«Καλλιά  να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η Αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή  νοσηλεύτρια κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, βλ. φωτογραφία πιο πάνω), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με  στενή φιλία. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί η Ελισάβετ εξιστορεί στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς και της επανάστασης του 1821.

***

Οι δυο φίλες πήραν τον δρόμο για την Ακαδημία του Πλάτωνος και τον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, σε λιγότερο από μια ώρα θα έφταναν· σιωπηλές περπατούσαν απολαμβάνοντας τη ανοιξιάτικη φύση.

– Μίλησέ μου για σένα, Ελισάβετ, και για τις περιπέτειες σου στην Κρήτη, έσπασε τη σιωπή η Φλωρεντία. Θέλω να τ’ ακούσω κι εγώ, από σένα την ίδια.

– Είναι μεγάλη και θλιβερή η ιστορία μου, όπως και η ιστορία της πατρίδας μου. Κοντά είκοσι χρόνια  που ζω στην Αθήνα τη λέω και την ξαναλέω συνέχεια σε όσους επισκέπτες των Χιλλ με ρωτούν, Έλληνες και ξένους.

– Γι’ αυτό, όπως μου έχουν πει οι αγαπητοί μας Μπρέισμπριτζ, όλοι σε αποκαλούν Ελισάβετ της Κρήτης; Το ξέρεις ότι μιλούν και γράφουν για σένα σαν να είσαι κάτι το ξεχωριστό; Και είσαι. Στον λίγο καιρό που σε γνωρίζω το έχω διαπιστώσει από τον τρόπο που μιλάς, που φέρεσαι, που σκέπτεσαι…

– Το ξεχωριστό είναι ότι ωρίμασα πρόωρα και με μεγάλο ψυχικό κόστος και τώρα στα τριάντα μου δεν νιώθω νέα.

– Ίσως γιατί ανέλαβες πολύ νωρίς ευθύνες μεγάλου ανθρώπου…

– Μου κλέψανε την παιδική μου ηλικία, Φλωρεντία, και μη ρωτάς ποιοι… Μάλλον οι συνθήκες… Έχω πονέσει πολύ στη ζωή μου. Οι Τούρκοι έχουν ανοίξει ανεπούλωτη πληγή  στην ψυχή μου. Ό,τι ήθελαν έκαναν στην Κρήτη οι πασάδες, οι μπέηδες, οι αγάδες, όλοι, και λογαριασμό δεν έδιναν…

Σταμάτησε απότομα, έκοψε το βήμα της, κοίταξε περίλυπη στα μάτια τη συνοδοιπόρο της και είπε χαμηλόφωνα.

– Δεν θέλω πια να τα θυμάμαι αυτά, τ’ αποδιώχνω· όσα έζησα, κι όσα έμαθα από άλλους, τα έχω καταχωνιάσει στο βαθύ πηγάδι της μνήμης μου.

Η Φλωρεντία την αγκάλιασε τρυφερά και συνέχισαν να περπατούν σιωπηλές για κάμποση ώρα. Πλησίαζαν στην Ακαδημία κι από μακριά είδαν ένα μικρό εκκλησάκι.

– Του Αγίου Νικολάου είναι, είπε η Ελισάβετ· το έχουν κτίσει πάνω στο βωμό του αρχαίου ναού του Ποσειδώνα, του θεού της θάλασσας. Ίσως γι’ αυτό κι ο Άγιος θεωρείται προστάτης των θαλασσινών.

Προχώρησαν προς τα κυπαρίσσια του κήπου και κάθισαν από κάτω. Δίπλα τους είδαν αρκετά θραύσματα από αρχαία ανάγλυφα. Η Ελισάβετ πήρε ένα στο χέρι της και καθώς το περιεργαζόταν είπε:

– Κι άλλοι αρχαίοι ναοί του Ποσειδώνα έχουν μετατραπεί στα χριστιανικά χρόνια σε ναούς του Αγίου Νικολάου…

Η Φλωρεντία που άλλα ήθελε να ακούσει σ’ εκείνον τον μοναχικό περίπατό τους και όχι για τους προστάτες των θαλασσών, με ύφος μειλίχιο την παρότρυνε:

– Μίλησέ μου, Ελισάβετ, για να λυτρωθείς από την πληγωμένη μνήμη· το μέρος εδώ είναι ήσυχο κι αγιασμένο, έχει άλλωστε συνηθίσει να ακούει τις συνομιλίες των ανθρώπων από τον καιρό του Πλάτωνα. Δεν θα σε διακόψω, δεν θα σου κάνω ερωτήσεις, για να σε εξαναγκάσω να αναφέρεις όσα δεν θέλεις.

