ΝΠ | Σκέψη

Max Scheler, Η τάξη της αγάπης

*

Εισαγωγή-Μετάφραση αποσπασμάτων:
Χρίστος Κρεμνιώτης

Το δοκίμιο Η τάξη της αγάπης συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1916-1917, μολονότι στα χειρόγραφα του φιλοσόφου βρίσκονται σελίδες στις οποίες ήδη από το 1914 αναπτύσσει τις σκέψεις του γύρω από τη φράση του Πασκάλ «Le coeur a ses raisons», φράση θεμελιώδη για το παρόν δοκίμιο, το οποίο παρέμεινε μερικώς ανολοκλήρωτο. Ο δε τίτλος του έχει τις ρίζες του στον Ιερό Αυγουστίνο. Άλλα μείζονα έργα του συγγραφέα σχετικά είναι τα Αγάπη και γνώση, Το αιώνιο στον άνθρωπο καθώς και ο Φορμαλισμός.

Στην Τάξη της αγάπης, ο Σέλερ αναπτύσσει όρους όπως το αγάπημα, η συναισθηματική αντίληψη και ο ατομικός προσδιορισμός που αποτελούν, συνειδητοποιημένες ή όχι, μήτρες κατοπινών όρων, αναπτυγμένων κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος, όρων όπως «συναισθηματική νοημοσύνη», «αυτοδιάθεση», «αυτοπροσδιορισμός». Φυσικά, ο Σέλερ, «o ισχυρότερος φιλοσοφικός νους της εποχής μας» κατά τον Χάιντεγκερ (ο οποίος ωστόσο, μετά τον θάνατό του Γερμανοεβραίου και καθολικού συναδέλφου του, αρνήθηκε τη βοήθεια προς τη χήρα του προκειμένου να εκδοθούν τα Άπαντά του ακόμη και ύστερα από την πτώση του Καθεστώτος), ανήκει στην χορεία εκείνων που δεν περιορίζονται μόνο στο να αναλύουν ιατροδικαστικά το πτώμα του κατόπιν αλλά το ακτινογραφούν εκ προοιμίου ως ζωντανό σώμα προς σωτηρία, οπότε και οι όροι αυτοί αντάμα με την κριτική του στον ψυχολογισμό –σε ό,τι έβλεπε ως κατάσταση παράδοσης του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου στην ψυχολογία και μόνο– έχουν μέσα τους μια ζώσα ελευθερία, που μόνο σκόρπια ματωμένα μέλη της βλέπει κανείς σε αναπτύγματά τους και σε παρεμφερείς με εκείνα έννοιες αυτού που αποκαλούμε «εποχή μας».

~.~.~.~

Βρίσκομαι σε έναν κόσμο απέραντο και γεμάτο από αντικείμενα, αισθητά και πνευματικά, τα οποία θέτουν σε ασταμάτητη κίνηση την καρδιά μου και τα πάθη μου. Γνωρίζω πως τόσο τα πράγματα που θα κατορθώσω να γνωρίσω, αφού τα διακρίνω, τα αντιληφθώ και σκεφτώ γύρω από αυτά, καθώς και όλα όσα επιθυμώ, επιλέγω και κάνω, εξαρτώνται από αυτή την κίνηση της καρδιάς. Όλα λοιπόν τα ορθά, τα εσφαλμένα ή τα στεβλά στη ζωή μου και στις πράξεις στις οποίες αφιερώνω τον χρόνο μου, θα καθορίζονται, πρώτον, από το εάν υπάρχει ή όχι, μία αντικειμενικά ορθή τάξη των κινήσεων αυτών της αγάπης μου και του μίσους μου, των προτεραιοτήτων μου, των όσων με έλκουν και με απωθούν, του πολύμορφου ενδιαφέροντός μου για τα πράγματα αυτού του κόσμου. Και, δεύτερον, από το εάν μπορώ ή όχι, να εντυπώσω στη ψυχή μου αυτήν την τάξη που ακολουθώ και, τελικά, τον βαθμό συμφωνίας της με την σε παγκόσμια ισχύ τάξη της αγάπης. (περισσότερα…)

Το μεταφιλοσοφικό επιχείρημα στο Ισχύς και Απόφαση του Παναγιώτη Κονδύλη

Η φωτογραφία από τη σελίδα του Αιμίλιου Καλιακάτσου στο facebook.

*

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το Ισχύς και Απόφαση [1] του Παναγιώτη Κονδύλη είναι ένα ιδιότυπο φιλοσοφικό κείμενο, η δε ιδιοτυπία του φανερώνεται από τις πρώτες σελίδες και μέσω μιας έλλειψης. Σε όλο το κείμενο δεν υπάρχει ούτε μία παραπομπή σε κάποιο άλλο έργο ή συγγραφέα. Αυτό το στοιχείο δε σημαίνει οτι ο Κονδύλης δε συνδιαλέγεται με άλλα φιλοσοφικά ρεύματα ή ιδέες. Συνδιαλέγεται είτε άμεσα, όπως με τις αναφορές στον υπαρξισμό και στον πραγματισμό στο δεύτερο κεφάλαιο, είτε κεκαλυμμένα[2]. Άλλωστε ο Κονδύλης, που περισσότερο λειτουργούσε ως ιστορικός των ιδεών στις πρώτες διακόσιες σελίδες του βιβλίου του Η κριτική της μεταφυσικής σκέψης στη νεότερη σκέψη, για παράδειγμα, έχει 495 παραπομπές[3]. Επομένως, προκείται για στυλιστική επιλογή. Η γραπτή φιλοσοφία άλλωστε παραμένει κείμενο και ως τέτοιο στυλιστικές, εκφραστικές και γενικά συγγραφικές επιλογές μπορούν να αποκτήσουν ειδικό βάρος, να σημαδιοδοτήσουν εμπράκτως μια φιλοσοφική θέση του συγγραφέα. Εν προκειμένω, η απουσία παραπομπών θεωρώ ότι εκφράζει εμπράκτως μια μεταφιλοσοφική θέση του Κονδύλη που διατυπώνεται στο ίδιο αυτό κείμενο.

