Κώστας Κουτσουρέλης

Κώστας Κουτσουρέλης: Φάμπρ και φάμπρικες

pic3abta-jan-fabre-21

 

Πολύ σωστά αποκάλεσαν κάποιοι «αποικιοκρατία» όλα εκείνα τα απίθανα που ανακοίνωσε τις προάλλες ο Φλαμανδός βοεβόδας του Φεστιβάλ Αθηνών και οι εγχώριοι βαστάζοι του. Όμως η αποικιοκρατία ξεκινάει από αλλού, όχι έξωθεν, έχει ρίζες βαθιές μες στο κεφάλι μας.

Γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε μεταπολιτευτικά το καλύτερο κομμάτι του πολιτισμού μας, κληρονομημένο ή πρόσφατο, παίρνοντας το κατόπι ωσάν κορδακιζόμενοι πίθηκοι την κάθε εισαγόμενη μπούρδα.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε, που δυσφημίσαμε μάλιστα, την έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη, κολλώντας στον οικείο μας κόσμο, τον κόσμο των δικών μας βιωμάτων και τρόπων, τη ρετσινιά του επαρχιωτισμού και της εσωστρέφειας.

Εμείς είμαστε που ξεχάσαμε ότι οι οικουμενικότεροι Νεοέλληνες καλλιτέχνες, αυτοί που είχαν την μεγαλύτερη και διαρκέστερη απήχηση στο εξωτερικό, απ’ τον Καβάφη και τον Καζαντζάκη ώς τον Θεοδωράκη και τον Αγγελόπουλο, υπήρξαν εξ αρχής όχι απλώς ελληνοκεντρικοί, αλλά εμμονικοί, μέχρι παθήσεως κατεχόμενοι από την ιδέα του ελληνισμού, από την διηνεκή αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα στον μύθο και την ιστορία.

Εμείς είμαστε που αρνηθήκαμε, που πολεμήσαμε, που συκοφαντήσαμε τη ζωτικότερη γενιά που ανέδειξαν ποτέ τα ελληνικά γράμματα, τη Γενιά του 1930, και γεμίσαμε τα έντυπα και τις φιλοσοφικές μας σχολές με αγράμματους που αποκαλούν τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο σωβινιστές και φασίστες.

Εμείς είμαστε που είδαμε στον Σεφέρη, ένα από τα πλατύτερα, τα πιο οικουμενικά πνεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, τον επαρχιώτη εθνικιστή, τον προπαγανδιστή κάτι ύποπτων και γραφικών Βαλκάνιων τύπων, του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.

Εμείς είμαστε που αποκλείσαμε τη λόγια ελληνική μουσική από τα Μέγαρα και τις Λυρικές μας, που δεν έχουμε αξιωθεί να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα της, και που αντί για το Έτος Σκαλκώτα προτιμάμε να εορτάζουμε το Έτος… Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμείς είμαστε που στήνουμε εκθέσεις και αναδρομικές σε κάθε μικρομεσαίο διάττοντα και που στέλνουμε στις Μπιενάλε και τις Εκθέσεις Βιβλίου ανά την υφήλιο σμάρι τους μίμους και τα εκάστοτε πιο φρέσκα βλαστάρια μας, αλλά που ποτέ δεν τολμούμε να προβάλουμε έξω καταπώς τους αξίζουν τα αληθινά, διαχρονικά μας επιτεύγματα. Τον Γιαννούλη Χαλεπά, λ.χ., ώστε να καταφανεί ότι πρόκειται για μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασυζητητί έναν από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της δυτικής λογοτεχνίας.

Εμείς είμαστε που ευτελίσαμε την ελληνική γλώσσα, που την εξοβελίσαμε από τον δημόσιο χώρο, από τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα μας, που λατινογραφούμε και γκρηκλίζουμε ό,τι οικειότερό μας, και καταπίνουμε αμάσητα όλα αυτά τα τρισάθλια Super League και Mega Channel και Megaron Plus και Olympic Air και Hot Spots και Capital Controls, και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς είμαστε που απαξιώσαμε με αφόρητη πόζα τη σπουδαία κληρονομιά του Φεστιβάλ Αθηνών και των Επιδαυρείων και με απίστευτη άγνοια και έπαρση ζητάμε κάθε φορά να μηδενίσουμε ξανά το κοντέρ μόλις τύχει και ‘ρθούμε στα πράγματα. Εκείνων των θεσμών δηλαδή που με όχημά τους το Εθνικό Θέατρο κατέστησαν την αττική τραγωδία κτήμα κοινό, εμπειρία αυτονόητη για κάθε μορφωμένο Έλληνα, και που μέσω του Κάρολου Κουν εμφύσησαν, επίτευγμα μοναδικό διεθνώς, νέα ζωή στην αττική κωμωδία συνδέοντάς την με την πολύχυμη λαϊκή μας κουλτούρα.

Ποια «ελληνική τέχνη» λοιπόν θυμηθήκαμε τώρα να προασπιστούμε, κι από ποιον; Όποιος δεν εκτιμά αυτό που έχει, όποιος δεν μπορεί να το δει στο φως της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όποιος νομίζει ότι είναι υποχρεωμένος κάθε πέντε-δέκα χρόνια να επινοεί εκ νέου τον κόσμο του σαν κακομαθημένος νεόπλουτος που αλλάζει ντεκόρ στη παραλιακή του βιλίτσα, αυτός ούτε την τέχνη των άλλων, των ξένων πολιτισμών, μπορεί ποτέ να εκτιμήσει και να δεξιωθεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την καταναλώνει παθητικά, παρασιτικά, σαν κομπλεξικό μαθητούδι, χωρίς να υποψιάζεται καν περί τίνος πρόκειται. Και φυσικά να την καταχειροκροτεί σάν καλοκουρδισμένο αυτόματο βέβαιος ότι ε, αφού μας έρχεται απ’ έξω, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία…

Τον Φαμπρ και τις φάμπρικές του εύκολα κανείς τις αντιμετωπίζει και τις προσπερνά αν η αυτοκατανόησή του είναι υγιής, αν έχει καν τέτοια δική του αυτοκατανόηση και δεν έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του άλλου. Η «αποικιοκρατία» που τώρα καταγγέλλουμε, είναι πρώτα απ’ όλα αποικιοκρατία εθελούσια, οικειοθελής. Είναι αυτή η γελοιώδης ξενομανία μας, που πατώντας σε χρόνιες εθνικές ανασφάλειες, πηγαίνει χέρι χέρι με την υποτέλεια και την εξάρτηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής μας, από την οικονομία ώς την εξωτερική μας πολιτική. Και που φανερώνει ανέκαθεν δύο τινά: Το σύμπλεγμα του φτωχού συγγενούς, που μασκαρεύεται στα μεγάλα σαλόνια για να κρύψει τον αληθινό του εαυτό. Και την ξιπασιά του δήθεν κοσμοπολίτη, που με μια πόζα φερμένη απ’ τα ξένα νομίζει πως θ’ αποσβολώσει τους ιθαγενείς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ένας εύθραυστος κόσμος

catastroph

*

του KΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πόσο στραβά μπορούν να πάνε τα πράγματα, το διαισθανθήκαμε ίσως για πρώτη φορά την άνοιξη του 2011. Εκείνο τον Μάρτη, τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες της 11ης του μηνός, ο πεντάλεπτης διάρκειας σεισμός των 9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που εκδηλώθηκε υποθαλάσσια στα ανατολικά της νήσου Χονσού της Ιαπωνίας ξεσήκωσε ένα γιγαντιαίο τσουνάμι που σάρωσε μεγάλο τμήμα των ακτών της χώρας στον Ειρηνικό ωκεανό. Με τη σειρά του το τσουνάμι έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα ψύξεως των αντιδραστήρων του πυρηνικού σταθμού στη Φουκουσίμα και οι απανωτές εκρήξεις που ακολούθησαν, προκάλεσαν μαζική έκλυση ραδιενέργειας συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνόμπιλ.

Σχεδόν 200.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι ιαπωνικές αρχές κατόρθωσαν να θέσουν τελικά υπό τον έλεγχό τους την διπλή αυτή καταστροφή. Αυτό όμως δεν απέτρεψε την κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών σ’ όλο τον κόσμο, την πιστοληπτική υποβάθμιση της χώρας και την παγκόσμια ανησυχία. Η Φουκουσίμα απέχει μόλις 250 χιλιόμετρα από το Τόκιο, στην μητροπολιτική περιοχή του οποίου και στη γειτονική Γιοκοχάμα κατοικούν σχεδόν σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι. Αν αυτή η μεγάπολη, η πολυπληθέστερη του κόσμου, παρουσιαζόταν ανάγκη άμεση να εκκενωθεί, όπως υπήρξε για μια στιγμή κίνδυνος, όχι μόνο η ιαπωνική και η ασιατική, η ίδια η πλανητική οικονομία θα βρισκόταν εμπρός στο φάσμα μιας κατάρρευσης τόσο αποτρόπαιας που θα έκανε την τρέχουσα κρίση να φαντάζει συγκριτικά επεισόδιο αμελητέο.

Βλέπει κανείς πώς ένα φυσικό φαινόμενο, ένα γαιοτεκτονικό συμβάν στην άκρη της αιτιακής αλυσίδας, μπορεί να προκαλέσει μια ασύλληπτη και, το κυριότερο, ολότελα απρόβλεπτη αναταραχή στο άλλο της άκρο. Ο διεθνοποιημένος, δικτυωμένος, διασυνδεδεμένος μας κόσμος είναι ένας κόσμος εύθραυστος, εύθρυπτος, περισσότερο ευάλωτος ίσως από οποιονδήποτε άλλο στο πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν. Στον χάρτη του δεν υπάρχουν πλέον στεγανά, ζώνες ασφαλείας ή ουδετερότητος, σημεία μεταβατικά, παρθένα ή άδηλα – άρα ούτε και περιοχές που θα μπορούσαν να μείνουν αλώβητες αν μια μείζων κρίση επισυμβεί. Δεν ζούμε πια τον καιρό που η κατάρρευση ακόμη και της ίδιας της Ρώμης δεν διατάρασσε δραματικά τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, πόσο μάλλον στην πρωτεύουσα των Σασσανιδών ή εκείνη των Κινέζων. Ο ένας, ολικός, ενιαίος μας κόσμος είναι πρωτίστως ένας κόσμος χωρίς εφεδρείες, χωρίς ασφάλειες, χωρίς εξόδους κινδύνου και διαφυγής. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης: Μορφή και προφορικότητα

κολοτούρου
Σοφία Κολοτούρου, 
Η τρίτη γενιά, 
Τυπωθήτω 2015

Έως πρόσφατα ακόμη, οι κριτικογραφούντες γύρω από την ελληνική ποίηση συνήθιζαν να μας την αρμαθιάζουν σε γενιές ή δεκαετίες: πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μεταπολεμική γενιά, και πάει λέγοντας. Σήμερα μου φαίνεται ότι και αυτοί οι ληξίαρχοι της ποίησής μας σαν να ’χουν βουβαθεί. Για τη γενιά του 2000 όλο και κάτι πρόλαβα ν’ ακούσω, για τη γενιά του 2010 ωστόσο, μέχρι τώρα τουλάχιστον, τίποτα.

