Ὁ ἥρωας τοῦ πνεύματος

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὅσοι μὲ γνωρίζουνε, ξέρουνε καλὰ πὼς τίποτε στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μ’ ἀναγκάσει νὰ κάμω συμβιβασμοὺς μὲ τὴ συνείδησή μου καὶ νὰ ἐνεργήσω ἀντίθετα ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις μου.[1]
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

Τοῦτες τὶς μέρες ἔκλεισε ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ.[2] Ὁ μεγαλύτερος ποιητὴς τῆς Ρωσίας, ἀπ’ ὅσους βρίσκονταν ἀκόμη στὴ ζωή, ἔσβησε μέσα στὴν πίκρα καὶ τὴ μοναξιά. Κανεὶς ἐπίσημος δὲν παρηκολούθησε τὴν κηδεία του. Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐφημερίδες τῆς πατρίδας του, μόνο ἡ Λιτερατούρα  πληροφόρησε τοὺς ἀναγνώστας της μὲ μιὰ λιγόλογη εἴδηση πὼς ὁ συγγραφέας δὲ βρισκότανε πιὰ ἀνάμεσα στοὺς ζωντανούς. Κι ἀπὸ τοὺς ραδιοσταθμούς, μόνο ὁ σταθμὸς τῆς Μόσχας, στὴν ἐκπομπή του γιὰ τὴν Αὐστραλία, σ’ ἀγγλικὴ γλῶσσα, ἀνάγγειλε, μὲ ὄχι παραπάνω  ἀπὸ τριάντα πέντε λέξεις, τὸ γεγονός.

Γιατὶ ὁ Πάστερνακ εἶχε κάμει ὅ,τι λογαριάζεται πάντα μεγάλο ἔγκλημα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος: Εἶχε τολμήσει νά ’ναι ὁ ἑαυτός του. Μόνον ὁ ἑαυτός του καὶ κανεὶς ἄλλος. (περισσότερα…)

Τις νύχτες που κατεβαίνουμε στα όνειρα

Φωτογραφία από την παράσταση Τις νύχτες που κατεβαίνω στα όνειρα, που βασίστηκε στην ποίηση της Ελένης Μαρινάκη (Σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, Θέατρο Κυδωνία, Ιούνιος 2006).

~.~

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

we are such stuff as dreams are made on…
ΣΑΙΞΠΗΡ, Τρικυμία

Επιλέγω συνειδητά να ξεκινήσω τη μικρή μου παρέμβαση με τα λόγια του Πρόσπερου από το κλείσιμο του έργου Τρικυμία του Σαίξπηρ, καθώς αισθάνομαι πως πέρα από την ποιητική τους αξία που περιγράφει εύστοχα την ευθραυστότητα της ζωής μας στο κύλισμα του χρόνου, απεικονίζουν παράλληλα και με τον καλύτερο τρόπο την μοναδικότητα, την ειδοποιό διαφορά και ιδιοσυγκρασία της ποίησης της αγαπητής φίλης και σημαντικής λογοτέχνιδος Ελένης Μαρινάκη, για χάρη της οποίας μαζευτήκαμε όλοι εμείς σήμερα εδώ για να τιμήσουμε την μακρόχρονη ενασχόλησή της με τον ποιητικό λόγο.

Βεβαίως δεν είμαι φιλόλογος για να αναλύσω εδώ διεξοδικά το σημαντικό έργο της ποιήτριας και να τεκμηριώσω τα λεγόμενά μου, αλλά δεν είναι κι αυτός ο σκοπός μου. Μιλώ περισσότερο ως άνθρωπος του θεάτρου, διαισθητικά, ως ένας σκηνοθέτης που γοητεύτηκε από τους στίχους της και θέλησε κάποτε να συναντηθεί μαζί τους σε μια σκηνική περιπέτεια που ακόμα και σήμερα αισθάνομαι μέσα μου ζωντανό το αποτύπωμά της. (περισσότερα…)

Ο αυτόχειρας

*

Είμ’ ένας απ’ αυτούς που ναυαγήσαν
Και σιωπούν μέσα σε χίλια δάση.
Είμ’ ένας απ’ αυτούς που έχουν πνιγεί
Και άλλη οδύνη πια δεν θα γεννήσουν.

