Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Πέμπτη

*

1

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του κόσμου,
δέ θα πάψω να σε διώχνω μακριά,
μακριά απο τον παράδεισο. Η οδός-μου
μια κορδέλα είναι στα μάτια του σποριά.

Μια κορδέλα, μια αλυσίδα απο κοράλι
ξεπροβάλλει απο τη θάλασσα. Γιορτή!
Κάποια υπόσχεση σου γνέφει τ’ ακρογιάλι
κι η αμμουδιά μοιάζει σάν άγραφο χαρτί.

Ψέμα τ’ όνειρο… Απο τη μιά στην άλλη ατόλη
την ασίγαστή-σου δίψα κουβαλάς,
και του ορίζοντα σε πνίγει το βραχιόλι,
κι ο παράδεισος σου γίνεται βραχνάς.

Στρέφεις τότε τη ματιά-σου στους αιθέρες,
στ’ ουρανού τα βάθη. Κάπου, λές, εκεί
μές στο κρύσταλλο γλιστράν δώδεκα σφαίρες
και κρυστάλλινη αναδίνουν μουσική.

Σφαίρες; Μουσική; Μια σούπα απο ροχάλες.
Μαύρες τρύπες, πλάνο φώς, δαιμονικές
αντίρροπες δυνάμεις, άλλες
να σε τυφλώνουν κι άλλες πέρα ώς πέρα σκοτεινές.

«Πάντα ἐν σοφίᾳ…» Ποιός είσαι για να κρίνεις;
Της μωρίας-μου σου ανοίγω τους κρουνούς.
Μόνο αριά και πού θα βλέπεις της ειρήνης
την επτάφωτη λυχνία στους ουρανούς.

2

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του αιώνος,
δέ θα πάψω να σε κρίνω. Στο σκαμνί!
Άυπνος. Σκυφτός. Μές στον ιδρώτα. Μόνος.
Και στην πόρτα ψευδομάρτυρες γραμμή.

Μισθοφόροι ενος αόρατου πολέμου,
χορευτάδες στο ταψί του Σατανά…
Δέ χρειάζεται κανείς. Μονάχα πέ μου:
Είσαι αυτός που περιμέναμε. Σωστά;

Πού ’ναι τότε τα προστάγματα του νόμου,
της αγάπης-σου το αλάνθαστο «ώς εδώ»;
Γιατί μ’ άφησες να κάνω το δικό-μου,
Στον γκρεμό που περπατάω να σκοτωθώ;

Χίλια χρόνια μια στιγμή… Του παραδείσου
ψάχνω ακόμα, πάντα ψάχνω τα κλειδιά.
Τα κατάπιε το πηγάδι της αβύσσου,
τα τυλίγει της αβύσσου η πυρκαγιά.

Κι όμως θά ’φτανε ενα νεύμα-σου, ενα χάδι,
μια ανυπόμονη, μια τρυφερή σκουντιά,
και θα χόρταινε το αχόρταγο πηγάδι,
και θα δρόσιζε η αδρόσιστη φωτιά.

Αίμα αθώο; Προδοσία; Δέ μετανιώνω.
Της οδύνης-σου την ύστατη κραυγή
πώς τη λαχταράω… Φοβάμαι μόνο
μή με πνίξουν στο άκουσμά-της οι λυγμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στο Όρος των Ελαιών

*

Στο δέντρο μόνο θα τα πω και στο βουνό
σαν υποχείριο καθώς βρίσκομαι ’δω πέρα…
Σου ’χω παράπονο βαρύ –τ’ ακούς, Πατέρα;–
που μ’ έστειλες να σφαγιαστώ σαν τον αμνό.
Τη γη δε χόρτασα σε τριάντα τρεις στροφές·
νιώθω το χνώτο του βοδιού σαν να ’ταν χτες.

