*
Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
~.~
*
~.~
///
Breizh-info.com: Με ποιους τρόπους η δεύτερη θητεία του Τραμπ σηματοδοτεί μια ακόμη βαθύτερη ρήξη με την παγκόσμια τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;
Alain de Benoist: Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένος να ακολουθήσει την πορεία που ακολουθεί αυτή τη στιγμή. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν, είχε άφθονο χρόνο να προσδιορίσει τους στόχους του, να βελτιώσει το όραμά του και να αξιολογήσει τον στενό του κύκλο για να καθορίσει σε ποιον μπορούσε πραγματικά να βασιστεί. Μετά την επανεκλογή του, ξεκίνησε μια φρενίτιδα ανακοινώσεων που άφησαν (και εξακολουθούν να αφήνουν) τον υπόλοιπο κόσμο άναυδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην μάλλον ιδιόμορφη προσωπικότητά του. Πάρτε έναν παρανοϊκό, μεγαλομανή ναρκισσιστή, έναν πολιτικό ρήτορα και έναν επιχειρηματικό καρχαρία, ανακατέψτε τα όλα μαζί και έχετε τον Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χαρακτήρα κάπου ανάμεσα στον βασιλιά Υμπύ και τον Καλιγούλα.
Η βαθύτερων συνεπειών ρήξη είναι η «αποσύνδεση» μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε λίγους μήνες, ο Τραμπ προκάλεσε κατάρρευση της «συλλογικής Δύσης», υπονόμευσε τα θεμέλια της Ατλαντικής Συμμαχίας και άλλαξε τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου. Τώρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Ακόμα κι αν πολλοί δεν το συνειδητοποιούν, αυτό είναι ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός που θα επηρεάσει σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Το να πιστέψει κανείς ότι όλα αυτά θα υποχωρήσουν όταν ο Τραμπ φύγει από τον Λευκό Οίκο θα ήταν λάθος. Μόλις η εμπιστοσύνη διαλυθεί, χρειάζεται αρκετός χρόνος για να επουλωθεί. Ειδικά επειδή, μετά τον Τραμπ, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Τζ. Ντ. Βανς να τον διαδεχθεί. Και ο Βανς συχνά παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που έχει «όλα τα χαρακτηριστικά του Τραμπ χωρίς κανένα από τα ελαττώματά του». Δεν υπάρχει επιστροφή. (περισσότερα…)
*
1
Κάθε φορά που προσπαθώ να γράψω κάτι για το παρελθόν, η μνήμη μου παρουσιάζεται επιλεκτική και διπρόσωπη. Το ένα πρόσωπο είναι καθαρό και ζωντανό, με εικόνες και γεγονότα ζωηρά και ευδιάκριτα. Το άλλο θολό και ομιχλώδες, αναμνήσεις που όσο τις σκαλίζω τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια και γίνονται υποθέσεις, ερμηνείες και ερωτήματα. Ειδικά η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη αμφίβολες και αβέβαιες πληροφορίες αλλά και ορισμένα επεισόδια που νοιώθω πως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μου. Οι λίγες σελίδες που ακολουθούν είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο διαστάσεων της μνήμης μου. Είναι επίσης μία από τις πολλές εκδοχές που έγραψα, αυτή που διαισθάνομαι ότι βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια ή έστω ότι περιέχει τις λιγότερες επινοήσεις. Άλλωστε, κάθε απόπειρα εξιστόρησης της ζωής μας είναι λίγο πολύ μια μορφή μυθοπλασίας. Όσο για τον τίτλο – είναι μια λέξη αυθαίρετη, επινοημένη. Ίσως τη δημιούργησα για να προκαλέσω εντύπωση. Ίσως πάλι για να δείξω ότι αυτό το κείμενο είναι εφήμερο, περίπου θνησιγενές. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το προφανές: αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να μην είχε γραφτεί – δεν θα άλλαζε τίποτα.
