Ρότες | Παναγιώτης Κονδύλης, 80 χρόνια από τη γέννησή του

Το 2023 συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, αποθησαυρίζει κείμενα είτε του ιδίου του στοχαστή είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων.

Παναγιώτης Κονδύλης, [Ιστορικού εγκώμιον]

*

Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 25 χρόνια από την 11η Ιουλίου 1998, την ημέρα του θανάτου του Παναγιώτη Κονδύλη. Το άρθρο αυτό είναι το τελευταίο ελληνικό κείμενό του που είδε το φως της δημοσιότητας όσο εκείνος ήταν ακόμη εν ζωή. Δημοσιεύθηκε στό Βήμα της 19ης Απριλίου 1998 στο αφιέρωμα της εφημερίδας στον ιστορικό Φίλιππο Ηλιού υπό τον γενικό επίτιτλο «Το ελληνικό βιβλίο τον 19ο αιώνα». Στο μέτρο που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας έβλεπε το έργο και την αποστολή του ιστορικού, το εγκώμιό του αυτό προς τον επιφανή συνάδελφο είναι συνάμα και ένα κείμενο βαθύτατα προσωπικό, όπου ο εγκωμιαστής μιλώντας για τα επιτεύγματα του εγκωμιαζόμενου εκθέτει συνάμα και την εντελώς προσωπική ερευνητική του και ηθική του αυτοκατανόηση. Αξιοσημείωτες, δυστυχώς και άκρως επίκαιρες, είναι τέλος οι δυσοίωνες διαπιστώσεις του Κονδύλη για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής εθνικής παιδείας και γενικά του ελληνικού έθνους. – ΚΚ

~.~

Παρατηρώντας τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες αισθάνεται κανείς συχνά την ανάγκη να αναφωνήσει, μαζί με τον Γιουβενάλη: Είναι δύσκολο να μη γράψεις σάτιρα. Ακριβώς γι’ αυτό η χαρά γίνεται διπλή και πολλαπλή όταν μια εξαιρετική επίδοση σε υποχρεώνει να ξεχάσεις τη σάτιρα και να ανασύρεις από τη μακρά αχρησία τις εμφατικότερες λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου για να συνθέσεις ένα εγκώμιο. Η εξαιρετική αυτή επίδοση οφείλεται στην ανεξάντλητη πολυμάθεια, στον άψογο ερευνητικό εξοπλισμό αλλά και στην πολύχρονη προσωπική αυταπάρνηση του Φίλιππου Ηλιού (όσοι του παραστάθηκαν αναφέρονται από τον ίδιον· όσοι δεν του παραστάθηκαν, μολονότι είχαν την οικονομική, τη θεσμική ή την πολιτική δυνατότητα να το κάμουν, θα πρέπει να ντρέπονται). Τιτλοφορείται «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» και ο πρώτος τόμος της, που περιλαμβάνει όσα βιβλία και φυλλάδια κυκλοφόρησαν από το 1801 ως το 1818, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1997. Ήδη η επιβλητική εμφάνιση και η τυπογραφική τελειότητα του τόμου αυτού, η οποία δεν τέρπει απλώς τον καλαίσθητο αλλά και ικανοποιεί την απαίτηση του ειδικού για όλο και λεπτότερους εμπράγματους διαφορισμούς, δείχνουν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα εγχείρημα σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποτελέσει ένα κτήμα εσαεί, ένα ορόσημο στην ιστορία των εθνικών μας γραμμάτων. Ίσως τέτοιες αξιώσεις να προκαλούσαν δυσπιστία αν προβάλλονταν από κάποιον άλλον. Αλλά όταν τις προβάλλει ο Φίλιππος Ηλιού, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά.

Στο τωρινό μνημειώδες έργο του εκβάλλει ένας μόχθος πολλών δεκαετιών, όχι ο μόχθος του στεγνού φιλολόγου, αλλά εκείνος του ιστορικού, ο οποίος αγκαλιάζει με την πλατιά εποπτεία του μιαν εποχή διαστρωματωμένη κατά τις ποικίλες εμφανίσεις της, όντας έτσι σε θέση να χρησιμοποιήσει για τους συνθετικούς σκοπούς του τα εργαλεία και τα πορίσματα κλάδων συγγενών αλλά στενότερων. Σχετικά λίγοι, ακόμη και μεταξύ των παροικούντων τη Σιών της ελληνικής ιστορικής επιστήμης, έχουν πλήρη εικόνα της συνολικής προσφοράς του Φιλίππου Ηλιού όχι μόνο στην έρευνα του νεοελληνικού 18ου-19ου αι. αλλά και σε μια σειρά γενικότερα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας. Γιατί η προσφορά αυτή έχει κατακερματισθεί σε ένα πλήθος δημοσιευμάτων σκορπισμένων σε ισάριθμα σχεδόν έντυπα, χωρίς ποτέ να συγκεντρωθεί σε μερικούς τόμους, ταξινομημένη κατά θέματα. Τούτος ο καταμερισμός δεν ήταν μοιραίο αποτέλεσμα της έλλειψης μιας μακράς συνθετικής πνοής. Αντίθετα, προέκυπτε από μιαν αυστηρή επιστημονική συνείδηση η οποία επέτασσε να αποτελεί το κάθε δημοσίευμα μια νέα συμβολή στις γνώσεις μας, όχι αναμάσημα πραγμάτων ήδη ειπωμένων ούτε συρραφή τέτοιων αναμασημάτων υπό την μορφή ψευδοσυνθέσεων. Αφήνοντάς τα αυτά να τα κάμουν άλλοι, ο Φίλιππος Ηλιού έφερε στο φως άγνωστα υλικά και λανθάνουσες συνυφάνσεις προσώπων και πραγμάτων, διευκρίνισε πτυχές και έσυρε κρίσιμες γραμμές ­ από τα συχωροχάρτια στην εποχή της Τουρκοκρατίας ίσαμε τον κοραϊσμό και τις ιδεολογικές χρήσεις του και από εκεί πάλι ίσαμε τα καθέκαστα της ελληνικής μαρξιστικής κοινωνιολογίας στον αιώνα μας. (περισσότερα…)