Ευτυχώς, θα πρόσθετα. Διότι η ελληνική ποίηση σήμερα είναι αδύνατο να ταξινομηθεί με βάση την ηλικία των πρωταγωνιστών ή δευτεραγωνιστών ή τριταγωνιστών της. Αν έχουμε έναν τρόπο να την βάλουμε σε μια σειρά, ώστε να την καταλάβουμε καλύτερα, αυτόν τον τρόπο πρέπει να τον αναζητήσουμε στα θέματα και τη μορφή των ίδιων των ποιημάτων. Με βάση αυτές τις κατηγορίες, τη θεματική και τη μορφική, μπορούμε μέσα στο ασύντακτο πλήθος να διακρίνουμε σαφή μεμονωμένα χαρακτηριστικά, διαγενεακές ομάδες, ρεύματα, φυλές ποιητικές με μεταξύ τους συγγένειες όχι αμελητέες.

Η Σοφία Κολοτούρου όπως όλοι μας ανήκει κι αυτή σε μερικές απ’ αυτές τις φυλές, συγγενεύει με ομοτέχνους της και διακρίνεται από άλλους με βάση τα θεματικά και μορφικά γνωρίσματα της δουλειάς της. Μορφικά, λ.χ., είναι προφανές, η Σ.Κ. είναι νεοφορμαλίστρια, μετέχει σε εκείνο το ρεύμα της ελληνικής ποίησης (κατά τη γνώμη μου το μόνο των τελευταίων δεκαετιών που συνεισέφερε κάτι καινούργιο), το οποίο πρεσβεύει τη δημιουργική επιστροφή στον έμμετρο στίχο και την αναγέννηση των αυστηρών μορφών.

Η Σ.Κ. γράφει πάνω στο στροφικό ομοιοκατάληκτο σύστημα, συνήθως το τετράστιχο, αλλά έχει δοκιμάσει και φόρμες όπως το σονέτο, η μπαλάντα ή το επωδικό ποίημα που προσομοιάζει με τραγούδι. Είναι αξιοσημείωτη δε η ικανότητά της να ξεδιπλώνει τα θέματά της κρατώντας τη ρίμα της άλλοτε ανεπαίσθητη εντελώς, όπως τη θέλει ο αφηγηματικός στίχος, κι άλλοτε –σπανιότερα– εντυπωτική, σχεδόν φανταιζίστικη, όπως ο λυρισμός το έχει κάποτε ανάγκη.

Θεματικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια «περιστασιακή», με την έννοια που έδωσε στον πολύχυμο αυτόν όρο ο Γκαίτε. Δεν γράφει από τον αέρα, aus der Luft, όπως έλεγε ο μεγάλος Βαϊμαρινός, αλλά πατώντας γερά στο έδαφος των πραγμάτων, ιδιωτικών και δημόσιων. Το ιδεώδες της προγραμματικής, θεματικά αδέσμευτης, «απόλυτης» ή «καθαρής» ποίησης κάποιων ρομαντικών,  των συμβολιστών και πολλών νεωτερικών ποιητών, δεν είναι δική της υπόθεση. Άλλωστε αυτού του είδους η ποίηση, λόγω ακριβώς της αποστειρωμένης καθαρότητας και της αυτοαναφορικότητάς της, έχει τόσο πολύ ξεπέσει στις μέρες μας, ώστε να προκαλεί στον κακοπαθημένο αναγνώστη έκπληξη κάθε φορά που πιάνει στα χέρια του ένα ποίημα που ασχολείται με κάτι απτό, συγκεκριμένο, και όχι, για μια ακόμη φορά, με τις «λέξεις», τη «γλώσσα», τη «σιωπή» ή, φυσικά, την ίδια την… ποίηση. Η Σ.Κ. γράφει όταν έχει κάτι να πει – και το λέει με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύτητα, χωρίς γρίφους, χωρίς πόζες, χωρίς μορφασμούς. Και επειδή αυτά που την παρακινούν να γράψει είναι ποικίλα, από την πολιτική και κοινωνική μας ζωή ώς τις μυχιότερες προσωπικές και εξομολογητικές της στιγμές, εξίσου ποικίλη (και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα) είναι η θεματογραφία της.

Ειδολογικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια συγχρόνως λυρική και αφηγηματική. Τα ιαμβικά ποιήματά της έχουν μια ρυθμική αμεσότητα που τα φέρνουν πολύ κοντά στο τραγούδι. Έχουν άλλωστε μελοποιηθεί κάποια. Σε κάθε περίπτωση, έχουν έντονο το ακροαματικό στοιχείο, είναι φτιαγμένα για να διαβάζονται δυνατά, για ν’ ακούγονται. Στο σημείο αυτό θα ανοίξω μια παρένθεση, γιατί νομίζω παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν η νεώτερη ποίηση πέρασε από τον έμμετρο, ομοιοκατάληκτο στίχο στον ελεύθερο, οι δημιουργοί της έχω την εντύπωση ότι δεν συνειδητοποίησαν τις συνέπειες του τολμήματός τους εκείνου. Ενθουσιασμένοι από την πρωτόγνωρη ελευθερία που κέρδισαν να διατάσσουν τις λέξεις κατά το δοκούν, χωρίς να λογοδοτούν σε καμιά δοσμένη από τα πριν φόρμα, δεν αντιλήφθηκαν ότι το νέο τους κέρδος έφερνε μαζί του και απώλειες σημαντικές. Η σημαντικότερη ήταν η έκπτωση αυτής ακριβώς της ακουστικής, ακροαματικής διάστασης του λόγου. Το τυπικό μοντέρνο ποίημα είναι γραμμένο για να διαβάζεται σιωπηρά, όχι για να απαγγέλλεται. Ήδη λόγω του σκοτεινού, ερμητικού του περιεχομένου, πρέπει κανείς να το διαβάσει πολλές φορές για να το καταλάβει. Δεν γίνεται να αποστηθιστεί, και αν το πετύχει κανείς ξεχνιέται εύκολα, του λείπει εκείνη η ρυθμική δομή που διευκολύνει την απομνημόνευση. Το κυριότερο: το μοντέρνο ποίημα δεν τέρπει συνήθως παρά μόνο μέσω του νοήματος και της εικονοπλασίας του, η καθαρά ρυθμική-μελωδική απόλαυση που μας προσφέρει το δημοτικό τραγούδι ή ο Ερωτόκριτος λ.χ, έργα που είναι σε θέση να τέρψουν το μικρό παιδί όσο και τον ενήλικα, τον φανατικό φιλαναγνώστη όσο και τον ολιγογράμματο, τον άνθρωπο που δεν έχει σχέση με τα βιβλία και τα γραψίματα εντατική, αυτή η ρυθμική, μελωδική διάσταση του ποιήματος στην μοντέρνα ελευθερόστιχη ποίηση έχει χαθεί. Γιατί; Γιατί από το ελευθερόστιχο ποίημα λείπει το στοιχείο της τακτής επανάληψης, της επαναφοράς ενός μοτίβου ή ενός σκοπού που αιχμαλωτίζει την ακοή και την εθίζει. Ο ελεύθερος στίχος, επειδή είναι ατομική υπόθεση του καθενός ποιητή, δεν διαπαιδαγωγεί, δεν καλλιεργεί μορφικά τον αναγνώστη, δεν τον παρακινεί να επιστρέψει σ’ ένα είδος ποιήματος ή να αναζητήσει άλλα παρόμοια, κάθε φορά ξεκινάει κανείς από την αρχή.

Αντιθέτως, όταν διαβάζουμε μια μπαλάντα της Σ.Κ. πρώτη φορά, μπορεί να μην γνωρίζουμε το περιεχόμενό της, όμως μας είναι οικεία, διότι έχουμε ξαναδιαβάσει μπαλάντες και γνωρίζουμε τη μορφή.  Και αντιστρόφως: ξεκινώντας από μια μπαλάντα της Κολοτούρου μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και να χαρούμε περισσότερο μια μπαλάντα του Καρυωτάκη ή του Μπρεχτ ή του Φρανσουά Βιγιόν. Η παράδοση από μόνη της, η συνέχεια δηλαδή των μορφών και των ειδών, δημιουργεί το κοινό της.

Να γιατί λοιπόν, σε αντίθεση με την παραδοσιακή ποίηση, η σύγχρονη, η μοντέρνα ποίηση δυσκολεύεται τόσο πολύ να βρει ένα κοινό, και έχει εγκλωβιστεί δυστυχώς στις μέρες μας στα τείχη μιας φανατικής μεν αλλά και πολύ μικρής συντεχνίας. Οι πρώτοι εισαγωγείς του ελεύθερου στίχου, είναι αλήθεια, πίστευαν ειλικρινά ότι με τον τρόπο αυτόν ο λόγος θα γίνει πιο φυσικός, η ποίηση λιγότερο τεχνητή, πιο καθημερινή και πιο άμεση. Δεν κατανόησαν όμως ότι αυτό που φαντάζει τεχνητό, η αυστηρή μορφή, το μέτρο, η ομοιοκαταληξία, είναι όπως η μελωδία στο τραγούδι – συστατικό οργανικό και απαραίτητο, σχεδόν εκ των ων ουκ άνευ. Γιατί ποιος θα άκουγε τραγούδια χωρίς μελωδία; Το αποτέλεσμα ήταν ότι μαζί με τον έμμετρο στίχο και τις αυστηρές μορφές, η σύγχρονη ποίηση απεμπόλησε δυστυχώς και τους στενότερους δεσμούς τους με το μεγάλο ακροατήριο.

Αυτή την εσωτερική σχέση μεταξύ ελεύθερου στίχου και απώλειας του κοινού την αποτύπωσε εύστοχα σε μια της παρατήρηση μια σπουδαία Ουρουγουανή ποιήτρια του προηγούμενου αιώνα, η Ιδέα Βιλαρίνιο: «Λέω πως ο ελεύθερος στίχος υπήρξε μάστιγα καθώς, υπό το πρόσχημα ενός στίχου ‘ελεύθερου’, κόσμος και κοσμάκης που δεν ήταν ποιητές έγραψαν χιλιόμετρα ολόκληρα τεμαχισμένης πρόζας, η οποία, μαζί με άλλα είδη πτώχευσης που επέφερε, οδήγησε στην απώλεια του αναγνωστικού κοινού της ποίησης. Δεν σημαίνει πως υποτιμώ την ποίηση της καθημερινότητας, κι εγώ έχω γράψει καθημερινή ποίηση. Ποτέ όμως ελεύθερο στίχο.»

Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο εδώ. Ο ρυθμός, το μέτρο, η ρίμα δεν είναι εξωτερικά στολίδια του λόγου. Υπάρχει ένας εσωτερικός μετρονόμος μέσα σε κάθε γλώσσα, μια προ του νοήματος, για να το πω έτσι, εμπειρία της γλώσσας. Η γλώσσα έχει ύλη, είναι ακρόαμα, ρυθμικό σύνολο, μας τέρπει προτού καν την καταλάβουμε. Μάλιστα αυτός ο ρυθμός είναι τόσο παρών, τόσο ισχυρός μέσα στη γλώσσα ώστε μας επιβάλλεται χωρίς καν να χρειαστεί να τον ακούσουμε, λειτουργεί μέσα μας όταν διαβάζουμε ή γράφουμε νοερά. Τα ποιήματα της Σ.Κ. είναι νομίζω μια λαμπρή απόδειξη γι’ αυτήν, τη ρυθμική, δύναμη της γλώσσας. Γραμμένα από άνθρωπο που δεν μπορεί να ακούσει, έχουν μελωδικότητα και ακουστικότητα πολύ πιο δουλεμένη και λεπταίσθητη από τα έργα των περισσότερων ομοτέχνων της σήμερα. Κι αυτό γιατί η γλωσσική καλλιέργεια της Σ.Κ. είναι βαθιά, η σχέση της με την ελληνική τόσο μύχια και πολύρριζη, ώστε στα ποιήματά της είναι σε θέση να ακούει καθαρά πράγματα που στ’ αυτιά ακόμη και σημαντικών ομοτέχνων της μένουν πολλές φορές ανήκουστα.

Κλείνω την παρένθεση. Είπα προηγουμένως ότι η Κολοτούρου είναι ποιήτρια αφηγηματική. Της αρέσει να διηγείται ιστορίες. Ιστορίες φανταστικές όπως αυτή του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη ή βιωμένες, από τα παιδικά και σχολικά της χρόνια. Επίσης, η Σ.Κ. δεν αποστέργει τους τρόπους της σάτιρας και όπως ήδη είπα την πολιτική θεματολογία.  Τα αναφέρω όλα αυτά δίπλα δίπλα, διότι το τραγούδι, η αφήγηση, η σάτιρα και ο δημόσιος λόγος είναι ακριβώς εκείνα τα πράγματα που μας έλειψαν τις τελευταίες δεκαετίες του όψιμου μοντερνισμού. Με τον θερμό, ιδεαλιστικό ουμανισμό που διαποτίζει τα ποίηματά της προσωπικά έχω τις δυσκολίες μου. Βρίσκω ότι η ποιήτρια Κολοτούρου αγαπά τους ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο τους αξίζει. Και για τον λόγο αυτό αγανακτεί ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε με την αθλιότητά τους ή προσδοκά από εκείνους πράγματα που δεν μπορούν να της δώσουν.  Ωστόσο, δεν μπορώ να μην πω ότι το να ασχολείται κανείς ως ποιητής στην Αθήνα του 2015, την Ελλάδα της κρίσης και της παρακμής, με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αναπηρία, την αδικία είναι σαν να ανοίγει στην ποίησή μας ένα παράθυρο στον δροσερό αέρα, σαν να γκρεμίζει τα τείχη του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας στα οποία έχει αυτοεγκλειστεί, αλίμονο, η αγοραφοβική μας συντεχνία. Ακόμη δε περισσότερα όταν αυτή του η ενασχόληση δεν μένει μόνο στα λόγια, έστω κι αν είναι τόσο δραστικά και ποιητικά όσο στην περίπτωση της Σ.Κ., αλλά τα συνοδεύει και με πράξεις, και έργα. Για την ακτιβίστρια Κολοτούρου που έχει κάνει σκοπό της ζωής της την αρωγή των μη ακουόντων, και που με τη δράση της εξέθεσε στο φως για πρώτη φορά και με μεγάλο προσωπικό κόστος, ένα ολόκληρο παρακύκλωμα εκμεταλλευτών και εμπόρων του ανθρώπινου πόνου, μια συντεχνία αναπηροπατέρων εφάμιλλη με τις άλλες συντεχνίες που λυμαίνονται τον συλλογικό μας βίο, δεν είναι εδώ η ώρα και η στιγμή να μιλήσουμε. Όμως αυτή η Κολοτούρου και η ποιήτρια είναι το ίδιο πρόσωπο, κι αυτό λέει πολλά.

Ξαναγυρίζω στην ποίηση για να καταλήξω μ’ αυτήν. Εκφραστικά, η Σ.Κ. έχει τις ρίζες της στον Μεσοπόλεμο. Το κλίμα, και το ήθος των ποιητών εκείνης της εποχής, του Κοτζιούλα, του Καββαδία, του Σκαρίμπα, του Φιλύρα χαρακτηρίζει και τους δικούς της στίχους. Και στο ποίημά της «Μείζονες και ελάσσονες» που περιλαμβάνεται στην Τρίτη γενιά τούς απευθύνει ένα θαυμάσιο εγκώμιο.

Την ποίηση αγαπώ, των ελασσόνων
κι η ποιητική κοινότητα το ξέρει.
Γυμνάσματα επιλέγω, του Σεφέρη,
– αθάνατα σαν έπη των αιώνων.
Μεθάω με τις μπαλάντες του Βιγιόν.

Μες τον Φιλύρα ψάχνω, παραφρόνων
–της σύφιλης– τις σκέψεις. Μου προσφέρει
γαλήνη σ’ ουρανό το πεφταστέρι
στου Γκάτσου τα τραγούδια –οψίμων χρόνων–
κι εύρος ο Καββαδίας, των θαλασσών.

Τον Μάη στη Χαλκίδα ίχνη απογόνων
Σκαρίμπα αναζητώ το μεσημέρι.
Μες την Πεντέλη βρίσκω, καλοκαίρι,
σημάδια του Κοτζιούλα σ’ επιγόνων
σπαράγματα – του βίου κρυφών ωρών.

Κι απ’ άλλους; Κάτι λίγα, ήπιων τόνων –
που πνέει του μεσοπόλεμου τ’ αγέρι,
τo Λόγο καλλιεργώντας άξιο χέρι.
Στη δίνη τους βυθίστηκαν, των πόνων,
ματώσαν τις σελίδες των γραπτών.

Και ψάχνω μες τους στίχους τους και μόνον,
των φίλων που ’χουν τόσο υποφέρει,
τη μέθεξη που η ποίηση θα μου φέρει.
Οι ελάσσονές μου είναι, των συγχρόνων
–που μείζονες τους λέω– των ποιητών.

Όσοι θυμόσαστε τη Χαμηλή φωνή, την ανθολογία εκείνων των ποιητών που φρόντισε ο Μανώλης Αναγνωστάκης, καταλαβαίνετε ίσως τι εννοώ με τη λέξη ήθος. Ήθος είναι  τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, εδώ αυτή η τρυφερή και συνάμα κριτική ματιά του ελληνικού αστικού Μεσοπολέμου. Η ματιά του ανθρώπου της πόλης που προσπαθεί να χαράξει τον δρόμο του μέσα από χίλιους δυο περισπασμούς και βιοτικές αβεβαιότητες και συνάμα να βρει το δικό του, εντελώς προσωπικό στοιχείο μέσα στην μαζική κλίμακα που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση με τον ποιητή της φύσης, έναν Ελύτη λ.χ. ή έναν Σικελιανό, που βλέπει τον εαυτό του τμήμα αναπόσπαστο του κόσμου, και ταυτίζεται μ’ αυτόν κάθε φορά που τον υμνεί, ο ποιητής της πόλης έχει πάντοτε συναίσθηση της ατομικότητας, δηλαδή της μοναξιάς του. Λες και το άστυ είναι για όλους μας μαζί πατρίδα και ξενιτιά, και εκεί που αναγνωρίζουμε το σπίτι μας σ’ αυτό, να χρειάζεται να πάρουμε και κριτικές αποστάσεις. Η Σ.Κ. λοιπόν με τον ήθος του αστικού ποιητή, αυτή τη ματιά, που την πρωτοσυναντήσαμε στον Μεσοπόλεμο, την αναδέχεται και τη στρέφει παραπέρα, τη στρέφει στα καθέκαστα της σημερινής ζωής. Εμφανής είναι και η συγγένειά της, η εξοικείωσή της με τον αστικό λυρισμό που καλλιεργούν στα ποιήματά της σημερινοί σπουδαίοι ποιητές, κυρίως αυτοί του Τριωδίου, ο Δ. Καψάλης, ο Γ. Κοροπούλης και ο Η. Λάγιος που είναι και οι αμεσότεροί της πρόγονοι.

Με όλα αυτά που είπα ήδη θα καταλάβατε ότι, ευτυχώς για όλους μας, η Σ.Κ. Κολοτούρου δεν ανήκει στο ποιητικό mainstream. Στέκει παράμερα. Ευτυχώς γι’ αυτήν και για μας, επαναλαμβάνω! Γιατί έτσι, διατηρεί όχι μόνο την ανεξαρτησία, αλλά και την ειλικρίνειά της. Όπου συχνάζουν οι πολλοί, εκεί καραδοκεί και ο κομφορμισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προνομιακός χώρος για τη Σ.Κ. όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε όχι τόσο το τυπωμένο χαρτί με τα βιβλία και τα περιοδικά του, άλλωστε αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο ποιητικό που βγάζει, αλλά το ίντερνετ. Στο μεταξύ, υπάρχει μια ολόκληρη φουρνιά πλέον νέων ποιητών που, απαλλαγμένοι από τις τελετές και τις συνήθειες της ποιητικής συντεχνίας, έχουν γίνει γνωστοί κυρίως μέσα από τις διαδικτυακές τους δημοσιεύσεις. Ο Δ. Σολδάτος, ο Θ. Βολκώφ, ο Κ. Σφενδουράκης, ο Γ. Μπελεσιώτης είναι τέτοιοι ποιητές, της εποχής του διαδικτύου. Και προσέξτε: αυτός που γράφει για το ίντερνετ γράφει διαφορετικά από εκείνον που γράφει για το χαρτί. Ο λόγος σ’ αυτό το μέσο πρέπει να είναι άμεσος, δραστικός, ακαριαίος για να πιάσει. Η σκοτεινότητα και οι σχολαστικοί διακειμενισμοί για τον αναγνώστη του μέσου αυτού είναι αντικίνητρο, μόνο ό,τι έχει δραστικότητα και αμεσότητα προφορική μπορεί να του αιχμαλωτίσει την προσοχή.

Προσωπικά πιστεύω πως το μέλλον της ποίησης βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη νέα προφορικότητα και στις ευκαιρίες που διανοίγει το διαδίκτυο. Και πως, αντί να θρηνούμε για αυτά που χάνονται μαζί με την κουλτούρα του εντύπου που βρίσκεται σε αποδρομή (και ασφαλώς χάνονται πολλά και σημαντικά…), οι ποιητές θα ήταν προτιμότερο να κοιτάξουμε να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που οι νέες συνθήκες μάς προσφέρουν. Η ποίηση, ας μη το ξεχνάμε, βλάστησε, άνθησε και καρποφόρησε ήδη σε καιρούς που δεν ήξεραν τα βιβλία. Στην ανάγκη (κι αυτό δεν είναι ευχή, αλλά διαπίστωση), μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτά.