2
Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από το τέλος της παιδικής μου ηλικίας και έχω την αίσθηση ότι η πραγματική αφετηρία της ζωής μου δεν ήταν η μέρα που γεννήθηκα αλλά η μέρα που αποφάσισα να παρατήσω το σχολείο. Έβγαλα με χίλιες δυο δυσκολίες το δημοτικό και στα δώδεκα μου η προοπτική να βασανίζομαι για άλλα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο μου φάνηκε τρομαχτική και ανυπόφορη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή και αργότερα, όταν άρχισα να αναλύω και να ερμηνεύω τις αναμνήσεις μου, κατάλαβα ότι με κείνη την απόφαση είχα κάνει ένα κρίσιμο βήμα για να χαράξω τη δική μου αυτόνομη πορεία. Ταυτόχρονα διαπίστωσα ότι δεν με απασχολούσε και πολύ η γνώμη των άλλων και ότι το να αρέσω και να με εκτιμούν δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ η βασική μου προτεραιότητα. (περισσότερα…)
*
~.~
Ο προσανατολισμός μας, και κατ’ επέκταση ο σχηματισμός μιας ταυτότητας στη διάρκεια του χρόνου, περνά μέσα από αναθεωρήσεις. Είτε ριζικές, όπως ένα χτύπημα της μοίρας, μία εκστατική εμπειρία, ή ένα συμβάν προδοσίας, είτε συχνά αδιόρατες που σιγά σιγά σμιλεύουν μία αίσθηση του κόσμου για το τι αξίζει και τι όχι. Προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω οι συνθήκες των αδιόρατων αναθεώρησεων, θα γίνει αρχικά η διάκριση ανάμεσα στον προσανατολισμό εντός πρακτικών και στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Φυσικά, ο προσανατολισμός μας χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Αφορούν τον τρόπο ζωής του υποκειμένου. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, εργασιακό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.
Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών είναι υπερσύνολο του προσανατολισμού εντός πρακτικών, δηλαδή τον περιέχει, αφού, ακόμη και όταν λειτουργεί κάποιος ως επαγγελματίας ή εντός θεσμών, εξακολουθεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, να φέρει την ίδια ψυχοσύνθεση. Η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών δεν εισάγει κάποια διχοτόμηση των δύο τρόπων, αφού το ίδιο πρόσωπο είναι που δραστηριοποιείται είτε εντός θεσμών και επαγγελμάτων είτε εκτός αυτών. Ένα ναυάγιο στον εντός πρακτικών προσανατολισμό δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον εκτός πρακτικών προσανατολισμό, και αντιστρόφως. Απλώς, μέσω της διάκρισης αυτής επιδιώκεται η ευκρίνεια στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τρόπους αναθεώρησης, ανάλογα με την έμφαση σε εκείνο που προέχει, είτε εντός είτε εκτός πρακτικών.
Μήπως η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών είναι εν πολλοίς η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό; (περισσότερα…)
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που δεν αντέχω: αυτούς που δεν αναζητούν τον Θεό και αυτούς που φαντάζονται ότι τον έχουν βρει.
///
Το να δικαιώνει κανείς τον Θεό σημαίνει να δικαιώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη που έχει για τον Θεό και, κατά συνέπεια, να δικαιολογεί τον εαυτό του.
///
Το θείο αστέρι είναι εσωτερικό και αόρατο· φωτίζει την ψυχή του ταξιδιώτη και όχι το μονοπάτι που βαδίζει· μας δίνει αρκετή πίστη για να ξεπεράσουμε τα πάντα, αλλά δεν μας απαλλάσσει από τίποτα.