Ράινχαρτ Κοσέλλεκ, Παναγιώτης Κονδύλης

*

Η ομιλία αυτή του Reinhart Koselleck (1923-2005), ομότιμου καθηγητή της θεωρίας της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπήλεφελντ και κορυφαίου εκπρόσωπου της μεταπολεμικής γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, εκφωνήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2000 στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών. Ο Κονδύλης υπήρξε μαθητής του Κοσέλλεκ την δεκαετία του 1970 και συνεργάστηκε μαζί του στο πολύτομο συλλογικό έργο: Geschichtliche Grundbegriffe. Historisches Lexicon zur politisch-sozialen Sprache in Deutschland.

~ . ~

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ για την πρόσκληση και τα φιλικά λόγια με τα οποία προλογίσατε αυτή την εκδήλωση, που η αφορμή της είναι δυστυχώς θλιβερή. Αν γνώριζα τόσο καλά ελληνικά, όσο ο Κονδύλης γερμανικά, θα μου ήταν πολύ ευκολότερο να μιλήσω εδώ απόψε. Γιατί ο αναγνωρισμός του άλλου περνά φυσικά και από τη γλωσσομάθεια, και οφείλω να ομολογήσω ότι η σχολική μου εκπαίδευση, μολονότι περιελάμβανε τα αρχαία ελληνικά, δεν φρόντισε να με εξοικειώσει και με τα νέα. Πρέπει λοιπόν να ομολογήσω ότι αγνοώ τη γλώσσα σας και να ζητήσω συγγνώμη που σας μιλώ στα γερμανικά, ελπίζοντας ότι η μετάφραση θα είναι κατανοητή. Αν όχι, παρακαλώ να με διακόψετε, γιατί δεν θα ‘θελα να μιλώ στον βρόντο.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης έζησε πενήντα πέντε χρόνια, από το 1943 ώς το 1998. Μια ζωή έντονη, αρκούντως μακρά για να δωρίσει σε όλους εμάς ένα έργο ικανό να μας τρέφει πνευματικά για πολύ, είτε η στάση μας είναι κριτική είτε επιδοκιμαστική απέναντί του, και ασφαλώς πρόσφορο για να παρακινεί και να γονιμοποιεί τη σκέψη μας. Αλλά η ζωή αυτή υπήρξε επίσης πολύ σύντομη αφού δεν στάθηκε αρκετή για να ολοκληρώσει ο Κονδύλης το έργο του. Η τρίτομη Κοινωνική Οντολογία που σχεδίαζε διακόπηκε μετά τον πρώτο τόμο, γεγονός που προκάλεσε σε όλους μας βαθύτατη λύπη. Χάσαμε έναν άνθρωπο που για πολλούς υπήρξε φίλος και αναντικατάστατος. Και επιπλέον μαζί του απωλέσαμε έναν ερευνητή στην ακμή της δημιουργικής του εργασίας, τα πορίσματα της οποίας, ημιτελή όπως έμειναν, όσο και να ωθούν την σκέψη μας, δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναγνώσουμε την τελική τους διαμόρφωση. Έτσι δεν μου μένει παρά να ιχνογραφήσω το περίγραμμα ενός τεράστιου έργου, δίχως όμως την αξίωση να αποπερατώσω τον ημιτελή του κορμό.