Πριν όμως αναφερθώ στη θέση αυτή, θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι ο Κονδύλης ασφαλώς και δε νιώθει την ανάγκη να αποδείξει μέσω παραπομπών ότι το φιλοσοφικό έδαφος στο οποίο στέκεται είναι στερεό, μιας και η δημοσίευση έργων που προηγούνται –αλλά και ακολουθούν– είναι μάρτυρες της φιλοσοφικής του εμβρίθειας. Μια παρόμοια περίπτωση είναι και ο Ζίλ Ντελέζ, ο οποίος, πριν να εκδώσει τη δική του φιλοσοφία, γράφει για μια σειρά διαφορετικών στοχαστών, από τον Λάϊμπνιτς και τον Σπινόζα μέχρι τον Μπερξόν και ασφαλώς τον Νίτσε[4]. Παρόλαυτα, στο κατεξοχήν φιλοσοφικό του έργο –σε αυτό που παρουσιάζει τις δικές του απόψεις– δε φείδεται βιβλιογραφικών παραπομπών. Επομένως δε συνδέεται μονάχα με την κατακτημένη δυνατότητα του να μην παραπέμπει, η συγκεκριμένη επιλογή του Κονδύλη να μην το κάνει. Τέλος μια παρατήρηση για τον όρο μεταφιλοσοφία, πριν προχωρήσω στη συζήτηση για τη θέση αυτή καθαυτή. Ο όρος ‘μεταφιλοσοφία’ αναφέρεται στη σκέψη σχετικά με την ίδια τη φιλοσοφία, το χαρακτήρα της ως ξεχωριστού είδους σκέψης, τη μέθοδο της, το μέλλον και τη δυνατότητα φιλοσοφικής προόδου, της επίλυσης των αντιστοιχων προβλημάτων, ας πούμε του γιατί να υπάρχει κάτι αντί για τίποτα. Πρόκειται για όρο που εμφανίζεται σχεδόν αποκλείστικα στην αναλυτική παράδοση, και προφανώς έχει να κάνει με την εξειδίκευση, τον πανεπιστημιακό και ως ένα βαθμό πλέον εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα των ιδρυμάτων αυτών, που οδηγούν σε μεγαλύτερο κατακερματισμό του αντικειμένου. Στην ηπειρωτική παράδοση ο όρος δεν απαντάται συχνά και μάλλον συνοψίζεται στην άποψη του Χάϊντεγκερ ότι όποιος φιλοσοφεί αναγκαστικά σκέφτεται και πάνω στην ίδια τη φιλοσοφία. Στην εποχή των τμημάτων που προσφέρουν όμως φιλοσοφία στη lingua franca των αγγλικών, χρησιμοποιώ τον όρο ‘μεταφιλοσοφία’ προς διευκόλυνση συνεννόησης. Ο ίδιος ο Κονδύλης ή άλλοι στοχαστές της ηπειρωτικής παράδοσης και της εποχής του, μάλλον δε θα τον χρησιμοποιούσε. (περισσότερα…)

Τραμπ και Μασκ: Συνεργάτες (;) με εντελώς διαφορετικές ιδέες

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

«Η ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί στο να λύνουμε το ένα άθλιο πρόβλημα μετά το άλλο. Πρέπει να υπάρχουν πράγματα που σε εμπνέουν, που σε κάνουν να νιώθεις καλά όταν ξυπνάς το πρωί και σε κάνουν μέρος της ανθρωπότητας. […] Είναι καιρός να προχωρήσουμε, να γίνουμε πολιτισμός που κινείται ανάμεσα στα αστέρια, να διευρύνουμε τη διάσταση και την κλίμακα του ανθρώπινου πολιτισμού»
ΕΛΟΝ ΜΑΣΚ

1.

Ακούγοντας όσα έχουν κατά καιρούς δηλώσει για τα μελλοντικά σχέδια τους οι δύο συμπρωταγωνιστές των πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ, μετά τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές, γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί με βάση τις ιδέες τους.

Ο πραγματιστής πρόεδρος, μανιακός των συμφωνιών, λάτρης των αιφνιδιαστικών πραξικοπημάτων, ακόμη και με κίνδυνο να μπερδέψει τα πόδια του. Εντελώς… Τραμπ. Διότι ο Τραμπ είναι όλα και τίποτε από όσα διαλαλεί ο ίδιος και από όσα του καταλογίζουν οι άλλοι. Είναι απλά ο Τραμπ! Με μια δόση κοινής λογικής, ασυμβίβαστος με τα παγκοσμιοποιημένα-ιμπεριαλιστικά οράματα των προκατόχων του που δεσμεύτηκαν να ξαναφτιάξουν τον κόσμο (!) από την αρχή, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι μαζί. Αυτός δεν θέλει να «ισώσει τη σανίδα» του κόσμου, απλά θέλει να ξανακάνει την Αμερική μεγάλη. Πρώτο Αμήν.