– Τη λύτρωση αποζητώ από τότε που γλύτωσα από τους Τούρκους, ίσως γι’ αυτό τ’ αντιστορούσα τόσο συχνά σε όποιον είχε διάθεση να τ’ ακούσει, αλλά την λύτρωση δεν έχω ακόμη βρει. Ίσως δεν υπάρχει. Τα τραύματα της παιδικής ηλικίας αφήνουν σημάδια ανεξίτηλα, αγαπητή μου φίλη.

– Ψάξε κάτι πιο δυνατό, πιο συγκλονιστικό που θα γιατρέψει τις πληγές. Αλλά βγάλε πρώτα από μέσα σου τα πικρά κατακάθια των παλιών βιωμάτων.

– Η εξιστόρηση των δεινών μου θα τραβήξει σε μάκρος, έχεις υπομονή να ακούσεις;

– Έχω, Ελισάβετ.

– Θα σου πω πρώτα, αγαπητή μου Φλο, για όσα έγιναν πριν γεννηθώ και θα τα πω όπως τα έχω ακούσει, γυμνά από ωραιοποιήσεις και υπερβολές. Η μητέρα μου ήταν μια πανέμορφη κοπέλα που ήξερε και γράμματα· ένας θείος της, καλόγερος στο Άγιον Όρος, την είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει. Όμως ένιωθε πως οι Τούρκοι ήταν μια διαρκής απειλή και, όπως όλα τα κορίτσια, φοβόταν κι εκείνη μήπως επιχειρούσαν να την κλέψουν· το συνήθιζαν άλλωστε, και συχνά μου ’λεγε τη μαντινάδα τής εποχής της: “Καλλιά να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει / παρά να ιδώ τα μάθια μου Τούρκος να τα φιλήσει”. Για να σωθεί παντρεύτηκε στα δεκαπέντε της τον Βασιλάκη, τον πατέρα μου, κι έχασε αμέσως το όνομά της,  Βασίλαινα ή Βασιλάκαινα την έλεγαν πια όλοι. Τι μ’ αυτό; το κυνηγητό των Τούρκων δεν το απέφυγε. Είναι σαν να την ακούω ακόμη να μου λέει κλαίγοντας πώς κινδύνεψε να την κλέψει ένας Τούρκος και πώς κατάφερε να σωθεί. Θα σου τα πω όπως ακριβώς τα θυμούμαι, με τα δικά της λόγια, μου τα είχε τόσες φορές εξιστορήσει…

» Μέναμε τότε σε ένα χωριό έξω από την πόλη των Χανιών, στ’ Ἀλικιανού· μια μέρα κάποιος ανώτερος Τούρκος έστειλε έναν υποτακτικό του στο σπίτι μας με την εντολή να τον ακολουθήσω στον πύργο του αφέντη του. Ο πατέρας σου, Ελισάβετ, δεν είχε κανένα δικαίωμα να μου απαγορέψει να πάω, παρόλο που ήμουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί, τον αδελφό σου. Από τον φόβο του όμως μήπως ο Τούρκος δεν μ’ αφήσει να γυρίσω πίσω, με έστειλε στον πύργο του, με την κατάλληλη συνοδεία, μπροστά πήγαινε μια γριά θεια μου ακολουθώντας τον υποτακτικό, πίσω της εγώ με δύο υπηρέτριες και έναν υπηρέτη. Όταν φτάσαμε στο κονάκι του Τούρκου, η συνοδεία μου  έμεινε έξω· εμένα ο δικός του με ανέβασε στον οντά, όπου με περίμενε ο αφέντης του με τη μητέρα του. Αφού με καλωσόρισε, μου είπε με ύφος ανάμεσα σε παράπονο και επίπληξη: “γιατί ήλθες, γιαβρίμ, με τόση συνοδεία; εγώ εννοούσα πως θέλω να γίνεις γυναίκα μου, αφού πρώτα ξεφορτωθούμε τον άντρα σου…”. Αυτόματα αντέδρασα, θύμωσα, αγρίεψα. Δεν το περίμενε. Βγάζει αμέσως το πιστόλι του και με σημαδεύει».

