εδώ που πάμε

*

της CARYL CHURCHILL

Μετάφραση Ανδρέας Γ. Ανδρέου

~.~

Ο αριθμός των ηθοποιών μπορεί να αλλάζει ανάλογα με το ανέβασμα. Όχι λιγότεροι από τρεις στην πρώτη σκηνή και όχι περισσότεροι από οκτώ· πέντε ή έξι είναι μάλλον αρκετοί. Η ηλικία και το φύλο είναι επίσης θέμα επιλογής. Το πρόσωπο στο ΜΕΤΑ μπορεί να είναι ο άντρας του οποίου την κηδεία έχουμε στην πρώτη σκηνή – ή και όχι. Το ίδιο και για το ΦΤΑΝΟΥΜΕ, και ο νοσηλευτής μπορεί να είναι κάποιος που έχουμε ξανασυναντήσει – ή και όχι.

 

1. ΕΔΩ ΠΟΥ ΠΑΜΕ

Οι ομιλίες στο τέλος της σκηνής προστίθενται σε τυχαία θέση μες στη ροή του διαλόγου. Είναι δέκα· χρησιμοποιήστε όσες χρειάζεστε ώστε να έχει κάθε πρόσωπο από μία.

Δεξίωση μετά από κηδεία.

Μας λείπει

φυσικά

σε όλους

μα στους πιο κοντινούς

γιατί η φιλία ήταν

περισσότερες γνωριμίες από οποιονδήποτε

χάρισμα

από κοντά

άκουγε

και τόσο σπιρτόζος τον θυμάμαι να λέει

άκουγε και καταλάβαινε

έδειχνε πάντα να

αν και τελικά γίνεσαι σοφότερος όσο μεγαλώνεις; εγώ νιώθω συνεχώς λες κι είμαι δεκάξι

τα όσα πέρασε στη ζωή του

τον πόλεμο τον πόλεμο δεν έχουν μείνει και πολλοί που

και την Ισπανία ακόμα φαντάσου (περισσότερα…)

Σταγόνα στον ωκεανό

*

του HANS MAGNUS ENZENSBERGER

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. (περισσότερα…)

Το τελευταίο χάραμα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο άνθρωπος μεθάει «επειδή» πεθαίνει.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ

Στο χωριό σπάνια επιστρέφω. Μόνο σε δύσκολους καιρούς τα βήματά μου με γυρίζουν πίσω. Ξαναγυρνάμε κάποτε εκεί όπου πονέσαμε περισσότερο. Ίσως για να βρούμε απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα ή για να αναμετρηθούμε με φόβους που ποτέ δεν ξεπεράσαμε ή για να κλείσουμε λογαριασμούς με ένα παρελθόν που μας ακολουθεί όπως η σκιά το σώμα.

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές ήταν μια καλή αφορμή για να ανέβω στο χωριό και να επισκεφτώ τον τάφο της μάνας μου και του πατέρα μου όπου είχα χρόνια να πάω.

Ήταν φθινόπωρο. Πήρα το λεωφορείο λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι. Μετά από ώρες βροχής ο ουρανός έμοιαζε χλωμός, κουρασμένος. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν. Κατά διαστήματα ψιλόβρεχε τρυφερά, διακριτικά, μια βροχούλα σαν ψίθυρος που μιλούσε για λύτρωση και συμπόνια.

Μέσα το λεωφορείο άδειο – εγώ, ο οδηγός και άλλοι δυο άνθρωποι. Κάτι έλεγαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, συνωμοτικά, σχόλια που είχα την απατηλή εντύπωση ότι με αφορούσαν. Μου φαινόταν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει στη ζωή μου από την παιδική μου ηλικία. Όλα έμοιαζαν στάσιμα και στα πενήντα μου ένοιωθα σαν προέκταση ενός παιδιού που κοίταζε τον κόσμο απορημένο, αμήχανο, ανήμπορο να καταλάβει οτιδήποτε.