Ποιος ξέρει ποιες κριτικές επισημάνσεις ή ποιες σαρκαστικές παρατηρήσεις θα αφιέρωνε ο Κονδύλης στο ιχνογράφημα αυτό, αν ήταν σε θέση να το πράξει. Τον βλέπω ακόμη εμπρός μου, με εκείνο το ηδονιστικό του χιούμορ, το θρεμμένο από τον χαρούμενο αυθορμητισμό, στοιχείο του Διαφωτισμού που τόσο εύρισκε της αρεσκείας του. Δεν μπορώ πια να μετρήσω τις φορές που συναντηθήκαμε στην παλιά πόλη της Χαϊδελβέργης, όμως θυμάμαι ακόμα πώς ήταν. Βρισκόμασταν με φίλες και φίλους σε οινοπωλεία ή καφενεία, δοκιμάζοντας πικάντικα εδέσματα ή εύθυμο κρασί, προκειμένου να ταιριάξουμε μετά το πέρας της καθημερινής δουλειάς τα ερωτήματα της καθημερινότητας μ’ εκείνα του κόσμου και της πολιτικής του. Οι κρίσεις του Κονδύλη ξεχώριζαν για την νηφαλιότητα και την αφυπνιστική τους επενέργεια, για τη διαύγεια των επιχειρημάτων και την τεκμηρίωσή τους, για την αδέκαστη στάση του υποστηρικτή τους που δεν δίσταζε να παίρνει ανοιχτά θέση δίχως να επηρεάζεται από τα σκαμπανεβάσματα της επικαιρότητας ή τις υπερβολές του συρμού. Έτσι οι ομοτράπεζοί του γίνονταν κοινωνοί της οξυδέρκειας και της διάνοιάς του, πράγματα που άλλωστε ανήκαν στον κοσμοπολίτικο τρόπο ζωής εξίσου με το φαγητό και το ποτό. Όμως καθένας από μας γνώριζε τι αυστηρή εργασιακή πειθαρχία είχε επιβάλλει ανέκαθεν στον εαυτό του ο Κονδύλης – μόνο που αυτή η πνευματική δραστηριότητά του τρεφόταν από τη χαρά της ζωής και των αισθήσεων. Σηκωνόταν πάντα νωρίς το πρωί για να φτιάξει στον καθαρό αέρα το ημερήσιο πρόγραμμα που με δική του πρωτοβουλία υπαγόρευε στον εαυτό του. Και πάντοτε έγραφε με το χέρι, δίχως γραφομηχανή ή υπολογιστή, γεμίζοντας σημείωμα το σημείωμα ή φύλο το φύλλο μ’ εκείνον τον τόσο ξεχωριστό γραφικό χαρακτήρα που όλοι αναγνωρίζαμε αμέσως μόλις παίρναμε στα χέρια μας τα κείμενά του. Η γραφή ήταν κατά κάποιον τρόπο γι’ αυτόν μια σωματική πράξη. Συγχωρήστε μου αυτές τις προσωπικές αναμνήσεις που μοιάζει να μην έχουν σχέση με τα ειωθότα της επιστημονικής επιχειρηματολογίας. Αλλά θα ήθελα να δείξω τούτο τουλάχιστον, ότι ο Κονδύλης δεν συνήγαγε ή παρήγαγε την βασική ανθρωπολογική του θέση ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα αξεχώριστο μόρφωμα βιολογικών, ψυχολογικών και διανοητικών εξαρτήσεων απλώς και μόνο διά της θεωρίας, αλλά ότι σ’ αυτήν συνοψίζονται οι εντελώς προσωπικές του εμπειρίες. Η γνωσιοκοινωνιολογικά ερεθιστική θέση του ότι οι ταυτότητες μπορούν και μεταβάλλονται ή ότι είναι δυνατόν να αντικατασταθούν βαθμηδόν, ενώ αντίθετα η πραγματική ύπαρξη ενός ανθρώπου διατηρείται, αυτή η βιωματική και εμπειρική θέση του εδράζεται σε ένα εντελώς προσωπικό επίτευγμα, στο γεγονός δηλαδή ότι ο ίδιος ούτε εγκατέλειψε ούτε μετέβαλλε πόσο μάλλον πρόδωσε ποτέ τη ύπαρξή του. Η ύπαρξή του, μιλώντας προσωπικά, στη βιολογική, ψυχολογική και πνευματική της πλέξη, ήταν πάντοτε συνειδητή, συνέπιπτε και ταυτιζόταν πάντοτε με τον εαυτό της. Τις εξωτερικές παραποιήσεις, πιέσεις ή αλλαγές ταυτότητας, όπως έχουν γίνει περίπου μόνιμο φαινόμενο στη γερμανική ιστορία, ο Κονδύλης κατόρθωσε πάντοτε να τις κρατήσει μακριά του. Η ύπαρξή του, αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι, δεν απείχε πολύ από την υπαρξιακή φιλοσοφία της δεκαετίας του ’50. Παρέμεινε, πολύ προτού εκείνος αρχίσει να διαμορφώνει την επιστημονική του προσωπικότητα, στον περίγυρο του Heidegger, του Plessner, του Jaspers ή του Sartre: η ύπαρξη αυτή ήταν πάντοτε σε αρμονία με τον εαυτό της. Η βιοπορία του, μ’ όλους τους βιολογικούς και σωματικούς παράγοντες που την καθόριζαν, ήταν κοινωνικά δραστική και ψυχικά ισορροπημένη, προ πάντων όμως υπέκειτο στον διαρκή έλεγχο του πνεύματος και της διάνοιάς του· αυτή η βιοπορία στάθηκε το εντελώς προσωπικό του έργο που άνοιξε το δρόμο στην ιστορική και κοινωνικοφιλοσοφική κοσμοθεωρία του. Υπάρχουν ασφαλώς λίγοι στοχαστές του λεγόμενου παρελθόντος αιώνα μας που απέκρουσαν όλες τις ιδεολογικές αξιώσεις και προκλήσεις του συρμού και της πρόσκαιρης επικαιρότητας με τόση συνέπεια όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης. Η προσωπική του ύπαρξη ήταν ή ίδια του η ταυτότητα, για να χρησιμοποιήσω δυο όρους που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τη μοναδικότητά του. (περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Στοχασμοί (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)

*

Γιατί δεν ενδείκνυται να χάνουμε την ψυχραιμία μας; Γιατί τότε είμαστε ειλικρινείς.

Υπάρχει κάτι ακόμα θλιβερότερο από το ναυάγιο των ιδεωδών σου: η πραγμάτωσή τους.

Πηγή όλων των αμαρτημάτων είναι το αίσθημα της μειονεξίας – το ονομαζόμενο και φιλοδοξία.

Η θρησκεία συνίσταται στην πίστη πως ό,τι συμβαίνει είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα εξαφανιστεί ποτέ.

Δεν αρκούν οι συμφορές για να γίνει ο βλάκας έξυπνος.

Πρώτα υπηρετούσε η εξουσία τις ιδεολογίες, τώρα οι ιδεολογίες υπηρετούν τη εξουσία.