Μας εσείς για το καράβι κάνετε τέτοια χαρά ;
Λεκιάζει τη θάλασσα με το πανί του.
Εγώ σε βαθύτερο θέλω βυθό
Να γίνω λιώμα, κομμάτια, αόμματο χιόνι.

(περισσότερα…)

Το πνεύμα του καρναβαλιού

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δύο τόμους δοκιμίων αφιερωμένων αποκλειστικά στο μυθιστόρημα έχει δημοσιεύσει ως τώρα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Ο πρώτος τόμος φέρει τον τίτλο Υπό το φως του μυθιστορήματος (Πόλις, 2015) και ο δεύτερος έχει τίτλο Μυθιστορηματικό αναγνωστήριο (Πόλις, 2021). Τα τριάντα επτά συνολικά δοκίμια που συγκεντρώνονται στους δύο αυτούς τόμους έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα κατά τη διάρκεια πολλών ετών: το παλιότερο απ’ αυτά δημοσιεύτηκε ήδη το 1996 και το πιο πρόσφατο μόλις το 2021. Μπορούμε συνεπώς να πούμε πως, διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει μια συνολική άποψη για την περί μυθιστορήματος αντίληψη του Ζουμπουλάκη.

Τι αναλύει ο Ζουμπουλάκης όταν αναλύει ένα μυθιστόρημα; Ο ίδιος λέει πως «το μυθιστόρημα σκέφτεται, με τρόπο αινιγματικό, τη ζωή και τον κόσμο» και όποιος διαβάζει μυθιστορήματα «θέλει ακριβώς, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, να ξεδιαλύνει λίγο το αίνιγμα της ζωής του, να φωτίσει το μυστήριό της, μα και να διευρύνει τα όρια της δικής του κατανόησης του κόσμου και των ανθρώπων».[1] Ξεκαθαρίζει λοιπόν ρητά πως δεν τον απασχολεί η τεχνική του μυθιστορήματος, οι αφηγηματικοί τρόποι, το χτίσιμο των χαρακτήρων κ.λπ. Ούτε πάλι τον ενδιαφέρει η γλώσσα, η ιδιαίτερη πολυφωνική γλώσσα του μυθιστορήματος, ούτε και ο ρυθμός ή η μουσικότητα της έκφρασης. Το μόνο που κοιτάζει σ’ ένα μυθιστόρημα είναι το περιεχόμενό του: οι απαντήσεις που δίνει στα ερωτήματα της ζωής, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αυτό λοιπόν που αναζητά ο Ζουμπουλάκης στο μυθιστόρημα είναι ιδέες, κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, φιλοσοφικές θεωρίες. Ακόμα χειρότερα, πολλές φορές αυτό που αναζητά είναι απλώς ένα ηθικό δίδαγμα, πρακτικές υποδείξεις για το πώς πρέπει να ζεις, για το ποιο είναι το κακό και ποιο το καλό. (περισσότερα…)

Με πρώτη ύλη το παρόν   

*

της ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ

Έλενα Σταγκουράκη
Εντός, εκτός και επί τα αυτά,
Σμίλη 2023

Στην πρώτη ποιητική συλλογή της Έλενας Σταγκουράκη δεν υπάρχουν εύκολοι διαχωρισμοί, «ισχυρό» ή «ωραίο» φύλο,  σωστές ή λάθος αποφάσεις, πρόοδος ή οπισθοχώρηση, σύνορα απαράβατα, αλλά υπάρχει μία διακαής επιθυμία προσέγγισης, κατανόησης και συνύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο αχανή. Αχανή αλλά όχι απέραντο με την έννοια πολλαπλών δυνατοτήτων και προοπτικών, «Χρυσή γυαλίζει, ακριβή, η γύρω γυάλα, / μα πιότερο ταιριάζει με κελί. // Για ποια ελευθερία μού μιλάς και ποια ζωή;». Αχανή, λοιπόν και αυστηρά, τελεσίδικα ίσως, οριοθετημένο. «Μηδένα προ του τέλους…/ μας ’μάθαν στο σχολείο, / πολύτιμο εργαλείο/ για δαίμονες κι αγγέλους. / Μα να που δεν ισχύει/ για όλους με το ζόρι,/ ιδίως άμα οι όροι/ εκλείπουνε οι οικείοι.»