*
1
Το να μιλάς ή να γράφεις για τον Ντεμπόρ, υπό την έννοια ότι το έργο του προσφέρεται ελάχιστα για ανάλυση ή σχόλια, είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στην περίπτωσή μου, προέκυψε ένα είδος άμεσης ανάγκης να γράψω γι’ αυτόν τη στιγμή του θανάτου του. Ένιωθα ότι έπρεπε να πω κάτι εκείνη τη στιγμή, και είχα την αίσθηση πως μπορούσα να το πω με έναν ακριβή, σαφή, ξεκάθαρο και εμπεριστατωμένο τρόπο. Ισχυρίζομαι ότι το έργο του Ντεμπόρ είναι δύσκολο να σχολιαστεί, υπό την έννοια ότι δημιουργείται εξ ολοκλήρου πάνω στη στιγμή. Υπάρχει πάντα σε αυτόν η ιδέα να λέγονται πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρόν και τα οποία είναι άμεσα επαληθεύσιμα και καίρια. Σίγουρα αποκαλύπτουν κάτι που έχει μια διαχρονική αξία, μια καθολικής αξίας ανάλυση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, αλλά η στρατηγική τους αξία είναι πάντα συνδεδεμένη –και αυτό μου φαίνεται ότι είναι ο ίδιος ο πυρήνας της σκέψης του Ντεμπόρ– με την ίδια τη στιγμή. Εν συνεχεία –πέρα από αυτό ή παράλληλα με αυτό– υπάρχει και η ποίησή του, η ματιά του πάνω στο πέρασμα του χρόνου και στη ματαιότητα των πραγμάτων, σ’ αυτή την αιώνια αλήθεια τους με την οποία είναι βαθύτατα συνδεδεμένος. Αυτή είναι η ουσία του καλλιτεχνικού του έργου, με τη στενή έννοια του όρου.
Όμως το φιλοσοφικό και το καλλιτεχνικό του έργο χαρακτηρίζεται από διαύγεια, ακρίβεια και μια σύνδεση με τον κόσμο έτσι όπως του παρουσιάζεται εκείνη τη στιγμή. Διατηρώ πάντα κάπως την εντύπωση ότι ο σχολιασμός του Ντεμπόρ είναι ένας τρόπος να αποσπασθεί το έργο του από έναν συγκεκριμένο χρόνο (που είναι ένας καθορισμένος χρόνος, προσδιορισμένος από τον ίδιο), για να τοποθετηθεί σε έναν άλλο χρόνο, πολύ πιο ασαφή, όπως είναι αυτός του στοχασμού, της ανάλυσης ή της γλώσσας, ένας χρόνος που κινδυνεύει πάντα να είναι ή καθαρά πανεπιστημιακός ή πλήρως ενταγμένος σε ένα είδος λογοτεχνικής ιστορίας στην οποία δεν επιθυμούσε ποτέ να ανήκει. Είχα την αίσθηση –την εποχή που το έργο του Ντεμπόρ εκδιδόταν από τις εκδόσεις Champ Libre– ότι αυτό υπήρχε σε ένα δικό του πεδίο, με τους όρους του Ντεμπόρ, και μάλιστα ότι επρόκειτο για κάποιο είδος μεταέκδοσης. Όχι μόνο υπήρχε το έργο καθεαυτό, αλλά και μια πολύ συνεκτική επιβεβαίωση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να διαδίδεται ένα κείμενο, για το πώς η δύναμη ή η ακρίβεια ενός κειμένου είναι εξίσου συνδεδεμένες με τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημοσιεύεται. Αυτό είχε επίσης να κάνει με την επιλογή των εκδόσεων Champ Libre να απορρίψουν τις εκδόσεις τσέπης, να μην αποστέλλουν δελτία τύπου και με το να αποτελούν μια πολιτικοκαλλιτεχνική πράξη στο χώρο των εκδόσεων. Προφανώς, από την στιγμή που το έργο του Ντεμπόρ πέρασε από αυτή τη μοναδική κατάσταση ελέγχου και ιδιαίτερων απαιτήσεων και εισήλθε στο κλασσικό σύστημα διανομής των εκδόσεων (κατά βάθος, ο Gallimard είναι πολύ καλός οίκος για τη μεταθανάτια έκδοση του έργου του Ντεμπόρ), χάνεται κάτι από αυτό. Δεν νομίζω ότι από αυτή την άποψη αυθαιρετώ, ακόμη και από την άποψη της μνήμης του Ντεμπόρ, είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος θα το αντιλαμβανόταν με τον ίδιον τρόπο… (περισσότερα…)
*
~.~
Βιάζομαι ἀμέσως νά πῶ, σχολιάζοντας τήν κονδυλική προμετωπίδα, πώς τίποτα δέν σηκώνεται ἀπό κάτω. Τέτοιο εἶναι τό βάρος τῆς ἀνθρωπολογικῆς σταθερᾶς τοῦ Κονδύλη.