Ο επαγγελματισμός στην έκφραση ενθουσιασμού είναι η εμετικότερη ανειλικρίνεια.

Δεν είμαι φιλόδοξος: είμαι περήφανος. Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλάβεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτε.

Μπορεί με αγάπη μπορεί και με μίσος, αλλά έτσι κι αλλιώς με τη βία.

Κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιο ανθρώπινο ναυάγιο και προσπαθεί να το σώσει. Κάποτε, επιτυγχάνει. Και κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άνδρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό, το πετυχαίνει πάντοτε.

Τί νόημα έχει να ζεις με τους άλλους όταν στα πράγματα που αληθινά είναι σημαντικά για τον καθένα ο καθένας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τον άλλον;

Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλαβαίνεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτα.

Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρότητα της μοίρας, αφού έτσι κι αλλιώς αποκτάς ό,τι επιθυμήσεις με επαρκή ένταση. Το πρόβλημα είναι μάλλον πως δεν μας αρέσει ό,τι αποκτήσαμε. Και τότε δεν πρέπει να τα βάζουμε ποτέ με τη μοίρα παρά με τις επιδιώξεις μας.

Ή χωροφύλακες ή εγκληματίες.

Δίκιο έχουν οι ηλίθιοι, οι παλαβοί, οι ξεροκέφαλοι, οι βίαιοι, οι πάντες – εκτός από τους λογικούς ανθρώπους. Τί άλλο γίνεται μέσα στην ιστορία πέρα από το να εφευρίσκει ο καθένας λογικές εξηγήσεις για τις παλαβομάρες του; Κι αυτό πάλι σημαίνει ότι έρχονται καινούργιοι παλαβοί στο προσκήνιο που τα κάνουν όλα άνω κατω.

Πρέπει να είμαστε παλαβοί, όχι ονειροπόλοι. Να βρισκόμαστε εντεύθεν του κανόνα, όχι εκείθεν.

Ένας παλαβός μπορεί να ξανάρθει στα σύγκαλά του, όμως ο ονειροπόλος δεν έχει άλλη λύση παρά ν’ απογειωθεί. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Ένας κλασσικός

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

I.

Απ’ τους καιρούς του Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν τουλάχιστον, τα χαρακτηριστικά του κλασσικού μοιάζει να έχουν μια για πάντα δοθεί. Στάση ενατενιστική, λόγος διαυγής και απροσωπόληπτος, σαφής διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού, νηφαλιότητα, και μια διάθεση που ρέπει προς το λογικό μάλλον παρά προς το θυμικό των πραγμάτων. Αυτή τη στάση κι αυτή τη διάθεση, που ανατρέχει απ’ ευθείας στην ελληνορρωμαϊκή αρχαιότητα και εμπνέεται από εκείνην, ο Παναγιώτης Κονδύλης την ενστερνίστηκε από νωρίς. Σ’ ένα από τα τελευταία του κείμενα αναγνώρισε expressis verbis την οφειλή:

Θεωρώ την εντρύφησή μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. (…) Γλώσσες [όπως οι κλασσικές], όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα -γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο- νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού. Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, 1998, σ. 64-65)

Ωστόσο εκτός απ’ αυτήν την κλασσικότητα του έργου, την «ευγενή απλότητα και το γαληνό μεγαλείο» της, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή του κλασσικού, η οποία θυμίζει περισσότερο την περίπτωση ενός Γκαίτε παρά εκείνην ενός Σοφοκλή: η κλασσικότητα του βίου ως συνειδητή επιλογή και υπαρξιακή απόφαση. Όπως εύστοχα ειπώθηκε, κάθε ζωή βιωμένη σύμφωνα μ’ ένα συνεκτικό, περιεκτικό και αδρό περίγραμμα είναι ζωή κλασσική. Τέτοιες βιογραφίες μοιάζουν κάπως με τους ήρωες των Bildungsromane: τείνουν προς ένα τέλος, προς έναν σκοπό. Και μ’ αυτήν επίσης την έννοια οι προτιμήσεις του Κονδύλη στάθηκαν κλασσικές. Ιδωμένη εκ των υστέρων η πνευματική του εξέλιξη μοιάζει με τα κύματα που προκάλεσε στο νερό το ρίξιμο μιας πέτρας: αλλεπάλληλοι, όλο και ευρύτεροι κύκλοι γύρω από ένα νοητό και απόλυτο κέντρο. Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να κλονίσει αυτή την εξωτερικά τόσο γεωμετρημένη vita contemplativa. Με μιαν αυστηρότητα που φτάνει στα όρια του ασκητισμού και μια μεθοδικότητα που φαντάζει ενίοτε σαν εμμονή, οι κύκλοι πληθαίνουν και πλαταίνουν ολοένα, όμως το κέντρο παραμένει απαρασάλευτο. Συνθέσεις που για ανθρώπους λιγότερο φιλόδοξους θα αποτελούσαν καύχημα ζωής, για τον Κονδύλη δεν ήταν παρά σταθμοί προς τον απώτερο στόχο. Και από τούτη τη βιοπορία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να τον εκτρέψει. Ούτε η αλλαγή γλώσσας και περιβάλλοντος, ούτε η απορριπτική στάση των ακαδημαϊκών θεσμών απέναντί του, ούτε η κατάδηλη ασυμμετρία των θεμάτων και των ενδιαφερόντων του προς τα κρατούντα της εποχής. (περισσότερα…)

Η αδήριτη μεταφυσική ανάγκη και οι μεταμορφώσεις της

Το 2023 συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, αποθησαυρίζει κείμενα είτε του ιδίου του στοχαστή είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων.