Το βιβλίο αποτελείται από ποιήματα σχεδόν δεκαπενταετίας, τα οποία δεν ακολουθούν χρονική σειρά και δίνουν έναν άλλο τόνο στην αντιποιητική, όπως χαρακτηρίζεται, εποχή μας. Πολύ περισσότερο η Έλενα Σταγκουράκη αντλεί υλικό από τις πιο αντιποιητικές στιγμές και εικόνες της εποχής μας (Μετανάστευση, πολιτισμική ασυνεννοησία, απειλή τρομοκρατίας, κοινωνική αδικία, ερωτική και διαπροσωπική υποκρισία, άνευρη, διαδικτυακή επικοινωνία) και τις μετατρέπει σε ποίηση, θέλοντας να υπογραμμίσει την αδιαμφισβήτητη δυναμική της ζωής «Γι’ αυτό, το νου σου! / Όπου και να δείξει η πυξίδα, όποια και να ’ναι τα σημεία, / έχεις πλεύσει – δεν υπάρχει γυρισμός!» καθώς και την ανάγκη να πιστέψουμε ξανά σε αυτή «Εμπρός στα μάτια του καλοθρεμμένο/ ένα ολόλευκο, δειλό μαργαριτάρι.// – Μπα! Μαργαριτάρια στις μέρες μας… / Είπε και το πέταξε πίσω στη θάλασσα.» (περισσότερα…)

Emmy Hennings, Η τελευταία χαρά

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΚΟΣ

~.~

Σύμφωνα με τον Χέρμαν Έσσε, τα βιβλία της προκαλούσαν ενθουσιασμό, συγκίνηση και αγάπη. Κι όμως το λογοτεχνικό έργο της Έμμυ Χέννιγκς (1885-1948) πέρασε στη σκιά κι αν μνημονεύεται πια είναι ως μούσα των πρώτων εξπρεσιονιστών και ως συνιδρύτρια του κινήματος DADA και του Cabaret Voltaire από κοινού με τον σύζυγό της Ούγκο Μπαλ. «Μια φωνή, που μπορεί να πηδήξει πάνω από πτώματα και να τα περιγελάσει με ψυχωμένο κελάηδημα, όπως ένα καναρίνι», έγραφε μια κριτική της εποχής για την περφόρμανς της.

Γεννημένη στο Φλένσμπουργκ, υπήρξε ηθοποιός σε περιοδεύοντα θίασο ώσπου να καθιερωθεί στα καλλιτεχνικά καμπαρέ του Μονάχου και, κατόπιν, του Βερολίνου. Εθισμένη στη μορφίνη και τον αιθέρα, έζησε την μποέμικη ζωή μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο πιστή στην καθαρά αντιαστική ιδεολογία της –δεν μεγάλωσε η ίδια το παιδί της–, δούλεψε επίσης ως μοντέλο για ζωγράφους και, περιστασιακά, ως πόρνη.

Ερωμένη και πηγή έμπνευσης πολλών εξπρεσιονιστών, το όνομά της συνδέθηκε με ονόματα όπως του Γιοχάννες Ρ. Μπέχερ, για τον οποίο ήταν «η ξανθιά μούσα» του, του Γκέοργκ Χάυμ, του Φέρντιναρντ Χάρντεκοπφ (Siurlai), του αναρχικού Έριχ Μύζαμ, που την αποκάλεσε «ερωτική ιδιοφυΐα» και του «προστατευομένου» της Γιάκομπ φον Χόντις, στον οποίο πιστώνεται η επινόηση των πρώτων εξπρεσιονιστικών τρόπων. Η πολύχρονη ενασχόλησή της με τον καθολικισμό εξάλλου, ώθησε αυτόν τον τελευταίο στα πρώτα συμπτώματα της τρέλας που έβαλαν τέλος στην καριέρα του. Και η ίδια όμως κατέληξε δύο φορές στην φυλακή, βοηθώντας φίλους της να αποφύγουν την υποχρεωτική στράτευση και να μεταναστεύσουν από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Με τον Ούγκο Μπάλ συναντήθηκε γύρω στο 1913, όταν εκείνος αγόρασε την πρωτόλεια ποιητική της συλλογή, που κυκλοφορούσε χειρόγραφη, δεμένη σε μετάξι. Η Τελευταία χαρά είναι η πρώτη της τυπωμένη συλλογή και εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο. Σ’ αυτήν κυριαρχεί ο εξομολογητικός τόνος που χαρακτηρίζει όλα τα γραπτά της, ακόμα και τα πεζά.