Το εκλογικό κέντρο ήταν στο δημοτικό σχολείο. Έξι χρόνια είχα περάσει στις αίθουσες, στους διαδρόμους και στην αυλή του αλλά οι αναμνήσεις μου ήταν ελάχιστες. Ποιοι ήταν οι συμμαθητές μου σε κάθε τάξη; Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί μου; Τι είχε απομείνει από τόσα μαθήματα και τόσα διαβάσματα; Τι έκανα στα διαλείμματα; Μόνο το γενικό περίγραμμα κάποιων εικόνων θυμόμουν. Μέσα στο γκρίζο τοπίο της μνήμης μου ξεπρόβαλλαν θαμπές παραστάσεις, σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες που κάποτε πρέπει να ήταν γεγονότα, ζωή, κίνηση, σώματα, χρώματα, δάκρυα, χαμόγελα, ζωντανή ύπαρξη μέσα στη θαλπωρή της σάρκας και του αίματος. (περισσότερα…)

“στάζοντας μύρα μελανά” (ένα ταξίδι ελληνικό του «Μεθυσμένου καραβιού»)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κάπου στο μακρινό ’78, εκεί στο γύρισμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, μας αγόρασε (με γραμμάτια) ο πατέρας μου, από ένα πλανόδιο πλασιέ, την 20τομη Εγκυκλοπαίδεια του Γιοβάνη, καθώς η Αντιγόνη Μεταξά είχε προ πολλού εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Έπεσα λοιπόν πάνω της και ξεκίνησα να την καταβροχθίζω, όχι αλφαβητικά, όπως αυξάνουν κι οι τόμοι, ούτε θεματικά ή άλλως πως αλλά όπως λάχαινε κάθε φορά. Άλλοτε στην τύχη κι άλλοτε, από αφορμή ένα λήμμα, ξεστράτιζα σε δρόμους άλλους κι από εκεί αλλού, μέχρι να κουραστώ. Σε κάποιαν από τις αδηφάγες περιπλανήσεις μου, έπεσα επάνω και στο λήμμα για τον Αρθούρο Ρεμπώ (τ. 18, σ. 83). Μου εντυπώθηκε ο πίνακας του Φαντέν-Λατούρ αλλά ακόμη περισσότερο αιχμαλωτίστηκε για τα μελλούμενα χρόνια ο νους μου από το Μεθυσμένο καράβι.

Τόσο πολύ χαράχτηκε μέσα μου που το είχα σχεδόν αποστηθίσει ολάκερο. Το σφρίγος κι εικονοποιητική ζωντάνια του Μεθυσμένου καραβιού με βρήκανε σε μια στιγμή που η ψυχή μου είχε ήδη ποντιστεί βαθιά μέσα στον λυρισμό. Είχα δε μείνει για καιρό με την ακλόνητη σιγουριά ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το ποίημα, πλώρη-πρύμνη, ως την 14η στροφή, όπως την είχε η ανώνυμη μετάφραση της εγκυκλοπαίδειας. Έφτασα πια στο τέλος των λυκειακών χρόνων για να μάθω πως το μυθικό καράβι δεν ήταν τελικά τόσο μικρό, αλλά είχε εικοσιπέντε –αντί για δεκατέσσερα– τετράστιχα. Τότε ήταν κι η εποχή που διάβασα τον Ρεμπώ αλλά και τον αγάπησα περισσότερο. Αν κι ίσως βέβαια ν’ αγάπησα πάνω απ’ όλα τον μύθο που ’σερνε τ’ όνομά του, καθώς λευκή τ’ αφρού γραμμή, κυματιστή, που αφήνουν πίσω τους τα πλοία. Τώρα που ξανακοιτάζω πάλι εκείνη τη σελίδα της παλιωμένης μα ιλλουστρασιόν εγκυκλοπαίδειας, διαβάζω σαν σε φθαρμένη αρχαία επιγραφή και τις λέξεις: τυχοδιωκτικές περιπέτειες… πρωτόγονου αισθησιασμού, κι αναρωτιέμαι τι αχνάρι μπορεί και ν’ άφησαν στον εφηβικό μου ψυχισμό, τι αποτύπωμα μελλοντικό. Ας είναι…

Τα ποιήματα του Ρεμπώ συμπορεύονταν πλέον πλάϊ-πλάϊ με το αίνιγμά του, τις επιστολές και τις φωτογραφίες του, μα και την πεζή ζωή του σαν υπαλλήλου, (λαθρ)εμπόρου, εξερευνητή στην κοντινή μου Ανατολή. Και στα ταξίδια που ακολούθησαν, πάντα έψαχνα για τα ίχνη του, το καταγάλανο, φωτεινό του βλέμμα κάπου αφημένο, στου Άντεν τον ηλιοδαρμένο βράχο ή στου Χαράρ τα σοκάκια. Εκτός από του Γκάτσου όμως το μουσικό Καράβι, ψέλλιζε η μνήμη έντρομη και τις εικόνες τις οργιαστικά τρομακτικές, που κάποτε θωρούσα ως του Μεθυσμένου καραβιού την πρύμνη: (περισσότερα…)

«Τρεις εναντίον ενός» και άλλα σονέτα

*

ΣΤΑΓΟΝΑ

Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…

Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»

Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!

‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…

~.~

(περισσότερα…)

Η χαμένη τιμή του ματωμένου μαλλιού

*
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

H ταινία αρχίζει με ένα παράθεμα από την Ουτοπία του Τόμας Μορ, το οποίο μιλά για καταβροχθιστικά πρόβατα, και με εικόνες από τα εν λόγω ζώα να προχωρούν σε κοπάδια. Αυτά, με τον γνωστό ισχυρό χριστιανικό συμβολικό τους χαρακτήρα, χρησιμοποιούνται εδώ βάσει μιας συγκεκριμένης διαλεκτικής: είναι τα ήμερα και άκακα πλάσματα, πρόσφορα για εικόνες αθωότητας και υποταγής, αλλά και ισοδυναμούν με αντικείμενα εκμετάλλευσης, χάρη στο μαλλί τους, και στο κρέας τους βέβαια, μιας εκμετάλλευσης που θα χαρίσει ζωτική ορμή στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος. Οι εικόνες συνεχίζονται με εκείνη του μιγάδα Σεγκούντο να ξεκοκαλίζει το κρέας τους, κάτι που αντιτίθεται πάλι διαλεκτικά στην εικόνα αυτού του ίδιου, προς το τέλος της ταινίας, κοντά στην παραθαλάσσια καλύβα του, να δηλώνει ότι είναι η θάλασσα εκείνη που τον θρέφει: η «ήπια» δραστηριότητα του ψαρέματος αντιτίθεται σε εκείνη την επιθετική του κυνηγιού, που καταλήγει στην κατανάλωση του κόκκινου κρέατος, μια αντίθεση, γνωστή στην ανθρωπολογία, που αντιστοιχεί σε εκείνη της φυσικής εκμετάλλευσης των ιθαγενών πληθυσμών απέναντι στην καταχρηστική εκμετάλλευση των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων.

Oι ταινίες, όπως οι Άποικοι του Φελίπε Γκαλβέζ, που ασχολούνται με την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό, τη γενοκτονία των αυτοχθόνων δεν είναι λίγες. Ως μυθοπλαστικό περιεχόμενο οι παραπάνω έννοιες έχουν βρει επαρκώς τις αντίστοιχές τους εικόνες. Αυτό που κάνει τους Αποίκους να διαφέρουν είναι ό,τι αποκαλείται «μορφή του περιεχομένου» τους. Η διευθέτηση της μυθοπλαστικής σειράς δηλαδή με φόντο την αποικιοκρατία και τις σύστοιχες έννοιες. Το φόντο στήνεται εξαρχής: μια φεουδαρχικής οργάνωσης φάρμα, η εκτροφή προβάτων με τις παρεπόμενες οικονομικές συνδηλώσεις της, ο αυταρχικός και αδίστακτος φεουδάρχης, οι λευκοί και οι ιθαγενείς, ή σχεδόν ιθαγενείς, υποτακτικοί του. Κι όλα αυτά, στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Νότια Αμερική, στη Γη του Πυρός, μέσα στον ιστορικό πυρετό εκείνον από τον οποίο ξεπήδησε η εμπέδωση της σύστασης εθνικών κρατών όπως η Χιλή και η Αργεντινή. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Ο «συντηρητισμός» ως σύγχρονο πολιτικό σύνθημα

*

Η εκτίμησή μας ότι ο συντηρητισμός είναι ένα σαφώς διακριτό, αναγνωρίσιμο και από μακρού περατωμένο κοινωνικoπνευματικό φαινόμενο της περιόδου κατά την οποία συντελέστηκε η μετάβαση από την societas civilis στον δυαδισμό κράτους και κοινωνίας, μπορεί να πιστοποιηθεί από το γεγονός ότι όσοι σήμερα καλούνται ή αυτοαποκαλούνται «συντηρητικοί», ελάχιστα κοινά έχουν με τους αρχικούς φορείς του ονόματος, αφού προσδίδουν στους παλαιούς συντηρητικούς κοινούς τόπους, όσο αυτοί παραμένουν ακόμη σε χρήση, νέο ουσιαστικά περιεχόμενο.