~.~

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Υπάρχει κάτι το παράδοξο στην επικράτεια της Δανιμαρκίας την οποία οι φιλοσοφούντες ονομάζουν μεταφυσική. Καταρχάς, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση, η μεταφυσική είναι οι άλλοι· η έννοια της μεταφυσικής  κατά τους Νέους Χρόνους συνδυάστηκε με τις πιο αρνητικές συνδηλώσεις. Παράλληλα όμως, η μεταφυσική κατόρθωσε, μέσα από ποικίλες οβιδιακές μεταμορφώσεις, να επιβιώνει και πλέον εισέρχεται πλησίστια στον 21ο  αιώνα.

Το φαινομενικό αυτό παράδοξο εξηγεί και αναλύει με θαυμαστή ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του Η Κριτική της Μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, το οποίο  επανεκδίδεται σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση,  σε ολοκληρωμένη πλέον μορφή, συμπεριλαμβάνοντας, στον δεύτερο τόμο, τις εξελίξεις κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, σε εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Παπανικολάου.

Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «μεταφυσική»; Η απουσία ενός γενικά δεσμευτικού ορισμού δεν σημαίνει, κατά τον Κονδύλη, ότι αδυνατούμε να περιγράψουμε τα γενικά της γνωρίσματα. Η μεταφυσική στηρίζεται στην διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές― σε ένα υπερεμπειρικό Εκείθεν, που θεωρείται ως η «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και συνάμα ως πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών, και στο εμπειρικό Εντεύθεν. Έργο της μεταφυσικής  είναι η έλλογη σύλληψη του όντος, εμφανιζόμενη έτσι και ως έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμίας του Λόγου.

Η κριτική της μεταφυσικής κινήθηκε, κατ’ αναλογία, σε δυο επίπεδα. Στην πρώτη, χρονολογικά, και πιο ήπια μορφή της, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς  διατηρείται , αλλά είτε αμφισβητείται η δυνατότητα έλλογης σύλληψης του Υπερβατικού, οδηγώντας σε κάποια μορφή αγνωστικισμού, δηλαδή σε κάποια θεωρία που επικαλείται την περατότητα των γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπου και, συνεπώς, τη μη γνωσιμότητα του «αληθινού» Όντος, είτε η μεταφυσική ερμηνεύεται ως λανθασμένη χρήση της γλώσσας που υποστασιοποιεί αφηρημένες έννοιες. Στη δεύτερη φάση της κριτικής, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς καταρρέει. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο ερώτημα τι οδήγησε τον άνθρωπο σε μια τόσο παράλογη και αντίθετη προς την εμπειρία πεποίθηση. Και πάλι διακρίνονται δυο τάσεις. Πρώτον, η ιστορική-κοινωνιολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως ιδεολογία, με καρπό της την  «ψευδή συνείδηση», και αποστολή της  τη διατήρηση της εξουσίας των ισχυρών επί των αδυνάτων. Και δεύτερον, η ανθρωπολογική που βλέπει τη μεταφυσική ως έκφραση μιας ανεκρίζωτης ανθρωπολογικής σταθεράς που υπηρετεί την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα και προσανατολισμό μέσα στον κόσμο.

Στην εποχή της επιφανειακής και από δεύτερο χέρι γνώσης που διάγουμε, μια ευρεία σύνθεση που χαρακτηρίζεται από γνώση των πηγών στην πρωτότυπη γλώσσα εκπλήσσει ευφρόσυνα. Ο Κονδύλης ξεκινά από την συμβολή των σχολαστικών, των νομιναλιστών και των ανθρωπιστών του όψιμου Μεσαίωνα  για να φτάσει μέχρι την αναλυτική φιλοσοφία και τον υπαρξισμό του 20ού αιώνα.     (περισσότερα…)