Το ζευγάρι μετακόμισε στη Ζυρίχη το 1915. Τον επόμενο χρόνο βρίσκουμε τη λέξη DADA για πρώτη φορά στο ημερολόγιο του Μπαλ. Με τη συνεργασία των Τριστάν Τσαρά, Χανς Αρπ κ.ά. ιδρύουν το Cabaret Voltaire. Το 1920 παντρεύτηκαν, επτά χρόνια πριν το θάνατο του Μπαλ. Την καλλιτεχνική τους περιπέτεια διέσωσε η Έμμυ Χέννιγκς σε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων, με αρκετές όμως – προφανώς ηθελημένες– ανακρίβειες. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο εκδοτικός οίκος Wallstein επανέκδοσε το έργο της (πεζά, ποίηση και αλληλογραφία) σε 4 τόμους.

*

*

~.~

ΑΙΘΕΡΑ ΣΤΡΟΦΕΣ

Τώρα πρέπει να πέσω απ’ την μεγάλη σφαίρα.
Εξάλλου είναι μεγάλη γιορτή στο Παρίσι.
Το Gare de l’ Est ο κόσμος έχει πλημμυρίσει,
πολύχρωμες, μεταξωτές σημαίες κυματίζουν στον αέρα.
Ανάμεσα τους όμως δε συχνάζω.
Στο μεγάλο διάστημα πετώ.
Σε κάθε όνειρο τρυπώνω εγώ
και χίλια πρόσωπα διαβάζω.
Μεσ’ στη μιζέρια, κάποιος άρρωστος είναι ξαπλωμένος.
Το τελευταίο του βλέμμα με υπνωτίζει.
Μια καλοκαιρινή μέρα λαχταράμε, που δε γυρίζει…
Μαύρος σταυρός στην κάμαρα είναι απλωμένος. (περισσότερα…)

Αντίο, Μαρία

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Μάριο Μπανούσι, Goodbye, Lindita
Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Ρεξ

Από μήνες είχα ακούσει από λόγια καλά ώς λόγια ενθουσιώδη, μέχρι που βρέθηκα πια στο Εθνικό Θέατρο της Πανεπιστημίου. Αναφέρομαι στην καλή περφόρμανς Goodbye, Lindita, του νεότατου Μάριο Μπανούσι (γεν. 1998). Είχε προηγηθεί μια ολόκληρη χρονιά πολύ πετυχημένη εισπρακτικά και κριτικά, κατά την οποία η παράσταση έφτασε ν’ ανηφορίσει για τη Θεσσαλονίκη και για τα Βαλκάνια. Άλλωστε η απουσία διαλόγων και η εξαιρετική δύναμη της βαλκανικής και χριστιανορθόδοξης εικονοποιίας διευκόλυναν μια τέτοια περιοδεία. Και, ήδη από πέρσι, το 2023, η κριτική στη χώρα μας επισήμανε τα θέματα της περφόρμανς του Μπανούσι: η απώλεια, το πένθος, η τελετή, το τραύμα. Από τις πλέον καίριες παρατηρήσεις, εκείνη της Λουίζας Αρκουμανέα στη Lifo, η οποία παραθέτει τον Νίτσε. «Πώς να παρηγορηθούμε, τώρα που ο Θεός πέθανε;».