» Η μητέρα μου στο σημείο αυτό συνήθως σταματούσε για λίγο, ίσως για να πάρει δύναμη για τη δραματική σκηνή που ακολουθούσε. Μετά, με κρυφή περηφάνεια, την οποία πρόδιδαν τα μάτια της που σπίθιζαν, συνέχιζε:

» Δεν χάνω καθόλου την ψυχραιμία μου, τρέχω, του πετώ αστραπιαία το πιστόλι από το χέρι, κάθομαι στα γόνατα της μητέρας του κι ακούγεται δυνατός ο ήχος της  εκπυρσοκρότησης». 

» Η μητέρα μου σταματούσε και πάλι για λίγο από τη συγκίνηση της ανάμνησης και μετά  με γοργό ρυθμό συνέχιζε:

» Στο λεπτό ανεβαίνουν πάνω οι φίλοι του νομίζοντας ότι με έχει σκοτώσει. Όταν είδαν τι είχε συμβε, του πρότειναν να με κλειδώσει στο δωμάτιο. Η μητέρα του με εντολή του γιου της ελευθερώθηκε από το σώμα μου, σηκώθηκε, βγήκε γρήγορα έξω, εκείνος αμέσως διπλοκλείδωσε κι έμεινα μόνη. Δεν πανικοβλήθηκα, μόνο έψαχνα να βρω τρόπο να δραπετεύσω. Κοίταξα έξω από το καφασωτό παράθυρο· κήπος κάτω με χώμα καλλιεργημένο, μαλακό. Δεν το πολυσκέφτηκα, είπα από μέσα μου μια προσευχή, έκανα τρεις μετάνοιες και ρίχτηκα πάνω στο ξύλινο δικτυωτό, κι ας ήμουν ετοιμόγεννη. Εκείνο έσπασε κι έπεσα στο έδαφος, γεμάτη αίματα, αλλά ζωντανή. Περήφανη για το κατόρθωμά μου που ξέφυγα από την μιασμένη αγκαλιά του Τούρκου και έσωσα το παιδί μου, έτρεξα στο σπίτι οργισμένη και άρχισα να κραυγάζω στον πατέρα σου “να πάνε στο διάβολο όλα τα καλά μας, δεν είναι αυτός τόπος για μας, πάμε να ζήσομε μέσα στα Χανιά”· σ’ αυτό το σημείο ανέβαινε ο τόνος της φωνής της, σαν να ξαναζούσε το φρικτό γεγονός. Σταματούσε για λίγο και μετά συνέχιζε κανονικά.

» Ο πατέρας σου ευτυχώς με άκουσε, δεν ήθελε να ζούμε με τον φόβο μιας πιθανής απαγωγής μου· γνώριζε καλά ότι κανείς Τούρκος δεν θα δίσταζε να κλέψει μια κοπέλα παντρεμένη, αν του άρεσε. Μετά μάθαμε  το κακό που ακολούθησε στον πύργο. Όταν αργότερα ο Τούρκος ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου, κατάλαβε πως το είχα σκάσει πηδώντας από το παράθυρο· μανιασμένος πυροβόλησε από εκεί αδίστακτα και σκότωσε ένα παρανυφάκι από τη γαμήλια πομπή, που τυχαία εκείνη τη στιγμή περνούσε από κάτω. Κατέβηκε μετά από τον πύργο, βγήκε έξω οπλισμένος και πήγε κατευθείαν στο σπίτι όπου γινόταν ο γάμος. Πριν προλάβουν οι γαμουλιώτες να αντιδράσουν, σκότωσε οκτώ άνδρες· για αντίποινα. Ποτέ δεν συνήλθα από τον πόνο εκείνης της συμφοράς…».

» Όταν τέλειωνε την ανιστόρησή της, η φωνή της μάνας μου πάντα έσπαγε κι έβλεπα να κυλούν ποτάμι στο πρόσωπό της τα δάκρυα· δάκρυζα κι εγώ μαζί για το μέγεθος της εσωτερικής δύναμης που την είχε σώσει και που αργότερα έσωσε και μας.