Τά λίγα ἄρθρα[1] πού ἔχουν δημοσιευθεῖ στά ἑλληνικά γιά τό ἔργο τοῦ Κονδύλη σπεύδουν νά ἐπισημάνουν μιά ἀντίφαση ἤ ἕνα λογικό παράδοξο: «Ἄν οἱ κοσμοεικόνες σχετικοποιοῦνται μέ τήν κατάδειξη τῶν ἱστορικῶν τους προσδιορισμῶν, τί σώζει τήν εἰκόνα τοῦ Κονδύλη ἀπό τή σχετικοποίηση»;[2] Ἐπίσης, οἱ τρεῖς ἀπό τούς τέσσερις ἀρθρογράφους τοῦ ἀφιερώματος τοῦ περιοδικοῦ Νέα Ἑστία[3] γιά τόν Κονδύλη δέν παραλείπουν νά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο λογικό παράδοξο. Ὁ Ψυχοπαίδης στό ἐν λόγῳ ἀφιέρωμα, γιά εὐνόητους λόγους, ἐκδηλώνει ζωηρότερα ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐνόχλησή του· σχεδόν διαβλέπει κανείς, νοερῶς, τόν μορφασμό δυσαρέσκειας πού συσπᾶ τό πρόσωπό του. Ἀφοῦ ἀναθέσει τή σκέψη τοῦ Κονδύλη στά ἔργα τῶν Βέμπερ, Νίτσε, Σμίτ (μία μόνο φορά παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Κονδύλη, γιά νά προσθέσει ἀμέσως ὅτι παραφράζει τόν Σμίτ), συγκεντρώνει κι αὐτός τήν προσοχή του στήν κατάδειξη ἑνός ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα γνωστοῦ παραδόξου:
«…μιᾶς θεωρίας πού παραιτεῖται ἡ ἴδια ἀπό οἱανδήποτε ἀξιακή ἐμπλοκή τοῦ βίου, ἐνῷ ταυτόχρονα δέχεται ὅτι ὁρισμένου εἴδους ἀξιακή ἐμπλοκή εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή ρύθμιση τοῦ βίου».[4]
Καί ὁ Leo Strauss γράφει:
«Ὁ ἱστορικισμός ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις ἤ πίστεις εἶναι ἱστορικές, καί κατά συνέπεια ὅτι ἄξια μοῖρα τους εἶναι ὁ ἀφανισμός· ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικισμός συνιστᾶ προϊόν τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἱστορικισμός δέν μπορεῖ νά ἔχει παρά προσωρινή ἐγκυρότητα, ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀληθής».[5]
Σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα[6] ἀφιερωμένη στήν «κοινωνική ὀντολογία» τοῦ Κονδύλη, πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ὁ Βιρβιδάκης καί ὁ Φαράκλας (περισσότερα…)
*
~.~
Στη διαδρομή ενός βίου, κάθε πρόσωπο αποκτά εμπειρία και διαμορφώνει ένα σύνολο πεποιθήσεων για το τι αξίζει και τι όχι. Τα προκαλούμενα αισθήματα «ζυγίζουν» τη βαρύτητα ενός γεγονότος ή μιας πεποίθησης. Οι πεποιθήσεις διαδέχονται η μία την άλλη στην προσπάθεια να σχηματιστεί μία αφήγηση, μία εικόνα εαυτού εν τω κόσμω, η οποία, φωτιζόμενη από τις συνακόλουθες πράξεις, αποκαλύπτει την ταυτότητα ενός προσώπου. Η ταυτότητα λοιπόν μοιάζει με ένα ψηφιδωτό από γεγονότα της εμπειρίας, αισθήματα, εκδηλώσεις έμφυτων ροπών, λογής λογής βιώματα, αξίες, στάσεις και πράξεις. Πάνω της ένα πρόσωπο αναγνωρίζει, συνειδητά ή υποσυνείδητα, ορισμένα χαρακτηριστικά του ως πρωταρχικά, ως συγκροτητικά. Τούτα δημιουργούν και μία συναισθηματική ώθηση προς την άλφα ή βήτα κατεύθυνση.