Πράγματι, στο Goodbye, Lindita το θρησκευτικό και μεταφυσικό στοιχείο εμφανίζεται πιότερο ως βασανισμένο αίτημα παρά ως μια βιωμένη εμπειρία της παραδοσιακής κοινότητας του χωριού. Η προσφιλής νεκρή (Αλεξάνδρα Χασάνι) δεν βρίσκεται θαμμένη εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, αλλά παραμονεύει σαν ανοιχτή πληγή μέσα στο κομό της οικογένειας (Χρυσή Βιδαλάκη, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Μανταλένα Καραβάτου, Αφροδίτη Κατσαρού, Ευτυχία Στεφάνου και Άννα Συμεωνίδου). Το άνοιγμα του επίπλου και η αποκάλυψη του πτώματος, σκηνή σαν από ταινία τρόμου, σηματοδοτεί την προσπάθεια της οικογένειας να αντικρίσει το γεγονός και να το επενδύσει τελετουργικά. Κάπως έτσι διανοίγεται ένα άλλο πεδίο χρόνου, ένα πεδίο όπου οι τελετές του θανάτου μπλέκονται με κείνες της ζωής και αντιστρόφως. Το πλύσιμο της πεθαμένης γίνεται βάφτιση, το ντύσιμο της σωρού για το ξόδι μοιάζει ντύσιμο με ρούχα βαφτιστικά και, καταπώς αρμόζει, η πορεία προς τον τάφο γίνεται πορεία γάμου. Σε μια στιγμή έντασης, ήχοι κροτίδων μάς παραπέμπουν στην Ανάσταση κι οι χαροκαμένοι συγγενείς ορθώνουν τη νεκρή λες και θέλουν να τη ζωντανέψουν. Η μάσκα, την οποία της έχουνε φορέσει στο μεταξύ, φαντάζει σαν νεκρική προσωπίδα μα και σαν προσωπίδα από κάποια παραδοσιακή Αποκριά των Βαλκανίων. Το θέαμα είναι γκροτέσκο – άλλη μια νότα ταινίας τρόμου, απ’ αυτές με τις κούκλες που ζωντανεύουν. (περισσότερα…)

Για την απρόσμενη κυριαρχία της αρχαίας βιολογίας 

*

του ΤΖΙ ΜΑΝΚ ΤΙ

Το τέλος του αιώνα μας και η αρχή της νέας Καλωδίωσης[1] απέδειξαν για μια ακόμη οδυνηρή φορά πως όσα επιτεύγματα και αν έχουμε πετύχει σε επίπεδο τεχνολογικό, ο βαθύτερος φόβος για το ανεφάρμοστο τους στην σφαίρα των υπαρξιακών απαιτήσεων παραμένει ενεργός και αδηφάγος: ήταν αλώστε πρώτος ο Nεξ Μεξ[2] που έδειξε με σαφήνεια πως η απεριόριστη αύξηση του προσδόκιμου ζωής καθώς και η ψηφιοποίηση του Χρυσού Πτηνού[3] δε θα μπορούσε να σταματήσει με τίποτα τον μέγα υπονομευτή των προσπαθειών μας: εκείνο, το Άθλιο.

Θυμάμαι πρόσφατα πως περπατώντας προς την συνοικία μου αντίκρισα μια γυναικά που μου φώναζε για τις επικείμενες μετατροπές· με ρώτησε: «είμαστε στ’ αλήθεια αβοήθητοι;» και άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω (ένας διανοούμενος δυστυχώς δε ξέρει ποτέ τι να απαντήσει) και το μόνο που παρατήρησα ήταν πως τα μάτια της συσπώνταν. Με αγωνία, ανίκανα να παράξουν εκείνο το υγρό που οι Αρχαίοι μας αναφέρουν ως «δάκρυα» και οι Μεσαίοι ως «καθαρτικό υγρό», τα ματιά της έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν απ’ την υπερπροσπάθεια. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός πως η κυρία αυτή, την ώρα που φώναζε με απελπισία πως καταφτάνει το τέλος, έτριβε με τις παλάμες της τα ζυγωματικά της. Ήταν ξεκάθαρο πως αυτή η κίνηση γινόταν αντανακλαστικά: μέσα μου γεννήθηκε το αίσθημα μιας αρχέγονης συμπεριφοράς, ξεχασμένης από καιρό, η οποία τώρα αναβίωνε χωρίς προφανή αιτία πάνω στο πρόσωπο της· η απελπισμένη αυτή κυρία σκούπιζε το ανύπαρκτο υγρό από πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα της αρχαιότητας έκανε το ίδιο στο μωρό παιδί της. Ετούτη η εμπειρία, μου έφερε στο κεφάλι –με τον τρόπο ενός πυρακτωμένου σίδερου ή μιας ατσάλινης rsd– πως πάρα τις αλλαγές που έχει υποστεί το ανθρώπινο σώμα, προς χάριν της μηχανικής του βελτίωσης, οι βαθύτερες ανάγκες μας, όπως εκείνη των «καθαρτικών υγρών», εξακολουθούν να κυριαρχούν, με τρόπο υπόγειο, κρυμμένο, και εν τελεί ολοκληρωτικό. Είναι γεγονός πως η παραφροσύνη που μας κατέκλυσε τα τελευταία χρονιά, δεν είναι παρά φυσικό επακόλουθο της αδυναμίας να δούμε καταπρόσωπο εκείνο που αδιάκοπα θάβουμε κάτω απ’ τα νέα μοντέλα αιώρησης και ζιγκλισμού[4]. Πάρα ταύτα θα ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσουμε πως πίσω απ’ τις παρανοϊκές εξαγγελίες περί Γενικού Τερματισμού[5] που συνόδευσαν την αρχή της νέας Καλωδίωσης, υπήρχε πάντοτε μια ανάγκη για επιστροφή σε ορισμένες βασικές βιολογικές δομές –τις οποίες όλοι μας νιώθουμε απαραίτητες για να συνεχίσουμε ν’ αντέχουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. (περισσότερα…)

