Εαρινό

*

Μικρές σκιές φτεροκοπούν στον τοίχο:
πουλιά, που πέρα απ’ τα παράθυρα πετάνε
και αχόρταγα στην κάμαρα στοιβάζει
η καταιγίδα του φωτός τ’ αρνητικά τους.
Μια πέτρα συγκρατεί σονέτα του Πετράρχη
γραμμένα όπως τα θυμόμουν, από στήθους,
με μια βυζαντινή καλλιγραφία κι έτσι
καθώς φυσά στη λιμνοθάλασσα της μνήμης
φέρνει το κύμα ήχους από μάχες:
μνήμη από μάχες τον μήνα του Μάρτη
και οι σκέψεις ζητούν, τι απομένει στον χάρτη
αυτού του κάμπου των απέραντων καιρών που βρίθει
βάλτους με αίμα και άνθρωπο: μόνο
με την καρδιά του ανθρώπου. Νυχτώνει.
Οι χρονοβόροι πλάτανοι επιμένουν να πλουμίζουν
τις φυλλωσιές· το φθισικό φεγγάρι
βαραίνει, μοιάζει έτοιμο να πέσει
κι ένα άστρο ακλόνητο σιμά του, ειρωνεύεται.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

*

Πάστα Ντίβα και άλλες ιστορίες

*

Πάστα Ντίβα

Τρελαινόταν για γλυκά. «Από τον ουρανίσκο στον έβδομο ουρανό», έλεγε στους συναδέλφους της, όταν στα καμαρίνια έτρωγε με λαιμαργία τις πάστες, που με περισσή προσοχή έβγαζε από το κουτί του γλυκοπωλείου που είχε στη τσάντα της. Λυρική σοπράνο με μεγάλη καριέρα σε όλα τα λυρικά θέατρα της χώρας. Κλίμακες, τρίλιες, ατελείωτες μελωδίες των Ιταλών συνθετών της όπερας ήταν για εκείνη a piece of cake. Δεν φοβόταν ούτε τις ψηλές νότες, ούτε τους δύσκολους ρόλους, ούτε τη ζάχαρη. «Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν πρέπει να περιμένεις το χειρότερο», είχε πει στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στο Μιλάνο. Μια βδομάδα μετά την συνέντευξη, την βρήκαν νεκρή στο καμαρίνι της. Δίπλα της βρέθηκε μια μισοφαγωμένη σοκολατίνα.

~.~

(περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #3 Γιώργος Σεφέρης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
1900-1971

-> Από πού να ξεκινήσω;

Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Γιώργος Σεφέρης αποκρυσταλλώνει ένα λόγο μοντέρνο που ανοίγει στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης τομές κομβικές και πρωτόγνωρες. Κι αυτή η μεταβολή δεν λαμβάνει χώρα τόσο με την περιβόητη (και σε κάθε περίπτωση πολύ αξιόλογη) παρθενική ποιητική συλλογή του, Στροφή, στην οποία ακόμα κυοφορείται αυτό που πάει να γεννηθεί, όσο με το Μυθιστόρημα και το Τετράδιο Γυμνασμάτων, συλλογές που αποτελούν ενδεχομένως και το αντιπροσωπευτικότερο κατώφλι στο ευρύτερο ποιητικό του σύμπαν. Εκεί ο αναγνώστης θα μπορέσει να ανιχνεύσει μοτίβα από την αρχαιότητα και τη μυθολογία αποτυπωμένα μ’ ένα λόγο καθημερινό και με μια ποιητική φωνή που μετέρχεται τη γλώσσα του μοντέρνου κόσμου, ενώ, παράλληλα, θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει το διάλογο περί του τι σημαίνει Ελλάδα και πώς μπορεί αυτή να συνομιλήσει με μια ζωή που αλλάζει πλέον στην παγκοσμιότητα σε ραγδαίο βαθμό. Από αυτά τα έργα, μάλιστα, προέρχονται και αρκετές (αν όχι οι περισσότερες) φράσεις του Σεφέρη που έχουν αποκοπεί από τα αρχικά τους συμφραζόμενα και λειτουργούν έκτοτε ως γνωμικά αυτόνομα και υπερχρονικά.