Νικούν τον άνθρωπο, μου λες, οι πειρασμοί·
μα εν σοφία δεν εποίησες να ρέπει
κει που τον πάει το κορμί κι όχι το “πρέπει”;
Τι μηρυκάζεις μ’ εμμονή “Εγώ ειμί”
και στον σταυρό και στον ανήφορο με πας;
Μήπως κι ο βίος δεν είν’ ένας Γολγοθάς; (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τετάρτη

*

Τα πόδια ή το κεφάλι – τί να πρωτοαλείψω
με της αγάπης-μου το ατίμητο το μύρο;
Σ’ όλο τον κόσμο θα το πώ, δέ θα το κρύψω
πόσο με κούρασε το ανώφελο, το στείρο

το μπλά-μπλά-μπλά που αποκοιμίζει τα γερόντια
και συγκινεί τις μειξοπάρθενες. Μια αλήθεια
γυρεύω με κορμί, με νύχια και με δόντια,
με κρέας και κόκαλα και μια φωνή στα στήθια

που να ξυπνάει και πεθαμένο. Και τη βρήκα!
Να σου τη δείξω; Μόλις μπήκε να δειπνήσει
στο σπίτι του λεπρού. Τί βάσανο, τί γλύκα
την ευωδιά-της ν’ αναπνέω – θείο μεθύσι…

Αυτή είν’ η αλήθεια-μου. Ακριβή κι αγαπημένη.
– Κι όταν τη δείς στον Γολγοθά-της ν’ ανεβαίνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

«Η γλώσσα μου εις ουδεμίαν τάξιν ανήκει»: Ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης (1887-1970)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Ας αποθέσουμε σε μια άκρη τη σοδειά
του πόνου, της πνιγμένης οιμωγής,
κι οι δυο μας γέροι,
κι έλα και πάλι, μόνοι μας, καρδιά
να πάρουμε το δρόμο της φυγής
χέρι με χέρι

Παράξενες γεωγραφίες κάνει το μυαλό σαν βγαίνεις από φαρμακείο, και ο ήλιος χάνεται κάπως σήμερα κι ίσως βρέξει, και αυτό το ίσως φέρνει μιαν εικόνα από παλιά, το φαρμακείο-εντευκτήριο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (στο τετράγωνο Βενιζέλου και Ρογκότη, δίπλα από το επίσης ιστορικό βιβλιοπωλείο “Μόλχο”), πρυτανείο λογοτεχνικών μαζώξεων, αντίστοιχο μ’ εκείνο του Πεντζίκη. Ένα φαρμακείο-πρακτορείο διακίνησης πνευματικού υλικού, αφού στο συγκεκριμένο έστελναν βιβλία οι λογοτέχνες από όλη την Ελλάδα για να τα παραλάβουν οι Θεσσαλονικείς. Εκεί επίσης στεγαζόταν άτυπα και τα γραφεία του παραρτήματος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, κι από το εν λόγω φαρμακείο του Κατσόγιαννη ξεκίνησε και το περιοδικό Μορφές που έβγαζε ο Βασίλης Δεδούσης ‒ το φαρμακείο του Μπαρμπαλιά όπως τον αποκαλούσαν, που αν και Πελοποννήσιος, συνταγογραφήθηκε Σαλονικιός.

Ο Ηλίας Κατσόγιαννης γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 1887 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ήταν γιος του ιεροδιδάσκαλου Πανάγου και της Ασπασίας Οικονομοπούλου. Τελείωσε το γυμνάσιο της Δημητσάνας και το 1911 αποφοίτησε από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με το ψευδώνυμο Ηλίας Θερινός, στους οποίους κέρδιζε με τη μορφή του δημοψηφίσματος δίχως τη μεσολάβηση κριτικών επιτροπών. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και απολύθηκε το 1922 με τον βαθμό του Λοχαγού. Το πρώτο του φαρμακείο το άνοιξε στον Πύργο Ηλείας, κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ενώ από το 1920 έζησε και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Θεσσαλονίκη, αρχικά επί της οδού Βουλγαροκτόνου κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Ως φαρμακοποιός έγινε γνωστός όταν ανακάλυψε το φάρμακο αιθερμόλη, το οποίο και παρείχε δωρεάν σε όσους θερίζονταν από την ελονοσία. (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τρίτη

*

Και με σβηστή λαμπάδα στον νυμφώνα,
και μ’ άδεια χέρια θά ’μπαινες, σεμνή.
Φαγώθηκες να βάλεις στο σταμνί
νυχτιάτικα απ’ το λάδι που σταγόνα

σταγόνα παζαρέψαν ήδη χθές
της βασιλείας οι πρώτες κληρονόμες,
οι φρόνιμες, οι πλούσιες, οι οικονόμες,
της παρθενιάς-σου οι στείρες αδελφές.