– Γεννήθηκε σώο το παιδί; τη ρώτησε με φανερή έκπληξη η Φλωρεντία.

– Γεννήθηκε σώος ο Νικόλας, ο μονάκριβος αδελφός μου, ευτυχώς. Εγώ γεννήθηκα δυο σχεδόν χρόνια πριν ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση και πριν καλά καλά σαραντίσω, ήλθαν τα χειρότερα. Οι Τούρκοι σκότωσαν τον πατέρα μου με μια μπαλωθιά στην καρδιά κι εγώ από τότε είμαι η Βασιλακοπούλα, η ορφανή κόρη του. Δεν υπήρχα χωρίς το προσωνύμι αυτό. Στο χωριό έτσι με ξέρουν ακόμη, Ελισάβετ Βασιλακοπούλα· βάζω κι εγώ πάντα το Β. ανάμεσα στο όνομα και στο επώνυμό μου, σαν μια μυστική ομολογία ότι θα του ανήκω εσαεί, κι ας είναι στο χώμα τριάντα σχεδόν χρόνια· ποτέ δεν έμαθα γιατί τον σκότωσαν, κανείς δεν ήξερε να μου πει, ούτε η μητέρα μου. Εκείνη Βασιλάκαινα εξακολουθούσαν να την αποκαλούν  κι ας ήταν τόσο νέα, όταν έμεινε χήρα· το κρητικό έθιμο είχε εξαφανίσει όχι μόνο το όνομά της, αλλά είχε διαγράψει και κάθε πιθανότητα να ξαναπαντρευτεί, τουλάχιστον σύντομα.

Η Φλωρεντία άκουγε άναυδη την Ελισάβετ να της αφηγείται γεγονότα που δεν μπορούσε να φανταστεί και ψέλλισε με θαυμασμό και ταπεινότητα μαζί:

– Αλίμονο, αγαπητή μου Ελισάβετ, μπροστά σε ηρωίδες γυναίκες σαν τη μητέρα σου, ντρέπομαι για την τιποτένια ζωή που έχω ζήσει!

Η Ελισάβετ είδε που συννέφιασε το πρόσωπό της και της είπε:

– Μην κατηγορείς τον εαυτό σου, δεν έχεις ζήσει ζωή τιποτένια, να ευλογείς τον Θεό που δεν εξουσιάζουν την πατρίδα σου Τούρκοι. Κανείς δεν γίνεται ήρωας, αν ζει ελεύθερος. Η ανάγκη δημιουργεί τους ήρωες, η ανάγκη της επιβίωσης και της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας η ανάγκη, Φλωρεντία αγαπημένη.

– Μίλησέ μου όμως και για τα δικά σου δεινά, αυτά που είπες ότι διηγείσαι σε όποιον ξένο έρχεται στην Αθήνα, για τις περιπλανήσεις σας στα βουνά της Κρήτης.

– Αυτό είναι ένα άλλο πιο μακρύ επεισόδιο της ζωής μου, της ανήλικης ζωής μου. Ας σηκωθούμε καλύτερα να ξεμουδιάσουμε, να περπατήσουμε ως τον λόφο του Ίππιου Κολωνού και σου τα εξιστορώ καθ’ οδόν.

– Καλά λες. Δεν θα σε διακόπτω. Τα εξιστορείς τόσο ζωντανά…

***

Πήραν σιωπηλές τον δρόμο προς τον Κολωνό, ενώ  η Ελισάβετ  σκεφτόταν από πού να αρχίσει.

– Αρκετά από αυτά που θα σου πω τα θυμούμαι, άλλα γιατί τα έζησα η ίδια, άλλα γιατί τα έχω ακούσει από διηγήσεις εκείνων που τα είχαν ζήσει· μερικά, πρέπει να σου πω, τα διάβασα, όταν μεγάλωσα αρκετά. Όμως όλα προ πολλού τα έχω μέσα μου βάλει σε χρονολογική σειρά, ώστε να αποκτήσουν μια λογική και ιστορική ακολουθία.

– Με ενδιαφέρει ό,τι και να μου πεις, αγαπητή μου φίλη.