Κανείς σχεδόν σημερινός «συντηρητικός» δεν επιζητεί να ανατρέψει τον θεμελιώδη χωρισμό κράτους και κοινωνίας (ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει), κανείς σχεδόν δεν αμφισβητεί την ισονομία ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα» (κάθε άλλο μάλιστα), και κανείς σχεδόν δεν διανοείται να καταργήσει τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου ή νομιμότητας και ηθικής, τα οποία πρωτοχαράχτηκαν στον αγώνα κατά της societas civilis· ακόμη και οι σχέσεις ατόμου και ομάδας ή ζητήματα όπως η ελευθερία της πνευματικής δημιουργίας, λ.χ., κατανοούνται συνήθως από τους σημερινούς «συντηρητικούς» με τρόπο ολότελα διαφορετικό από εκείνον των υποτιθέμενων προδρόμων τους. Αν όμως τα πράγματα έχουν έτσι, τότε το πραγματικό μέλημα της επιστημονικής έρευνας δεν είναι να εξηγήσει την επιβίωση και διάρκεια του συντηρητισμού ως κοινωνικού φαινομένου, αλλά αντίθετα να καταστήσει κατανοητό γιατί ο συντηρητισμός ως έννοια παραμένει ακόμη σε χρήση, ποιες δηλαδή πολεμικές και ιδεολογικές ανάγκες ωθούν στην καταφυγή σ’ αυτόν.

Ας σημειωθεί εκ προοιμίου ότι η χρήση της έννοιας του συντηρητισμού από σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ρευμάτα που ελάχιστη σχέση έχουν με τον συντηρητισμό ως ιστορικό φαινόμενο και μάλιστα βρίσκονται στους αντίποδές του, συσκοτίζει ακόμη περισσότερο τη φύση του τελευταίου. Έτσι, πάνω στο ιστορικό φαινόμενο του συντηρητισμού προβάλλονται θέσεις και επιθυμίες (κατά πολύ) μεταγενέστερες, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν έχουν σχέση μ’ αυτόν τον ίδιο αλλά με την (επίσης κατά πολύ μεταγενέστερη) χρήση της έννοιάς του. Το ότι σημερινοί «συντηρητικοί», που κατά κύριο λόγο αγωνίζονται ενάντια στον επαναστατικό «ολοκληρωτισμό», παρουσιάζουν τους αντεπαναστάτες της εποχής γύρω στο 1800 ως εκφραστές της δικής τους αντίληψης περί ελευθερίας, ενίοτε μάλιστα και ως υπερόπτες και επιφυλακτικούς θιασώτες του όψιμου φιλελευθερισμού, παρεμβάλλει χωρίς αμφιβολία σημαντικά προσκόμματα στην κατανόηση του συγκεκριμένου ιστορικού χαρακτήρα του συντηρητικού φαινομένου. (περισσότερα…)

Ποίηση εντός του κοινωνικού χρόνου

*

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ηρώ Νικοπούλου
Το θαύμα στην εντατική
Εκδόσεις ΑΩ, 2024

Κοντεύουν πια να κλείσουν σαράντα χρόνια από το 1986, τη χρονιά που η εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου κατέθεσε την πρώτη λογοτεχνική της δοκιμή, την ποιητική συλλογή Ο μύθος του οδοιπόρου. Από βιβλίο σε βιβλίο, από εγχείρημα σε εγχείρημα, έφτασε να οδοιπορεί με σταθερό βήμα σ’ έναν δρόμο που σπανίως μοιάζει με λεωφόρο και συνήθως είναι ατραπός. Τον δρόμο της γραφής, της λογοτεχνικής γραφής, στην τριπλή της εδώ ανάπτυξη: ποιητική, διηγηματική και μυθιστορηματική.