Μια σημείωση από αφορμή τη χτεσινή μέρα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Τρίτη 30 Μάρτη του 1943, από το Κάϊρο, έγραφε ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του:

«Ιωάννου συγγραφέως της Κλίμακος, λέει το εορτολόγιο. Τί να ήταν άραγε αυτός  ο άγνωστός μου συγγραφέας; Ίσως η χάρη του μ’ έκανε να ξαναδιαβάσω σήμερα τον “Βασιλιά της Ασίνης”».

Μέρες Δ΄, Ίκαρος, Αθήνα 1977

Όταν είχα πρωτοδιαβάσει αυτό το απόσπασμα από το ημερολόγιο του Σεφέρη, ομολογώ ότι είχα εντυπωσιαστεί από την εκθαμβωτική άγνοια (του Ιωάννη της Κλίμακος) και την ανερυθρίαστη αλαζονεία του ποιητή (να γράφει πως η χάρη του άγνωστου Ιωάννη τον οδήγησε να ξαναδιαβάσει τον δικό του «Βασιλιά της Ασίνης»). Έτσι νόμιζα για καιρό πολύ, κι όχι απολύτως αβάσιμα. Στην πορεία όμως είδα πως τα πράγματα και οι περιπλανήσεις των ιδεών μπορεί να ακολουθούν τελείως διαφορετικά, κι εν πολλοίς ασύνειδα, μονοπάτια από όσα είτε εμείς οι αναγνώστες είτε πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι δημιουργοί είμαστε διατεθειμένοι ή μπορούμε να καταλάβουμε.

Και πρώτα απ’ όλα, μάλλον είχε κάθε δίκιο εκείνη την εποχή ο Σεφέρης να μιλά για τον Ιωάννη της Κλίμακος και το έργο του ως άγνωστο, καθώς είτε θα έπρεπε να στραφεί στην Πατρολογία του Migne (και με ποιαν αφορμή, παραπομπή ή εντυχούσα μνεία άλλωστε;) ή να ανατρέξει παλαιότερες ελληνικές αποδόσεις του 17ου ή και του 19ου αιώνα, που κινούνταν όμως εντός ενός εκκλησιαστικού και μοναστικού περιβάλλοντος. Ή πάλι να στραφεί σε γαλλικές μεταφράσεις (μία μάλιστα εξ αυτών καμωμένη από τους γιανσενιστές που εξόχως εκτίμησαν την Κλίμακα του Σιναΐτη Ιωάννη). Και πάλι όμως, έλειπαν οι εξωτερικές αφορμήσεις, θες ντόπιες θες αλλοδαπές. (περισσότερα…)

Ένα ερωτικό θρίλερ στον αμερικανικό Νότο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η εικόνα του αμερικάνικου Νότου στην επαρχιακή του εκδοχή είναι γνωστή και τυπική στον κινηματογράφο. Προκαταλήψεις, μικρόνοια, μικροπρέπεια, κακοφορμισμένα μυστικά, ασφυκτικές για τα άτομα που θέλουν να ζήσουν μιαν ανεξάρτητη ζωή συνθήκες: όλες αυτές οι εκρηκτικές ύλες μπορούν κάποτε να οδηγήσουν σε ένα ξέσπασμα βίας. Μιας βίας που υφέρπει μέσα στις καθημερινές καταστάσεις και στις συμβάσεις τους. Μιας βίας που έχει επενδυθεί στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις με τρόπο που να μη γίνεται ορατή, να μην αναγνωρίζεται ως τέτοια‒ για το καλό της κοινωνικής ισορροπίας βέβαια!