Paul Gottfried, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Παναγιώτης Κονδύλης ίσως είναι, εν αγνοία του, ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντηρητικούς διανοητές της εποχής μας. Η περιγραφή του Κονδύλη ως συντηρητικού ίσως μπερδέψει τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Το πεντακοσίων σελίδων έργο του Συντηρητισμός (1986) εξετάζει «το ιστορικό περιεχόμενο και την παρακμή» της έννοιας αυτής. Για τον Κονδύλη, ο συντηρητισμός είχε ήδη πτωτική πορεία τον τελευταίο αιώνα ως μείζων πολιτική δύναμη. Ήταν το ιδανικό μιας ουσιαστικά μεσαιωνικής ιεραρχίας κοινωνίας υπερασπιζόμενο από γαιοκτήμονες αριστοκράτες και τους διανοούμενους ακολούθους τους. Αυτό το οποίο οι Αμερικάνοι παρουσιάζουν συνήθως ως συντηρητικές αξίες, εξηγεί ο Κονδύλης, ανήκει σε έναν «αστικό κόσμο σκέψης». Πράγματι, οι ιστορικές κατασκευές των Αμερικανών παραδοσιοκρατών ήταν κατά κύριο λόγο προσπάθειες «εξύψωσης μιας παλαιότερης κληρονομιάς αντιλήψεων και ενός προ πολλού νεκρού τρόπου ζωής ενάντια στις νέες εξελίξεις στην κατεύθυνση της καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας».[i] Ο Κονδύλης αναφέρεται στον Ράσσελ Κερκ και τους Νότιους Αγροτιστές ως παραδείγματα αυτής της τάσης να ανακληθεί ένα οργανικά ιδεατό παρελθόν σε μια κοινωνία η οποία ήταν πάντα πιο κοντά στη μαζική δημοκρατία απ’ ό,τι στην Ευρωπαϊκή παράδοση. Ο Κονδύλης τοποθετεί τον εαυτό του στον μαρξισμό, όπως ευρέως γίνεται κατανοητό. Σε μια πρόσφατη εργασία Ο Μαρξισμός, ο Κομμουνισμός, και η Ιστορία του Εικοστού Αιώνα, ο Κονδύλης παραθέτει αυτή την αποκαλυπτική άποψη: «Η πλανητική κοινωνική απόπειρα του κομμουνισμού απέτυχε όχι λόγω ηθικής ή οικονομικής κατωτερότητας αλλά επειδή η εθνική δύναμη της Ρωσίας αντιμετώπισε την ισχυρότερη εθνική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών». Παρακάτω: «Ποτέ άλλοτε δεν έχει η μαρξιστική οπτική της ιστορίας υπάρξει τόσο αληθής και επίκαιρη όσο είναι τώρα στην αρχική φάση μιας πλανητικής ιστορίας», ιδιαίτερα στον καθορισμό των κοινωνικών σχέσεων και των “ιδεολογικών” μορφών που αυτές παίρνουν.[ii] Στη γερμανόφωνη αλληλογραφία μου μαζί του, ο Κονδύλης υποστηρίζει πως, αντίθετα με εμένα, «Βρίσκεται πιο κοντά στον Μαρξ απ’ ότι στον (Γερμανό νομικό διανοητή) Καρλ Σμιτ».[iii] Η λεπτομερής ανάλυσή του των κοινωνικών τάξεων και της ιδεολογικής συνείδησης όπως αντανακλώνται στον πολιτισμό πηγάζουν απ’ τον Μαρξ και τον μαρξιστή ερμηνευτή της διανοητικής ιστορίας του 20ού αιώνα, Γκέοργκ Λούκατς. Ο Κονδύλης υπογραμμίζει αυτές τις συνδέσεις όποτε μπορεί. Η ξεκάθαρη δυσαρέσκεια του για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την τωρινή τους αφοσίωση στα “ανθρώπινα δικαιώματα” ίσως προσβάλλει κάποιους Αμερικανούς πατριώτες. Υποβιβάζει την αμερικανική πίστη στη δημοκρατία και στα οικουμενικά δικαιώματα σε ένα όργανο εθνικής ισχύος. Σε ένα καυστικό κείμενο για το Frankfurter Rundschau (18 Αυγούστου 1996), «Ανθρώπινα Δικαιώματα: Εννοιολογική Σύγχυση και Πολιτική Εκμετάλλευση», σημειώνει πως οι ΗΠΑ μιλούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο των διεθνών ζητημάτων, όχι για να αντικαταστήσουν τους δικούς τους εθνικούς νόμους, και πως διατηρούν το διαχωρισμό μεταξύ πολιτών και μη πολιτών: «Κανένα κράτος δε μπορεί να δώσει σε όλη την ανθρωπότητα τα ίδια δικαιώματα —π.χ. δικαιώματα εγκατάστασης και ψήφου— χωρίς να πάψει να υπάρχει». Για την Αμερικάνικη κυβέρνηση, «τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα πολιτικό εργαλείο στα πλαίσια ενός πλανητικού υποβάθρου του οποίου η πυκνότητα απαιτεί τη χρήση οικουμενικών ιδεολογιών· σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, τα ισχυρά έθνη εξακολουθούν να καθορίζουν την ερμηνεία των ίδιων αυτών κατασκευασμάτων».[iv] Στον Κονδύλη δεν αρέσουν οι Αμερικανοί όχι μόνο για αυτό θεωρεί πολιτική υποκρισία αλλά και για την καταναλωτική τους νοοτροπία. Έχει αρθρογραφήσει κατά του αμερικανικού ηδονισμού, που θεωρεί πως πλέον μολύνει τους Ευρωπαίους. (περισσότερα…)

Ένας Έλληνας στη Γερμανία: Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Περνούσε τα πρωινά στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης κρατώντας σημειώσεις σε αναρίθμητα δελτία. Τις νύχτες κοιμόταν στη σοφίτα του φίλου του, Χέννινγκ, αρχιτέκτονα παντρεμένου με Ελληνίδα. Ανάμεσα στη δουλειά και την ανάπαυση καθόταν στο οινοπωλείο «Florian» για να πιει και να συζητήσει με τους φίλους: δικηγόρους, εκδότες, δημοσιογράφους, όχι όμως φιλοσόφους. Με τα χρόνια τα δελτία γίνονταν βιβλία και οι συναναστροφές στέρεες φιλίες. Συνδύαζε τους τρόπους ενός ευπατρίδη με την ανεμελιά ενός μποέμ, την επιβαλλόμενη από τις όποιες περιστάσεις φιλοφροσύνη με μια διαπεραστική δηκτικότητα. Θυμάμαι πόσο άβολη του φαινόταν η γραβάτα που είχε αγοράσει ειδικά για την τελετή απονομής του Μεταλλίου Γκαίτε στη Φραγκφούρτη το 1991. Απείχε συνειδητά των πανεπιστημιακών κυάμων, έστω και αν υπήρξε διαπρεπής ιστορικός των ιδεών στον γερμανόφωνο χώρο. Ο Παναγιώτης Κονδύλης προτιμούσε να συρρικνώνει την ανθρώπινη και επιστημονική παρουσία του σε μία μόνο λιτή βιογραφική αναφορά: «Συγγραφέας. Ζει στη Χαϊδελβέργη και στην Αθήνα». Και όταν του ζήτησαν μια φωτογραφία για τα Πεπραγμένα του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στο Βερολίνο, του οποίου υπήρξε εταίρος τη χρονιά 1995-96, τους έστειλε τη σημείωση: «Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια σχέση έχει η εξωτερική εμφάνιση ενός ερευνητή με το αποτέλεσμα των ερευνών του». Ο αιφνίδιος θάνατός του άφησε το τελευταίο έργο του ανολοκλήρωτο και τους φίλους αποσβολωμένους. Ο πρώτος τόμος της ατελούς κοινωνικής οντολογίας του, ένα χειρόγραφο χιλίων σελίδων, έφτασε στον Γερμανό εκδότη του χωρίς τη συνοδεία του συγγραφέα.

Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όταν ο διάσημος εγελιανός Ντήτερ Χένριχ, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, παρελάμβανε ταχυδρομικά ένα εκτενές κείμενο για τη γένεση της διαλεκτικής με την υπογραφή Παναγιώτης Κονδύλης. Ούτε του περνούσε από το μυαλό ότι ένας Έλληνας θα ήταν σε θέση να διαφωτίσει τις σκολιές οδούς του γερμανικού ιδεαλισμού. Πήρε παρ’ όλα αυτά το χειρόγραφο μαζί του στις διακοπές του στην Ελλάδα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες έμεινε έκθαμβος με την ουσιαστική γνώση του φιλοσοφικού αντικειμένου, την άριστη χρήση της γερμανικής και τη συνδυαστική ικανότητα του νεαρού επιστήμονα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης σπούδασε τελικά στη Χαϊδελβέργη και το χειρόγραφο εκείνο εξελίχθηκε στη διδακτορική διατριβή του, που εκδόθηκε λίγο αργότερα με τον τίτλο Η γένεση της διαλεκτικής. Ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης των Χαίλντερλιν, Σέλλινγκ και Χέγκελ ώς το 1802. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος»

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

Παναγιώτης Κονδύλης

Ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος»
και οι γερμανικές προοπτικές

Το ζήτημα των μελλοντικών γερμανικών προοπτικών δεν μπορεί να συζητηθεί ανεξάρτητα από το ζήτημα του λεγόμενου «ξεχωριστού δρόμου» των Γερμανών κατά το παρελθόν. Άλλωστε, οφείλουμε να αποδεχθούμε μια κάποια συνάφεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος άσχετα από το πώς ερμηνεύουμε τον όρο «ξεχωριστός δρόμος», έστω δηλαδή κι αν δηλώνουμε με αυτόν απλώς και μόνο εκείνη την ιστορική πορεία που ακολούθησαν άπαξ και υπό το κράτος της ανάγκης οι Γερμανοί και η οποία τους οδήγησε στις σημερινές συνθήκες θέτοντας συγχρόνως το πλαίσιο της μελλοντικής τους δράσης.

Καθώς σήμερα η έννοια του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» χρησιμοποιείται κυρίως αρνητικά, το ζήτημα της συνάφειας μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος δεν τίθεται μόνο με ιστορική αλλά και με πολιτική πρόθεση. Έχουμε επομένως να κάνουμε εδώ με μια εργαλειοποίηση της αντίληψης εκείνης που παρουσιάζει τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» ως αδιέξοδο και παραπλανητικό, εργαλειοποίηση που υποκινείται από όσους επιδιώκουν να στρέψουν τις γερμανικές προοπτικές προς συγκεκριμένη, κανονιστικά καθορισμένη κατεύθυνση. Έτσι οι προοπτικές αυτές επηρεάζονται πράγματι από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» – όχι όμως από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» με την αντικειμενική ιστορική έννοια που εξηγήσαμε παραπάνω, αλλά από τη θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» που αποτελεί πολιτικό όπλο. Άλλωστε δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» θα μπορούσε να έχει διαφορετική επίδραση. Γιατί, όπως δείχνει η αναδρομή στην ιστορία του όρου, όλες οι εκδοχές της είχαν εξαρχής πολεμικά κίνητρα και γίνονταν αντίστοιχα αντιληπτές. Όμως ως καθαρή πολεμική η θεωρία αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον αν μέσω της επιστημολογικής και ιστορικής κριτικής αποκτήσουμε επίγνωση του γεγονότος ότι οι θεμελιώδεις παραδοχές της είναι αβάσιμες.