Αντίθετα, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον πλανήτη έχει αφοσιωθεί στη συμφιλίωση των κερδών του με την επείγουσα ανάγκη εξαγοράς του σύμπαντος. Ο Μασκ θέλει να βάλει στα χέρια του το αμερικανικό κράτος για να φέρει τα μέσα έξω, να το προσαρτήσει στη δική του αυτοκρατορία χωρίς σύνορα και τελικά να το διαλύσει εντός του «καθολικού και ομογενούς Κράτους»[1]. Κομμουνιστική αποστολή του καπιταλισμού. Η συγκεκριμένη θέση του Κοζέβ (η διαδρομή της ιστορικής εξέλιξης που απολήγει στην απόλυτη γνώση και στον πλήρη άνθρωπο, ο οποίος υλοποιήθηκε μέσα στο κράτος και δι’ αυτού) την οποία μπορεί να ασπάσθηκε ο Μασκ κατά την περίοδο της εφηβικής φιλοσοφικής του καλλιέργειας, χρησιμοποιείται δεξιοτεχνικά στα σημερινά συμφραζόμενα του, παρότι ο ίδιος ο Ρώσος φιλόσοφος την είχε λοιδορήσει αναφερόμενος ειδικά στην εξέλιξη της μεταπολιτικής αμερικανικής μαζικής δημοκρατίας, η οποία αντιπροσωπεύει την επιστροφή του ανθρώπου στο ζωικό βασίλειο. Σε αυτό οι άνθρωποι θα παραδίδονται στην κτηνώδη σεξουαλικότητα, θα δουλεύουν σαν μέλισσες, θα παίζουν σαν κουτάβια και θα συνεννοούνται με σινιάλα, έχοντας απωλέσει τη δυνατότητα του λόγου. Ας αφήσουμε όμως αυτά και ας επικεντρωθούμε στα συγκεκριμένα: για τον Μασκ το Διάστημα είναι η Άγρια Δύση, που θα γονιμοποιηθεί με την εφαρμογή της ωκεάνιας στρατηγικής του Μάχαν[2] στην Αστροπολιτική[3]. Για το καλό της ανθρωπότητας φυσικά… Δεύτερη φορά Αμήν. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Τό δένδρο τῆς ζωῆς

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Δέν εἶναι καλό γιά τόν ἄνθρωπο νά θυμᾶται συνεχῶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Τό νά ἐγκύπτει κανείς στόν ἑαυτό του εἶναι ἀρκούντως κακό∙ πόσω μᾶλλον νά ἐγκύπτει καί στό ἴδιο τό εἶδος μέ ἐμμονικό ζῆλο. Εἶναι σάν νά προσδίδει στίς αὐθαίρετες κακομοιριές τῆς ἐνδοσκόπησης μιά ἀντικειμενική βάση, μιά φιλοσοφική δικαιολόγηση. Ὅσο μασουλᾶμε τό ἐγώ μας, μποροῦμε νά προβάλλουμε τή δικαιολογία ὅτι ἔχουμε ὑποκύψει σέ μιά παραξενιά∙ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὅλα τά ἐγώ ἀποβαίνουν τό ἐπίκεντρο μιᾶς ἀτέρμονης φλυαρίας, τότε ἁπλῶς γενικεύουμε, διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ, τίς μειονεξίες τῆς δικῆς μας κατάστασης, ἀναδεικνύουμε σέ κανόνα, σέ καθολική περίπτωση, τό συμβεβηκός τῆς ὕπαρξής μας.

Πρῶτα ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀνωμαλία πού συνιστᾶ τό γυμνό γεγονός τοῦ ὑπάρχειν καί μόνο μετά ἐκείνη τῆς δικῆς μας συγκεκριμένης κατάστασης: ἡ ἔκπληξη πού δοκιμάζω ὅτι εἶμαι, προηγεῖται τῆς ἔκπληξης ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος. Ὡστόσο, ὁ ἀσυνήθης χαρακτῆρας τῆς κατάστασής μας θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τό πρωταρχικό δεδομένο τῆς ἀμηχανίας μας: εἶναι λιγότερο φυσικό νά εἶσαι ἄνθρωπος παρά, ἁπλῶς, νά εἶσαι. Εἶναι κάτι πού τό αἰσθανόμαστε ἐνστικτωδῶς· ἐξ οὗ καί αὐτό τό ἡδονικό αἴσθημα πού βιώνουμε κάθε φορά πού στρεφόμαστε σέ ἄλλη ἀπό τόν ἑαυτό μας κατεύθυνση γιά νά συνταυτιστοῦμε μέ τόν μακάριο ὕπνο τῶν ἀντικειμένων. Εἴμαστε ἀληθινά ὁ ἑαυτός μας μόνο ὅταν δέν βρίσκουμε τίποτα γιά νά ταυτιστοῦμε, οὔτε κάν μέ τήν ἡμέτερη ἐξοχότητά μας. Ἡ κατάρα πού ἔχει πέσει πάνω μας βάρυνε κιόλας τόν πρῶτο μας πρόγονο, πολύ πρίν αὐτός στραφεῖ στό δένδρο τῆς γνώσης. Ἦταν δυσαρεστημένος μέ τόν ἑαυτό του, ἀκόμα ὅμως περισσότερο μέ τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀνεπίγνωστα ζήλευε· ἡ ἐπίγνωση ἦρθε χάρη στίς καλές ὑπηρεσίες τοῦ πειρασμοῦ, βοηθοῦ καί ὄχι δημιουργοῦ τῆς πτώσης. Πρό τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ζοῦσε μέσα στήν προαίσθηση τῆς γνώσης, σέ μιά γνώση πού δέν εἶχε συναίσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της, σέ μιά κίβδηλη ἀθωότητα πρόσφορη μόνο γιά τήν ἐκκόλαψη τῆς ζήλειας, αὐτῆς τῆς κακίας πού γεννᾶ ἡ συναναστροφή μέ ἐκείνους πού εἶναι καλύτεροι ἀπό ἐμᾶς· νά ὅμως πού τώρα ὁ πρόγονός μας πιάνει σχέσεις μέ τόν Θεό, τόν παρακολουθεῖ κρυφίως καί παρακολουθεῖται ἀπό αὐτόν. Τίποτα καλό δέν θά μποροῦσε νά προκύψει ἀπό κάτι τέτοιο.