Η Ελισάβετ  πήρε βαθιές αναπνοές και άρχισε να αφηγείται τα θλιβερά γεγονότα, που καθόρισαν την πορεία της ζωής της.

– Μόλις ξέσπασε η επανάσταση και στην Κρήτη, οι δυσκολίες έρχονταν απανωτές, όπλα και τρόφιμα, έλεγαν οι μεγάλοι, λιγοστά. Τα πράγματα δυσκόλεψαν, όταν το 1822, δεύτερο έτος της επανάστασης, έφτασε στα νότια της Κρήτης αιγυπτιακός στόλος, με πολυπληθή στρατό, να ενισχύσει τους Τούρκους, ώστε να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τους επαναστατημένους Κρητικούς. Ακουγόταν πως ο σουλτάνος είχε υποσχεθεί στον υποτελή του σατράπη της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι ότι, αν καταφέρει να καταπνίξει την επανάσταση, θα του παραχωρήσει την Κρήτη για δέκα χρόνια, πράγμα που έγινε το 1830, με τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων. Κι από τότε επανειλημμένα κατέπλεε αιγυπτιακός στόλος στο νησί, μεταφέροντας κάθε είδους εφόδια και χιλιάδες Αιγυπτίων και Αλβανών με αιμοβόρους αρχηγούς, τον Χασάν πασά πρώτα, τον Χουσεΐν μπέη μετά· και μεγάλωνε ο φόβος και ο τρόμος των Κρητικών. Ο αγώνας και η αγωνία της μάνας μας ήταν για τη σωτηρία όλων μας, μα περισσότερο για τον αδελφό μου, μην τον αρπάξουν και τον κάνουν γενίτσαρο.

» Η Κεντρική Διοίκηση της Πελοποννήσου, όπου οικειοθελώς είχε ενταχθεί η Κρήτη, παρά τις εκκλήσεις του υδραίου αρμοστή του νησιού Μανόλη Τομπάζη, δεν έστελνε ενισχύσεις· ούτε κάποιο ελληνικό καράβι εμπόδιζε τα αιγυπτιακά πλοία να πλέουν στο λιβυκό πέλαγος· ούτε επιβαλλόταν ναυτικός αποκλεισμός στην Κρήτη. Οι αγωνιστές αποθαρρύνονταν και η επανάσταση κινδύνευε να σβήσει, γιατί και όσοι είχαν έλθει μαζί με τον Τομπάζη εγκαταλείπανε τον αγώνα, επειδή δεν υπήρχαν χρήματα να τους πληρώνει. Φυσικό ήταν να μην μπορούν οι συμπατριώτες μου  να νικήσουν τον εχθρό. Ο αρμοστής, διορισμένος από την Κεντρική Διοίκηση της επαναστατημένης Ελλάδας, απεύθυνε συνεχείς εκκλήσεις στην Κεντρική Διοίκηση για αποστολή δέκα τουλάχιστον πλοίων, δύο πυρπολικών και 1500 στρατιωτών, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον αιγυπτιακό στόλο. Οι ίδιοι οι Κρητικοί, με μεγάλες στερήσεις, είχαν κιόλας μαζέψει για τον μισθό των στρατιωτών  πενήντα χιλιάδες γρόσια και υπόσχονταν ότι όταν λευτερωθεί η Κρήτη, θα τους αποζημίωναν με το παραπάνω. Έχουμε φιλότιμο οι Κρητικοί…

» Μάταια όλα, Φλωρεντία. Οι κομματικές έριδες που εξελίχθηκαν σε εμφύλιο εμφανίστηκαν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Απορροφημένοι «οι πατριώτες» από τον μεταξύ τους πόλεμο αδιαφορούσαν για την Κρήτη, ενώ ο αιμοβόρος Χουσεΐν νικούσε και κατέστρεφε το νησί, κυνηγούσε γυναίκες και παιδιά, σκότωνε όσους μπορούσε και σκορπούσε παντού τον τρόμο. Οι γυναίκες τρομαγμένες έπαιρναν τα παιδιά τους κι έτρεχαν να βρουν καταφύγιο στις σπηλιές των σφακιανών βουνών, για να μην καταλήξουν αυτές σε χαρέμι και τα παιδιά τους σκλαβάκια.