Προτού επιχειρήσουμε αυτή την κριτική στα στενά περιθώρια που έχουμε εδώ στη διάθεσή μας, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η θέση περί γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» δεν είχε πάντοτε τη σημερινή αρνητική χροιά και ότι η θετική εκδοχή της, όπως και η αρνητική, είχε τις καταβολές της τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό. Η θετική εκδοχή υπήρξε η αρχική και μπορούμε να την ανιχνεύσουμε ήδη στις αποφάνσεις εξεχόντων Γερμανών στοχαστών του 18ου αιώνα, με τις οποίες ζητούσαν να περιγράψουν την ειδοποιό διαφορά του γερμανικού πνεύματος έναντι της «Δύσης» και να συνεισφέρουν έτσι στη διάπλαση της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Μπορούμε να καταρτίσουμε έναν μακρύ κατάλογο ονομαστών συγγραφέων που εγκωμιάζουν σε υψηλότατους τόνους την εν μέρει φιλοσοφική και μεταφυσική, εν μέρει αισθητική και παιδευτική υπεροχή των προϊόντων της γερμανικής σκέψης απέναντι στον «ρηχό» δυτικό Διαφωτισμό. Οι φρικαλεότητες της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση ερμηνεύθηκαν συχνά ως αναγκαίο επακόλουθο του Διαφωτισμού αυτού του είδους και φάνηκε να επιβεβαιώνουν την αυτάρεσκη αντίληψη ότι η υψηλότερου επιπέδου παιδεία τους προστάτευσε τους Γερμανούς από τέτοιες απάνθρωπες πράξεις. Όσοι Γερμανοί μετά το 1750 περίπου εξέφρασαν τέτοιες απόψεις για τη «Δύση», και προ πάντων για τους Γάλλους γείτονες, ήταν συνήθως λόγιοι με φιλελεύθερο και ουμανιστικό φρόνημα, που όμως εμπρός στην τότε συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση του γερμανικού έθνους δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μια εθνική ταυτότητα παρά μόνο στο πολιτισμικό πεδίο και με τη σχηματική περιχαράκωση έναντι ενός γείτονα, του οποίου η ακτινοβολία και ο πλούτος τούς γεννούσε ανάμικτα συναισθήματα. Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν εσφαλμένο και άδικο να δούμε στις δηλώσεις τους εκείνες έναν κακό οιωνό και να παραγνωρίσουμε εντελώς ανιστόρητα τον ψυχολογικό και ιδεολογικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο συντελείται η αποκρυστάλλωση κάθε εθνικής συνείδησης. Εξάλλου, σχεδόν κανείς δεν παρεξηγούσε τότε τη στάση αυτή των Γερμανών. Καθώς η ξηρά και η θάλασσα ήταν υπό την κυριαρχία άλλων, παραχωρήθηκε ευχαρίστως στους Γερμανούς, όπως το είχε κατανοήσει ήδη ο μεγάλος ποιητής, η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή το βασίλειο ενός πολιτισμού χτισμένου πάνω σε ιδέες και ιδεώδη, ενώ τους αναγνωρίστηκε μετ’ επαίνων το προβάδισμα στους μακράν της πολιτικής τομείς. Μάλιστα, την αυτοεκτίμηση των Γερμανών λογίων και καλλιτεχνών τη συμμερίζονταν ευρέα στρώματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και τη γερμανική θετική εκδοχή της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ήρθε από νωρίς να συνδράμει μια άλλη, προερχόμενη από το εξωτερικό. Γάλλοι και Άγγλοι θιασώτες των ρομαντικών-αντεπαναστατικών ιδεών εξιδανίκευαν τους Γερμανούς, επειδή τάχα έμειναν αμόλυντοι από την επιρροή του «ρηχού» διαφωτισμού και την καπιταλιστική μέθη, μένοντας πιστοί στα όσια και ιερά. Ο θαυμασμός για τις γερμανικές επιδόσεις στα πεδία των κλασσικών γραμμάτων αλλά και των φυσικών επιστημών ήρθε αργότερα να συνοδεύσει αυτές τις συμπάθειες και ο λόγος για τον «λαό των Στοχαστών και των Ποιητών» έγινε παροιμιώδης. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους στην ειδική στήλη που εγκαινιάζουμε σήμερα, έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

Παναγιώτης Κονδύλης

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Ι. Συμβολές στη θεωρία της επικοινωνίας
και στην αγάπη προς τον πλησίον

Ακριβώς οι πνευματωδέστερες συνομιλίες αποδεικνύουν τo αδύνατο της συναίνεσης: δείχνουν ότι για κάθε επιχείρημα υπάρχει και ένα αντεπιχείρημα.

Μεταξύ ετεροδόξων ο διάλογος είναι αδύνατος· μεταξύ ομοϊδεατών, περιττός.

Απαρχή ξεχωριστής οικειότητας: να κουτσομπολεύεις μ’ έναν τρίτο τους κοινούς σας φίλους.

Όταν προσδοκούμε από τους άλλους να μας «καταλάβουν», στην ουσία τούς ζητούμε να συμμεριστούν την αυτοκατανόησή μας. Φιλία είναι η (σιωπηρή) συμφωνία ότι η μια πλευρά συμμερίζεται την αυτοκατανόηση της άλλης.

Μια συνομιλία για τη φιλία ή τον έρωτα μπορεί να σημάνει την αρχή ή το τέλος μιας φιλίας ή ενός έρωτα.

Οι αλαζόνες προκαλούν την αντιπάθειά μας επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτούς επιβεβαίωση της δικής μας φιλαυτίας.

Οι ανόητοι δεν παύουν να μεμψιμοιρούν ότι οι ευφυείς είναι επηρμένοι.

Στις επιτυχίες αισθανόμαστε πάνω από το ανθρώπινο μέτρο, στις αποτυχίες αναλογιζόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα.

Η μεγάλη ματαιοδοξία σε αντίθεση προς τη μικρή, που ζει από τις προσόδους του πυρετώδους πάρε-δώσε στο Vanity Fair της καθημερινότητας, είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον έπαινο και την επιδοκιμασία· γι’ αυτό και φαντάζει σαν μετριοφροσύνη.

Η ευγένεια συνιστά συχνότατα τον πιο επιδέξιο καιροσκοπισμό: μόνο ευγενείς άνθρωποι κατορθώνουν να κρατούν πάντοτε και συγχρόνως όλες τις πόρτες ανοιχτές. (περισσότερα…)