Ομιλία εκφωνημένη κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις 30.10.2015

Κώστας Κουτσουρέλης: Τέχνη και ηλικία

lf

O ζωγράφος Lucian Freud στο ατελιέ του

Συνηθίζουν να μιλούν για έργα της ωριμότητας και έργα της νεότητας. Η διάκριση είναι σωστή, φτάνει να διευκρινιστεί ότι η κατάταξή τους εδώ δεν είναι ιεραρχική – το λογοτέχνημα, το καλλιτέχνημα που εκφράζει τη μέθη και την ένταση της βιολογικής ακμής δεν υστερεί απ’ αυτό που βασίζεται στην πείρα και την περισυλλογή της ηλικίας. Ακόμη και ο υπέρμετρος ιδανισμός της νιότης, η έφεση προς το ουτοπικό και το ανέφικτο, δεν βλάπτουν το άξιο έργο. Με τα λόγια του Βάρναλη: «ό,τι είναι ψέμα για την πείρα και για την επιστήμη, γίνεται αλήθεια αισθητική μέσα στα ηλύσια περιβόλια της Τέχνης, όταν ο δημιουργός μπορεί να τα μετουσιώσει σε ζωντανή ομορφιά».

Ο Ελύτης επιμένει ιδιαίτερα σ’ αυτό: «η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο»· «ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο». Στην αντίληψή του μάλιστα, η πολύχρωμη αισθαντικότητα της νεότητας είναι ανώτερη καλλιτεχνικά από την στοχαστική καταλλαγή του γήρατος. Η δική της βιωματική αλήθεια είναι προτιμητέα από τις συλλήψεις της καταλαγιασμένης διάνοιας όπως ακριβώς τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας είναι προτιμητέα (και ποιος θα αντίλεγε εδώ…) απ’ τα κέρδη και τις δάφνες του γήρατος.

Μια ποιήτρια πολύ διαφορετική από τον Ελύτη, το έχει δείξει αυτό εξαίσια, η Μάριαν Μουρ:

Και το πουλί ακόμα
ορθώνεται όταν τραγουδά, χαλύβδινη
στήνει μορφή προς τα ύψη. Τί αν είναι δέσμιο,
με το τραγούδι του σαλπίζει δυνατά
πόσο ασήμαντη είναι η ικανοποίηση,
πόσο αγνή είναι αντίθετα η χαρά.
Η μια είναι θνητότητα,
Η άλλη αιωνιότητης.

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια ποιητική της χαράς και της αθωότητας, αντίστροφη από εκείνη της αυτεπίγνωσης και της ενοχής, αλλά το ίδιο νόμιμη ή γόνιμη, αναλόγως πάντοτε του γούστου και των αναγκών του αναγνώστη. Αυτό που μπορεί κανείς να προβάλει ως ένσταση, είναι η εμπειρική μονομέρεια αυτής της ποιητικής, ότι καλύπτει δηλαδή ένα μόνο κομμάτι της ανθρώπινης περιπέτειας, αφήνοντας το υπόλοιπο άστεγο. Το ίδιο όμως επιχείρημα μπορεί να στραφεί εναντίον των περισσότερων σπουδαίων δηημιουργών. Πολλοί λίγοι, ελάχιστοι, είναι στην παγκόσμια λογοτεχνία λ.χ. οι συγγραφείς που αγκαλιάζουν όλη σχεδόν την ανθρώπινη κατάσταση, στην εκπληκτική της δαψίλεια, στη δε νεοελληνική λογοτεχνία ο μόνος νομίζω είναι ο Κωστής Παλαμάς.

Οι περισσότεροι συγγραφείς κάποια στιγμή ταυτίζονται λίγο πολύ με μια ηλικία και μένουν προσκολλημένοι σ’ αυτήν, ο Ελύτης με τη νεότητα, ο Καβάφης με το γήρας κ.ο.κ. Είναι φυσικό. Σωστά όμως κι ο Ώντεν ζητούσε από τον μείζονα ποιητή να συμβαδίζει με τη ζωή του, προσαρμόζοντας την τέχνη του σ’ αυτήν κι όχι τ’ αντίστροφο. Ο Σεφέρης το είχε πει ακόμη καλύτερα: ο ποιητής (πρέπει να) γράφει την «ιστορία του ζωντανού του σώματος». Τι σημαίνει αυτό; Ότι όπως αλλάζει το σώμα σου και οι ψυχικές παραστάσεις που το ακολουθούν, έτσι πρέπει να αλλάζουν και τα εκφραστικά σου μέσα, τα θέματα, τα ενδιαφέροντα, η ίδια σου η κοσμοθεώρηση – αλλιώς βλέπεις τη ζωή στα 30, αλλιώς στα 50, αλλιώς στα 70, στα γραψίματά σου αυτό πρέπει να φαίνεται με ενάργεια, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να έρθεις σε σύγκρουση με τον προηγούμενο, παρωχημένο πια εαυτό σου, ακόμη κι αν σε εγκαλέσουν για «ασυνέπεια». Για τον μεγάλο ποιητή η ασυνέπεια δεν είναι επιλογή – είναι ανάγκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ορέστης Αλεξάκης, 1931-2015

OrestisAlexakis

Τον είχα δει στις 21 Μαρτίου, στη Στοά του Βιβλίου στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών. Αυτός κατέβαινε από το βήμα, εγώ ανέβαινα. Τον χαιρέτισα και τον ασπάστηκα. Λίγο πριν είχε απαγγείλει με τον μοναδικό τρόπο του, πάντα από στήθους και με φωνή σημαδεμένη από την αρρώστια, τα πρώτα πρώτα του ποιήματα, γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Αναρωτιέμαι αν φρόντισε κανείς να τον ηχογραφήσει.

Η πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί ήταν στο παλιό Ντόλτσε, το 2000. Μου μίλησε γι’ αυτά που καταλάβαινε ότι έχουμε κοινά: τα χρόνια στη Γερμανία (όπου έκανε αυτοεξόριστος επί δικτατορίας· τις θαυμάσιες μεταφράσεις του από εκείνη τη γλώσσα ελάχιστοι τις γνωρίζουν), τον διχασμό μεταξύ δικηγορίας και ποίησης («για χρόνια πολλά είχα παρατήσει εντελώς το γράψιμο· κάθε φορά που ξεστράτιζα σ’ ένα ποίημα, έκανα τρεις μέρες να κατεβάσω δικογραφία»).

Μου δόθηκε να συμμετάσχω στο τελευταίο αφιέρωμα από περιοδικό που του έγινε. Μας ευχαρίστησε όλους με την μοναδική του αρχοντιά, που ένωνε μέσα της αξεδιάλυτα τους άψογους τρόπους και την συγκινημένη τρυφερότητα. Τα ίδια πράγματα δηλαδή που συναντά κανείς και στα ποιήματά του. Θα μας μείνουν αυτά. Αύριο το απομεσήμερο στο κοιμητήρι της Καλλιθέας αποχαιρετάμε τον Ορέστη Αλεξάκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Το ΝΠ στο ραδιόφωνο

Από αυτή την Παρασκευή, και κάθε Παρασκευή, το ΝΠ αποκτά ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 ώς τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών.

Η πρώτη εκπομπή έχει τίτλο της «Ο Στέλιος Ράμφος για τον Παναγιώτη Κονδύλη». Με αφετηρία το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ράμφου για τον Κονδύλη που δημοσιεύσαμε στην ιστοσελίδα του περιοδικού και σχολιάστηκε πολύ, συζητάμε για τους διαφορετικούς δρόμους που ακολούθησαν αυτοί οι δυο εντελώς ιδιαίτεροι άνθρωποι από τότε που πρωτογνωρίστηκαν στα φοιτητικά έδρανα του Πανεπιστημίου Αθηνών στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για τις πασίγνωστες αποκλίσεις στη σκέψη τους αλλά και για μερικές, απρόοπτες ίσως, συγκλίσεις τους.

Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Προσκεκλημένος τους ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος.

Ο Nικόλα Κροτσέττι στα Σάββατα του Νέου Πλανόδιου

* * *

Οι ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ και ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ,

με αφορμή τη μεγάλη ανθολογία
της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δύο αιώνων

PΟΕΤΙ GRECI DEL NOVECENTO,
coll. «I Meridiani», Mondadori, 2010,
(επιμ. Ν. Κροτσέττι – Φ. Ποντάνι)

συζητούν για την ελληνική ποίηση, τη δεξίωσή της στο εξωτερικό
και την τέχνη του ανθολογείν και του μεταφράζειν.

Στον Πολυχώρο της Άγκυρας, Σόλωνος 124,
Σάββατο 29.11.2014, στις 12.00 το μεσημέρι

* * *

 

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Πάτρα, δημιουργός της POESIA, του πλέον επιτυχημένου ίσως διεθνώς περιοδικού για την ποιητική τέχνη, επίτροπος της UNESCO, πρεσβευτής της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο εξωτερικό, μεταφραστής των κορυφαίων συγγραφέων και ποιητών μας στα ιταλικά (μ.α. των Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Καβάφη, Αναγνωστάκη, Καζαντζάκη), o ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ είναι «ο εκδότης που ‘επινόησε’ την Ποίηση», όπως έγραψε γι’ αυτόν η Corriere della Sera.

Η μεγάλη δίγλωσση ελληνική ανθολογία που συνεπιμελήθηκε με τον ΦΙΛΙΠΠΟΜΑΡΙΑ ΠΟΝΤΑΝΙ για λογαριασμό της περίφημης σειράς Ι MERIDIANI των Εκδόσεων Μondadori απλώνεται σε 1900 σελίδες και περιλαμβάνει 60 ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο ώς τη Γενιά του 1970.

9788804489351g                      crocetti

Λογοκλοπή: Ο κλέψας του κλέψαντος («Τα Νέα», 1.11.2014)

του ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗ
εφ. ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Page_528817$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg Page_528818$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg

Λογοκλοπή

Ο κλέψας του κλέψαντος

Οι υποθέσεις «κλοπής» μεταξύ συγγραφέων, ερευνητών και ιστορικών θα μπορούσαν να αποτελούν υλικό για αστυνομικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Αλλωστε, σύμφωνα με μια παλιότερη καταγγελία εντός του σιναφιού, και αυτός έχει πέσει θύμα από έλληνα «συνάδελφο»

Mundus vult decipi, ergo decipiatur. Ο κόσμος επιθυμεί να εξαπατηθεί, άφησέ τον λοιπόν να εξαπατηθεί. Η φράσις του ρωμαίου συγγραφέα Γαΐου Πετρωνίου, που έζησε λίγο μετά τον Χριστό, είναι ενδεικτική μιας κυνικής νοοτροπίας που κατακλύζει τον κόσμο αρκετών ελλήνων λογίων.

Ηδη θα αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής. Θέλει να πει ότι καθ’ όλα αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με λαμπρές ακαδημαϊκές περγαμηνές, καθηγητές, ακαδημαϊκοί, έχουν συλληφθεί  να κλέπτουν οπώρας – τουτέστιν τον πνευματικό, ερευνητικό ή δημιουργικό κόπο άλλων. Πρόσωπα που συχνά περιβάλλονται τον μανδύα κηνσόρων, αποδεικνύονται αδύναμα μπροστά στο δέλεαρ ενός επιπλέον credit… Ματαιοδοξία; Πιθανόν. Αλλά επενδεδυμένη κυνισμό και περιφρόνηση αρχών. Κι όταν, αν, αποκαλυφθεί η λαθροχειρία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι καταφέρνουν να βρίσκονται και από πάνω. Μετερχόμενοι είτε των σχέσεών τους είτε της εξουσίας τους, οχυρωνόμενοι στην αμνησία που ως κουρνιαχτός επικάθηται επί του δημοσίου λόγου συνεχίζουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο.