» Το  ίδιο έκανε κι η μάνα μας· ετοίμασε και τους δυο μας,  άφησε το σπίτι στο έλεος των πλιατσικολόγων και πήραμε τα βουνά· μας  ακολούθησαν δύο υπηρέτριες, η μια για να κουβαλάει το λαγήνι με το νερό και το πάπλωμα, η άλλη για  να μας προσέχει. Γρήγορα όμως μας εγκατέλειψαν, δεν άντεχαν την ταλαιπωρία, δεν είχαμε άλλωστε λεφτά να τις πληρώνουμε. Κι όσο περνούσε ο καιρός, ο Μεχμέτ Αλής έστελνε διαρκώς από την Αίγυπτο νέο στόλο με χιλιάδες στρατιώτες. Μήνες πολλούς, δεν θυμούμαι ακριβώς πόσους, ίσως και δυο χρόνια περιπλανιόμασταν στα βουνά κυνηγημένοι, διψασμένοι και πεινασμένοι ή κρυβόμασταν μαζί μ’ άλλους σ’ όποια σπηλιά βρίσκαμε στο δρόμο μας· τον χειμώνα καμιά φορά κοιμόμασταν στα χιόνια ή απαγκιάζαμε σε σπηλιές, το καλοκαίρι ξαπλώναμε στ’ αγκαθωτά ξερόχορτα· ξεγελούσαμε την πείνα μας με  κεδρόκουκα και χαρούπια σαν τον άσωτο υιό.

» Ήμουν νήπιο και κουραζόμουν, έβλεπα όμως τον αδελφό μου που άντεχε να περπατάει και αφού εκείνον, ως πιο μεγάλο, δεν τον έπαιρναν αγκαλιά, αρνιόμουν κι εγώ. Ήμασταν κι οι δυο περήφανοι,  πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να γίνομε ήρωες, όπως εκείνοι που κρατούσαν τουφέκι· δεν θέλαμε να προξενούμε προβλήματα στους μεγάλους κλαψουρίζοντας. Είχαμε κι οι δυο μυστικά αποφασίσει να περπατούμε αδιαμαρτύρητα όπως οι μεγάλοι. Τρέχαμε πάνω στα βουνά ατέλειωτες ώρες να κρυφτούμε, ενώ η μητέρα μας ψιθύριζε το Πάτερ ἡμῶν. Το είχα ακούσει τόσες φορές που το είχα μάθει και το έλεγα μαζί της. Κι όταν φοβόμουν να μείνω μόνη, εκείνη με συμβούλευε να το λέω από μέσα μου και μετά να κάνω τριάντα και σαράντα μετάνοιες λέγοντας Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον. Έκανα ό,τι μου έλεγε και καταλάγιαζε ο φόβος μου. Με έβλεπαν οι άλλοι φυγάδες και με παρακαλούσαν να λέω εγώ την προσευχή για χάρη τους, γιατί λέγανε ο Θεός ακούει τα παιδιά. Ήμουν ο μικρός παπάς τους. Μετά μας βρήκε στα βουνά ο θείος μου ο καλόγερος από το Άγιον Όρος, που τότε βρισκόταν στην Κρήτη, και με έμαθε να ψιθυρίζω κι άλλες προσευχές, για να αντέχω. Σπουδαίο το σχολείο των ταλαιπωριών, Φλωρεντία. Νομίζω πώς μου έχουν χαλυβδώσει τον χαρακτήρα να υπομένω αγόγγυστα τις δυσκολίες.

– Δεν ξέρω αν εγώ θα άντεχα τέτοια βάσανα, ζηλεύω, Ελισάβετ, που έχεις γίνει πολύ δυνατή.

– Προτιμούσα να μην τα είχα περάσει όλα αυτά κι ας μην ήμουν τόσο δυνατή. Δεν βλέπεις πόσο με έχουν γεράσει… Σύγκρινε το ωραίο και ντελικάτο πρόσωπό σου με το δικό μου, το χλομό και ρυτιδιασμένο. Τα σημάδια στο σώμα είναι εύκολα διακριτά, αλλά στην ψυχή δεν φαίνουνται, μπορούμε και τα απωθούμε.