Ἀπό παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. Ἡ ἄνωθεν παραίνεση ἀποδεικνύεται λιγότερο ἀποτελεσματική ἀπό τίς κάτωθεν ὑποδείξεις: καλύτερος ψυχολόγος, τό φίδι θριάμβευσε. Ὁ ἄνθρωπος, ἐξάλλου, δέν εἶχε κάτι ἐναντίον τοῦ θανάτου· γυρεύοντας νά ἰσοφαρίσει τόν Δημιουργό του στό πεδίο τῆς γνώσης, καί ὄχι νά ἐξομοιωθεῖ μαζί του μέσω τῆς ἀθανασίας, καμιά ὄρεξη δέν εἶχε νά προσεγγίσει τό δένδρο τῆς ζωῆς, τοῦ ἦταν ἀδιάφορο· κι αὐτό φάνηκε νά τό ἀντιλαμβάνεται ὁ Γιαχβέ, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀπαγόρευσε κάν τήν πρόσβαση σέ αὐτό: ποῖος ὁ λόγος ἄλλωστε νά φοβᾶται τήν ἀθανασία ἑνός ἀδαοῦς; Τό πρᾶγμα ἄλλαξε ὅταν ὁ ἀδαής στράφηκε καί στά δυό δένδρα, ἐποφθαλμιῶντας τόσο τήν ἀθανασία ὅσο καί τή γνώση. (περισσότερα…)

Ρούντολφ Αγκρίκολα, Για τη γέννηση του Χριστού

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την ομιλία Για τη γέννηση του Χριστού (De nativitate Christi) την εκφώνησε ο Rudolph Agricola (1443-1485) τα Χριστούγεννα του 1484, ενώπιον ενός ακαδημαϊκού κοινού στη Χαϊδελβέργη, λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Ο Αγκρίκολα, κορυφαίος θεωρητικός της ρητορικής τέχνης, είχε συντάξει πριν από λίγα χρόνια το De inventione dialectica (Περί της διαλεκτικής ευρέσεως), έργο που επρόκειτο να αποτελέσει το βασικό εγχειρίδιο (ρητορικής) διαλεκτικής κατά τον 16ο αιώνα. Η χριστουγεννιάτικη ομιλία του 1484 συντάσσεται με εμφανή την προσπάθεια να εφαρμοσθούν η τέχνη και η μέθοδος τις οποίες είχε περιγράψει ο Αγκρίκολα στο εγχειρίδιό του. Και δίκαια θεωρείται όχι μόνον η κορυφαία του ομιλία, μα και λεπτούργημα της ρητορικής του 15ου αιώνα.

Το βασικό ερώτημα του κειμένου είναι απλό: με ποια λόγια, αναρωτιέται ο Αγκρίκολα, μπορεί κανείς να περιγράψει τη χαρμοσύνη που προκαλεί η γέννηση του Χριστού; Τη δυσκολία να απαντηθεί το ερώτημα την πλάθει εξηγώντας, με κλιμάκωση μοναδική, πόσο ξεχωριστό έργο θείας οικονομίας αποτελεί η ενανθρώπηση. Για τον Αγκρίκολα, η γέννηση του Χριστού αποτελεί έργο πιο σπουδαίο και από τη Δημιουργία, ανώτερο και από την Ανάσταση, λαμπρότερο και από το χάρισμα της αιώνιας ζωής. Με πλατωνικής έμπνευσης εικονοποιΐα αποτυπώνει πόσο θαυμαστό είναι ότι ο υπέρτατος Θεός καταδέχθηκε μια ασύλληπτη μεταβολή: να θέσει τον Υιό του στο πεδίο της φθαρτής φύσης και να ενστερνιστεί ο Υιός τη μορφή του δημιουργήματος που ήθελε να εξιλεώσει. Ο ακατάληπτος Λόγος του Θεού γίνεται πλάσμα του οποίου ο Λόγος συνίσταται σε κλάματα. Το έργο αυτό υπερβαίνει σε καλοσύνη κάθε άλλη ενέργεια του Θεού. Ακόμα περισσότερο θαυμαστό είναι αυτό εάν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της γέννησής του: ενισχύοντας περαιτέρω την ταπείνωσή του, ο βασιλεύς των βασιλέων γεννιέται στην ερημιά, φασκιώνεται με κουρέλια κι έχει για παραστάτες ένα βόδι κι ένα γαϊδουράκι.

Όσο αδύνατον είναι να βρει κανείς τα λόγια να υμνήσει αυτήν τη χαρά, άλλο τόσο αδύνατον είναι και να σιωπήσει. Με οδηγούς τους αγγέλους, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να επαναλάβουν με όλη τη δύναμη της φωνής και της ψυχής τους τον αγγελικό ύμνο: δόξα ν ψίστοις Θε κα π γς ερήνη, ν νθρώποις εδοκία.

~.~

ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΑΓΚΡΙΚΟΛΑ

Για τη γέννηση του Χριστού [1]

Σοφότατοι άνδρες, αποτελεί πανάρχαιη παράδοση η γενέθλια ημέρα κάθε ανθρώπου να γιορτάζεται· γιορτάζεται στο οικογενειακό περιβάλλον για τους απλούς πολίτες, αλλά για τους ηγεμόνες και τους επιφανείς άνδρες γιορτάζεται με ομοψυχία και χαρά που εκδηλώνονται δημόσια, με τη συμμετοχή λαών και επαρχιών. Ανέκαθεν οι άνθρωποι πίστευαν πως η ημέρα αυτή πρέπει να τιμάται σαν επίσημη γιορτή και η χαρά να ανανεώνεται κάθε χρόνο. Πρόκειται, άλλωστε, για την ημέρα που έδωσε στον κάθε άνθρωπο το χάρισμα του φωτός και της ζωής, που άνοιξε το δρόμο σε όλες τις υπόλοιπες, και μας έδωσε τη δυνατότητα να δεχθούμε όλα τα αγαθά που απολαμβάνουμε στη ζωή. Οι άνθρωποι θεωρούσαν, λοιπόν, πως πρέπει να τιμούν με πολύ περισσότερη χαρμοσύνη και σεβασμό την ημέρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος άνδρας εξέχων και μεγάλου διαμετρήματος. Είναι, φυσικά, πολύ πιο σπουδαίο και όμορφο να ωφελείς την κοινή ζωή και σωτηρία των πολλών, παρά απλά να ζεις. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, οι πιο ασήμαντοι άνθρωποι γεννιούνται μόνον για να πεθάνουν, και η ημέρα της γέννησής τους ανέτειλε μόνον για να σβήσει με τη δύση. Όμως εκείνη την ημέρα που έφερε στο φως κάποιον άνθρωπο περίλαμπρο, κάποιον που ήταν προς το κοινό συμφέρον να γεννηθεί, δεν θεωρούσαν ότι πρέπει να τη βλέπουν σαν μια ημέρα η οποία, όπως όλες οι άλλες, διήρκεσε από την ανατολή έως τη δύση, αλλά σαν μια ημέρα που έπρεπε να υπερισχύσει κατά κράτος έναντι των πολλών ετών που ακολούθησαν, και, ει δυνατόν, να διαφυλαχθεί λαμπρή, λουσμένη σε αιώνιο φως, χωρίς να τη σκιάζει η υπεισέλευση καμίας νύχτας. (περισσότερα…)