(περισσότερα…)

Κίτρινες ανάσες

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.ΙIΙ.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΚΙΤΡΙΝΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

Εικόνες από υψόμετρο 1.200 μέτρων. Απροσδόκητες κίτρινες ανάσες της ορεινής χλωρίδας που ενθουσιάζουν κάθε βλέμμα. Εκστασιάζεται κανένας, βλέποντας αυτά τα απλά φυσικά πράγματα, τις ανεμπόδιστες εκβλαστήσεις και τις απόμερες ανθοφορίες. Και η γλώσσα, οδηγημένη από τρυφερές παρορμήσεις κι από άσβηστες μνήμες, καταφεύγει, πού αλλού; στην ποίηση, για να εκφράσει έτσι την απόλυτη ταύτισή της με την εικόνα. Επιτυγχάνει έτσι τον απόλυτο συγχρονισμό της με την άλλη, τη σιωπηλή γλώσσα του όρους, που αναδύεται αυτοφυής μαζί με όλες τις φυσικές εναρθρώσεις της:

νά του βουνού οι βιολέτες
τα μαλάματα του μονοπατιού

ή

μα να δω μπροστά μου του θεού το πρόσωπο
μέσα στα πρωινά λουλούδια;

Πρόκειται για τον μεγαλειώδη και ανά πάσα στιγμή παρόντα Μπατσούο Μπάσο (1644-1694). Τι συγκινητική συντροφιά μέσα στα εγειρόμενα φάσματα του νου.

* (περισσότερα…)

Ουράνιο τόξο

*

του ΤΑΣΣΟΥ ΠΑΓΙΑΣΛΗ

Δημήτρης Μουζάκης,
Ταραήλ, Gutenberg, 2024

ΤαραήλTαραήλτς ή Ταραήλες) είναι το ουράνιο τόξο στα Ποντιακά. Αυτός είναι ο τίτλος της νέας συλλογής του Δημήτρη Μουζάκη.

Η συλλογή ανοίγει με ένα μοντέρνο σονέτο ή, καλυτέρα, μια παραλλαγή του σονέτου του οποίου η ομοιοκαταληξία δεν ακολουθεί αυστηρά τους δομικούς κανόνες. Το σονέτο αφιερωμένο στη Μάρα αναβλύζει συναισθηματική ένταση καθώς περιγράφει τη σχέση μιας μητέρας και της κόρης της. Διαφαίνεται η αρχή της πορείας με τον θηλασμό: «…με το γάλα σου ραίνεις τις πληγές μου» αλλά και τα καταληκτικά μονοπάτια του μέλλοντος: «στο σκότος ταξιδεύουμε μιας κρύπτης.». Ο προφανής συναισθηματικός δεσμός ξεκινάει από το «στήθος» και αγκαλιάζει ζεστά την ανατροφή της Μάρας.

Επτά ποιήματα πριν το τέλος στο ομώνυμο με τον τίτλο της συλλογής ποίημα, ο ποιητής τονίζει στη Μάρα πως το ταξίδι της ζωής σαν ουράνιο τόξο μας φιλοξενεί πάνω σε μια ηλιαχτίδα, υπενθυμίζοντας έτσι και σε εμάς την ταχύτητα με την οποία η ζωή περνά. Και λόγω αυτής της ταχύτητας πολλοί από τους συνοδοιπόρους μας σαν θεατές του ουράνιου τόξου έρχονται και φεύγουν στην παρόρμηση μιας στιγμιαίας στάσης. Μια γραμμή ενώνει την Μάρα με την παροδικότητα του ουράνιου τόξου (ζωής), μια γραμμή λαχτάρας, αναπόλησης, διαλογισμού, ενδοσκόπησης, καημού, μοναξιάς και μελαγχολίας. (περισσότερα…)

