ΝΠ | Σκέψη

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

«Μεταξύ αστικής και μετα-αστικής εποχής»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη για το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα

*

Εισαγωγικό Σημείωμα – Μετάφραση
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ

Στην επιστολή που ακολουθεί προς τον φίλο του, Falk Horst, ο Κονδύλης παραθέτει ορισμένα παραδείγματα που φωτίζουν την αντίθεση ανάμεσα στην αστική και τη μετα-αστική λογοτεχνία. Η αντίθεση αυτή αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, στο οποίο ο Κονδύλης περιγράφει την ευρύτερη μετάβαση από τον αστικό πολιτισμό του 19ου αιώνα στον μαζικοδημοκρατικό πολιτισμό του 20ού. Βασική θέση του βιβλίου είναι ότι ο καλλιτεχνικός και λογοτεχνικός μοντερνισμός —από τον νατουραλισμό και τον ιμπρεσιονισμό ίσαμε τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα— υπήρξε το πρώτο χρονολογικά πνευματικό κίνημα που εξαπέλυσε μια συντονισμένη επίθεση στα κοσμοθεωρητικά θεμέλια του αστικού πολιτισμού.

Το βιβλίο έχει σε μεγάλο βαθμό δοκιμιακή μορφή, είναι γραμμένο σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και στερείται τόσο παραπομπών όσο και βιβλιογραφίας. Όταν δε ο συγγραφέας αναφέρεται σε συγκεκριμένες υφολογικές ή κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, ονοματίζει μόνο ρεύματα και «-ισμούς» (π.χ. φουτουρισμός), χωρίς να παραπέμπει ευθέως σε ονόματα ή σε συγκεκριμένα έργα. Λάτρης των πανοραμικών κατόψεων, ο Κονδύλης συχνά «τσουβαλιάζει», όπως κατά καιρούς του καταλογίστηκε, την εσωτερική μοναδικότητα του έργου τέχνης σε σχήματα που εξυπηρετούν την προώθηση μιας συνθετικής ματιάς. Στο σημείο αυτό η προσέγγιση του διασταυρωνόταν με εκείνη του Άρνολντ Χάουζερ, ο οποίος κατά παρόμοιο τρόπο πίστευε ότι μια τέτοια θεώρηση δεν αποσκοπεί στο να υπονομεύσει τις ατομικές αρετές του έργου τέχνης, αλλά στο να το δει από μια άλλη σκοπιά – εκείνην που ο Ούγγρος ιστορικός της τέχνης θεωρούσε ως την κυρίαρχη του 20ού αιώνα: την κοινωνιολογική. Σε κάθε περίπτωση, η ακόλουθη επιστολή μπορεί να λειτουργήσει ως μίτος χειροπιαστών παραδειγμάτων για τον ενδιαφερόμενο ερευνητή που θα επιθυμούσε να προβεί σε μια πιο εστιασμένη ανάγνωση των γενικών ερμηνευτικών διαγνώσεων του βιβλίου.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά τόσο την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη όσο και τον κ. Φαλκ Χορστ. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Χώρος και χρόνος στην ιστορία του πολιτισμού: Σημειώσεις πάνω στην Παρακμή του αστικού πολιτισμού του Παναγιώτη Κονδύλη». – ΣΒ

(περισσότερα…)

Immanuel Kant, Χαρακτηρολογία ανδρών και γυναικών

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Καλίνινγκραντ), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ είναι συνέχεια του κεφαλαίου που ο Καντ αφιερώνει στον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. στα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους. Για το πλήρες κείμενο της παρούσας Εισαγωγής και το πρώτο μέρος του εν λόγω κεφαλαίου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