Στην ταινία Ματωμένος δεσμός (Love lies bleeding) της Ρόουζ Γκλας η υπόκωφη αυτή βία αποτελεί το έρμα της ιστορίας. Έστω κι αν, αρχικά και φαινομενικά, η αφήγηση κινείται γύρω από τον άξονα μιας ερωτικής, και μάλιστα λεσβιακής, σχέσης. Τούτη η τελευταία, βέβαια, αποτελεί ένα επικίνδυνο φορτίο από μόνη της. Τόσο όσον αφορά στη σκοπιά της κοινωνικής αποδοχής όσο και σε εκείνη της διαπροσωπικής ερωτικής ισορροπίας. Από την πρώτη σκοπιά, η Λου (Κρίστεν Στιούαρτ), που διευθύνει ένα τοπικό γυμναστήριο, είναι σχεδόν αποδεκτή στην ερωτική της επιλογή, έστω κι αν αυτή η τελευταία, τοποθετημένη σε μια γκρίζα σχεδόν ζώνη, κινδυνεύει πάντα να ξεφύγει από την ασταθή της ισορροπία: υπονοούμενα, σχόλια, ύβρεις,. Από τη δεύτερη σκοπιά, η Λου καταφέρνει να τυλίξει μέσα σε έναν ερωτικό δεσμό την Τζάκυ (Κάτυ Ο’ Μπράιαν), μια φιλόδοξη μπόντι μπίλντερ, που προετοιμάζεται για τους αγώνες του Λας Βέγκας, και που, παρότι άστεγη και χωρίς πόρους, χαμένη μέσα σε έναν πλάνητα βίο, κάνοντας ευκαιριακό σεξ για χρήματα, θα βρει ένα είδος ισορροπίας μέσα στη σχέση της με τη Λου. Ο χώρος του γυμναστηρίου θα τους ενώσει περισσότερο, η ερωτική επιθυμία και το σεξουαλικό γούστο θα κάνει την εφήμερη επαφή ένα γερό ερωτικό κόλλημα. Τα όποια μικροπροβλήματα φαίνεται να ξεπερνιούνται εύκολα: η ερωτική ένταση έχει ένα καταλυτικό σθένος. (περισσότερα…)

«Αόρατες πέρασαν»

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου
Τα κόκκινα ελάφια, Βακχικόν 2023

Η νουβέλα Τα κόκκινα ελάφια της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, ποιήτρας με εφτά συλλογές στο ενεργητικό της, δεν αποτελεί την πρώτη πεζογραφική απόπειρα της συγγραφέως, αλλά προϋποθέτει την εμπειρία συγγραφής ενός ακόμη μυθιστορήματος (Χωρίς την Αριάδνη στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση, Γκοβόστης, 2006) και ενός παιδικού βιβλίου (Φίλε μου εγώ δεν είμαι σαν εσένα, το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού, 2006). Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στην ανά χείρας, καλαίσθητη εκδοτικά, νουβέλα, η συγγραφέας βασισμένη στο ιστορικό γεγονός του πνιγμού της κυρά Φροσύνης-Ευφροσύνης Βασιλείου και άλλων δεκαέξι γυναικών στη λίμνη Παμβώτιδα από τον Αλή πασά το 1801, κινείται με μαεστρία τόσο ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα όσο και ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, καθώς η αδιάλειπτη και παραπληρωματική συνύπαρξη του αφηγηματικού με τον λυρικό-ποιητικό τρόπο δημιουργούν ένα δυναμικό λογοτεχνικό σύμπαν όπου οι δύο αυτοί τρόποι συνυφαίνονται αρμονικά και γίνονται ένας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το βιβλίο δομείται σε έξι μέρη-κεφάλαια, στα οποία δεσπόζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση τριών γυναικών: Η κυρίαρχη, αλλά και εκτενέστερη αφήγηση της Ευφροσύνης Βασιλείου, υπό τη μορφή ενός σπαρακτικού γράμματος αφενός προς τον αγαπημένο της, αλλά και τους σύγχρονους ή και μεταγενέστερους κατακριτές της, αναπτύσσεται στο πρώτο και τρίτο κεφάλαιο («Έρως αντεθνικός», «Αιώνιο λίκνο της παρεξήγησης»). Στο μέσο της κυρίαρχης αφήγησης της Ευφροσύνης Βασιλείου, παρεμβάλλεται, όχι τυχαία, κατά την άποψή μου, ο μονόλογος της αδελφής του πασά των Ιωαννίνων˙ μονόλογος ο οποίος φωτίζει αφηγηματικά τόσο την οπτική μιας γυναίκας που τον αγαπά όσο και σημαντικές πτυχές της σκοτεινής προσωπικότητας και της παιδικής ηλικίας του βίαιου και αδίστακτου πασά, που έδωσε την εντολή για να δολοφονηθούν οι 17 γυναίκες είτε εξαιτίας του παράνομου δεσμού που διατηρούσε η Ευφροσύνη με τον γιο του είτε ακόμη γιατί η Ευφροσύνη απέρριψε τον ίδιο τον πασά ερωτικά. (περισσότερα…)