– Κάποια στιγμή όμως αυτά τα απωθημένα θα βγουν στην επιφάνεια και τότε θα είναι χειρότερα. Βγάλε τα, Ελισάβετ, μην τα πιέζεις άλλο, θα σε πνίξουν.

– Γι’ αυτό τα λέω, αγαπητή μου, με πνίγουν ήδη… Θυμούμαι μια μέρα περπατούσαμε στα κατσάβραχα για ώρες· η μητέρα μου εξαντλημένη η ίδια γυρίζει και με ρωτάει “εσύ δεν κουράστηκες;” “Όχι, όχι”, απάντησα, κατακόκκινη από τον φόβο που έβλεπα τους Τούρκους να μας ακολουθούν κατά πόδας. Την είδα που έκλαιγε και τότε της είπα τη φράση που άκουγα συχνά από εκείνη “να έχεις εμπιστοσύνη στο Θεό και αυτός θα μας προστατέψει, μαμά”. Όταν μεγάλωσα και συζητούσαμε συχνά για εκείνες τις περιπέτειες έλεγε πόσο την είχε στηρίξει τότε η χωρίς αμφισβήτηση παιδική πίστη μου.

» Θυμούμαι μια άλλη φορά που από την κούραση δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου, αλλά ντρεπόμουν να το ομολογήσω. Βρήκα τότε έναν πλάγιο τρόπο, πονηρό θα τον χαρακτήριζα σήμερα, να σταματήσομε για λίγο το περπάτημα στα κακοτράχαλα βουνά· “μαμά, μαμά”, της παραπονέθηκα, “το πρωί ξέχασες να με χτενίσεις”· έλπιζα ότι θα σταματούσαμε, για να με κτενίσει κι έτσι θα ξεκουραζόμουν.

– Δεν υπάρχει παιδική αθωότητα, Ελισάβετ. Ακόμη και το πιο μικρό παιδί θα επιχειρήσει να ξεγελάσει για το συμφέρον του, είναι ίδιον του ανθρώπου. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί άμυνας είναι φυσικοί και δεν σχετίζονται με την ηθική, που είναι προϊόν σκληρής εσωτερικής πάλης.

– Κι εγώ ήμουν, φαίνεται, λίγο πονηρούλα, για την επιβίωση· ίσως να είμαι ακόμη, αγαπητή μου Φλωρεντία…  αλλά όσοι με άκουσαν τότε γέλασαν με την καρδιά τους και νομίζω πως τους είχε κάνει καλό εκείνο το γέλιο…

» Όμως ούτε η κούραση ούτε η πείνα ούτε δίψα μετρούσε μπροστά στον τρόμο που μας κυρίευε, όταν στον δρόμο μας βλέπαμε ετοιμοθάνατους ή και πεθαμένους, που αναγκαστικά τσαλαπατούσαμε με τα βέβηλα πόδια μας. Μια μέρα καθώς παίζαμε ο αδελφός μου κι εγώ βρήκαμε ένα ακέφαλο πρησμένο σώμα, κατάμαυρο από τον ήλιο, τεράστιο μας φάνηκε, αποκρουστικό, αηδιαστικό και φοβιστικό. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ…

– Πώς μπορείς να ξεχάσεις μια τέτοια εμπειρία, αγαπημένη μου Ελισάβετ; Στα πέντε σου χρόνια είχες ζήσει βάσανα και ταλαιπωρίες ηλικιωμένου ανθρώπου. Ντρέπομαι για τη άνετη ζωή που ζούσα εγώ στην Αγγλία. Η μητέρα μου με φρίκη θα άκουγε όσα πέρασες. Αδιανόητα θα της φαίνονται όπως και της Παρθενόπης, της αδελφής μου. Αν μου επιτρέπεις θέλω να τους τα γράψω, να δουν και την άλλη πλευρά της ζωής, την πραγματική· ίσως πάψουν πια να θέλουν να μου στρώνουν χαλιά να πατώ, μην τυχόν και ταλαιπωρηθώ…

– Μακάρι να γίνουν γνωστά στην Αγγλία και στην Ευρώπη όσα τραβούν οι υπόδουλοι Κρητικοί και οι υπόλοιποι Έλληνες και χριστιανοί των Βαλκανίων από τους βάρβαρους κατακτητές Τούρκους…

– Σου υπόσχομαι ότι θα τα λέω όπου μπορώ, Ελισάβετ.