Παρμενίδης, Αποσπάσματα (Μετάφραση Βασίλης Κάλφας)

*

[ΠPOOIMIO]

B1

Οι φοράδες που με πάνε όσο μακριά ποθεί η ψυχή
με έφερναν, σαν μπήκαν στον δρόμο της θεάς τον ξακουστό,
που σε κάθε πόλη τον σοφό τον άνθρωπο οδηγεί.
Αυτόν τον δρόμο έπαιρνα· εκεί με πήγαιναν οι συνετές φοράδες
σέρνοντας το άρμα μου, και μπροστά τον δρόμο έδειχναν οι κόρες.
Και ο άξονας στις άκρες έβγαζε ήχο σφυριχτό
ανάβοντας, γιατί τον έσφιγγαν με δίνες διπλοί κύκλοι
και από τις δυο μεριές, όταν σπεύδαν να με σύρουν
οι κόρες του Ήλιου, ν’ αφήσουν τα δώματα της νύχτας
προς το φως τραβώντας τις καλύπτρες απ’ το κεφάλι.
Εκεί είναι οι πύλες για τους δρόμους της νύχτας και της μέρας·
ανώφλι και κατώφλι πέτρινο τις περικλείει·
ψηλά στον αιθέρα μεγάλα θυρόφυλλα τις κλείνουν,
και τα κλειδιά τα ταιριαστά η Δίκη η τιμωρός κρατά. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Εἶναι ὁ διάβολος σκεπτικιστής;

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Καί οἱ ἀπεχθέστερες ἀκόμα πράξεις, σάν αὐτές πού τό βάρος τῆς εὐθύνης τους φέρει ὁ διάβολος, εἶναι ὡς πρός τίς συνέπειες λιγότερο ἐπιζήμιες ἀπό τά σκεπτικιστικά ἐπιχειρήματα, ὅταν αὐτά παύουν νά ἀποτελοῦν ἕνα πρός ψυχαγωγία παίγνιο καί καταντοῦν ἔμμονη στάση. Καταστρέφω σημαίνει ὅτι ἀναπτύσσω μιά δράση, ὅτι δημιουργῶ ἀπ’ τήν ἀνάποδη, σημαίνει ὅτι κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τάσσομαι ἀλληλέγγυος μέ ὅ,τι ὑπάρχει. Ὡς φορέας του μή-ὄντος, τό Κακό παρεμβάλλεται στήν οἰκονομία του ὄντος, εἶναι ἀπαραίτητο, ἐκπληρώνει μιά σημαντική, ἄν ὄχι ζωτική, λειτουργία.

Ποιά λειτουργία ὅμως ἐκπληρώνει ἡ ἀμφιβολία; Σέ ποιά ἀναγκαιότητα ἀνταπαντᾶ; Ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ἀμφιβάλλοντα, τήν ἔχει ἀνάγκη; Ἀχρείαστη συμφορά, ἀπόλυτη συντριβή ἐλπίδων, δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς θετικές ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Χωρίς εὔλογη αἰτία, θέτει τό ὅλον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐνδοιάζει ἀκόμη κι ὅταν ὀνειροπολεῖ.

*

Πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν του, ὁ διάβολος, πνεῦμα δογματικό, μηχανεύεται ἐνίοτε τεχνάσματα σκεπτικιστικά· θέλει νά μᾶς κάνει νά πιστέψουμε ὅτι δέν ἐνδιατρίβει ὁλοψύχως σέ τίποτα, προσποιεῖται τήν ἀμφιβολία, εὐκαιρίας δέ δοθείσης τήν καλεῖ πάντοτε πρός ἐπίρρωση. Ἄν καί τή γνωρίζει καλά, ὡστόσο δέν αἰσθάνεται ποτέ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση μαζί της, τή φοβᾶται μάλιστα τόσο πολύ πού δέν εἶναι διόλου πεπεισμένος ὅτι θέλει πράγματι νά τή συστήσει ἤ νά τήν ἐπιβάλει στά θύματά του.

Τό δρᾶμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τοῦ ἀρνητῆ, ἐπειδή τό νά ζεῖς χωρίς σκοπό εἶναι δυσχερέστερο ἀπό τό νά ζεῖς γιά ἕναν κακό σκοπό. Ὅθεν, ὁ σκεπτικιστής δέν διαπνέεται ἀπό σκοπούς: ὄντες ὅλοι τους εὔθραυστοι ἤ ἀβάσιμοι, ποιόν νά ἐπιλέξει; Ἡ ἄρνηση, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσοδυναμεῖ μέ ἕνα πρόγραμμα· καταλαμβάνει τήν ὕπαρξη, ἐκπληρώνει καί τίς πιό ἀπαιτητικές ἀνάγκες της· πλήν αὐτοῦ, εἶναι ὡραῖο νά ἀρνεῖσαι, εἰδικά ὅταν εἶναι ὁ Θεός αὐτός πού πλήττεται: ἡ ἄρνηση συνιστᾶ πληρότητα, ὄχι κενότητα, μιά πληρότητα ἀνήσυχη καί ἐπιθετική. Ἄν ἡ σωτηρία βρίσκεται στήν πράξη, τότε ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ ἐπέρχεται διά τῆς ἄρνησης, ἀφοῦ χάριν αὐτῆς ἀκολουθῶ ἕνα σχέδιο, διαδραματίζω ἕναν ρόλο. Μποροῦμε νά καταλάβουμε γιατί ὁ σκεπτικιστής, μετανιωμένος πού διάλεξε νά βαδίσει σέ τεντωμένο σχοινί, ζηλοφθονεῖ τόν διάβολο. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, ἡ ἄρνηση εἶναι πηγή δράσης καί βεβαιότητας: ὅταν ἀρνούμαστε, ξέρουμε τί θέλουμε· ὅταν ἀμφιβάλλουμε, ὁδηγούμαστε στό νά μήν ξέρουμε πιά.