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

Στα Έξι Μαθήματα για την Παιδεία, ο Νίτσε περιγελά την αξίωση του πανεπιστημίου να θεωρείται ανώτατο πνευματικό ίδρυμα και διαπιστώνει ότι στην μουντή του ατμόσφαιρα μαραίνονται τα καλύτερα άνθη της ευγενικής νεολαίας. Σήμερα, στο καθυστερημένο μνημόσυνο, ενάμιση αιώνα  μετά την άκλαυτη κηδεία του, χύνονται πολλά δάκρυα. Τα περισσότερα ειλικρινή, δεν αντιλέγω, αλλά περιττά εκεί όπου θα αρκούσε ένας πικρός μορφασμός, αφού το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει ήδη αλωθεί προ πολλού με τη διαστροφική έκπτωση της γνώσης από αγαθό σε προϊόν και την επιχειρησιακή ανασύνταξη της virtus από τον ελληνικό περίπατο της Αρετής στον στρατιωτικό βηματισμό της Δυνάμεως. Οι σχολές των θετικών επιστημών λειτουργούν ως προπαιδευτικά παραρτήματα της εταιρικής διάρθρωσης του καπιταλισμού, μεριμνώντας για τη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά και όχι με την κοινωνία  και τις ανάγκες της. Ενώ οι θεωρητικές, αντί να ασχολούνται με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων της αυθεντικής σκέψης, βγάζουν με το τσουβάλι, ως επιβεβαίωση του Κίρκεγκωρ, «δούλους παραπομπών και αχθοφόρους υποσημειώσεων» — για ν’ αφήσω στην άκρη τα πομφολυγοξεράσματα των «αφυπνισμένων» δικαιωματικών σχολών. Προς τι λοιπόν τόσος θρήνος και τόσος κοπετός; Κουκιά τρώει κανείς, κουκιά μολογάει. Το ότι σήμερα ιδιωτικοποιούνται και επισήμως δεν αλλάζει και πολλά στο πιάτο – που εξακολουθεί να σερβίρεται με τα ίδια υλικά: εξίσου ευτελή αλλά πιο ακριβά.

~.~

Στις ανταύγειες του 1821

Όλες οι ιδέες για τις οποίες αξίζει να μαχηθεί κανείς είναι προορισμένες να ηττηθούν, έτσι τουλάχιστον λέει μελαγχολικά ο Σίλερ στους Ληστές. Οι κλεφταρματολοί του ’21 έδειξαν όμως ότι το αρνητικό πρόσημο αυτού του ρομαντικού προτάγματος μπορεί καμιά φορά να αντιστραφεί. Κάθε ευγενική ιδέα είναι ραγδαία στη σύλληψη, παράτολμη στην εκτέλεση και αβέβαιη στην έκβαση. Γι αυτό η νίκη της ανταμείβεται διπλά και τρίδιπλα στο γραφείο των μεγάλων ιστορικών στοιχημάτων. Και η λάμψη της γίνεται εμφανέστερη στο πρόσωπο όσων δεν πρόλαβαν να τη χαρούν: (περισσότερα…)