Τρίστρατο, με κάθε δρόμο αυτόνομο, χωρίς διασταυρώσεις με τους άλλους δύο; Όχι βέβαια. Γνωρίζουμε και από την πορεία αρκετών άλλων λογοτεχνών που πρωτομπήκαν στον χώρο της γραφής από την ποίηση, για να καταπιαστούν κατόπιν συστηματικά ή και αποκλειστικά με την πεζογραφία, ότι το πρώτο πρώτο πάθος, εκείνο που όρισε τη σχέση σου με τη γλώσσα, αν ήταν στ’ αλήθεια βαθύ, δεν γιατρεύεται με τον καιρό. Δεν υποχωρεί και δεν ληθαργεί, αλλά συνεχίζει να σε ονομάζει ως λογοτέχνη, χρωματίζοντας και τη γλωσσική σου στάση και τις αφηγηματικές τεχνικές σου.

Άλλωστε η Ηρώ Νικοπούλου ασκείται ταυτόχρονα στην ποίηση και στην πεζογραφία, με την ίδια σκευή και τον ίδιο στόχο: την απεικόνιση του ψυχικού μας τοπίου όσο βαθύτερα γίνεται. Όσο πιο βαθιά τόσο και πιο οδυνηρά. Η αυτοανασκαφή έχει τον πόνο και το κόστος της. Έχει και την ιαματική ανταμοιβή της; Ναι, σε στιγμές ευλογημένες, λιγοστές φοβάμαι, συμβαίνει και αυτό.

Η Νικοπούλου όμως διακονεί και μια τέταρτη εκδοχή γραφής: τη ζωγραφική. Τα σημάδια της, πολλά και ουσιαστικά, είναι ευδιάκριτα και στην ποίησή της και στην πεζογραφία της. Θυμόμαστε εδώ, σχεδόν υποχρεωτικά, δύο αποφθεγματικές φράσεις που αποδίδονται στον Σιμωνίδη τον Κείο, τον σπουδαίο λυρικό ποιητή του 6ου/5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος, εντελώς παρεμπιπτόντως και σύμφωνα με έναν αρχαίο Σχολιαστή, «δοκεί πρώτος γράψαι άσμα μισθού». Πρώτος αυτός δηλαδή, καταπώς φαίνεται, έγραψε ποιήματα επί πληρωμή. Και ω του παραδόξου θαύματος, τον έψεξε υπαινικτικά γι’ αυτήν τη στάση τού δούναι και λαβείν ο Πίνδαρος, σε κάποιον Ισθμιόνικό του. Μολονότι, όπως είναι πολλαπλώς μαρτυρημένο, ο Θηβαίος λυρικός έγραψε τα περισσότερα ποιήματά του κατόπιν παραγγελίας ή αναθέσεως και έναντι αδράς αμοιβής. (περισσότερα…)

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Ταπεινοῦ ἢ Ὅλα Ἐπιτρέπονται

*

Σᾶς καλωσορίζουμε ὅλους, ὅλες καὶ ὅλα
ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, σ.ἔ. 2024

Δῶσε, θεέ μου, πρὶν νὰ φύγω νὰ τὶς δῶ
τὶς τουαλέτες μὲ τὸ ΟΛΟΙ, ΟΛΕΣ κι ΟΛΑ
ποὺ δικαιώνουν τόσα χρόνια ὀνειροπόλα
νὰ πῶ πὼς ἄσκοπα δὲν ἔφτασα ὣς ἐδῶ.

Ξεπεταρούδι σὰν νὰ γλυκοκελαδῶ
τὰ φοιτητὰ καθὼς περνοῦν τ’ ἀραξοβόλα
σὲ μιὰ Κατάληψη ἀτέλειωτη ἡ γαμιόλα
ποὺ θὰ τὴν ζήλευε ὣς κι αὐτὸς ὁ ἐξαπεδῶ.