Για τις «Υπέροχες μέρες» του Βιμ Βέντερς

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Βέντερς με την τελευταία τoυ ταινία αντιπαρατίθεται στον δυτικό κινηματογράφο. Ο ήρωάς του έρχεται από την Ανατολή. Είναι γιαπωνέζος της σιωπής, ακολουθεί τον πολιτισμό της Ασίας που είναι πολιτισμός της σιωπής. Η Δύση είναι του Λόγου. Ενός λόγου που αφού ξεκίνησε ως Σαρκωμένος Λόγος (Ανατολής και Δύσης) αποσαρκώθηκε, έμεινε σκέτος Λόγος (Αναγέννηση, Διαφωτισμός), ύστερα μίκρυνε, πέρασε από το φίλτρο φιλοσόφων και επιστημόνων, προχώρησε σε εκατομμύρια λόγων διανοουμένων ή μη, φλυαρούντων ή μη και στις μέρες μας ξέπεσε αγρίως ώστε να αποθεώνει την ταινία του Λάνθιμου και τη γυμνή παρουσία μιας γυναίκας-ζόμπυ και να ζητοκραυγάζει για «αποδομήσεις» που καταργούν τον άνθρωπο και πολλαπλασιάζουν τα δύο φύλα.

Ο Βέντερς βρίσκεται στους αντίποδες. Ο ήρωάς του παλαιομοδίτης με τα όλα του, δουλεύει καθαριστής δημόσιων τουαλετών (παλαιότερα θα λέγαμε αποχωρητηρίων) και ο φακός καταγράφει τη ζωή του. Ζωή που ο σκηνοθέτης την δείχνει με μικρές αφαιρέσεις. Κάθε επόμενη ημέρα αφαιρεί κάτι. Καθημερινά διασχίζει την μεγαλούπολη (Τόκυο) για να πάει στον προορισμό του. Οι τουαλέτες είναι σωστά κομψοτεχνήματα, βάζουν τα γυαλιά στους δυτικούς. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός δεν καθαρίζει απλώς: γυαλίζει. Επιμελείται με απόλυτη προσήλωση την καθαριότητα λεκάνης, νιπτήρα και του περιβάλλοντος χώρου.

Προσοχή. Ο Βέντερς διαλέγει έναν ήρωα-αντιήρωα, αυτόν που φροντίζει να είναι καθαροί οι τόποι όπου καταθέτουν οι πολίτες της μεγαλούπολης τα απόβλητά τους (να το πούμε κομψά). Θα μπορούσε στη θέση του να είναι και ένας εργάτης απορριμματοφόρου. Μας λέει: κοιτάξτε ποιος είναι εδώ και τι κάνει, που εσείς δεν προσέχετε και δεν σας νοιάζει. Μα ούτε σας μοιάζει! Αυτός βάζει τις κασέτες του οδηγώντας, ακούει τραγούδια δυτικά πασίγνωστα άλλης εποχής (ανάμεσα σ’ αυτά ένα που έχει τραγουδήσει ελληνικά ο Σαββόπουλος) κοιμάται σε μικρό επιδαπέδιο στρωματάκι, διαβάζει το βιβλίο του πριν κοιμηθεί (εδώ διαφημίζεται ο Φώκνερ και η Χάισμιθ), πηγαίνει σε δημόσιο λουτρό και μπανιαρίζεται, χρησιμοποιεί ποδήλατο για τις κοντινές μετακινήσεις του, ασχολείται καθημερινά με τα φυτά του σαν να τα χαϊδεύει και πίνει το ίδιο ποτό που του προσφέρει δωρεάν ο μαγαζάτορας κάποιου καφενείου. (περισσότερα…)

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;»

~.~

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;» Αυτό το ερώτημα έχει αναρτήσει τούτο τον καιρό στις γιγαντομαρκίζες του ένα αθηναϊκό μουσείο. Η κυρία της φωτογραφίας, που μόλις ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την πολιτική, είναι ίσως η απάντηση. Ιέρακας από τους τρομερότερους της αμερικανικής διπλωματίας, διαβόητη για τη φράση της «Fuck EU!», βασικός μοχλός της παρδαλής «επανάστασης» του 2014 που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς και έστρωσε τον δρόμο στο τωρινό ουκρανικό δράμα, η Βικτόρια Νούλαντ όπου πέρασε άφησε πίσω της ερείπια.