Αφού ούτε αυτές δέν έμειναν απόξω
τί ’χες εσύ να φοβηθείς; Μακριά
της τύψης το μαστίγιο σε κρατά,
μα η πόρτα είναι ανοιχτή. Δέ θα σε διώξω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

***

*

Μια μελέτη σταθμός στις μοντικές σπουδές

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Η πρόσφατη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και στέρεα μελέτη του Παντελή Βουτουρή με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη (εκδ. Ερατώ 2024) –ο τίτλος αποτελεί στίχο από το ποίημα του Μόντη «Προς Ζωή»– αποτελεί σημαντικό φιλολογικό και επιστημονικό γεγονός στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο δεν είναι μόνο μια αποκαλυπτική και τεκμηριωμένη φιλολογικά και επιστημονικά εισαγωγή στο έργο του σημαντικότερου ίσως ποιητή της Κύπρου, αλλά αποτελεί, κατά την άποψή μου, σταθμό για τις μοντικές σπουδές. Κι αυτό γιατί, εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και είκοσι από τον θάνατό του, έχουμε για πρώτη φορά μια συστηματική εισαγωγή-μονογραφία στο σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Μόντη (ποιητικό και πεζογραφικό) η οποία φωτίζει επαρκώς αφενός την εξέλιξη της ποιητικής του Μόντη σε σχέση πάντα με το οικογενειακό, ιστορικό και πνευματικό του πλαίσιο και αφετέρου σημαίνουσες θεματικές περιοχές, διακειμενικές σχέσεις και μορφολογικά στοιχεία της ποίησής του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι μοντικές σπουδές προϋποθέτουν, βεβαίως, μέχρι σήμερα μερικά αφιερώματα σε περιοδικά,[1] αλλά και σημαντικές φιλολογικές μελέτες για το έργο του ποιητή (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Π. Σαββίδης, Α. Παστελλάς, Π. Βουτουρής, Λ. Γαλάζης, Α. Αθανασοπούλου, Γ. Γεωργής, Δημήτρης Αγγελάτος κ.ά.). Η σημαντικότερη, επομένως, συνεισφορά της ανά χείρας μελέτης στην ανάδειξη του εκδοτικά χαοτικού και δύσχρηστου εκδομένου έργου του ποιητή αποτελεί, βεβαίως, το διαυγές και λειτουργικό σχήμα της ποιητικής εξέλιξης του Κ. Μόντη, το οποίο τίθεται εμβληματικά στην «Εισαγωγή» του βιβλίου και αναπτύσσεται στη συνέχεια σε τρία μέρη-κεφάλαια: «Μέρος Πρώτο: Ποιητικά πρωτόλεια και προσωπικά αδιέξοδα», «Μέρος Δεύτερο: Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα», «Μέρος Τρίτο: Τα Γράμματα στη μητέρα». Σύμφωνα, λοιπόν, με το πιο πάνω τριμερές σχήμα το οποίο προτείνει ο Βουτουρής, η εξέλιξη της ποιητικής του Κώστα Μόντη αντιστοιχεί σε «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες (προσωπική, συλλογική, οικουμενική)» (σ. 15), αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει μια μεγάλη ποιητική τομή που διαχωρίζει αφενός την πρώιμη, ιδιωτική ποιητική περιοχή με το συλλογικό και οικουμενικό πέλαγος του ώριμου Μόντη και αφετέρου την παραδοσιακή τεχνουργική που δεσπόζει στις πρώτες συλλογές του ποιητή με τη μοντέρνα τεχνοτροπία που κυριαρχεί στην ωριμότητά του. (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Δευτέρα

*

Σάν όνειρο μας γέλασες.
Ιωσήφ, την ώρα πού ’κλαιγε
τα νιάτα-σου ο πατέρας-μας
πού νά ’ξερε ο κακόμοιρος
πως ζούσες και βασίλευες
πέρα στην Αίγυπτο. Όλοι-μας
για πεθαμένο σ’ είχαμε.
Το ματωμένο ρούχο-σου
το κάναμε σημαία-μας
και το τεράστιο ψέμα-μας
στο τέλος το πιστέψαμε
κι εμείς. Τί κατρακύλημα…

Μα κι όταν μετανιώσαμε
πάλι δέν καταλάβαμε
πως ήσουν κιόλας δίπλα-μας,
έτοιμος για συχώρεση!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