Εχοντας επιστρέψει προσφάτως από ένα ακαδημαϊκό σαββατικόν διαρκείας ενός έτους, συναντήθηκα τις προάλλες με νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές παιδαγωγικού τμήματος. Μιλήσαμε για τις εργασίες τους και με έκπληξή μου άκουσα ότι η κυρίαρχη τάση είναι να αναζητάς στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη παλαιότερες εργασίες παλαιότερων μεταπτυχιακών τις οποίες, είτε παραφράζοντάς τες είτε και παραθέτοντάς τες αυτούσιες, παίρνεις με ασφάλεια το πολυπόθητο χαρτί. Με τη μικρότερη προσπάθεια.

Η κουλτούρα της αντιγραφής

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο ανθεί η κουλτούρα της αντιγραφής. Οικειοποιείσαι τη δουλειά άλλου, την παρουσιάζεις για δική σου, «ξεχνώντας» όλως τυχαίως ασφαλώς τον υπομνηματισμό και τις παραπομπές. Καμιά φορά αντιγράφεις «από τα ξένα» (αν δύνασαι να διαβάσεις κάτι στα ξένα και να το μεταφέρεις στα δικά μας), αλλά δεν είναι ασύνηθες να «μεταφράζεις» και από τα δικά μας. Πολύ πρόσφατα, παράγων του ελληνικού πανεπιστημίου, με επιθυμία παρεμβάσεως στη δημόσια ζωή και αντιμνημονιακή ρητορική, προκειμένου να προαχθεί είχε αντιγράψει σχεδόν ολόκληρο προγενέστερο βιβλίο επιστημολογίας συναδέλφου του. Η υπόθεση θα κατέληγε στα αστικά δικαστήρια, ώσπου ο κλέψας οπώρας προσέπεσεν γονυπετής στους πόδας των κατόχων του πρωτοτύπου και των δικηγόρων τους. Εκείνοι τον ελυπήθηκαν, εκείνος απέσυρε το βιβλίο, αλλά κέρδισε την προαγωγή – ίσως με ένα άλλο βιβλίο, που έγραψε γρήγορα, προφανώς θεία εμπνεύσει. Σημασία έχει ότι ο προαχθείς συνεχίζει να αρθρογραφεί εναντίον των μεταρρυθμίσεων και του βάρβαρου Μνημονίου.

Αλλά σε μια χώρα όπου η κουλτούρα της αντιγραφής κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι δίδεται η δυνατότης της διασταυρώσεως και προβολής περιπτώσεων, η αντιγραφική μέθοδος των οποίων έχει διαρρεύσει. Οι κλέπται πνευματικών οπωρών είναι αρκετοί – και έχουν ονοματεπώνυμο. Τις περιπτώσεις δε ορισμένων εξ αυτών συγκέντρωσε, προσφάτως, το περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (τχ. 1, χειμώνας 2014). Εξ ανάγκης, θα σταχυολογήσω τις σοβαρότερες – και ιδιαιτέρως αστείες – προσθέτοντας αναφορές.

Μια ξένη γλώσσα αρκεί

Ο Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης (1917-2010) ήταν γνωστός μαθηματικός, με μεγάλη διδακτική εμπειρία σε ελληνικά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 2000, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, εξέδωσε την ογκώδη «Ιστορία των μαθηματικών» (781 σελίδες) που, τέσσερα χρόνια μετά, μεταφράστηκε στα αγγλικά. Ωστόσο, το 2005, ο Σεθ Μπρέιβερ, από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνας, κατήγγειλε το βιβλίο ως προϊόν λογοκλοπής, ανάλογης εργασίας του μαθηματικού Μόρις Κλάιν. «Ο Αρτεμιάδης δεν συνόψισε μόνο τη σκέψη τού Κλάιν, δίχως να παραπέμψει σε εκείνον, την αντέγραψε αράδα προς αράδα» σημείωνε ο Μπρέιβερ. Οι εκδότες, αφού επιβεβαίωσαν την καταγγελία, απέσυραν από την κυκλοφορία το βιβλίο. Στην Ελλάδα, πάντως, μπορείτε ακόμα να βρείτε το βιβλίο στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Είναι έκδοση της έγκυρης Ακαδημίας Αθηνών.

Ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης, της αριστερής τάσεως της ΔΗΜΑΡ (πρώην ΠΑΣΟΚ αλλά και, στο παρελθόν, υποψήφιος υπερνομάρχης Αθηνών – Πειραιώς του ΣΥΡΙΖΑ), έχει κατηγορηθεί ότι, τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής καριέρας του, οικειοποιήθηκε «την εισήγηση που έκανε ο άγγλος καθηγητής Λώρενς Ρέιτνα στο Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης» του Μιλάνου, 1976, για ένα άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Πολίτης». Η αρχική καταγγελία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», ο ιδεολογικά συγγενής «Πολίτης» ωστόσο, διά του εκδότου Αγγελου Ελεφάντη, παραδέχθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση ότι υπήρξε «πρωτότυπο απ’ όπου ο κ. Πανούσης έχει «δανειστεί» το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος του άρθρου του» (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 15/5/1992). Ο καθηγητής, σε απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι σε ανάτυπο του ίδιου άρθρου που κυκλοφόρησε ιδίοις αυτού αναλώμασι παρέπεμπε έξι φορές στον Ρέιτνα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Μικέλας Χαρτουλάρη για «ΤΑ ΝΕΑ» (15/5/1992), στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 22/2/1989, ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ «κατήγγειλε […] τον δημοσιογραφικό αστέρα Στέλιο Κούλογλου ότι το βιβλίο του «Εγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» (Νέα Σύνορα) αποτελεί «πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή» του βιβλίου «Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή» του διάσημου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, το οποίο […] είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά (Μέδουσα) μόλις ενάμιση χρόνο πριν». Ο κατηγορηθείς δεν απάντησε ποτέ, ενώ το βιβλίο συνεχίζει να κυκλοφορεί σε νεότερη έκδοση. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος εξέδωσε σε έναν τόμο υλικό από συνεντεύξεις ιστορικών προσώπων της Αριστεράς, για την εκπομπή του «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» («Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία, 2005). Δυο δημοσιογράφοι που είχαν δουλέψει εκεί, η Ζαννίνα Βώβου και η Μαρίλια Παπαθανασίου, έστειλαν εξώδικο στον οίκο, με το επιχείρημα ότι σχεδόν τις μισές συνεντεύξεις τις είχαν λάβει αυτές, αλλά δεν υπήρχε πουθενά αναφορά στη συμβολή τους. Ο οίκος αποδέχθηκε την αιτίασή τους και πρόσθεσε με αυτοκόλλητο τα ονόματά τους στο στοκ του βιβλίου.

Ο μεταμοντερνισμός που δανείζεται

Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχει κατηγορηθεί επωνύμως όχι μόνο μία φορά στο παρελθόν για ιδιοποίηση ξένων στίχων είτε και ποιητικών αποφθεγμάτων. Σύμφωνα με τους ερευνητές του «Νέου Πλανόδιου», «ο όγκος των ποιητικών «δανείων» του Βλαβιανού είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων από τις συλλογές του […] πολλά ποιήματα που ο Βλαβιανός στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις των συλλογών παρουσίαζε ως δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ή παροδηγούσε τον αναγνώστη να τα εκλάβει ως τέτοιες), πλέον αποδίδονται ρητώς ή εμμέσως στους αρχικούς τους δημιουργούς. Ανάμεσά τους, ποιήματα των Σίμιτς, Ασμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στήβενς, Μπάχμαν, […] έργα της Κάρσον […] και του Λόνγκλεϋ […] και άλλων». Η πιο πολυσυζητημένη τέτοιου τύπου καταγγελία έχει δημοσιευθεί στο «Βήμα» (3/1/2008), στη στήλη των επιστολών. Ο καταγγέλλων, Παύλος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνει ότι στο βιβλίο του Βλαβιανού «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007, αλλά πλέον δεν υπάρχει στην αγορά), ένα απόσπασμα ήταν μετάφραση «από το πολύ γνωστό δοκίμιο «Can poetry matter?» του αμερικανού ποιητή Ντέινα Τζόια». Ο Βλαβιανός, με επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα (8/1/2008), παραδέχθηκε ότι τα πράγματα είχαν γίνει ακριβώς έτσι και δικαιολογήθηκε πως, όταν αντέγραφε το απόσπασμα στις σημειώσεις του, αμέλησε να γράψει το όνομα του Τζόια, με αποτέλεσμα, όταν αργότερα το ενέταξε στο βιβλίο, να το περάσει για δικό του. Επικαλείται, πάντως, τη ρήση του Γέιτς «είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα».

Με την παραπάνω άποψη του Γέιτς, φαίνεται ότι συμφωνεί και ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (που επίσης έχει κατηγορηθεί, από τον εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, ότι οικειοποιήθηκε ποιήματα του Οκτάβιο Πας ή του Μπόρχες, βλ. «Νέο Πλανόδιον», τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Ποιητής αλλά και μεταφραστής ο ίδιος, έχει υποστηρίξει ότι αφού «το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό […] η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή». Στο χαλαρό αυτό κριτήριο, ο ίδιος εντάσσει μόνο την ποίηση, ενώ δεν το επεκτείνει και σε όλη την υπόλοιπη παραγωγή πνευματικών προϊόντων. Ετσι, στο «Βήμα» της 30ής Σεπτεμβρίου 1990, είχε στολίσει τον Μιχάλη Νικολιδάκη, το βιβλίο του οποίου «Νεοελληνικά. Επισκόπηση νεοελληνικής λογοτεχνίας – Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία» ήταν συρραφή κειμένων άλλων, του Ελιοτ και του Παπανούτσου, του Λουκάτου ή του Γεωργίου Θέμελη. Ο Βαγενάς εγκαλούσε, τότε, επί μεταμοντερνισμώ, καθηγητές όπως ο Δημήτριος Μαρκής ή ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, που με εκείνο το βιβλίο προήγαγαν τον Νικολιδάκη σε επίκουρο, σχετικοποιώντας την έννοια της πρωτοτυπίας. Σήμερα, έχει ο ίδιος προσχωρήσει στους μεταμοντέρνους.