Και να ’ταν η μόνη; Μαντλήν Ωλμπράιτ, Χίλλαρυ Κλίντον, Κοντολάιζα Ράις, το αμερικανικό ΥΠΕΞ το διαφεντεύουν γυναίκες τριάντα χρόνια τώρα. Και υπήρξαν όλες τους μια μερίδα από τα ίδια: πολεμοκάπηλες, υποκρίτριες, κυνικές. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το «Άξιζε τον κόπο!» της Ωλμπράιτ, όταν δημοσιογράφος τη ρώτησε για τα 500.000 σκοτωμένα παιδιά του Ιράκ;

Αλλά, εντός και εκτός ΗΠΑ, έτσι δεν κυβερνούν τον κόσμο οι περισσότερες γυναίκες πολιτικοί που έχουν ένα όνομα στις μέρες μας; Φον ντερ Λάυεν; Μπαίρμποκ; Νίκκι Χέηλυ; εκείνες οι ατυχήσασες εντέλει νεαρές που κυβέρνησαν τη Φινλανδία και την Νέα Ζηλανδία για ένα φεγγάρι; και πρώτη στη σειρά ανάμεσά τους, εξυπακούεται, η πατριάρχισσα, και ανομολόγητο πρότυπό τους, Μυλαίδη Θάτσερ;

Με συρράξεις θερμές και ψυχρούς πολέμους, με δρακόντειες απαγορεύσεις, κοινωνικές καταστροφές και δογματικές μισάνθρωπες κατηχήσεις δεν ταυτίστηκαν; Τι έχουν να ζηλέψουν από τους αρσενικούς επιβήτορες της εξουσίας;

~.~ (περισσότερα…)

Το αίμα νερό δεν γίνεται; Ή μήπως γίνεται;

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Βίγκντις Γιορτ, Διαθήκη και παρακαταθήκη,
μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Ποταμός 2023

«Τι συμβαίνει όταν έχεις κανονίσει μια ολόκληρη ζωή με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιείς και να κερδίζεις την αποδοχή ανθρώπων που τώρα πια είναι νεκροί; Βιώνεις άραγε ένα ξαφνικό κενό;» διερωτάται η αφηγήτρια Μπέργκλιοτ στο μυθιστόρημα της Βίγκντις Γιορτ, Διαθήκη και παρακαταθήκη (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Ποταμός 2023, σ. 237), όταν ο πατέρας της πεθαίνει και η καταπιεσμένη για δεκαετίες αλήθεια της αναφύεται ξανά με τέτοια δύναμη και ένταση, που ο εσωτερικός της μηχανισμός με τον οποίο διαχειριζόταν την απόρριψη καθίσταται ανεπαρκής.

Ένα μεγάλο τραύμα έχει κρατήσει την Μπέργκλιοτ μακριά από την οικογένεια της εδώ και 23 χρόνια και με τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της αναγκάζεται να αντιμετωπίσει, διαμέσου των συγκρουσιακών συζητήσεων για τη διαθήκη, τις αδελφές της και τη μητέρα της. Μέχρι τουλάχιστον τα μισά του βιβλίου —ακόμη κι αν το υποψιαζόμαστε— δεν γνωρίζουμε ποια είναι αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια (και όχι μυστικό). Ωστόσο, η αφηγήτρια αυξάνει την αγωνία για τον αναγνώστη, επανερχόμενη σε αυτή την αλήθεια με κυκλικής φοράς ρητορικά ή εις εαυτόν ερωτήματα, επιχειρώντας να λάβει μια απάντηση ή ακροβατώντας, ώστε να μην καταπλακωθεί από τις ενοχές της, μέχρι να τολμήσει να εκστομίσει και πάλι το τι πραγματικά έγινε. Η αφηγήτρια αναπτύσσει όλες τις συμπεριφορές που εκδηλώνουν τα καταπιεσμένα θύματα μιας κατάστασης και κυρίως εκείνα τα θύματα, τα οποία όσο και αν μαρτυρούν το τραύμα τους δεν εισακούγονται, στρέφοντας σιγά σιγά την ενοχή προς το πρόσωπό τους. «Τι πήγαινε τόσο στραβά μέσα μου ώστε να μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο;» (ό.π., 28), «ήμουν και ψεύτρα και παράσιτο» (ό.π., 32), «δεν ήμουν δα τόσο κακιά ώστε ν’ αγνοήσω έναν άρρωστο άνθρωπο, κάποιον που μπορεί και να πέθαινε, ήμουν;» (ό.π., 49), «ήθελα τόσο πολύ να είμαι μια ήρεμη, συγκροτημένη ενήλικη γυναίκα» (ό.π., 55) λέει η Μπέργκλιοτ σε έναν εξαντλητικό δρόμο αυτοκριτικής. «Πώς είναι άραγε να είναι κανείς νόρμαλ; Εγώ πάντως δεν ήξερα, δεν ήξερα πώς είναι να είναι κανείς άθικτος, δίχως τραύματα, δεν είχα άλλο πετσί εκτός απ’ το δικό μου» (ό.π., 65) θα πει επίσης. Τη στάση της Μπέργκλιοτ πυροδοτούν συνεχώς η ενοχή και η ντροπή απέναντι στο γνωστό παραδεδομένο αφήγημα, όταν μια γυναίκα δεν κατορθώνει να το υπηρετήσει επιτυχώς: (περισσότερα…)