Γιὰ μιὰ φορὰ ν’ ἀφήσω τὸν Ἑσπερινό,
στὰ μασελάκια τὰ δυὸ δόντια μου νὰ κρύψω
καὶ νά ’μαι πάλι στὸ σινὲ Χειμερινὸ

στὴν τρίτη πόρτα μὲ τὸ ΟΛΑ του νὰ στρίψω
μὴν καὶ τὴν πέσω σὲ ξεμείνη μαῦρο κρῖνο
ὅσο ἀπὸ σφᾶλμα παίζει ἀκόμη τὸ κλαρῖνο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὴ σειρὰ
Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

*

*

*

Έμιλυ Ντίκινσον, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

Επιλογή-Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Είμαι άρρωστη, Κύριε. Ο πιο μεγάλος πόνος μου όμως είναι που είστε άρρωστος εσείς. Βάζω μπρος το χέρι μου το πιο γερό και το ζορίζω μήπως και καταφέρω να σας μιλήσω. Πίστευα ότι είχατε φτάσει πια στον Ουρανό, κι όταν άκουσα ξανά τη φωνή σας μού φάνηκε τόσο απαλή και υπέροχη που ξάφνιαστηκα απίστευτα. Μακάρι να αναρρώσετε, Κύριε. Δεν θέλω να ’ναι αδύναμο ό,τι αγαπώ. Είμαι καθισμένη πλάι στις βιολέτες, έχω έναν κοκκινολαίμη εδώ κοντά – και η «Άνοιξη»; με ρωτάνε; Μα ποια είναι τούτη η «Άνοιξη»; Άκου, μόλις μου χτύπησε την πόρτα.

~.~

Μ’ έχει πιάσει ένα βηχαλάκι τοσοδά, σαν δαχτυλήθρα, αλλά δεν σκοτίζομαι. Πελέκι Ινδιάνου έχω χωμένο στο πλευρό, μα δεν το πολυνιώθω. Εκείνην ο Κύριός της την έχει μαχαιρώσει πιο βαθιά. Ω Κύριε, ανοίξτε μου τη ζωή σας διάπλατα και κλείστε με μέσα της για πάντα. Ποτέ δεν θα αποκάμω να σας υπηρετώ, ούτε ποτέ θα ξεσηκώνω σαματά όταν εσείς θα ξαποσταίνετε. Θα είμαι πάντοτε το καλό σας κοριτσάκι – άλλος κανείς δεν θα με βλέπει, μόνο εσείς. Εμένα ωστόσο αυτό μου αρκεί κι ούτε ποτέ μου θα ζητήσω τίποτε άλλο. Μονάχα ο Ουρανός θα με απογοητεύσει κάπως όταν θ’ ανέβω ώς εκεί – γιατί αυτόν τον αγαπώ πιο λίγο.

~.~ (περισσότερα…)

Ειδική Ποιητική Επιχείρηση

*

Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζει

τα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδα

του απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.

Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;

– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.

21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

~.~ (περισσότερα…)

Ὁ ἥρωας τοῦ πνεύματος

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὅσοι μὲ γνωρίζουνε, ξέρουνε καλὰ πὼς τίποτε στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μ’ ἀναγκάσει νὰ κάμω συμβιβασμοὺς μὲ τὴ συνείδησή μου καὶ νὰ ἐνεργήσω ἀντίθετα ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις μου.[1]
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

Τοῦτες τὶς μέρες ἔκλεισε ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ.[2] Ὁ μεγαλύτερος ποιητὴς τῆς Ρωσίας, ἀπ’ ὅσους βρίσκονταν ἀκόμη στὴ ζωή, ἔσβησε μέσα στὴν πίκρα καὶ τὴ μοναξιά. Κανεὶς ἐπίσημος δὲν παρηκολούθησε τὴν κηδεία του. Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐφημερίδες τῆς πατρίδας του, μόνο ἡ Λιτερατούρα  πληροφόρησε τοὺς ἀναγνώστας της μὲ μιὰ λιγόλογη εἴδηση πὼς ὁ συγγραφέας δὲ βρισκότανε πιὰ ἀνάμεσα στοὺς ζωντανούς. Κι ἀπὸ τοὺς ραδιοσταθμούς, μόνο ὁ σταθμὸς τῆς Μόσχας, στὴν ἐκπομπή του γιὰ τὴν Αὐστραλία, σ’ ἀγγλικὴ γλῶσσα, ἀνάγγειλε, μὲ ὄχι παραπάνω  ἀπὸ τριάντα πέντε λέξεις, τὸ γεγονός.

Γιατὶ ὁ Πάστερνακ εἶχε κάμει ὅ,τι λογαριάζεται πάντα μεγάλο ἔγκλημα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος: Εἶχε τολμήσει νά ’ναι ὁ ἑαυτός του. Μόνον ὁ ἑαυτός του καὶ κανεὶς ἄλλος. (περισσότερα…)