Η Φωτεινή Τομαή, εμπειρογνώμων πρεσβευτής σύμβουλος α’, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών και, στις τελευταίες ευρωεκλογές, υποψήφια με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ, κατηγορήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Κεφαλοπούλου και τον σκηνοθέτη Αρη Φωτιάδη ότι «δανείστηκε» αυτούσιο υλικό από δική τους δουλειά για το βιβλίο της «Αληθινές ιστορίες 1, 2, 3,.. 11 ολυμπιονικών» (Παπαζήση, 2004), που κυκλοφόρησε ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας. Επειτα από μακρά αναμονή, το πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 525/2013 απόφαση καταδίκασε την κυρία Τομαή για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων του βιβλίου και της επέβαλε να αποδώσει στους κατηγόρους της 20.000 ευρώ, καθώς και να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες – απόφαση που επικυρώθηκε και στο Εφετείο. Η κυρία Τομαή, μετά το πέρας της υπόθεσης, ανακοίνωσε ότι θα έκανε αίτηση αναίρεσης στον Αρειο Πάγο.

«Τίθεται ζήτημα εξαπάτησης του κοινού»

Όταν το εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ έκανε θέμα τη λογοκλοπή, κανείς δεν πίστευε ότι εκόμιζε γλαύκα ες Αθήνας. Λίγο-πολύ, στον κλειστό κύκλο των Γραμμάτων και του πανεπιστημίου, οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν πασίγνωστες. Ωστόσο, η συζήτηση ξέφυγε από το μικρής κυκλοφορίας έντυπο για μεμυημένους και έφθασε να σχολιαστεί στο περιοδικό κριτικής βιβλίου «The Athens Review of Books», με το οποίο ο κατηγορηθείς Χάρης Βλαβιανός είναι συνεργάτης. Ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, με προσεκτική επιστολή του, υπερασπίστηκε τον Βλαβιανό κάνοντας λόγο για ξεθυμασμένη και απαντημένη ιστορία, ενώ ο εκδότης του περιοδικού, με ένα οργίλο κείμενο, κατηγόρησε όσους ανακινούν το ζήτημα, ως «παρέες κηνσορίσκων» που διεξάγουν «αυριανικού τύπου εκστρατείες».

Αναζητήσαμε τον εκδότη του ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ, Κώστα Κουτσουρέλη, και του ζητήσαμε να κρίνει αυτές τις απαντήσεις. Αντί απαντήσεως, μας έθεσε υπ’ όψιν επιστολή που απέστειλε στο περιοδικό, το οποίο, αν και συχνά επικαλείται το δημοκρατικό πνεύμα διαλόγου το οποίο υποτίθεται ότι προάγει, αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής*:

«Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι προσωπική, βεντέτα δική μου και δική του. Η έρευνα στο «Νέο Πλανόδιον» είναι ομαδική δουλειά αφού συνέδραμαν σ’ αυτήν άλλοι τρεις συνεργάτες (Κ. Πουλής, Γ. Βαρθαλίτης, Ελ. Σταγκουράκη), ενώ τη συμπεριφορά του Βλαβιανού έχουν ψέξει δημοσίως κατά καιρούς και αρκετοί ακόμη συγγραφείς (Α. Βιστωνίτης, Ντ. Σιώτης, Π. Θεοδωρίδης, Σ. Παστάκας, Γ. Πατίλης, Β. Λαλιώτης κ.ά.). Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι συνηθισμένη, μια ακόμη μες στον σωρό. Ποσοτικά, διότι τα «δάνειά» του είναι παρμένα από δεκάδες συγγραφείς και έχουν έκταση από πολλές σελίδες έως λίγες γραμμές. Ποιοτικά, διότι αφορούν πολλά είδη του λόγου (ποίηση, δοκίμιο, φιλολογική μελέτη, αφορισμό, απόφθεγμα). Χρονικά δε, τα στοιχεία δείχνουν έναν κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή δράστη σε δημοσιεύματά του από το 1990 έως σήμερα. Η υπόθεση Βλαβιανού δεν είναι ξεθυμασμένη, «κουτσουκέλα» του παρελθόντος. Λίγα μόνο περιστατικά είναι ευρέως γνωστά και έχουν υποχρεώσει τον Βλαβιανό να απαντήσει (Τζόια, Κάρσον). Στο «Νέο Πλανόδιον» φέραμε στο φως και πολλά άλλα, είτε με δική μας έρευνα είτε από πηγές που σήμερα δεν είναι πλέον προσιτές.

Η περίπτωση Βαγενά διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του Βλαβιανού, αφορά μόνο την ποιητική λογοκλοπή. Στο πεδίο αυτό όμως είναι ακραία αφού στην πράξη νομιμοποιεί οποιονδήποτε σφετερισμό του ξένου κόπου στο όνομα της υψηλής θεωρίας. Το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα δεν είναι τόσο θέμα ιδιοκτησιακό, κλοπή ξένων δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα εξαπάτησης του κοινού για την πραγματική πατρότητα των κειμένων, δημιουργία μιας πλαστής συγγραφικής ταυτότητας. Και η συστηματική σιωπή του Τύπου αποτελεί είτε σκάνδαλο συγκάλυψης είτε θλιβερό δείγμα δειλίας και προληπτικής αυτολογοκρισίας».

Ο Juvenalis, 55-135 μ.Χ., ήταν ρωμαίος σατιρικός ποιητής

 * Σημ. του ΝΠ: Από παραδρομή της εφημερίδας τα λεγόμενα του ΚΚ αποδίδονται εσφαλμένα στο κείμενο της επιστολής που αποστείλαμε και, επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους, δεν δημοσίευσε η ARB. Το σωστό είναι ότι πρόκειται για μια ελεύθερη συνόψιση του περιεχομένου της επιστολής εκείνης. Το πλήρες κείμενο της απάντησής μας δημοσιεύεται εδώ.

Κώστας Κουτσουρέλης: Οι λογοκλόποι, η ομερτά και η «γενναιοδωρία»

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το κείμενο αυτό εστάλη αρχικά στην Athens Review of Books
ως απάντηση σε δημοσίευμά της. Η διεύθυνσή της αρνήθηκε να
το δημοσιεύσει με τον ισχυρισμό ότι είναι «νομικώς επιλήψιμο».

Όχι με ένα αλλά με δυο της κείμενα απανωτά κατακεραυνώνει η Αthens Review of Books στο φύλλο της του Σεπτεμβρίου το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και τον υποφαινόμενο. Και το μεν πρώτο απ’ αυτά, που υπογράφει η διεύθυνσή της, δεν σηκώνει σχόλιο. Το αψίθυμο κατηγορώ του κ. Βασιλάκη («παρέες κηνσορίσκων», «αυριανικού τύπου εκστρατείες» κ.ο.κ.) πιο πολύ σύγχυση και ταραχή προδίδει παρά ανωτερότητα και αφ’ υψηλού καταδίκη. Κρίμα! Στο Νέο Πλανόδιον έχουμε περί πολλού την παθιασμένη πολεμική, και θα μπορούσαμε να την ανεχτούμε ακόμη κι αν ήταν μονόπλευρη ή κραυγαλέα – φτάνει νά ’χε όντως κάτι να πει.

Η επιστολή του κ. Σταύρου Πετσόπουλου αντίθετα, ανθρώπου διακεκριμένου των γραμμάτων μας και δημιουργού των Εκδόσεων Άγρα, καθότι ευπρεπής και νηφάλια, σηκώνει και παρασηκώνει και σχολιασμό και αντίκρουση. Με τον τρόπο της, εγείρει ζητήματα καίρια και ουσιώδη για τη λεγόμενη πνευματική μας ζωή. Χαίρομαι λοιπόν για την ευκαιρία που μου παρέχει να ξεκαθαρίσω τη θέση μας ως προς αυτά.

Από τα γραφόμενά του συνάγω ότι ο κ. Πετσόπουλος αγνοεί το περιεχόμενο της έρευνάς μας για τη λογοκλοπή («Φάκελος Λογοκλοπή», Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014). Και ότι η εικόνα που έχει σχηματίσει γι’ αυτήν είναι μάλλον από δεύτερο χέρι, πρωτίστως από τα άρθρα του τρέχοντος τεύχους («Φάκελος Λογοκλοπή: Ο κριτικός απόηχος», ΝΠ, τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Όμως αυτά τα τελευταία έχουν να κάνουν με το ειδικό ζήτημα της ποιητικής λογοκλοπής και δεν αφορούν την λογοκλοπή εν γένει. Τώρα, επειδή η ποιητική λογοκλοπή έχει καταστεί εδώ σε μας περίπου συνώνυμη με το πρόσωπο του Χάρη Βλαβιανού, και επειδή οι τρεις από τους πέντε αρθρογράφους του δεύτερου τεύχους μας αναφέρονται όντως σ’ αυτόν (δευτερευόντως ωστόσο, το βασικό θέμα εκεί είναι άλλο: οι θεωρητικές απόψεις του Νάσου Βαγενά), δεν είναι ίσως παράξενο ότι ο επιστολογράφος αφήνεται να παρασυρθεί σε βεβιασμένο συμπέρασμα. «Δυο τεύχη του νέου καλού περιοδικού με μεγάλο αφιέρωμα σε μια μπαγιάτικη ιστορία», ισχυρίζεται, «είναι πολύ».

Είναι όντως έτσι; Ας δούμε το πράγμα από πιο κοντά. Στο ΝΠ1 η έρευνα περί λογοκλοπής καλύπτει 21 σελίδες – περίπου 7000 λέξεις. Σ’ αυτήν εκτίθενται διεξοδικά οι νομικές, φιλοσοφικές, αισθητικές όψεις του θέματος και επιχειρείται αναδρομή στην ιστορία της λογοκλοπής στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Από τα σκάνδαλα που βγήκαν στο φως τα τελευταία χρόνια, εκτενής λόγος γίνεται για τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου, τον μαθηματικό, παλαιό πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Νικόλαο Αρτεμιάδη, τον πανεπιστημιακό και βουλευτή Γιάννη Πανούση. Ακόμη μνημονεύεται η εντελώς πρόσφατη υπόθεση της Φωτεινής Τομαή, διευθύντριας του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, και πολλές άλλες, παλαιότερες και καινούργιες.

Η υπόθεση Βλαβιανού καλύπτει γύρω στις πεντέμισι σελίδες – έκταση ασφαλώς σημαντική, στην πραγματικότητα όμως περιορισμένη, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος των ευρημάτων που είχαμε στη διάθεσή μας. Διότι, ας τονιστεί, τα περισσότερα από τα στοιχεία που δημοσιεύουμε για τον Βλαβιανό είτε παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όντας προϊόντα δικής μας αυτοτελούς έρευνας· είτε είχαν αναρτηθεί πρόσκαιρα σε ολιγοσύχναστα διαδικτυακά μέσα, αφαιρέθηκαν όμως κατόπιν και παραμένουν ώς σήμερα άγνωστα· είτε, τέλος, είναι όντως οικεία μας από τις φήμες και τις διαδόσεις που κυκλοφορούν, ουδέποτε όμως βρέθηκε έντυπο διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει. Κάνει λάθος επομένως ο κ. Πετσόπουλος όταν γράφει ότι η ιστορία την οποία αφηγούμαστε είναι παρωχημένη, μια παλιά «κουτσουκέλα» του Βλαβιανού, για την οποία τάχα «έδωσε εξηγήσεις».