Νικαίας εγκώμιον

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τη χρονιά αυτή συμπληρώνονται 1700 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Οι θεολογικές εκδηλώσεις, προφανώς, θα είναι αρκετές. Στο σημείωμα αυτό ας θυμηθούμε την κάποτε λαμπρή ελληνική πόλη της Βιθυνίας, που γνώρισε κι αυτή τις συνέπειες της κατάκτησης και του εξανδραποδισμού, μέσα από το εγκώμιο που έγραψε ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, τον καιρό που η πόλη ήταν έδρα του εξόριστου βυζαντινού κράτους (μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης, την 13η Απριλίου 1204) και το οποίο σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση παραθέσαμε στο βιβλίο Το στέμμα των αυγών (Καστανιώτης, 2020). Το 1331, μετά από τριετή πολιορκία, η Νίκαια έπεσε οριστικά στα χέρια των Οθωμανών. Έκτοτε παρήκμασε και το 1920, πριν εισέλθει σε αυτήν ο ελληνικός στρατός, για μια τελευταία ελπίδα ελευθερίας, γνώρισε τη δήωση από τους τσέτες του Κεμάλ, τη σφαγή των κατοίκων της και την καταστροφή του ιστορικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (φωτογραφία). Ο άλλος ιστορικός της ναός, η Αγία Σοφία, που μετατράπηκε σε μουσείο, σήμερα λειτουργεί και πάλι ως τζαμί. Το κείμενο που ακολουθεί, ενός λαμπρού διανοούμενου βασιλέα που πέθανε δυστυχώς νεότατος, αφήνοντας όμως έργο στιβαρό, φιλοσοφικό, θεολογικό αλλά και υμνογραφικό (δικός του ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας), ας είναι ένα πενιχρό μνημόσυνο των χιλιάδων αφανών μαρτύρων της Νικαίας, θυμάτων της φρίκης που οι άνθρωποι ονομάζουν Ιστορία.

~.~

Νικαίας εγκώμιον

«Νου θεϊκό θα πω αυτή την πόλη και τους πολίτες της αγαθούς διότι πράξη και θεωρία ευγενικά ενώνουν, τα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας του λόγου με βήμα σταθερό, και από τη δύναμη της λογικής κοσμούμενοι, τον οικείο τους νου περιτειχίζουν· την πολιτεία τους, για να την κάνουν πιο περίβλεπτη κι από τον μηδικό τον πλούτο κι απ’ τη χρυσή ομηρική αλυσίδα που κρέμεται απ’ τον ουρανό. Έτσι έγινε αυτή η βασιλική πόλη ανώτερη κάθε άλλης, τους κατοίκους της περιβάλλοντας με τον πιο ωραίο ήχο, το πλέον εξέχον άκουσμα. Και σεμνυνομένη σεμνύνεται και στηριζομένη στηρίζει κι αν υπάρχει ακόμη κάποια ενάντια πολιτεία, αυτή με την ευστάθειά της είναι λιμάνι που από κείνη τους κατοίκους της προστατεύει. Διότι το σώμα τότε δεν παρεκκλίνει μόνον, όταν υπάρχει ευρυθμία ανάμεσα στα μέλη, τα μέρη και τα όργανά του…».

Μέρα λαμπρή, σε ώρα μελιχρότατη ο λαός της Νικαίας άκουγε το εγκώμιό του και ήταν χυμένο ολόγυρα κάτι πιο χαϊδευτικό κι από το αεράκι της Προποντίδας, πιο δροσερό από το βάλσαμο των ολοπράσινων πευκώνων του Ολύμπου που ντύνανε τη γιορτή της επιστροφής του βασιλέα, μουσική υπόκρουση στα λόγια του διαδόχου για την πόλη που είναι κέντρο των γραμμάτων του καιρού μας, Αθήνα του αιώνα μας. Μα ο ρήτορας ήξερε και πώς μια πόλη στην παρακμή ξεπέφτει – δεν εγκωμίαζε μόνο: (περισσότερα…)

Κατάπαυση πυρός ή πλήρης παράδοση;