Νημερτής (διήγημα, μέρος β΄)

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

Συνέχεια από το α΄ μέρος  ]

XI

Αχ, ο Μαρκιανός του πρώτου ορόφου, άναψε το φως της κουζίνας του. Τώρα τραβάει τα κουρτινάκια από το παράθυρο. Θα το ανοίξει; Δυστυχώς, θα το ανοίξει.

«Νημερτή, εσείς είστε;»

«Ναι, Μαρκιανέ, εγώ. Καλησπέρα.»

«Καλησπέρα. Έχουμε καιρό να συναντηθούμε. Μου φαίνεται από τότε που άλλαξε ο χρόνος δεν ειδωθήκαμε καθόλου. Καλή χρονιά!»

«Καλή χρονιά!»

«Είχα αρπάξει ένα γερό κρύωμα, που μου βούλωσε τ’ αφτιά για είκοσι μέρες. Τις περισσότερες ώρες ήμουν κρεβατωμένος. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς κατάφερνα και περιποιούμουν τη Ριρή. Νιαούριζε συνέχεια τσαντισμένη. Η Ράνια, ξέρετε η κοπέλα που έρχεται πότε πότε και με βοηθάει, είχε πάει στο χωριό της να περάσει τις γιορτές. Είπε πως το νοστάλγησε.»

«Ανθρώπινο είναι.»

«Τον Άση τον είδα το πρωί. Ήταν βιαστικός. Πήγαινε να παραδώσει μια παραγγελία. Τις περάσατε καλά τις γιορτές;»

«Ναι, καλά!»

«Ήταν κι ο μικρός;»

«Όχι. Έλειπε με τη Δήμητρα στα χιόνια.»

«Ασχολείται ακόμη με τα πλήκτρα;»

«Ναι, πάντα.»

«Έχει έφεση. Σε ποιον έμοιασε;»

«Μάλλον σ’ εμένα. Μην ξεχνάτε πως κι εγώ δουλεύω με πλήκτρα!»

«Άνοιξα το παράθυρο γιατί μια διαβολεμένη μύγα μπήκε στο σπίτι τριγυρίζοντας όλα τα δωμάτια. Μπορείς να μου πεις πού βρέθηκε μύγα μες στο Γενάρη; Σα να το έκανε επίτηδες για να εκνευρίσει τη Ριρή. Δε νιαούρισε, αλλά την κατάλαβα. Κουνούσε την ουρά της κι όλο άλλαζε θέση. Με τα πολλά, κατάφερα ν’ απομονώσω τη μύγα στην κουζίνα. Έκλεισα αμέσως την πόρτα και τώρα έχει κολλήσει ψηλά, στο ταβάνι. Σκέφτηκα ν’ ανοίξω το παράθυρο, να σβήσω το φως κι έτσι να πάρει δρόμο.»

«Πολύ καλά σκεφτήκατε.»

«Το έχω ξαναδοκιμάσει. Ζω μόνος σ’ ένα τεράστιο σπίτι που όλα πρέπει να τα σκέφτομαι χωρίς να περιμένω βοήθεια από πουθενά. Η Ράνια ό,τι προλαβαίνει κάνει, και πάντως αφού της το έχω υποδείξει. Καμιά φορά θυμάμαι με πόσους ανθρώπους ζούσα άλλοτε και με πιάνει φρίκη. Θέλω να πω, ότι μάλλον είναι καλύτερα να μη ζει κανείς μόνος.»