(περισσότερα…)

Γιατί διαβρώθηκε η πίστη μας προς την πρόοδο;

*

Κηρύγματα υπέρ της προόδου ακούμε εδώ και 250 χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Andreas Reckwitz, οι απώλειες εξαιτίας της προόδου διαρκώς μεγεθύνονται. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν τους εαυτούς τους ως ηττημένους της προόδου. Τι έχουμε χάσει από τότε που αρχίσαμε να ζούμε «μοντέρνες» ζωές;

Ήδη με τη μελέτη του Gesellschaft der Singularitäten (Η Κοινωνία των Μοναδικών, Suhrkamp, 2017) ο Ρέκβιτς, καθηγητής της Γενικής Κοινωνιολογίας και της Πολιτισμικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, μας προσέφερε έναν πολυσυζητημένο οδηγό για την κατανόηση του καιρού μας.[1] Αν η απήχηση μετριέται με τη διεθνή καταξίωση, στο πρόσωπο του Ρέκβιτς, του οποίου τα βιβλία έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, η Γερμανία έχει έναν μεγάλο αστέρα. Στο νέο του βιβλίο Verlust: Ein Grundproblem der Moderne (Απώλεια: Ένα θεμελιώδες πρόβλημα της Νεωτερικότητας, Suhrkamp 2024), το οποίο σημειώνει εξίσου μεγάλη επιτυχία, πραγματεύεται ένα από τα κεντρικά αν και συνήθως παραβλεπόμενα μείζονα θέματα των δυτικών κοινωνιών μας.

Περί τίνος πρόκειται; Αντικείμενο του συγγραφέα είναι οι «χαμένοι του εκσυγχρονισμού», αν και αυτή η διατύπωση παραπλανά λόγω της στενότητάς της. Το θέμα του βιβλίου είναι όλα αυτά που παραμερίζουμε στο όνομα της προόδου, αλλά την απώλειά τους την παραβλέπουμε επειδή ο σύγχρονος κόσμος φαίνεται να έχει σχεδιαστεί ώστε να τιθασεύει και να ελαχιστοποιεί τέτοιους είδους απώλειες. Να αποκρούει τους αστάθμητους παράγοντες της φύσης μέσω της τεχνολογίας, τις ασθένειες μέσω της ιατρικής, τον πόλεμο μέσω της «αιώνιας ειρήνης» (Καντ), να ξεπερνά τη φτώχεια και να ανοίγει τον δρόμο στην ατομική ευημερία χωρίς καμιά αρωγή και εποπτεία της εκκλησίας. Όταν μιλάμε για Νεωτερικότητα, εννοούμε τα τελευταία 250 χρόνια, τα οποία σφραγίστηκαν από την εκβιομηχάνιση και τον εξεπιστημονισμό, την εμπορευματοποίηση, την εκκοσμίκευση και τον εκδημοκρατισμό και που, στα χαρτιά, είχαν μόνο ευεργετικά αποτελέσματα.Τη λεγόμενη «πρόοδο». (περισσότερα…)

Η κατάκτηση της Ευρώπης από την Αμερική

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Στέφαν Τσβάιχ, Η ομογενοποίηση του κόσμου,
μτφρ. Μ. Αγγελίδου-Ά. Αγγελίδης, Άγρα, 2024, σ. 31.

Τελικά, λίγες σελίδες αρκούν για να πει κανένας τα καίρια. Στο προκείμενο ένας εβραίος συγγραφέας, καρδιακός φίλος του Γιόζεφ Ροτ, αποκαλύπτει μεγάλες αλήθειες. Και τις είπε ήδη από το 1925! Μόλις χθες προμηθεύτηκα το βιβλίο – το είδα μπροστά μου στο βιβλιοπωλείο που αγόραζα κάτι άλλο, γιατί ο τίτλος κάτι μου θύμησε. Ένας «συγγενής» μου βρίσκεται εδώ, είπα από μέσα μου.

Ο Τσβάιχ πήρε είδηση τι συμβαίνει στον κόσμο από τότε. Όπως ο Ροτ είχε καταλάβει από τους πρώτους τι σήμαινε η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία. Δεν είναι ζήτημα ούτε σπουδών ούτε ντοκτορά. Είναι ζήτημα αντιληπτικότητας. Κοιτάς μπροστά σου και βλέπεις το πεσμένο φύλλο. Κοιτάζει ό διπλανός σου και δεν βλέπει τίποτα. Αυτή είναι η κατάσταση. Εάν ακούγαμε αυτούς που συλλαμβάνουν την αλήθεια πριν την ώρα της ο κόσμος θα ήταν πολύ διαφορετικός. Τι λέει λοιπόν εδώ ο συγγραφέας; «Όλα γίνονται ομοιόμορφα στις εξωτερικές εκφάνσεις της ζωής, όλα επιπεδοποιούνται σ’ ένα ομοιογενές πολιτιστικό σχήμα». Και πιο κάτω:

«Το ιδιαίτερο λεπτό άρωμα της ιδιαιτερότητας κάθε πολιτισμού εξαχνώνεται μέρα με τη μέρα, τα χρώματα ξεφτίζουν όλο και πιο γρήγορα∙ και κάτω από το μαδημένο σοβά αρχίζουν να διακρίνονται τα ατσάλινα έμβολα της μηχανής, της σύγχρονης παγκόσμιας μηχανής».