Ως «κουτσουκέλα» εικάζω ότι ο Σταύρος Πετσόπουλος εννοεί μάλλον το εκτενές ποίημα της Καναδής Ανν Κάρσον για τη ζωή της Αχμάτοβα, που ο Βλαβιανός δημοσίευσε ως σύνθεση δική του το 2003. Ή, ίσως, το δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή Ντέηνα Τζόια, αποσπάσματα του οποίου ενσωμάτωσε σιωπηρά σε δικό του βιβλίο το 2007. Για τις δύο αυτές υποθέσεις, ο Βλαβιανός όντως επεχείρησε να δώσει εξηγήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ισχυριζόμενος πάνω κάτω το γνωστό εκείνο ότι «οι μεγάλοι ποιητές κλέβουν…»· στη δεύτερη, παραδεχόμενος μεν την ακρίβεια της καταγγελίας, αλλά αποδίδοντάς την σε παραδρομή.

Τώρα, αν ο κ. Πετσόπουλος είχε λάβει όντως υπ’ όψιν του τα τεκμήρια της έρευνάς μας, θα ήξερε αυτή τη στιγμή ότι, εκτός από τα κείμενα της Κάρσον και του Τζόια, ο Βλαβιανός τα τελευταία 25 χρόνια έχει ιδιοποιηθεί έργα κάμποσων δεκάδων (!) ακόμη συγγραφέων. Φιλολόγων και μελετητών λ.χ., όπως ο Φρανκ Κερμόουντ και ο Ουίλλιαμ Κούκσον· δοκιμιογράφων και αποφθεγματιστών όπως ο Γκαίτε, ο Βαλερύ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Οκτάβιο Πας· διανοητών όπως ο Μονταίνιος, ο Βιττγκενστάιν, ο Παναγιώτης Κονδύλης· δραματουργών και μυθιστοριογράφων όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντεφόου, ο Εμίλ Σιοράν – για να μείνουμε μόνο στα εκτός της ποιήσεως είδη του λόγου. Τα «δάνεια» αυτά, όπως δείξαμε, εκτείνονται κάποτε σε σελίδες ολόκληρες, όπως στην περίπτωση της πραγματείας του Κούκσον για τον Έζρα Πάουντ (A Guide to the Cantos, σ. 157-165) που ο Βλαβιανός κοπιάρει στη δική του παουντική έκδοση (Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη 1991, και ήδη παλαιότερα στο Πλανόδιον, τχ. 12, Ιούνιος 1990, σ. 402-409). Άλλοτε πάλι πιάνουν λίγες γραμμές, όπως στην περίπτωση των πάμπολλων ξένων στοχασμών και αφορισμών τους οποίους ο Βλαβιανός παρουσιάζει ως αυτοτελή δικά του αποφθέγματα. Γράφει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης: «από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων»; «Από την αναίδεια και το φτηνό γούστο των ημιμαθών ποιητών, προτιμώ την αλαζονεία των πεπαιδευμένων», επαναλαμβάνει ο Χ.Β. Αποφαίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Beauty reveals everything, because it expresses nothing»; «Η ποίηση αποκαλύπτει τα πάντα, γιατί δεν εκφράζει τίποτε», διαπιστώνει ο Χ.Β. Βρίσκει ο Βαλερύ ότι «L’avenir n’est plus ce qu’il était»; «Το μέλλον δεν είναι πια όπως ήταν», μεταφράζει επί λέξει ο Χ.Β. Το «Sehe mit fühlendem Aug, fühle mit sehender Hand» του Γκαίτε γίνεται απαράλλακτα «Να βλέπεις με μάτι που αισθάνεται. Να αισθάνεσαι με χέρι που βλέπει» – κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ακόμη και ξένες παροιμίες γνωστές προτείνονται στον Έλληνα αναγνώστη ως πρωτότυποι δικοί του αφορισμοί.

Ένα ολόκληρο βιβλίο του (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε χαϊκού, Πατάκης 2011) έχει αίφνης κοινή τη συστατική του ιδέα με το έργο ενός Νεοζηλανδού συγγραφέα που είχε δημοσιευτεί κάμποσα χρόνια προηγουμένως στο διαδίκτυο (Dick Whyte, A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format, 2008). Όσο για τις ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού, ώς και το εν τρίτον (1/3) του όγκου τους καλύπτεται από αδήλωτα ή εντέχνως συγκεκαλυμμένα «δάνεια» – ποιήματα ακέραια ή παραλλαγμένα των Σίμικ, Αρρέγκι, Φέντον, Ζαμπές, Μπάχμαν και πλείστων άλλων. Σταματώ εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται για τις πλήρεις παραπομπές, ας τις αναζητήσει στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: Σε τι απ’ όλα αυτά απάντησε ποτέ ο Χ.Β.; Και τι εξηγήσεις θα μπορούσε τάχα να δώσει; Κι αν διαθέτει όντως τέτοιες εξηγήσεις, τι περιμένει για να τις εκθέσει; Το βέβαιο είναι ότι έως ότου το πράξει, η «υπόθεση Βλαβιανού» όχι μόνο δεν θα είναι «μπαγιάτικη» και ξεθυμασμένη, όπως εικάζει ο Σταύρος Πετσόπουλος, αλλά, αντιθέτως, οσμηρότατα φρέσκια και επίκαιρη.

Προσωπικά, δεν αμφιβάλλω ότι αν ο κ. Πετσόπουλος είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά σ’ όλα αυτά, θα προφύλαττε τον εαυτό του από τη μίζερη απόπειρα να υποβαθμίσει το ζήτημα σε προσωπική υποτίθεται διένεξη, δική μου με τον Βλαβιανό. Και δεν θα μου απέδιδε «κάκιωμα», όπως γράφει, υποδαυλιζόμενο μάλιστα από το ότι εγώ κι εκείνος είμαστε ομότεχνοι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το θέμα δεν είναι υπόθεση δύο ανθρώπων – ποτέ δεν ήταν. Ο Φάκελος Λογοκλοπή στο ΝΠ1 υπήρξε προϊόν συλλογικής εργασίας όπου συνέβαλε όλη σχεδόν η συντακτική ομάδα του περιοδικού – πλην εμού, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, ο Κωνσταντίνος Πουλής και η Έλενα Σταγκουράκη. Στο δεύτερο τεύχος μας, την περίπτωση Βλαβιανού καυτηριάζουν επιπλέον ρητά τόσο ο Γιάννης Πατίλης όσο και ο Ντίνος Σιώτης. Στο ίδιο τεύχος ο Νάσος Βαγενάς, μολονότι δίνει θεωρητικό συγχωροχάρτι στον Βλαβιανό για τα αμιγώς ποιητικά «δάνεια», εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι οι λοιπές καταγγελίες εναντίον του στοιχειοθετούν όντως λογοκλοπή. Παλαιότερα, για το ίδιο ζήτημα, τον Βλαβιανό είχαν επιτιμήσει δημόσια συγγραφείς όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Σωτήρης Παστάκας, ο Βασίλης Λαλιώτης κ.ά. – κάποτε δε με ειρωνικό ή διόλου αβρό τρόπο. Ο Δημήτρης Σολδάτος («Τον Βλαβιανό με παρρησία / κλέψε και πες: κρυπτομνησία!») και ο Στιχάκιας («Ό,τι δεν είναι κανενός / θα τό ’χει γράψει ο Βλαβιανός») έγραψαν ποιήματα που τον σατιρίζουν. Για χρόνια η λογοτεχνική πιάτσα βοά. Έχουν όλοι αυτοί προσωπικά με τον άνθρωπο; Είναι όλοι φθονεροί ομότεχνοι που τον εποφθαλμιούν; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τα κίνητρά τους είναι ταπεινά – τι αλλάζει αυτό στην ουσία των καταγγελιών;

Γενικά, η αντίληψη του Σταύρου Πετσόπουλου ότι ένας ποιητής δεν επιτρέπεται να εκφέρει λόγο επικριτικό προς ομότεχνο για να μη θεωρηθεί επίβουλος και φθονερός στο σινάφι, μου φαίνεται άκρως παράδοξη. Αν δεν δικαιούνται να κρίνουν οι κατά τεκμήριο ειδήμονες, τότε ποιοι μπορούν να το κάνουν; Ή μήπως η κριτική έχει το ελεύθερο μόνον να επαινεί; Εκτός όμως από παράδοξη, ας μου επιτραπεί να το πω, η αντίληψη αυτή είναι και κάτι άλλο, απείρως χειρότερο: άκριτα και θλιβερά συντεχνιακή. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέει ο λαός για το πάρε-δώσε στο εσωτερικό των συντεχνιών, την ομερτά που σκεπάζει τις συναλλαγές των μελών τους. Και ειλικρινά απορώ: σε μια εποχή όπου η χώρα όλη στενάζει από τα κατορθώματα των κάθε λογής συντεχνιών, είναι δυνατόν ένας καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει τη γενική αμνήστευση των παραβατών, έναν άλλο «νόμο περί ευθύνης υπουργών» τρόπον τινά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ορισμένων; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζει μια λογική συμψηφιστική, του τύπου «ε, αφού ο εν λόγω έχει έργο μεταφραστικό και εκδίδει κι ένα περιοδικό μέσες άκρες αξιόλογο, συγχωρεθήτωσαν αι αμαρτίαι αυτού;» Είναι δυνατόν ο Σταύρος Πετσόπουλος να μη βλέπει ότι ακριβώς μέσω του περιοδικού του ο Βλαβιανός, και μέσω των σχέσεων που καλλιεργεί με τον εκδοτικό κόσμο και τον Τύπο, εξαγοράζει τη σιωπή και την ανοχή που χρειάζεται για να κάνει όσα κάνει; Για έναν τέτοιον ζητάει τη γενναιοδωρία μας;

Όπως του απάντησε ήδη ο Κωνσταντίνος Πουλής, μέλος της συντακτικής μας ομάδας: «Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά».

Αντίθετα μ’ αυτά που ιδιοτελώς κηρύσσονται εν Ελλάδι, η λογοκλοπή δεν είναι Kavaliersdelikt – παραστράτημα αριστοκρατικό και ανώδυνο με το οποίο διασκεδάζουμε μια στις τόσες. Η λογοκλοπή είναι απάτη. Θύμα του λογοκλόπου δεν είναι τόσο ο αρχικός δημιουργός – αυτή είναι η στενή, ιδιοκτησιακή όψη του πράγματος. Θύμα του είναι πρωτίστως ο αναγνώστης· εκείνου την καλοπιστία καταχράται, αυτόν προσπαθεί να εξαπατήσει ο λογοκλόπος, επιδεικνύοντάς του τον ξένο κόπο ως δικό του κι επιχειρώντας παντί σθένει να φανεί στα μάτια του σημαντικότερος απ’ ό,τι είναι. Καμιά συγγραφική κοινότητα, καμιά λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να ανέχεται για πολύ τέτοια φαινόμενα στους κόλπους της, αν δεν θέλει να ξεπέσει εντελώς στην ανυποληψία.