///

Διάσπαρτες παρατηρήσεις

Η γυναίκα θέλει να κυριαρχεί, ο άνδρας να κυριαρχείται (ιδίως προ του γάμου). Σε τούτο οφείλεται η αβροφροσύνη της παλαιάς ιπποσύνης. – Η γυναίκα αποκτά ενωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό της ως προς το να αρέσει. Ο νέος ανησυχεί πάντα μήπως δεν αρέσει και γι’ αυτό είναι αμήχανος (ντροπαλός) στη συντροφιά με κυρίες. – Την υπερηφάνεια αυτή της γυναίκας, να αποτρέπει κάθε όχληση του άνδρα με το σεβασμό που εμπνέει και το δικαίωμα να απαιτεί σέβας για τον εαυτό της ακόμα και δίχως αξιομισθίες, τα επιβάλλει απλώς βάσει του τίτλου[1] του φύλου της. – Η γυναίκα αρνείται, ο άνδρας επιζητεί∙ η υποταγή της είναι εύνοια. – Η φύση θέλει τη γυναίκα να τη ζητούν∙ γι’ αυτό η ίδια δεν έπρεπε να είναι τόσο εκλεκτική στην εκλογή της (σύμφωνα με το γούστο της) όσο ο άνδρας, τον οποίο η φύση έχει φτιάξει και πιο χονδροειδή, και που αρέσει στη γυναίκα αρκεί μονάχα να δείχνει στην εμφάνισή του δύναμη και ικανότητα για να την υπερασπίζεται. Πράγματι, εάν η γυναίκα έδειχνε αηδία όσον αφορά στην ομορφιά της μορφής του και αν ήταν εκλεπτυσμένη στην επιλογή της, για να μπορεί να ερωτεύεται, θα έπρεπε να εμφανίζεται αυτή ότι επιζητεί, ενώ αυτός ότι αρνείται∙ κάτι που θα υποβίβαζε ολοσχερώς την αξία του φύλου της ακόμα και στα μάτια του άνδρα. – Η γυναίκα πρέπει να φαίνεται ότι είναι στον έρωτα ψυχρή, αντιθέτως ο άνδρας ευσυγκίνητος. Το να μην ανταποκριθεί σε μιαν ερωτική πρόκληση φαίνεται ότι είναι ντροπή για τον άνδρα, ενώ για τη γυναίκα είναι αισχρό το να τείνει εύκολα ευήκοο το αυτί σε μια τέτοια πρόκληση.– Ο πόθος της γυναίκας να επιδεικνύει τα θέλγητρά της σε όλους τους λεπτούς άνδρες, είναι φιλαρέσκεια, ενώ η προσποίηση [του άνδρα] να φαίνεται πως είναι ερωτευμένος με όλες τις γυναίκες, είναι αβροφροσύνη∙ και τα δύο μπορεί να μια σκέτη επίδειξη που έχει γίνει μόδα δίχως κανένα σοβαρό επακόλουθο∙ όπως ήταν το Cicisbeat[2] μια προσποιητή ελευθερία της γυναίκας στον γάμο, ή ο θεσμός των ευνοουμένων ερωμένων[3] που υπήρχε επίσης άλλοτε στην Ιταλία. {Στην Historia Concilii Tridentini [Ιστορία της Συνόδου του Τριδέντου (Τρέντο)]} λέγεται μεταξύ άλλων: erant ibi etiam 300 honestae meretrices, quas cortegianas vocant. [Υπήρχαν επίσης εκεί 300 έντιμες εταίρες που τις αποκαλούν ευνοούμενες ερωμένες].[4]) Για τον θεσμό αυτόν διηγούνται ότι διακρινόταν από περισσότερο ευπρεπή πολιτισμό της κόσμιας δημόσιας συναναστροφής από όσο οι μικτές συντροφιές στις ιδιωτικές κατοικίες.– (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Αρρυθμίες πρακτικών και το νεοελληνικό στοίχημα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο πήχης των πρακτικών

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Σύμφυτη με την έννοια της πρακτικής είναι η έννοια του κριτηρίου. Τα κριτήρια αφορούν το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που τίθεται σε κυκλοφορία – ως προϊόν, ως υπηρεσία, ως αγαθό. Χαράζουν τα όρια μεταξύ του ορθού και του λανθασμένου, του άξιου και του ανάξιου, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό. Από ανθρώπους φτιάχνονται, μέσα από ποικίλες ζυμώσεις στην εκάστοτε πρακτική, και στον χρόνο δοκιμάζονται. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός θέτει τον δικό του πήχη, διαμορφώνει τα δικά του κριτήρια στην εκάστοτε πρακτική. Διαμορφώνει πρότυπα· τι είναι αποδεκτή δημοσιογραφία, άξιο λογοτεχνικό έργο, κατάλληλη ιατρική φροντίδα, σωστή εκπαιδευτική προσέγγιση ή λανθασμένη. Σε κάποιους κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται καινοτομίες στις πρακτικές (ενδεχομένως και ολότελα καινούργιες πρακτικές), ενώ σε άλλους αναπτύσσονται αντίγραφα, τα οποία είτε εξελίσσουν το πρότυπο είτε αποτελούν επιτόπιες προσαρμογές είτε καταντούν κακέκτυπά του. (περισσότερα…)