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Η αναστολή των δασμών άνω του 10% για όλες τις χώρες εκτός της Κίνας –όπου αντιθέτως οι δασμοί αυξήθηκαν σε 125% προκαλώντας μειδιάματα για το chicken game που παίζεται μεταξύ των δύο χωρών– προκάλεσε μια πρόσκαιρη ευφορία στις χρηματιστηριακές και χρηματοπιστωτικές αγορές. Το αρνητικό κλίμα επανήλθε μετά από δύο μέρες λόγω του φόβου για ύφεση στην οικονομία των ΗΠΑ. Βέβαια είχε προηγηθεί η «απώλεια» κεφαλαιοποίησης πάνω από 6 τρισ. δολλαρίων τέσσερις μόλις μέρες μετά την, κατά τον Τραμπ, «Ημέρα της Απελευθέρωσης». Παράλληλα, οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξήθηκαν τουλάχιστον κατά 60 σημεία βάσης σε λιγότερο από δύο μέρες, καθώς οι επενδυτές τα εγκατέλειψαν μη θεωρώντας τα πλέον ασφαλή, και η αγοραστική δύναμη του δολαρίου μειώθηκε (τουλάχιστον 8% απώλεσε το δολλάριο σε σχέση με το ευρώ από την ημέρα που ανέλαβε πρόεδρος ο Τραμπ) καθώς οι ξένοι απέσυραν έξω από τις ΗΠΑ μεγάλο μέρος των τοποθετήσεών τους εκεί.

Αφού δήλωσε επανειλημμένα ότι δεν θα υπάρξουν εξαιρέσεις ή οπισθοδρόμηση, ο Τραμπ αντέκρουσε τον εαυτό του και έκανε πίσω. Η ξαφνική αλλαγή κατεύθυνσης ήταν αξιοσημείωτη ακόμη και για έναν πρόεδρο που έχει κάνει το απρόβλεπτο χαρακτηριστικό του: ο μεγιστάνας, στην πραγματικότητα, είχε ισχυριστεί ότι ήθελε να «απελευθερώσει» τους Αμερικανούς από ένα παγκόσμιο εμπορικό σύστημα που θεωρείται άδικο και το οποίο, όπως είπε, θα αναδιοργανώσει. Τότε όμως τι τον έκανε να αλλάξει γνώμη; Τουλάχιστον εν μέρει, σύμφωνα με πολλούς παρατηρητές, ήταν η κοινή πίεση που μπόρεσαν να ασκήσουν στον μεγιστάνα επενδυτές, νομοθέτες και δωρητές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου προσπάθησαν να παρουσιάσουν αυτή τη στροφή ως εξαρχής μέρος ενός έξυπνου σχεδίου, για να τρομάξουν οι πάντες και στη συνέχεια να υποχρεωθούν να διαπραγματευτούν. Όμως, σύμφωνα με τους Financial Times, με το κραχ του χρηματιστηρίου και την αύξηση της πίεσης, ο υπουργός Οικονομικών Σκόττ Μπέσσεντ –που θεωρείται στη Ουώλ Στρηττ ο πιο αξιόπιστος από τους σημερινούς συμβούλους του Λευκού Οίκου– κατάφερε να πείσει τον Τραμπ να αναστείλει την αύξηση των δασμών σε χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ είχαν ιστορικά καλές σχέσεις και να επικεντρωθεί αποκλειστικά, ή σχεδόν αποκλειστικά, στην Κίνα. (περισσότερα…)

Το Κλήμα Λάζαρος

*

Το διήγημα «Το Κλήμα Λάζαρος» του Δ. Ε. Σολδάτου παρουσιάζεται θεατροποιημένο αυτό το Σάββατο 12.4.2025 –ανήμερα του Λαζάρου– από τον ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο (κιθάρα, μαντολίνο, τραγούδι: Αρετή Κοκκίνου) στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ώρα έναρξης 19:15.

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Μόνο εκεί που υπάρχουν τάφοι υπάρχει ανάσταση.
FRIEDRICH NIETZSCHE