Η ενότητα ούτε εύκολη είναι, ούτε δεδομένη. Αντίρροπες δυνάμεις αναπτύσσονται είτε ανάμεσα σε αξίες, είτε ανάμεσα σε έμφυτες ροπές, είτε ανάμεσα σε αξίες και έμφυτες ροπές. Οι αντίρροπες δυνάμεις υπαγορεύουν αντικρουόμενους σκοπούς, και οδηγούν αναπόφευκτα σε εντάσεις, ενίοτε επώδυνες. Κλονίζουν την επιδιωκόμενη ενότητα ενός προσώπου, μεταξύ των ίδιων των κρίσεων, πεποιθήσεων και αξιών του αλλά και μεταξύ λόγων και έργων. Για την αποκατάσταση της ενότητας, σκόπιμη είναι μία αναθεώρηση, ως προσπάθεια συνταιριάσματος αξιών, έμφυτων ροπών και χαρακτηριστικών που κάποιος αντιλαμβάνεται ως συγκροτητικά της ταυτότητάς του. Η αναθεώρηση συντελείται ανάλογα με τα περιστατικά που τυχαίνουν, με όψεις του εαυτού που αναδύονται ή με έμφυτες ροπές που αιφνίδια «σκάνε» στην ορατή επιφάνεια ενός χαρακτήρα. Η αναθεώρηση μπορεί να είναι είτε ριζική, αν αφορά κεντρικές επιλογές στον προσανατολισμό ενός προσώπου, είτε περιφερειακή, αν αφορά μικροδιορθώσεις ή προσαρμογές στην υφιστάμενη διαδρομή. (περισσότερα…)
*
Αναφορικά με τον Ντεμπόρ, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν θα γράψει: «Μιλάει σαν να έχει ήδη λάβει χώρα η Μέρα της Κρίσεως και σαν το αληθινό να αναγνωρίστηκε ως μία στιγμή του ψεύτικου» (Mezzi senza fine. Note sulla politica). Η κρίση του Αγκάμπεν απαντά στη θεωρία του της εκκοσμίκευσης του χριστιανισμού που επιταχύνεται ολοένα και περισσότερο στους νεότερους χρόνους, με αποκορύφωμα τον 20ό αιώνα. Η Μέρα της Κρίσεως: δηλαδή το Τέλος του Κόσμου, το τέλος του γίγνεσθαι, το τέλος του χρόνου ως μονάδας μέτρησης της περατότητας.
Η έννοια του χρόνου, αναδεικνυόμενη από τον ντεμπορικό λόγο, είναι το στοιχείο-στοιχειό των ταινιών του. Ο κινηματογραφικός του λόγος λειτουργεί ως μία χειρονομία του δικού του χρόνου. Το κινηματογραφικό συμβάν είναι ο τόπος όπου εκτυλίσσεται η εικόνα της σκέψης του Ντεμπόρ. Σε αυτόν τον κινηματογράφο, εικόνα γίνεται ο λόγος που συνδέει την παραδοξότητα των γεγονότων: το παρελθόν μέσα στο παρόν καθώς και η πλησμονή ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμη έρθει. H ντεμπορική αξιολογική κρίση για την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων βρίσκει έκφραση σε ένα λόγο που δημιουργεί ένα μη τόπο της εικόνας: τη-χειρονομία-που-δεν-θα-μπορέσει-ποτέ-να-γίνει-εικόνα. Κι αυτό διότι η εικόνα ως εμπόρευμα, οριοθετημένη και ελεγχόμενη από την παραγωγή της, δεν μπορεί να λειτουργεί παρά μόνον ως εικόνα-φαίνεσθαι.