– Μια φορά χάθηκα στα βουνά των Σφακιών για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Η καημένη η μάνα μου είχε αποθαρρυνθεί τελείως, παρά λίγο να πέσει στα χέρια των Τούρκων· τότε ο αδελφός μου της είπε: “μαμά, μαμά, δεν θα με πάρεις αγκαλιά να το σκάσομε;” Τον κουβάλησε αγκαλιά περνώντας προσεχτικά κάτω  από  τη μύτη των Τούρκων, ώσπου κάποια στιγμή με βρήκαν. Πώς με βρήκαν; Μη ρωτάς, έχει σβήσει από τη μνήμη μου.  Γλυτώσαμε τότε, αλλά δεν ξέραμε πόσα χειρότερα μας περίμεναν. Τα σκέφτομαι πολλές φορές και τρομάζω…

– Γι’ αυτό και τα θυμάσαι, Ελισάβετ, κι ας ήσουν τόσο μικρή, γιατί συνήθως σε τέτοια ηλικία πολλά γεγονότα λησμονιούνται.

– Ή μας σημαδεύουν ολοζωής, όπως εμένα εκείνο το πτώμα. Πώς να ξεχάσω το πτώμα; Καθημερινά σχεδόν άκουγα τη μητέρα μου να κουβεντιάζει με τις συμπατριώτισσές μας στους τόπους της προσφυγιάς μας όσα δεινά είχαμε ζήσει στις περιπλανήσεις μας στα σφακιανά βουνά το 1824. Κι εγώ αντί να παίζω έξω με τα άλλα παιδιά, καθόμουν μαζί τους να μαθαίνω· και πιο πολύ προτιμούσα ν’ ακούω για τα δεινά που περάσαμε, ώσπου να απαγκιάσομε ασφαλείς στη Σύρο. Από εκείνα τα χρόνια όμως  της Σύρου θυμούμαι πολύ καλά, ήμουν και πιο μεγάλη, κάτι ακόμη πιο φοβερό που ποτέ δεν θα μου φύγει από το μυαλό· είδα μπροστά μου ζωντανό ένα νεογνό πεταμένο στον δρόμο να το κατασπαράζει ένα γουρούνι…

Η Ελισάβετ άφησε  μισοτελειωμένη τη φράση της κι έσκυψε την κεφαλή της. Η Φλωρεντία είδε δάκρυα στα μάτια της και δεν θέλησε να διακόψει την ιερή στιγμή της πικρής ανάμνησής της με καμιά λέξη, μόνο την αγκάλιασε με αδελφική στοργή.

– Πριν προλάβω να ζήσω τη ζωή, με είχε εκείνη ψυχικά εξαντλήσει με τα δύσκολα και τα πικρά που με ανάγκασε να δοκιμάσω. Έχω όμως ζήσει, αγαπημένη μου Φλο, μια ζωή συμπυκνωμένη, είπε σαν για να αυτοπαρηγορηθεί.

– Μια ζωή γεμάτη, Ελισάβετ…

– Ναι, τόσο γεμάτη, που σκέφτομαι πως αν ζήσω άλλα τόσα χρόνια, θα είναι σαν να έχω ζήσει έναν αιώνα, σε τρεις διαφορετικές πόλεις, στην Ερμούπολη, την πατρίδα της παιδικής ηλικίας μου, στην Αθήνα, την πατρίδα του νου και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα μου και στα Χανιά, την πατρίδα της ζωής μου και της πληγωμένης καρδιάς μου, στην οποία, όσο είναι τουρκοπατημένη, δεν θέλω να ξαναγυρίσω ποτέ.

– Μη λες «ποτέ», Ελισάβετ, δεν ξέρεις πώς τα φέρνει ο Θεός… Ή μήπως η τύχη που εμείς προκαλούμε;

– Ποτέ, Φλωρεντία, πο-τέ! επανέλαβε τονίζοντας μια μια τις δυο συλλαβές  της λέξης και σταμάτησε ακίνητη στη μέση του δρόμου στρέφοντας το βλέμμα ψηλά στον ουρανό σαν για προσευχή κι είδε σύννεφα να μαζεύονται.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

*