Δίπλ’ απ’ το πατρικό μου στο χωριό –εκεί που τώρα βρίσκεται το Silenus Bill’s Bar– υπήρχε παλιά ένα ελαιοτριβείο. Η ευωδιά του φρεσκοστυμμένου λαδιού φλόμωνε τα ρουθούνια μας. Απ’ τ’ άγρια χαράματα βοούσε το μελισσομάνι των λιτρουβιαραίων. Βογκούσαν τα τρακτέρ στην ανηφόρα, φορτωμένα σακιά τίγκα στον ελαιόκαρπο. Βουνό το λιοκόκκι. Άχνιζαν τα τσόλια στον φράχτη σαν γδαρμένα τομάρια. Κι εμείς –λιμασμένα παιδιά της γειτονιάς– κλωθογυρίζαμε εκεί γύρω, ώσπου κάποιος γνωστός να μας φωνάξει να ιδούμε τις μυλόπετρες που αλέθουν και να μας τρατάρει μια πρωμάδα: ψωμί πυρωμένο στην φωτιά, αλειμμένο με ζεστό φρέσκο λάδι. «Όταν μεγαλώσω», έλεγα, «θα γίνω λιτρουβιάρης! Θα πίνω ούζο 12 και θα καπνίζω άφιλτρα τσιγάρα Καρέλια».

Πριν προλάβω να μεγαλώσω, το λιτρουβιό έκλεισε. Το παραπάνω χωριό από το δικό μας ερήμωσε. Κι έτσι, το Δημοτικό Σχολείο μεταφέρθηκε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο, που το μισό διαμορφώθηκε σε διδακτικό χώρο και το άλλο μισό παρέμεινε κλειδωμένο, με σκουριασμένα καζάνια κι αραχνιασμένες μυλόπετρες. Καμιά φορά, κατά την διάρκεια του μαθήματος, ακούγαμε το «κριτς-κριτς» των ποντικών από δίπλα.

Κάποτε και το δικό μας χωριό άδειασε. Ο κόσμος πήγαινε στις μεγάλες πόλεις να βρει δουλειά. Το σχολείο έκλεισε. Μετακόμισε στον παρακάτω οικισμό. Και το παλαιό ελαιοτριβείο του Καμαρίλα νοικιάστηκε σε μια εξηντάχρονη Εγγλέζα μετρίου αναστήματος, με βαμμένο ξανθό μαλλί και αέρα φλεγματικής λαίδης. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν. Μόνον πως την έλεγαν Τζόυ, που στην γλώσσα της θα πει Χαρά, μα οι χωριάτες το εκλάμβαναν ως Ζωή. Αμάξι δεν είχε. Έρχονταν και την έπαιρναν οι φίλοι της με τα δικά τους αυτοκίνητα και τα χαράματα την ξανάφερναν.

Ήταν γλεντζού!

Κυκλοφόρησαν πολλές φήμες για λόγου της, πως έτρεχε το χρήμα απ’ τα μπατζάκια της, πως είχε ιδιωτικό νησί στην πατρίδα της, αλλά βαρέθηκε την ζωή που έκανε και διάλεξε το μέρος μας για να περάσει τα τελευταία της χρόνια, αφήνοντας πίσω τις πολυτέλειες και τις ομίχλες της Αγγλίας και κάνοντας μια καινούργια αρχή κάτω απ’ τον λαμπρό ήλιο της Ελλάδας.

Με τον καιρό η Τζόυ άρχισε ν’ αλλάζει…

Οι φίλοι της αραίωσαν. Αν ήθελε κάπου να πάει, έπαιρνε ταξί ή πήγαινε με τα πόδια. (περισσότερα…)

Mary Oliver, Λάμπες

*

Στίς ὀκτώ, ὄχι ἀργότερα
Ἀνάβεις τίς λάμπες,

Τή μεγάλη πλάι στό φαρδύ παράθυρο,
Τή μικρή πάνω στό γραφεῖο σου.

Δέν προορίζονται γιά νά βλέπεις περνώντας –
Ἔξω πλανιέται τό λυκόφως πάνω ἀπό τήν ἄμμο,

Τίς χαμηλές βελανιδιές καί τά κούμαρα.
Ἀκόμη καί τά μικρόπουλα δέν ἔχουν καταλαγιάσει

Πέφτοντας γιά ὕπνο, ἀνέγγιχτα (περισσότερα…)

Σεβαστή ὁμήγυρις!

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 2

Σεβαστή ὁμήγυρις!

