ασήκωτες σακούλες στα σκουπίδια
για πατσαβούρες κομματιάζονται βαμβακερά
όνειδος της περίσσειας
γεμίζουμε τον τόπο αντικείμενα
προσβάλλουμε το χώρο
νεύρωση κοινωνική

Έζησα στις μονές του καλού
στο καθαρό το σπίτι, τάξη του Μουσείου
δεν τα σκοτώνω, βγάζω έξω τα βλαβερά
κάνω ειρήνη με το γένος του σκορπιού
μυσταγωγώ την καθημερινότητα
κάθε στιγμή αναστημένη
]]]]]διήγηση σαν επικράτεια
επιούσιος στίχος κατά την ώρα της μέρας

~.~

Οι Εποχές

Ω ρ α ί ε ς  Ώ ρ ε ς  της ζωής, σφραγίς αρμονίας
ζάλη το καλοκαίρι, άνοιξης ορμή
η κλίση του φθινόπωρου
συγκέντρωση του χειμώνα
να σουρουπώνει του Χριστού παραμονή
να ξημερώνει μέρα του Απρίλη

Το κατ’ εμέ ουσία, τόπος τώρα και εδώ
όπου κι εγώ ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
ευλογημένη με το ελάχιστο
στην προσφορά και στη ζήτηση
στη ζημιά και στο κέρδος
χιλιάδες έννοιες νε πατούν
κατάβαρη στη μουσική
να κυριέψει ίμερος να ενθρονιστεί
να πάρει την κυρά σε σοβαρή χαρά
και στο χορό να ρίξει το μαντίλι
να κάνει στην ποδιά της κάθισμα βαθύ
αχ ζωή μάγισσα να σε μάθω άργησα
που λέει και το τραγούδι

~.~

Στην Πόλη

Βόλος, από ψηλά, τα νεοκλασικά
τα προπολεμικά
τα μεταποιημένα προσφυγικά
προσθήκη στην προσθήκη
οικογενειακά τριώροφα
να στεγαστούν οι γενεές
πολυκατοικίες απάθλιες
σωσμένες πού και πού παλιές σκεπές
κι ένας τοίχος που ξέμεινε στον ακάλυπτο
ν΄ αναπαυτεί το μάτι στις πέτρες

Κι αλλού, απόντος του αφεντικού
ρημάζουν βελτιώσεις άχρηστες
εζήλωσαν θησαυρούς επιγείους
αταξία, γλάστρες παράταιρες, στη λοιμική της αφθονίας
άκρατη κατανάλωση, αναρχία της ευκολίας
πάντα υπάρχει κάτι να ασχημίσει το βλέμμα μου
και να συγκρίνει άλλες γλάστρες στη σειρά
βαμμένες κόκκινο βαθύ στις μυθικές αυλές
οι ανθισμένες ίριδες, αρχές του Μάρτη
σφόδρα ευώδεις με τη γλύκα λεμονιού
που μόνο και να πω την ευωδιά τους
θα δικαιώσω τους τρόπους μου

~.~

Ιστορικά

Ακολουθώντας στην πόλη μου της ιστορίας τη
]]]]γραμμή
εκεί που ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
πολίτης του κόσμου με δικαίωμα ψήφου κι εγώ
γεμάτη ταξιδεμένους, ανέστιους
ξενίζονται στην πόλη μου φεύγοντας την ανάγκη
]]]]]]τους είδα σ’ ένα υπόγειο με το μωρό στην
]]ανεμόκουνα
άντρες ανατολίτες ,σταυροπόδι καθιστοί
φευγάτοι πρόσφυγες,
χορτάρι βόσκησε ένα παιδί στη Συρία
καταραμένοι δυνατοί
κακές συνήθειες δόλο κι απάτη

Βλέπω την πόλη ξαπλωμένη ηδυπαθώς
σαν απλωμένο στο χαρτί το σώμα του ποιήματος
παραδομένη στη ρυμοτομία της ρεμβαστική
στις άχνες του μεσημεριού, στις γάζες της
]]αμφιλύκης
όταν πρωτοκατοίκησα εκεί ζούσαν ακόμα δυνατά
οι προσδοκίες της μάνας, το αίμα του πατρός
ασώματοι αυξάνονται, με μεγαλώνουν
βλέποντας κτίσματα παλιά
όπου μπορεί περαστικοί, ν’ ακούμπησε το βλέμμα
]]τους
κρατούσε ακόμα γύρω ο καημός της προσφυγιάς
η στέρηση της ελευθερίας

ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ

Δημήτρης Αγαθοκλής, Έξι ερωτικά ποιήματα

The_Kiss_-_Gustav_Klimt_-_Google_Cultural_Institute (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

ένα γαρύφαλλο μικρό, ένα γαρυφαλλάκι…

ένα γαρύφαλλο μικρό, ένα γαρυφαλλάκι…

(και έστω εις μνήμην)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

MiniCarnation-Pink_CloseUp_Temp_350_2c4728e4Όλα ξεκίνησαν από το γνωστό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ για τον Μπελογιάννη (Ο άνθρωπος με το γαρούφαλο). Πριν από καιρό με ρώτησε ένας φίλος αν ήξερα τον μεταφραστή αυτού του ποιήματος στα ελληνικά. Γιατί ενώ η μετάφραση αποδίδεται από διάφορους στον Γιάννη Ρίτσο, ο ίδιος δεν το δηλώνει πουθενά αλλά ούτε και το συμπεριλαμβάνει στον τόμο με τις μεταφράσεις του των ποιημάτων του Χικμέτ (εκδ. Κέδρος). Κι έτσι άρχισε η έρευνα, διαδικτυακή καταρχάς και, γρήγορα, μια σύντομη αναφορά εντός παρενθέσεως στο τέλος του ποιήματος που συνάντησα σε ορισμένες ιστοσελίδες, με οδήγησε και προς την (οριστική αλλά φευ κι ανολοκλήρωτη, όπως θα φανεί) λύση του αινίγματος. Ας παραθέσω πρώτα όμως το ποίημα όπως είχε ολόκληρο πρωτοδημοσιευτεί:

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρούφαλο

 

Ἔχω ἀπάνω στὸ τραπέζι μου
τὴ φωτογραφία τοῦ ἀνθρώπου
μὲ το ἄσπρο γαρούφαλο
ποὺ τὸν ντουφέκισαν
στὸ μισοσκόταδο
πρὶν απ’ τὴν αὐγή,
κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τῶν προβολέων. (περισσότερα…)

Χίλντε Ντομίν, Σε θέλω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΕ ΘΕΛΩ

Χίλντε Ντομίν σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη

 

Τα ποιήματα αυτά συνιστούν παιχνίδι τριπλό.
Όχι μόνο είναι ο τίτλος της συλλογής παραπλανανητικός (ή μήπως όχι;),
αλλά γράφτηκαν και γι’ άλλο σκοπό,
άλλο συγκείμενο από το σημερινό.
Και όμως, διαβάζοντάς τα σήμερα, διάβασα το σήμερα,
το παγκόσμιο Εδώ και το Τώρα.
Τα ‘διάβασα εις βάθος’ λοιπόν και τα προσφέρω
εν είδει χαιρετισμού
κι αλληλέγγυου νεύματος
-αυτήν την εποχή της οικουμενικής καραντίνας-
στα μάτια που θα συναντήσουν τα δικά μου
και θα δεχτούν την πρόσκληση σε αυτήν τη νέα ανάγνωση
―αυτήν τη μεταφορά.

Ε.Σ. 28.03.2020

(περισσότερα…)

K.X., Εις Τσιόδραν

Otto_Dix-Bildnis_Robert-Koch

ΕΙΣ ΤΣΙΟΔΡΑΝ

Αν μ’ ένα δάκρυ φτάνει να φυτρώσει,
αν μ’ ένα τσάκισμα που τρεμοπαίζει
στη βέβαιη φωνή σου, ―«Μη νυχτώσει,
Θεέ μου· το παιδί Σου ας μην προδώσει
το μυστικό που του εμπιστεύθης· τώρα
μονάχα δύναμη κι αγάπη στείλε»―
αν φτάνει από τα χείλη σου να πέφτουν
λέξεις και πράξεις σαν βροχή, ―κι αλήθεια,
θε’ νά’ ρθει αυτές τις μέρες η δροσιά της―
αν φτάνει από τα σπίτια να ξεσπάσει
μια μουσική σαν άγρια καταιγίδα,
γιατί είναι γλέντι κι ο καημός μ’ εσένα·

αν, λέω, φτάνει κι αν αρκεί, τότε και μόνον τότε…

[K.X.]