Όσο τώρα για τον Βλαβιανό, ως δημόσιο πρόσωπο που είναι, υπόκειται φυσικά σε δημόσιο έλεγχο. Και τέτοιον τού ασκήσαμε – ευθαρσώς και εμπεριστατωμένα. Όσοι δυσανασχετούν μ’ αυτό, ας αναλογιστούν ότι η υποκριτική σιωπή και η μεθοδευμένη συγκάλυψη δεν συνιστούν κριτική στάση. Όπως δεν συνιστούν κριτική στάση η ακούραστη ιδιωτική καταλαλιά ή τα ελεεινά χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη. Αν η ΑRB κόπτεται τόσο για τις «αυριανικού τύπου εκστρατείες», ας στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνους που τις υποκινούν.

Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα ακόμη από το κείμενο του Πουλή, που μας εκφράζει όλους στο Νέο Πλανόδιον: «Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.»

Πρώτη δημοσίευση: The Press Project, 8.10.2014

Κωνσταντίνος Πουλής: Μια πρώτη απάντηση στον Σταύρο Πετσόπουλο

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΥΛΗ

Μετά την αναφορά του Νέου Πλανόδιου στον Χάρη Βλαβιανό, στο αφιέρωμα για τη λογοκλοπή, εμφανίστηκαν τουλάχιστον δύο επιφανείς υπερασπιστές του: ο Νάσος Βαγενάς και ο Σταύρος Πετσόπουλος. Στον Βαγενά ‒που ισχυρίστηκε ότι ποιητική λογοκλοπή από ξένη γλώσσα είναι αδύνατη‒ απάντησε πειστικά ο Κουτσουρέλης στο δεύτερο τεύχος, λοιπόν το αφήνω. Ο Σταύρος Πετσόπουλος τώρα στην Athens Review of Books γράφει ότι από τόσα καλά που έχει κάνει ο Βλαβιανός επιλέγουμε να ασχοληθούμε με κάτι παλιά ατοπήματα, ότι μας λείπει η γενναιοδωρία. Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο όμως λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά.

Όσο για τον προσανατολισμό του περιοδικού: η φιλονικία με έναν ανταγωνιστή εκδότη περιοδικού είναι όντως πολύ μικρός στόχος για να ξοδέψει κανείς όλο το μελάνι του. Για την ακρίβεια θ α ή τ α ν, αν αυτό κάναμε. Ο καλόπιστος αναγνώστης ας διαβάσει εδώ μια εναλλακτική εξήγηση για την επιλογή να υπάρξει πάντως εκτενής αναφορά σε κάποια ατοπήματα. Στο περιβάλλον μας σχεδόν κανείς δεν λέει δημόσια αυτό που πιστεύει. Ανεξάρτητα από την περίπτωση Βλαβιανού, που όσο τον υπερασπίζονται τόσο περισσότερο πείθομαι ότι έχει νόημα η κριτική, ο στόχος αυτός μου φαίνεται σημαντικός και άξιος. Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.

Κωνσταντίνος Πουλής


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΝΠ:

Αναλυτική απάντηση του Νέου Πλανόδιου έχει σταλεί στην ARB εδώ και μέρες. Η διεύθυνσή της δεν μας έχει ενημερώσει αν προτίθεται να τη δημοσιεύσει. Ελπίζουμε ότι για λόγους προφανείς δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα το πράξει. Από την πλευρά μας θυμίζουμε ότι η επιστολή Πετσόπουλου φιλοξενήθηκε σε στήλη τιτλοφορούμενη «Διάλογος».

Λογοκλοπίας τιμητές και συνήγοροι 2

ΚΑΙ Ο κ. ΠΑΣΤΑΚΑΣ…

Το πράγμα γίνεται όλο και πιο κωμικό. Μετά τον κ. Βασίλη Λαλιώτη (αλλέως Γιώργο Μίχο) και την προσπάθειά του να ελαφρώσει τη θέση του Χ. Βλαβιανού από τη σωρεία τεκμηριωμένων λογοκλοπών που τον βαραίνουν (βλ. ΝΠ1 και άρθρο του Ντ. Σιώτη στην Καθημερινή της 13.4.), τη σκυτάλη παίρνει πλέον ο κ. Σωτήρης Παστάκας, διευθυντής του Ποιείν…

Η στάση του Ποιείν και του κ. Παστάκα έναντι του Βλαβιανού τα προηγούμενα χρόνια είναι τοις πάσι γνωστή. Με σειρά δημοσιευμάτων τους (βλ. ενδεικτικά τις αναρτήσεις του Ποιείν στις 21.9.2007, 5.1.2008 , 9.1.2008) συνοδευόμενων από πάμπολλα σχόλια (άλλοτε τεκμηριωμένα και άλλοτε εμπαθή ή και ευθέως υβριστικά – ανάμεσά τους ξεχωρίζουν εκείνα του Μίχου), Ποιείν και Παστάκας είχαν επιδοθεί σε σταυροφορία όχι μόνο κατά του Βλαβιανού και των λογοκλοπών του αλλά και των υποστηρικτών του στον Τύπο και την κριτική, ιδίως του Ευριπίδη Γαραντούδη.

Ιδού λ.χ. σχόλιο του Παστάκα της 22.9.2007:

«Εκεί έσπειρε κι εκεί θέρισε ο Βλαβιανός και τα πληρωμένα του αντρείκελα, δες Γαραντούδης και σία…Πολύ χώρο τους αφήσαμε και πως τους τον παίρνεις πίσω… Από την άλλη είναι να την ζηλεύεις τέτοια προσήλωση… 15 χρόνια τώρα ο Γαραντούδης δεν απέκτησε καινούρια αγάπη,,,ό,τι του συγχωρήσαμε το ΄97 δεν του το συγχωρνάμε τώρα…Επιμένει με προσήλωση γκάμπλερ στα πρόσωπα της νεότητάς του αν και γνωρίζει ο ίδιος πως ο Βλαβιανός είναι ζήροξ, ο Μπουκάλας ανύπαρκτος, ο Καψάλης μέτριος, ο Χατζόπουλος…..θολός κι ο ίδιος ο Γαραντούδης σε διεταταγμένη υπηρεσία.»

http://web.archive.org/…/archives/1420/index.html (βλ. σχ. 24, σήμερα διεγραμμένο)

Και ιδού πώς πρόβαλαν τότε το σκάνδαλο των λογοκλοπών (σήμερα όλο το ποστ είναι διεγραμμένο): http://web.archive.org/…/www…/archives/1719/index.html

Ωστόσο, από ένα χρονικό σημείο και μετά, Παστάκας και Ποιείν κάνουν στροφή 180 μοιρών. Από κήνσορες και τιμητές γίνονται προβολείς και προωθητές του Βλαβιανού. Οι παλιές επικριτικές αναρτήσεις τους και σχόλια όπως το παραπάνω είτε μετριάζονται είτε διαγράφονται εντελώς. Από το 2012 και εντεύθεν ο Βλαβιανός φιλοξενείται στο Ποιείν τρεις φορές με δικά του κείμενα ή παρουσιάσεις του έργου του (βλ. αναρτήσεις στις 16.1.2012, 13.12.2012, 18.1.2014). Παράλληλα, ο Παστάκας συνεργάζεται με την Ποιητική, το έντυπο περιοδικό του Βλαβιανού. Στις 13.12.2012 μάλιστα, ως επισφράγιση της νέας τους φιλίας, ο Βλαβιανός συμπαρουσιάζει βιβλίο του Παστάκα σε εκδήλωση στο Polis Café στην Αθήνα…

Το να αλλάζει κανείς φίλους και προτιμήσεις είναι δικαίωμά του. Δικαίωμά του επίσης αναφαίρετο είναι να γλείφει όπου προηγουμένως έφτυνε, όσο απωθητικό κι αν φαντάζει αυτό σε ορισμένους από εμάς… Το να έρχεται όμως χθες, 16.4.2014, ο κ. Παστάκας και να ισχυρίζεται ότι κατά του Βλαβιανού

«δεν υπήρξε καμία επίθεση του περιοδικού μας. (το ποιείν είναι θέση κι όχι αντίθεση).»

http://www.poiein.gr/archives/date/2014/04/16

προκαλεί το λιγότερο γέλωτα. Για να μην πούμε ότι ασεβεί κατά του πνεύματος των Παθών και της Μεγάλης Πέμπτης…

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΥΓ. 1 Με τον κ. Παστάκα προσωπικά δεν έχω να χωρίσω τίποτα. Ούτε γνωρίζω τον άνθρωπο. Έως τον Σεπτέμβρη του 2009 που απρόκλητα με προσέβαλε με σχόλιό του στο Ποιείν, έτυχε να δημοσιεύσω τρεις ή τέσσερις φορές κείμενά μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό του, συνήθως με πρωτοβουλία της Σοφίας Κολοτούρου, τότε συνεργάτιδας του περιοδικού. Είναι πρόδηλο ότι ο κ. Παστάκας μου επιτίθεται επειδή φαντάζεται ότι έτσι πλήττει τον Γιάννη Πατίλη, του οποίου για κάποιο λόγο με θεωρεί φερέφωνο. Και τον οποίο Γιάννη Πατίλη, για λόγους εξίσου ανεξιχνίαστους, εδώ και λίγα χρόνια αυτός και ο κ. Λαλιώτης/Μίχος θεωρούν εχθρό τους και του επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία, παρότι παλαιοί συνεργάτες του αμφότεροι στο Πλανόδιον. Δεν έχω καμιά διάθεση να υπεισέλθω στα καθέκαστα αυτής της παράδοξης σχέσης, ο Πατίλης δεν έχει χρεία συνηγόρου… Η στάση του καθενός, η σταθερότητα των φίλων και των πεποιθήσεών του εν προκειμένω, τα λέει για όλους όλα.

ΥΓ. 2 Πλήρη τα αρχικά δημοσιεύματα του Ποιείν, του κ. Παστάκα και του κ. Μίχου/Λαλιώτη βρίσκονται πάντα αναρτημένα στο Διαδίκτυο. Ο κυβερνοχώρος τίποτα δεν ξεχνάει – για όποιον γνωρίζει να τα αναζητεί φυσικά… Επειδή ο κ. Παστάκας έφτασε να με απειλεί –κατά τρόπο ομολογουμένως διασκεδαστικό– με… ποινική δίωξη («η αφέλειά του εμπίπτει σε ποινικό αδίκημα, αλλά δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω μαζί του, επειδή η ηλιθιότητα του νέου διευθυντή του ψευδεπίγραφου νέου περιοδικού είναι πασιφανής»), καθυβρίζοντάς με παράλληλα, θα του θυμίσω εδώ την πρώτη αράδα από τον «Υπέρ αδυνάτου» λόγο, που δεν μπορεί, θα τη θυμάται απ’ το σχολείο…

ΥΓ. 3 Στο Νέο Πλανόδιον δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Η κωμωδία της «πνευματικής» μας ζωής δεν υπολείπεται σε τίποτα από το θέατρο που βλέπουμε καθ’ ημέραν στο πολιτικό σανίδι: Το έργο δεν αξίζει δεκάρα. Όμως αν θες να ξέρεις το γιατί, μερικές φορές πρέπει να κάτσεις να το υποστείς…