Ἄς θυμηθοῦμε πώς «στήν πολιτεία τοῦ 1850 κεντρικό πρόσωπο εἶναι ὄντως ὁ ποιητής»[1] καί ἄς ἐπανέλθουμε στούς κριτές καί στούς κρινόμενους, στούς διαγωνισμούς καί στούς ἀγωνοθέτες. Τόν θεμέλιον λίθον ἔθεσαν οἱ πανεπιστημιακοί ἀθηναϊκοί διαγωνισμοί. Μέ αὐτούς ἔγινε ἡ πρωταρχή. Ὅλοι σχεδόν οἱ κριτές ὑπῆρξαν καί κρινόμενοι. Κουμανούδης, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβῆς, Ὀρφανίδης, Βερναρδάκης κ.ἄ. «Ἕνας ἔμπορος τῆς Τεργέστης, ὁ Ἀμβρόσιος Ράλλης, ἀναθέτει στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν τή διεξαγωγή ποιητικῶν διαγωνισμῶν».[2] Τό ἀριστεῖο τοῦ διαγωνισμοῦ θά συνοδεύεται ἀπό χρηματικό ἔπαθλο 1.000 δραχμῶν. Ὑπό τήν προϋπόθεση, βεβαίως, πώς ὁ συντάξας «ἄξιον τί λόγου ποίημα» θά ἐπωμίζεται ὑπόθεση «μή ἀπαδούσης πρός τήν θρησκείαν καί ἐν γένει πρός τήν ἠθικήν».[3] Καί ὅσον ἀφορᾶ τή γλῶσσα, αὐτή πρέπει νά εἶναι «πάντοτε κοσμία καί εὐφραδής».[4] Τουτέστιν, ὁ ποιητής θά μεταχειρίζεται γιά τήν ὑπόθεσίν του ἀποκλειστικά τήν καθαρεύουσα γλῶσσα. Ἡ τελετή τοῦ διαγωνισμοῦ θά λαμβάνει χώρα «τήν 25ην Μαρτίου μηνός, ἡμέραν τῆς Ἑλληνικῆς ἀναστάσεως».[5]

Αὐτοί εἶναι οἱ σημαντικότεροι ἀπό τούς ἑπτά ὄρους πού ὑπαγόρευσε ὁ Ράλλης. Τοιουτοτρόπως, ἡ ποίηση «καθιερώνεται μέ τούς διαγωνισμούς ὡς ἐπίσημος καί ἐθνωφελής θεσμός».[6] Ἐντός τοῦ θεσμοῦ καταλαμβάνουν θέση οἱ πανεπιστημιακοί, δηλαδή οἱ κριτές καί οἱ εἰσηγητές, ὑποστηρίζοντας συνήθως τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα καί διορθώνοντας τά ὑποβαλλόμενα ποιήματα «ὅπως διορθώνουν τά ἀνορθόγραφα γραπτά τῶν φοιτητῶν τους».[7] Εἰς κάποιαν ἀπόστασιν διατρίβουν οἱ δεκάδες νεαροί ὑποψήφιοι ποιητές ἀνεμίζοντες «προκλητικά τή σημαία τοῦ βυρωνισμού».[8] Ἡ προβαλλόμενη ἀρχικά ἀντίρρηση τοῦ Σπ. Πήλληκα στίς ἀρχαϊστικές γλωσσικές πεποιθήσεις τοῦ ἀγωνοθέτη γρήγορα παίρνει τέλος, ὁ ἴδιος συμβιβάζεται, καί στόν πρυτανικό του λόγο στίς 28/2/1852 ἀνακοινώνει τήν ἐπιστολή τοῦ Ράλλη:

«Ἡ καθαρεύουσα [ἀποκρίνεται ὁ Ράλλης στόν Πήλληκα] δέν εἶναι αὐθαίρετον τί καί νεκρόν ἰδίωμα […] τοῦτο λαλοῦσιν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν ἅπαντες οἱ ὁπωσοῦν παιδεύσεως μετέχοντες».[9]

Πολλές οἱ ἐξαρτήσεις τῶν πανεπιστημιακῶν μέ τούς ἀγωνοθέτες. Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Ράλλειου εἶναι: 1851-1860. Ὁ ἀγωνοθέτης Βουτσινάς, ἀπό τήν Ὀδησσό, ἦταν 27 χρονῶν ὅταν ἀντικατέστησε τόν Ράλλη στούς διαγωνισμούς. «Il avait le mècènat dans le sang».[10] Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Βουτσιναίου ἦταν: 1862-1877. Ἄν θυμᾶμαι καλά, ἀπό τό 1859 προστέθηκαν κι ἄλλοι τρεῖς διαγωνισμοί: τοῦ Τσόκανου, τοῦ Μελά καί τοῦ Ροδοκανάκη. (περισσότερα…)