[Πίνακας: Otto Dix, Dr. Hans Koch (1921)] 

Θανάσης Γαλανάκης, Χαιρετισμός στον δόκτορα

Ploberger_Self-portrait-with-opthalmological

Χαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

(περισσότερα…)

Καίτη Παυλή, Τα φτερά σου δόθηκαν για να πετάς

Σε μάγεψε η μεταξωτή κλωστή
Το σιγανό τραγούδισμα σειρήνας
Η πολυγωνική κατασκευή
Και πήγες προς τα ‘κει με φόρα.
 
Τώρα αγωνίζεσαι χτυπώντας τα φτερά
Τον πολυπλόκαμο ιστό να σκίσεις
Δεν είδες την πλεκτάνη απ’ την αρχή
Πως ήταν ο παράδεισος ενέδρα.
 
Δραπέτευσε λοιπόν όσο είναι καιρός
Πριν το μετάξι της γίνει ατσάλι
Θηλιά και βρόγχος στο σώμα το λεπτό
Κι αθόρυβα η αράχνη σε ρουφήξει.
 
Τα φτερά σου δόθηκαν για να πετάς
Ανήσυχη μικρή μου πεταλούδα
Κάνε λοιπόν ρωγμή όπως μπορείς
Κι ας είναι τόσο εφήμερη η ζωή σου
 
Η αράχνη πια δε θα νοιαστεί γι’ αυτό
Γρήγορα με επιδέξιες κινήσεις
Προσεχτικά θα κλείσει τη ρωγμή
Προσμένοντας το επόμενό της θύμα.
 
ΚΑΙΤΗ ΠΑΥΛΗ

Ελένη Χαϊμάνη, Οι ποιητές της κρίσης

Οι ποιητές της κρίσης

Κάμποσα χρόνια διεύθυνση δεν είχαμε ποτές
στιχάκια, μόνο, γράψαμε στην εποχή της κρίσης,
άξιοι παίχτες της ζωής, αφού κι οι αρπαχτές
ομόρριζες μάς δίνανε τις ηδονές της χρήσης∙

μας ξελόγιασαν οι μορφές που βλέπαμε στην ύλη
σκαρώνοντας τους στίχους μας, πάντοτε prima vista,
σε ό,τι είπαμε, λοιπόν, σαφώς θα πουν κι οι φίλοι:
απ’ όλα αυτά που έγραψες, πάρ’ τα μισά και σβήσ’ τα!

Πώς μόνιασαν τα βλέμματα μ’ αυτά της οροφής:
― Θα πάς αύριο για δουλειά; Θα σηκωθείς να λάμψεις;
και έπεφτεν απάνω μας, μιας θλίψης μας κρυφής,
το κάλεσμα, σαν τη βρισιά: Οι ποιητές της κάμψης!

Κι αν είν’ η τύχη και για μας ίδια με του Φιλύρα,
αν είναι μοίρα της ζωής όπως του Καρυωτάκη,
θα μαραζώσουμε κι εμείς απ’ του τρελού την ψείρα;
― Σήκω, τράβηξε για δουλειά, μικρό μου εμποράκι!

Όμως τις ώρες τις βαριές που σταματάν οι ήχοι,
π’ όλη τη μέρα ήμασταν, σαν την ανεμοδούρα
από το πάλεμα του νου, ακέραιοι βγαίναν στίχοι
και φάνταζαν τόσο πολύ ίδια καρικατούρα

παραμορφώνοντας καλά την πίκρα μας, σε γέλιο
στραβοί, κουτσοί να τρέχουμε, παιδί κυνηγημένο,
ώς να πιαστεί η ανάσα μας το βάζαμε θεμέλιο
σαν άθεοι που μπήκανε σε τόπο… ευλογημένο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