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του φύλου

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Καλίνινγκραντ), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.[1]

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ πραγματεύεται τον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. τα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους.[2]

Εκ πρώτης όψεως, η Ανθρωπολογία παρουσιάζει αδιανόητη πληθώρα θεμάτων και διάσπαρτων παρατηρήσεων. Εντούτοις, εγγύτερη εξέταση αποκαλύπτει μια υποκείμενη συστηματικότητα, συνάφεια και συνοχή. Χαρακτηριστικό της δομής της Ανθρωπολογίας είναι λ.χ. ότι κανονικά, μετά τη θεωρητική παρουσίαση του κάθε θέματος (συνήθως με ορισμούς), ακολουθούν εμπειρικές παρατηρήσεις και διασαφήσεις με παραδείγματα από τη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία ή τη λογοτεχνία.

Ειδικότερα, η ανθρωπολογία αποτελεί το εμπειρικό υπόβαθρο και σύστοιχο, δηλ. το εμπειρικό και εφαρμοσμένο μέρος της πρακτικής και ηθικής φιλοσοφίας. Εκθέτει την εμπειρική ψυχολογία, στηριγμένη σε διεξοδική ανάλυση των ψυχικών ή πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου: των γνωστικών ικανοτήτων, του συναισθήματος της ηδονής ή ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας ή λύπης, καθώς και του επιθυμητικού ή της θέλησης. (περισσότερα…)

Alain de Benoist, «Το θέαμα της τραμπικής Δεξιάς στην Ευρώπη είναι αποκαρδιωτικό»

*

Επανεκλεγείς στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ανέκτησε μόνο την εξουσία αλλά επιτάχυνε μια ιστορική ρήξη που είχε ήδη ξεκινήσει κατά την πρώτη του θητεία. Μέσα σε λίγους μήνες, οι αποφάσεις του έχουν κλονίσει τα θεμέλια της διεθνούς τάξης που καθιερώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, προκαλώντας σοκ και άρνηση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Στρατηγική αποσύνδεση από τη Γηραιά Ήπειρο, αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, εγκατάλειψη της πολυμέρειας και μια απροκάλυπτη επιβεβαίωση της δυναμικής της ισχύος: ο Τραμπισμός 2.0 αγκαλιάζει πλέον το τέλος των ηθικών ψευδαισθήσεων που δομούσαν τη «συλλογική Δύση». Για τον Αλαίν ντε Μπενουά, αυτή η ακολουθία σηματοδοτεί πολύ περισσότερα από μια απλή αλλαγή στυλ ή πολιτικού προσωπικού. Σηματοδοτεί την είσοδο σε έναν πολυπολικό, βάναυσο κόσμο, απογυμνωμένο από την οικουμενιστική ρητορική, όπου η Ευρώπη εμφανίζεται πιο εξαρτημένη και πιο ανυπεράσπιστη από ποτέ. Σε αυτή την εις βάθος συνέντευξη στον Γιαν Βαλερύ και τον ενημερωτικό ιστότοπο Breizh-info.com (27.1.2026), ο Γάλλος φιλόσοφος αναλύει τις συνέπειες της γεωπολιτικής μετατόπισης και τα αδιέξοδα μιας ηπείρου που εξακολουθεί να αρνείται να διδαχθεί από αυτήν.