Η κουλτούρα της εικόνας στον καπιταλισμό γίνεται το υποκατάστατο της ζωής, μία ψευδής πραγματικότητα που απορροφά την ζωή και παρουσιάζει το ψεύτικο ως αληθινό και το αληθινό ως ψεύτικο. Η εικόνα ως εμπόρευμα είναι το εργαλείο του διαχωρισμού μέσα στην κοινωνία. Έτσι, το θέαμα, ως συσσώρευση εικόνων, είναι το «γίγνεσθαι-εικόνα» του καπιταλισμού: μία φαντασμαγορία του κεφαλαίου. (περισσότερα…)
*
~.~
Σε μια εποχή που η κριτική σκέψη βρίσκεται σε κρίση μέσα στον κυκεώνα των ψηφιακών πληροφοριών, η Φιλοσοφία, τίμιε αναγνώστη μου, επιμένει να είναι ένας αέναος βαθύς συλλογισμός πάνω στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξής μας. Σημαίνει ότι προσλαμβάνουμε τα άμεσα δεδομένα της αισθητικής μας εμπειρίας κατά τρόπο που τα κρίνουμε ανάγοντάς τα στη σφαίρα της προβληματικής που τους αξίζει. Φιλοσοφώντας αντιμετωπίζουμε το βίο μου ως ένα ζητούμενο που προβάλλεται ενώπιον μας μέσα στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Το φιλοσοφικό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στα ερωτήματα και είναι το λογικό απότοκο μιας διάθεσης ενδελεχών ερευνών και το αναγκαίο αλλά ανεπαρκές καύσιμο της πνευματικής διαδρομής. Ανεπαρκές επειδή πρέπει να θέσουμε τα ερωτήματα ορθά, δηλαδή με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να λειτουργούν ως χαραμάδες, ώστε να μπορούμε να δούμε κάπου αλλού. Ως ανοίγματα προς το φως, φτιάχνοντας παράθυρα εκεί που δεν φαίνεται παρά τοίχος. Χρειάζεται μια δοκιμασμένη λογική μέθοδος από τους έμπειρους φιλοσόφους της ιστορίας του πνεύματος. Να ενσκήψουμε στις πηγές της αποταμιευμένης γνώσης. Χωρίς την ορθά διατυπωμένη ερώτηση δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί ένα γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα. Η ερώτηση λειτουργεί ως φορέας του προβληματισμού και τότε μόνο μπορεί να πραγματωθεί το μεγάλο στοίχημα της παραίτησης από όλα τα δεδομένα τα οποία θα καταφέρουμε να κρίνουμε ως ένα σύνολο προκατειλημμένων θέσεων. Αυτά με μια κίνηση ριζικής ανατροπής, τα εξοβελίζουμε. Η συνείδηση ανακαινίζεται μεταβάλλοντας όλη την ύπαρξη. Μια κάθαρση των ανώφελων «ιδεών». Ο κινητήριος μοχλός λοιπόν θα είναι το γνησίως ορθό φιλοσοφικό ερώτημα, ανοίγοντάς μας σε μια νέα μορφή αναδιαμορφωμένης κοινωνικής ύπαρξης. Ριζική αναθεώρηση.
Παιδιόθεν οι γονείς και οι δάσκαλοι χάραξαν στην κοινωνική αντίληψή μας ένα είδος πρόσληψης της εμπειρίας κρατώντας την υποκειμενική μας κρίση δέσμια και συρρικνώνοντας ή εξαλείφοντάς την. Ονομάζεται προκατάληψη και τρέφεται από τη μισαλλοδοξία, καθιστώντας την υποκειμενική μας κρίση ανίκανη να συλλογιστεί ερευνώντας τόσο τα καθημερινά γεγονότα όσο τα διαχρονικά ζητήματα της αδιαλείπτως στοχαστικής διάνοιας, τα οποία διψούν όχι τόσο για απαντήσεις όσο για νέα ερωτήματα. Οι προκαταλήψεις ως απατηλές ιδέες φαίνεται να συνθέτουν το συνηθισμένο εαυτό μας που οι άλλοι, ως μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνία, ανεξάρτητη από την βούλησή μας, έχουν καθορίσει τις δικές μας προσλαμβάνουσες προσδιορίζοντας τις ηθικές και αισθητικές μας πράξεις. Συγκρουόμαστε λοιπόν δημιουργικά με τον προκατειλημμένο εαυτό μας. Αυτο-σκηνοθετούμε την ζωή μας ως ρέκτες της υπέρβασης των ορίων και της δοκιμασίας των πνευματικών αντοχών μας. (περισσότερα…)
*
~.~
Εἰσαγωγή
Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.
Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.
Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν. (περισσότερα…)
*
~.~
Μέσα στην ιστορία των ιδεών δεν είναι σπάνιες εκείνες οι περιπτώσεις όπου ένα φιλοσοφικό πρόβλημα τίθεται, εκφράζεται, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και τελικά επιλύεται (αν ποτέ «επιλύονται» θεμελιώδη φιλοσοφικά ζητήματα) εντός ενός συγκεκριμένου διανοητικού πλαισίου, με δεδομένο λεξιλόγιο και αναφορές, αγνοώντας ή παραβλέποντας ότι το ίδιο πρόβλημα, σε δομικά ομόλογη μορφή, έχει τύχει επεξεργασίας σε ένα παρακείμενο φιλοσοφικό πεδίο. Οι όροι ενδέχεται να παραλλάσσουν, αλλά μία εγκάρσια επισκόπηση πολλαπλών πεδίων προβληματισμού (ήδη πολυτέλεια σε εποχές διανοητικής υπερεξειδίκευσης) επιτρέπει να γίνει αντιληπτή η επανάληψη συγκεκριμένων δομικών μοτίβων κάτω από την επιφάνεια τον ορολογικών τριχοτομήσεων. Δίχως ένα τέτοιο εγκάρσιο βλέμμα, το ίδιο πρόβλημα μπορεί να ταλανίζει όσους εγκύπτουν πάνω του, κουβαλώντας συγκεκριμένα διανοητικά εργαλεία, ενώ έχει ήδη λυθεί λίγο παραδίπλα. Ή να εξαφανίζεται από τα ενδιαφέροντα του συρμού μίας εποχής για να αναφανεί πάλι, υπό μεταμφιεσμένη μορφή, σε μία μεταγενέστερη, η οποία μπορεί να ξεκινάει από το σημείο μηδέν, έχοντας λησμονήσει όλες τις προβληματικές που είχαν αναπτυχθεί γύρω του. Η στρουκτουραλιστική γλωσσολογία εμφανίστηκε κάποτε ως το απόγειο της διανοητικής εκλέπτυνσης σε όσους αγνοούσαν τα βασικά για τον μεσαιωνικό νομιναλισμό. Σε ένα διαφορετικό πεδίο, αυτό της γνωσιολογίας, τι κοινό μπορεί να έχει η προβληματική περί ερμηνευτικών οριζόντων του Γκάνταμερ με τη σημασιολογική θεωρία περί αλήθειας του Άλφρεντ Τάρσκι και με την παραδόξως διαφωτιστική γνωσιοθεωρία του Παναγιώτη Κονδύλη;
Όλη η προβληματική της ερμηνευτικής περιστρέφεται γύρω από ένα απλό ερώτημα. Πώς είναι δυνατό να ανασυγκροτήσει κανείς επιτυχώς το νόημα κειμένων (καταρχάς των βιβλικών) που ανήκουν σε άλλες εποχές ή εν γένει πολιτισμικών μορφωμάτων που προέρχονται από ριζικά ετερογενείς προς το βλέμμα του παρατηρητή κοινωνίες; Το διακύβευμα εδώ έγκειται στη δυνατότητα εύρεσης ενός αρχιμήδειου σημείου θέασης ώστε να επιτευχθεί μία «αντικειμενική» κατανόηση του άλλου. Εννοείται φυσικά ότι η εύρεση ενός τέτοιου σημείου αποδεικνύεται τελικά χίμαιρα, τουλάχιστον αν κάνεις δεν είναι διατεθειμένος απλώς να απορρίψει τη μία από τις δύο πλευρές που εξετάζονται αντιστικτικά ως παράλογη: είτε, δηλαδή, να οχυρωθεί πίσω από τις οικείες του κατηγορίες σκέψης, αντιμετωπίζοντας το άλλο ως α-νόητο, (περισσότερα…)