«Τα καταφέρνετε όμως μια χαρά, Μαρκιανέ.»

«Λέτε; Είμαι όμως δυσαρεστημένος μ’ αυτά που βλέπω να γίνονται γύρω μας, Νημερτή. Η οικονομική κρίση μάς έχει αποκάμει. Συμφωνείτε;»

«Συμφωνώ. Εξανεμίστηκε κάθε βεβαιότητα για το οτιδήποτε.»

«Κυρίως απορρυθμίστηκε η βεβαιότητά μας για το χρόνο. Ο καθένας για τον εαυτό του ήταν βέβαιος για το τι θα του συνέβαινε το καλοκαίρι ή για το τι θα του συνέβαινε το χειμώνα. Ήταν βέβαιος για το τι θα γινόταν στην οικογένειά του σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Εσείς, λόγου χάρη, Νημερτή, δεν είχατε ποτέ κάποια βεβαιότητα για το τι θα γίνει στο σπίτι σας μελλοντικά;»

«Μάλλον είχα.»

«Βλέπετε; Αυτό λοιπόν πώς θα το βγάλετε τώρα από το μυαλό σας;»

«Έχετε δίκιο, Μαρκιανέ. Όλες οι βεβαιότητές μου κλονίστηκαν. Εσάς;»

«Προτιμώ να μη σκεφτώ τι θα μου συμβεί σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω στο απέναντι μαγαζί τη φωτεινή επιγραφή που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε”, και πότε δείχνει μια χρονολογία.»

«Α, κατάλαβα. Λέτε για τη φωτεινή επιγραφή που υπάρχει στο κρεοπωλείο και που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε” και πότε δείχνει την ώρα, Μαρκιανέ, όχι τη χρονολογία.»

«Μα όχι, Νημερτή, στην πραγματικότητα δε δείχνει την ώρα.»

«Όχι;»

«Όχι! Δείχνει κάποιες χρονιές που πέρασαν και κάποιες χρονιές που θα έρθουν. Να, για παράδειγμα, προηγουμένως που βγήκα έδειχνε δεκατέσσερα πενήντα. Ξέρετε να έγινε κανένα σπουδαίο γεγονός το 1450, Νημερτή;» (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς (1926-2001), Οἱ Ἐχθροί

*

Χτές τή νύχτα διέσχισαν τόν ποταμό καί εἰσβάλανε στήν πόλη.
Οἱ γυναῖκες ἀγουροξυπνημένες
μέ φῶτα ἀναμμένα καί φαγητό. Διασκέδασαν τή μπάντα,
δίχως ἐρωτήσεις τί εἶχαν ἔρθει νά πάρουν οἱ ἄντρες
ἢ ποιά ἄγνωστη γλώσσα μιλοῦσαν
ἢ γιατί μπῆκαν τόσο αἰφνίδια μέσ’ ἀπό τήν ξηρά.

Τώρα τό πρωί ὁλόκληρη ἡ πόλη βρίθει
ἱστοριῶν γιά τήν ξαφνική καί σκοτεινή εἰσβολή·
οἱ γυναῖκες λένε πώς κανείς ξένος δέν εἶπε
τήν αἰτία τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἡ κατάληψη
δέν εἶχε σκοπό τήν ἐρήμωση:
ἐπιπλέον ἡ εἰρήνη εἶναι φανερή σέ ἑστίες καί ἀγρούς.

Ὡστόσο ἡ πόλη ὁλόκληρη εἶναι στοιχειωμένος τόπος.
Ἄνθρωπος συναντάει ἄνθρωπο μιλώντας καχύποπτα. Παλιοί φίλοι
ἐξαφανίζουν τά εἰλικρινῆ βλέμματα ἀπό τά πρόσωπά τους.
Στίς χειραψίες καμιά θέρμη·
καθένας συλλογᾶται, «Καλύτερα νά κρυφτῶ μήπως
οἱ ξένοι τοῦτοι δά στήσουν τά σπιτικά τους στό νοῦ ἐκεινῶν
πού στά σπίτια τους ἔμπαινα. Καλύτερα νά τραβήξω τά στόρια
μπάς καί οἱ ἄγνωστοι στοιχειώσουν καί τό δικό μου σπίτι».