Φαίνεται ότι το πρώτο μισό του 20ού αιώνα υψώθηκαν φωνές που μίλησαν ανάλογη γλώσσα με αυτή του Τσβάιχ. Η φωνή του Έλιοτ είχε ακουστεί να λέει: (περισσότερα…)

Το ωραίο και η τεχνητή νοημοσύνη [3/3]

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ   4

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

της ΛΑΡΙΣΣΑ ΜΠΕΡΓΚΕΡ

Εισαγωγή-Μετάφραση:
ΘΑΝΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΑΡΑΣ-ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

~.~

|| η εισαγωγή και το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο μέρος εδώ ||

~.~

4. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ευχαρίστηση και το ωραίο

Τι μας διδάσκουν όλα αυτά για την τεχνητή νοημοσύνη; Μια λειτουργιστική προσέγγιση της ευχαρίστησης σαν αυτή που παρουσιάσαμε αρκετά πιο πάνω θα μπορούσε ίσως να αναγνωρίσει στην ΤΝ την δυνατότητα ευχαρίστησης. Μάλιστα, ο Νέιτζελ επισημαίνει ότι «λειτουργικές καταστάσεις, ή εμπρόθετες καταστάσεις, […] θα μπορούσαν να αναγνωριστούν σε ρομπότ ή αυτόματα που συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι μολονότι δεν βιώνουν τίποτε ως εμπειρία» (Nagel 1974, σελ. 436). Ως υπόθεση εργασίας, θα πούμε ότι η ΤΝ θα μπορούσε να έχει παραστάσεις (κάτι για το οποίο δεν είμαι διόλου βέβαιη). Αν ένας υπολογιστής λάμβανε μια παράσταση ως ερέθισμα και, στη συνέχεια, είτε διατηρούσε τον εαυτό του στην τρέχουσα κατάσταση είτε παρήγε ένα κάποιο αντικείμενο ως απόκριση στο ερέθισμα, τότε, εφόσον ακολουθούσαμε τη λειτουργιστική εικόνα που εξαγάγαμε από τον ορισμό του Καντ για την ευχαρίστηση, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ότι ο υπολογιστής αυτός ευχαριστιέται. Ωστόσο, υποστήριξα ότι η επαρκής σύλληψη της ευχαρίστησης δεν είναι λειτουργική αλλά φαινομενολογική για τον Καντ. Υποστηρίζω ότι η ΤΝ δεν δύναται να βιώσει την ευχαρίστηση και το υποστηρίζω ευθέως, ως εξής: Η ΤΝ (στην παρούσα φάση της εξέλιξής της) καθορίζεται και περιγράφεται πλήρως, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, από τους νόμους της φυσικής επιστήμης. Οι νόμοι της επιστήμης είναι δεμένοι στο αντικειμενικό σημείο θέασης. Δεν καταδεικνύουν κανένα «να ’σαι κάπως» – αλλιώς θα ξέραμε πώς είναι να ’σαι νυχτερίδα αν μαθαίναμε τα πάντα για τις νυχτερίδες με όρους φυσικής επιστήμης.[1] Δεδομένου ότι η ευχαρίστηση, σύμφωνα με τον Καντ, χαρακτηρίζεται πρώτιστα από το πώς είναι κάποιος να την αισθάνεται –δηλαδή από τον φαινομενικό της χαρακτήρα–, η ΤΝ δεν μπορεί να νιώσει ηδονή. Ο Σένεκερ το θέτει ως ακολούθως: «Το να ’σαι υπολογιστής δεν είναι κάπως, και κατά συνέπεια, σε αντίθεση με την περίπτωση των όντων για τα οποία υπάρχει μια κάποια φαινομενική έσω (;) ζωή, το να βρίσκεται κάτι σε κατάσταση υπολογιστή δεν αποτελεί πνευματική κατάσταση» (Schönecker 2018, σελ. 78 κ.ε.). Αφού, λοιπόν, δεν είναι κάπως το «να ’σαι υπολογιστής», δεν υπάρχει το πώς «να αισθάνεσαι ηδονή» ως υπολογιστής. (περισσότερα…)

Διάλογος μ’ έναν απόντα

*

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου Διάλογος μ’ έναν απόντα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Σιδέρη. Όπως σημειώνει η συγγραφέας:

«Το βιβλίο αναφέρεται στο ξαναζωντάνεμα ενός συνεχούς διαλόγου με τον εκλιπόντα σύντροφο της ζωής μου, Αιμίλιο Ζαχαρέα, που χρωμάτιζε όσο ζούσε την κοινή μας μέρα και μοίρα. Πρόκειται για αναβίωση λόγων που δεν περιορίζονται στο να τον κρατούν ζωντανό μέσα μου, αλλά με παροτρύνουν να εμβαθύνω, κατά το δυνατόν, σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής σκέψης και κριτικής, που αποτέλεσαν κατά καιρούς πνευματικά ερεθίσματα για μια επαναλαμβανόμενη μεταξύ μας ανταλλαγή απόψεων. Ίσως ο αναγνώστης, πέραν των ιδεών που αναπτύσσονται εδώ, δει το παρόν κείμενο ως κέντρισμα για να στοχαστεί, όχι μέσα από γεγονότα αλλά μέσα από την πνευματική αγωνία δύο ανθρώπων, την πάλη των ιδεών που σημάδεψαν τον 20όν αιώνα και συνεχίζουν να μας ταλανίζουν παρ’ όλες τις ιστορικές διαψεύσεις.»