Μετάφραση Κώστας Χατζηαντωνίου

///

Breizh-info.com: Με ποιους τρόπους η δεύτερη θητεία του Τραμπ σηματοδοτεί μια ακόμη βαθύτερη ρήξη με την παγκόσμια τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;

Alain de Benoist: Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένος να ακολουθήσει την πορεία που ακολουθεί αυτή τη στιγμή. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν, είχε άφθονο χρόνο να προσδιορίσει τους στόχους του, να βελτιώσει το όραμά του και να αξιολογήσει τον στενό του κύκλο για να καθορίσει σε ποιον μπορούσε πραγματικά να βασιστεί. Μετά την επανεκλογή του, ξεκίνησε μια φρενίτιδα ανακοινώσεων που άφησαν (και εξακολουθούν να αφήνουν) τον υπόλοιπο κόσμο άναυδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην μάλλον ιδιόμορφη προσωπικότητά του. Πάρτε έναν παρανοϊκό, μεγαλομανή ναρκισσιστή, έναν πολιτικό ρήτορα και έναν επιχειρηματικό καρχαρία, ανακατέψτε τα όλα μαζί και έχετε τον Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χαρακτήρα κάπου ανάμεσα στον βασιλιά Υμπύ και τον Καλιγούλα.

Η βαθύτερων συνεπειών ρήξη είναι η «αποσύνδεση» μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε λίγους μήνες, ο Τραμπ προκάλεσε κατάρρευση της «συλλογικής Δύσης», υπονόμευσε τα θεμέλια της Ατλαντικής Συμμαχίας και άλλαξε τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου. Τώρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Ακόμα κι αν πολλοί δεν το συνειδητοποιούν, αυτό είναι ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός που θα επηρεάσει σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Το να πιστέψει κανείς ότι όλα αυτά θα υποχωρήσουν όταν ο Τραμπ φύγει από τον Λευκό Οίκο θα ήταν λάθος. Μόλις η εμπιστοσύνη διαλυθεί, χρειάζεται αρκετός χρόνος για να επουλωθεί. Ειδικά επειδή, μετά τον Τραμπ, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Τζ. Ντ. Βανς να τον διαδεχθεί. Και ο Βανς συχνά παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που έχει «όλα τα χαρακτηριστικά του Τραμπ χωρίς κανένα από τα ελαττώματά του». Δεν υπάρχει επιστροφή. (περισσότερα…)

Ματαιογραφία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Κάθε φορά που προσπαθώ να γράψω κάτι για το παρελθόν, η μνήμη μου παρουσιάζεται επιλεκτική και διπρόσωπη. Το ένα πρόσωπο είναι καθαρό και ζωντανό, με εικόνες και γεγονότα ζωηρά και ευδιάκριτα. Το άλλο θολό και ομιχλώδες, αναμνήσεις που όσο τις σκαλίζω τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια και γίνονται υποθέσεις, ερμηνείες και ερωτήματα. Ειδικά η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη αμφίβολες και αβέβαιες πληροφορίες αλλά και ορισμένα επεισόδια που νοιώθω πως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μου. Οι λίγες σελίδες που ακολουθούν είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο διαστάσεων της μνήμης μου. Είναι επίσης μία από τις πολλές εκδοχές που έγραψα, αυτή που διαισθάνομαι ότι βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια ή έστω ότι περιέχει τις λιγότερες επινοήσεις. Άλλωστε, κάθε απόπειρα εξιστόρησης της ζωής μας είναι λίγο πολύ μια μορφή μυθοπλασίας. Όσο για τον τίτλο – είναι μια λέξη αυθαίρετη, επινοημένη. Ίσως τη δημιούργησα για να προκαλέσω εντύπωση. Ίσως πάλι για να δείξω ότι αυτό το κείμενο είναι εφήμερο, περίπου θνησιγενές. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το προφανές: αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να μην είχε γραφτεί – δεν θα άλλαζε τίποτα.