Poems, 1953

~.~

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

*

*

*

Μὴ κατόκνει μακρὰν ὁδὸν πορεύεσθαι

Η επιγραφή στο καμπαναριό των Ταξιαρχών της Πελόπης.

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Είναι ένα παγωμένο αλλά φωτεινό πρωινό του Φεβρουαρίου, στα ορεινά της βόρειας Λέσβου· οδοιπορούμε αναζητώντας βυζαντινά ανάγλυφα εντοιχισμένα στις εκκλησίες του νησιού. Εδώ και κάμποση ώρα έχουμε αφήσει την ανατολική ακτή, που βλέπει προς τη Μικρασία, και έχουμε μπει στην ενδοχώρα. Το τοπίο της Λέσβου —αυτή η μοναδικά πολυπρόσωπη γη— αλλάζει για ακόμα μία φορά και μεταμορφώνεται σε μια βουνίσια χώρα, όπου η ορογένεση μοιάζει να τελείωσε σε έναν πρόσφατο, ιστορικό χρόνο — νομίζεις ότι βλέπεις ακόμα τον αχνό της. Κάπου μακριά προς τον νότο, πέρα από επάλληλες πλαγιές, ο ήλιος φωτίζει τον μεγάλο κόλπο της Καλλονής.

Μια πινακίδα αναγγέλει την Πελόπη, ένα χωριό απλωμένο στις πλαγιές του Λεπέτυμνου, με πελώριες λεύκες να το στεφανώνουν. Τα περισσότερα σπίτια είναι κτισμένα με την τοπική πέτρα, ένα μείγμα γκρίζου και καστανού χρώματος, με μια στάλα ιώδες, που εναρμονίζεται με τις αποχρώσεις του γύρω χειμωνιάτικου τοπίου. Στον κεντρικό δρόμο ξεπροβάλλει ένας νεοκλασικός Άγιος Γεώργιος, με το ιδιαίτερο, ελαφρά λεβαντίνικο αρχιτεκτονικό στυλ της Λέσβου, και γύρω υπάρχουν μερικά μαγαζιά, όπου λίγοι ντόπιοι αγρότες και κτηνοτρόφοι μπαινοβγαίνουν για τα απαραίτητα.

Ανηφορίζουμε προς τη μεγάλη εκκλησία του οικισμού, τους Ταξιάρχες — τί άλλο θα μπορούσε να είναι;— η οποία ξεχωρίζει με τον όγκο της ανάμεσα στα σπίτια. Στα καλντερίμια συναντούμε τις πρώτες ντόπιες γάτες, ο πληθυσμός των οποίων ίσως ξεπερνά εκείνον των ανθρώπων στα χωριά του νησιού. Ψηλά, στις άκρες της στέγης των Ταξιαρχών, βρίσκεται το ζητούμενο, δύο κομμάτια από μαρμάρινα ανάγλυφα με σχέδια της εποχής των Μακεδόνων, μικρά μεν αλλά σπουδαία ως μαρτυρίες για το βυζαντινό παρελθόν της Λέσβου. Καθώς είναι φυσικά αδύνατο να τα προσεγγίσουμε, επιστρατεύεται ο τηλεφακός· για να δούμε καλύτερα το ένα, πρέπει να μπούμε στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί, υπάρχει μια έκπληξη. (περισσότερα…)

Συστηματική βιομυθολογία

*

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτριου Μουζάκη Συστηματική βιομυθολογία  που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΩ αυτόν τον Απρίλιο.