~.~

Ακούγεται κοινότοπο να πει κανείς ότι ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες κυλά η ζωή του κάθε ανθρώπου, σ’ αυτήν της γέννησης και εκείνην του θανάτου. Καμία από τις δύο δεν θυμόμαστε, πράγμα που σημαίνει ότι σε καμία δεν διαθέτουμε συνείδηση. Την πρώτη τη μαθαίνουμε από τις διηγήσεις των πολύ οικείων, τη δεύτερη δεν τη μαθαίνουμε ποτέ. Αυτοί που τη μαθαίνουν δεν μας την εκμυστηρεύονται, γιατί τότε εμείς έχουμε ήδη φύγει. Μόνο με θλίψη την ψιθυρίζουν από καιρού εις καιρόν σε κάποιους τρίτους, πριν η λήθη σκεπάσει τη μνήμη τους.

Παρ’ όλα αυτά, είναι δυνατόν η ημερομηνία θανάτου για όποιον (κι εννοώ άνθρωπο, γι’ αυτό και χρησιμοποιώ το αρσενικό γένος) ειλικρινά αγάπησε τον θανόντα να μετατραπεί σε ημερομηνία ανάστασης. Με τη λήξη της ζωής, ο θανών έρχεται στον νου όποιου βαθιά τον αγάπησε ως αναστάσιμη μορφή, αποκαλυπτική του βαθύτερου εαυτού του. Γιατί η αγάπη δεν αφήνει τον ενθυμούμενο να σταθεί στα επουσιώδη, αλλά σπρώχνει τη θύμηση στα βάθη του ουσιώδους, εκεί όπου έχει ριζώσει η αλήθεια της αγαπητικής τους σχέσης. (περισσότερα…)

Το ωραίο και η τεχνητή νοημοσύνη [2/3]

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  4

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

της ΛΑΡΙΣΣΑ ΜΠΕΡΓΚΕΡ

Εισαγωγή-Μετάφραση:
ΘΑΝΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΑΡΑΣ-ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

~.~

|| η εισαγωγή και το πρώτο μέρος εδώ ||

~.~

3. Ο Καντ, το υποκειμενικό και η ευχαρίστηση του ωραίου

Άραγε, η ευχαρίστηση που μας επιφυλάσσει το ωραίο είναι υποκειμενική υπό την έννοια του Νέιτζελ (ΥΝ);[1] Με άλλα λόγια: Άραγε, η κατά Καντ ευχαρίστηση ενώπιον του ωραίου έχει φαινομενικό χαρακτήρα και είναι δεμένη με ένα υποκειμενικό (ατομικό ή προσιδιάζον στο γένος) σημείο θέασης; Για να απαντήσουμε σ’ αυτές τις ερωτήσεις, πρέπει πρώτα να ρίξουμε μια ματιά στη γενικότερη ιδέα του Καντ περί της ευχαρίστησης.

3.1. Η ευχαρίστηση γενικά

Σύμφωνα με τον Καντ, η ευχαρίστηση είναι υποκειμενική με τη σημασία που ορίσαμε ως Υ4: δεν μπορεί να χρησιμεύσει στη γνώση. Ωστόσο, εξ αυτού δεν προκύπτει ότι όλες οι μορφές ευχαρίστησης είναι αυστηρώς προσωπικές [ιδιωτικές] ούτε ότι έχουν αυστηρώς προσωπική εγκυρότητα (Υ2). Άλλωστε, η ευχαρίστηση ενώπιον του ωραίου και η ευχαρίστηση ενώπιον του αγαθού είναι διυποκειμενικώς έγκυρες και, αν μη τι άλλο, η πρώτη μπορεί χρησιμεύει ως  (προσδι)ορίζουσα βάσηγια υποκειμενικώς καθολικές κρίσεις (Υ3). Σε μια σύγχρονη οπτική, ίσως να φαίνεται προφανές ότι τα συναισθήματα είναι κατ’ εξοχήν περιπτώσεις φαινομενικών καταστάσεων.[2] Εντούτοις, δεν είναι διόλου δεδομένο ότι και στην περίπτωση του Καντ η ευχαρίστηση έχει φαινομενικό χαρακτήρα (ΥΝ).

Ενδέχεται κανείς να υποστηρίξει ότι ο Καντ έχει μια λειτουργική αντίληψη της ευχαρίστησης. Αντλώ εδώ από τον Λέβιν, όπου διαβάζουμε ότι «οι λειτουργιστικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι η ταυτότητα μιας πνευματικής κατάστασης ορίζεται από τις αιτιακές σχέσεις που αναπτύσσει με τα αισθητηριακά ερεθίσματα, με τις άλλες πνευματικές καταστάσεις καθώς και με τη συμπεριφορά» (Levin 2018, παρ. 3).[3] Με μια πρώτη ματιά, ο ορισμός του Καντ για την ευχαρίστηση στην παρ. 10 της Τρίτης Κριτικής φαίνεται να ταιριάζει με αυτή τη λειτουργιστική εικόνα:

«Η συνειδητότητα περί της αιτιότητας μιας παράστασης σε σχέση με την κατάσταση του υποκειμένου, προκειμένου ακριβώς αυτό να διατηρηθεί σε αυτή την κατάσταση, μπορεί εδώ να ορίσει γενικώς αυτό που λέγεται ευχαρίστηση· αντίθετα προς το άνω, η αποστροφή είναι η παράσταση η οποία περιέχει τη βάση για τη μεταστροφή της κατάστασης των παραστάσεων προς το αντίθετό τους (ήτοι να εμποδιστούν ή να εξαλειφθούν).» (KU, AA 05: 220)

Στο ακόλουθο απόσπασμα της Πρώτης Εισαγωγής, σκιαγραφείται μια παρόμοια εικόνα της ευχαρίστησης:

«Η ευχαρίστηση είναι μια κατάσταση του νου όπου μια παράσταση βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό της, ως βάση είτε για να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση ως έχει (γιατί η κατάσταση στην οποία οι δυνάμεις του νου αμοιβαία ενισχύονται η μια την άλλη εντός μιας παράστασης τείνει να διατηρείται) είτε για να παραχθεί το αντικείμενο της.» (EEKU, AA 20: 230 f.) (περισσότερα…)