 

2

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από το τέλος της παιδικής μου ηλικίας και έχω την αίσθηση ότι η πραγματική αφετηρία της ζωής μου δεν ήταν η μέρα που γεννήθηκα αλλά η μέρα που αποφάσισα να παρατήσω το σχολείο. Έβγαλα με χίλιες δυο δυσκολίες το δημοτικό και στα δώδεκα μου η προοπτική να βασανίζομαι για άλλα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο μου φάνηκε τρομαχτική και ανυπόφορη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή και αργότερα, όταν άρχισα να αναλύω και να ερμηνεύω τις αναμνήσεις μου, κατάλαβα ότι με κείνη την απόφαση είχα κάνει ένα κρίσιμο βήμα για να χαράξω τη δική μου αυτόνομη πορεία. Ταυτόχρονα διαπίστωσα ότι δεν με απασχολούσε και πολύ η γνώμη των άλλων και ότι το να αρέσω και να με εκτιμούν δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ η βασική μου προτεραιότητα.  (περισσότερα…)

Χαρτογραφήσεις εντός κι εκτός πρακτικών

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο προσανατολισμός μας, και κατ’ επέκταση ο σχηματισμός μιας ταυτότητας στη διάρκεια του χρόνου, περνά μέσα από αναθεωρήσεις. Είτε ριζικές, όπως ένα χτύπημα της μοίρας, μία εκστατική εμπειρία, ή ένα συμβάν προδοσίας, είτε συχνά αδιόρατες που σιγά σιγά σμιλεύουν μία αίσθηση του κόσμου για το τι αξίζει και τι όχι. Προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω οι συνθήκες των αδιόρατων αναθεώρησεων, θα γίνει αρχικά η διάκριση ανάμεσα στον προσανατολισμό εντός πρακτικών και στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Φυσικά, ο προσανατολισμός μας χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Αφορούν τον τρόπο ζωής του υποκειμένου. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, εργασιακό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών είναι υπερσύνολο του προσανατολισμού εντός πρακτικών, δηλαδή τον περιέχει, αφού, ακόμη και όταν λειτουργεί κάποιος ως επαγγελματίας ή εντός θεσμών, εξακολουθεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, να φέρει την ίδια ψυχοσύνθεση. Η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών δεν εισάγει κάποια διχοτόμηση των δύο τρόπων, αφού το ίδιο πρόσωπο είναι που δραστηριοποιείται είτε εντός θεσμών και επαγγελμάτων είτε εκτός αυτών. Ένα ναυάγιο στον εντός πρακτικών προσανατολισμό δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον εκτός πρακτικών προσανατολισμό, και αντιστρόφως. Απλώς, μέσω της διάκρισης αυτής επιδιώκεται η ευκρίνεια στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τρόπους αναθεώρησης, ανάλογα με την έμφαση σε εκείνο που προέχει, είτε εντός είτε εκτός πρακτικών.

Μήπως η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών είναι εν πολλοίς η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό; (περισσότερα…)

Gustave Thibon, 33 αφορισμοί

Γκυστάβ Τιμπόν (1903-2001)

*

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που δεν αντέχω: αυτούς που δεν αναζητούν τον Θεό και αυτούς που φαντάζονται ότι τον έχουν βρει.

///

Το να δικαιώνει κανείς τον Θεό σημαίνει να δικαιώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη που έχει για τον Θεό και, κατά συνέπεια, να δικαιολογεί τον εαυτό του.

///

Το θείο αστέρι είναι εσωτερικό και αόρατο· φωτίζει την ψυχή του ταξιδιώτη και όχι το μονοπάτι που βαδίζει· μας δίνει αρκετή πίστη για να ξεπεράσουμε τα πάντα, αλλά δεν μας απαλλάσσει από τίποτα.

///

Η μνησικακία είναι ένα είδος δηλητηριασμένης πίστης όπου το προσβεβλημένο μέρος σφυρηλατεί άρρηκτους δεσμούς με το προσβλητικό και τον παραβάτη. Και όταν παύει να είναι πάθος, γίνεται συνήθεια και καθήκον: ακριβώς όπως ο γάμος. (περισσότερα…)

Γκυ Ντεμπόρ: Το κρυμμένο έργο

*

του OLIVIER ASSAYAS

 Μετάφραση Γιάννης Παρασκευόπουλος

 