~.~

Sciadopitys verticillata

Ο γενναίος σαμουράι έκαμε να ξαποστάσει κάτω από τη σκιά ενός δένδρου μετά τη φοβερή μάχη με τους εισβολείς. Τα χέρια του έτρεμαν από την αδρεναλίνη που αναμεμιγμένη με τον κίνδυνο έρεε στο σώμα του προσδίδοντάς του υπεράνθρωπες ιδιότητες. Μολονότι, όμως, ο ιερός αγώνας ήταν νικηφόρος, ο νεαρός πολεμιστής δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Το πρόσωπό του ήταν συννεφιασμένο από μικρές συσπάσεις αγωνίας για το μέλλον. «Τι έχεις;», του ψιθύρισε το δένδρο. Ο Ιάπωνας δεν αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση του δένδρου, παρότι δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά δένδρο στη ζωή του να μιλάει. Γνώριζε, όμως, από τις αρχαίες αφηγήσεις για την ιερότητα του ξύλου, των φύλλων και της σκιάς, κι αγαπούσε τα δένδρα σαν αδέλφια του που περιποιούνταν τα πνευμόνια και τις ψυχές όλων των ανθρώπων με τιμή. «Φοβάμαι», αποκρίθηκε στο δένδρο με παρρησία, «η οικογένεια έχει κανονίσει να πάρω για γυναίκα μου μια υπέροχη κοπέλα, την οποία και ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, κι αναρωτιέμαι αν πάντοτε θα την αγαπώ όπως τώρα κι αν πάντοτε θα με αγαπάει κι εκείνη». «Γιατί να πάψει η αγάπη σας;», ρώτησε το δένδρο. «Δεν ξέρω, οι άνθρωποι αλλάζουν, οι επιθυμίες αλλάζουν και οι αρχαίες αφηγήσεις λένε πως μόνον όποιος προσαρμόζεται επιβιώνει. Εγώ, όμως, δεν τις θέλω τις αλλαγές, θέλω τα πράγματα να μένουν όπως είναι». «Δεν είναι πρόβλημα αυτό, γενναίε πολεμιστή», αποκρίθηκε το δένδρο καθώς ένα δροσερό αεράκι χάιδεψε το πλούσιο φύλλωμά του. «Εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη γη διακόσια πενήντα εκατομμύρια χρόνια και δεν έχω αλλάξει». Εντυπωσιάσθηκε ο τολμηρός σαμουράι με την ηλικία του δένδρου και ρώτησε με ζωηρό ενδιαφέρον «πες μου το μυστικό σου, δένδρο των μεγααιώνων». «Δεν υπάρχει συνταγή για να ανταποκριθείς στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, γενναίε πολεμιστή. Μπορείς στο βωμό της αλλαγής να προσφέρεις την αλλαγή ή τη σταθερότητα, είναι η τύχη που θα κρίνει αν η προσφορά σου θα γενεί αειφορική. Ο γάμος είναι ούτως ή άλλως μια παράξενη συμφωνία μεταξύ δυο ανθρώπων, πως θα θέλουν πάντοτε να βαδίζουνε μαζί. Αν θέλεις να προσφέρεις σε αυτόν τη σταθερότητα, κοίταξε στα μάτια το υπέροχο κορίτσι σου ακριβώς πριν το παντρευτείς και πες του ότι υπόσχεσαι να στέκεσαι δίπλα του πάντα, ως αυτός που γνωρίζει κι όχι άλλος». Τα λόγια του δένδρου χαράχτηκαν στην ψυχή του έντιμου σαμουράι που απεχθανόταν τις αλλαγές κι ήθελε με τους ίδιους τρόπους και τις ίδιες αρχές να αντέχει σε όλες τις θεομηνίες, τις βροχές, τους κεραυνούς, τους ανεμοστρόβιλους, τους σεισμούς, τις πλημμύρες και τις πυρηνικές εκρήξεις. Κρατώντας το κορίτσι του πριν από το μυστήριο και κοιτάζοντάς το βαθιά μέσα στα μάτια, είπε: «υπόσχομαι να είμαι πάντοτε αυτός που παντρεύεσαι αυτή τη στιγμή και όχι άλλος, ακόμη κι όταν ο καιρός θα μας έχει προσπεράσει». Δύσκολος πολύ ήταν ο αρχαίος πολεμιστής, μα το κορίτσι δεν έφυγε από το πλάι του, όπως πρέπει σε όλους τους ανθρώπους που το λόγο τους προσφέρουν με τιμή στο βωμό της τύχης. (περισσότερα…)