1

Το να μιλάς ή να γράφεις για τον Ντεμπόρ, υπό την έννοια ότι το έργο του προσφέρεται ελάχιστα για ανάλυση ή σχόλια, είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στην περίπτωσή μου, προέκυψε ένα είδος άμεσης ανάγκης να γράψω γι’ αυτόν τη στιγμή του θανάτου του. Ένιωθα ότι έπρεπε να πω κάτι εκείνη τη στιγμή, και είχα την αίσθηση πως μπορούσα να το πω με έναν ακριβή, σαφή, ξεκάθαρο και εμπεριστατωμένο τρόπο. Ισχυρίζομαι ότι το έργο του Ντεμπόρ είναι δύσκολο να σχολιαστεί, υπό την έννοια ότι δημιουργείται εξ ολοκλήρου πάνω στη στιγμή. Υπάρχει πάντα σε αυτόν η ιδέα να λέγονται πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρόν και τα οποία είναι άμεσα επαληθεύσιμα και καίρια. Σίγουρα αποκαλύπτουν κάτι που έχει μια διαχρονική αξία, μια καθολικής αξίας ανάλυση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, αλλά η στρατηγική τους αξία είναι πάντα συνδεδεμένη –και αυτό μου φαίνεται ότι είναι ο ίδιος ο πυρήνας της σκέψης του Ντεμπόρ– με την ίδια τη στιγμή. Εν συνεχεία –πέρα από αυτό ή παράλληλα με αυτό– υπάρχει και η ποίησή του, η ματιά του πάνω στο πέρασμα του χρόνου και στη ματαιότητα των πραγμάτων, σ’ αυτή την αιώνια αλήθεια τους με την οποία είναι βαθύτατα συνδεδεμένος. Αυτή είναι η ουσία του καλλιτεχνικού του έργου, με τη στενή έννοια του όρου.

Όμως το φιλοσοφικό και το καλλιτεχνικό του έργο χαρακτηρίζεται από διαύγεια, ακρίβεια και μια σύνδεση με τον κόσμο έτσι όπως του παρουσιάζεται εκείνη τη στιγμή. Διατηρώ πάντα κάπως την εντύπωση ότι ο σχολιασμός του Ντεμπόρ είναι ένας τρόπος να αποσπασθεί το έργο του από έναν συγκεκριμένο χρόνο (που είναι ένας καθορισμένος χρόνος, προσδιορισμένος από τον ίδιο), για να τοποθετηθεί σε έναν άλλο χρόνο, πολύ πιο ασαφή, όπως είναι αυτός του στοχασμού, της ανάλυσης ή της γλώσσας, ένας χρόνος που κινδυνεύει πάντα να είναι ή καθαρά πανεπιστημιακός ή πλήρως ενταγμένος σε ένα είδος λογοτεχνικής ιστορίας στην οποία δεν επιθυμούσε ποτέ να ανήκει. Είχα την αίσθηση –την εποχή που το έργο του Ντεμπόρ εκδιδόταν από τις εκδόσεις Champ Libre– ότι αυτό υπήρχε σε ένα δικό του πεδίο, με τους όρους του Ντεμπόρ, και μάλιστα ότι επρόκειτο για κάποιο είδος μεταέκδοσης. Όχι μόνο υπήρχε το έργο καθεαυτό, αλλά και μια πολύ συνεκτική επιβεβαίωση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να διαδίδεται ένα κείμενο, για το πώς η δύναμη ή η ακρίβεια ενός κειμένου είναι εξίσου συνδεδεμένες με τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημοσιεύεται. Αυτό είχε επίσης να κάνει με την επιλογή των εκδόσεων Champ Libre να απορρίψουν τις εκδόσεις τσέπης, να μην αποστέλλουν δελτία τύπου και με το να αποτελούν μια πολιτικοκαλλιτεχνική πράξη στο χώρο των εκδόσεων. Προφανώς, από την στιγμή που το έργο του Ντεμπόρ πέρασε από αυτή τη μοναδική κατάσταση ελέγχου και ιδιαίτερων απαιτήσεων και εισήλθε στο κλασσικό σύστημα διανομής των εκδόσεων (κατά βάθος, ο Gallimard είναι πολύ καλός οίκος για τη μεταθανάτια έκδοση του έργου του Ντεμπόρ), χάνεται κάτι από αυτό. Δεν νομίζω ότι από αυτή την άποψη αυθαιρετώ, ακόμη και από την άποψη της μνήμης του Ντεμπόρ, είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος θα το αντιλαμβανόταν με τον ίδιον τρόπο… (περισσότερα…)